131/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3239/1955 "περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ.", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 παρ. 12 του ΝΔ. 3755/1957 "περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών κλπ.", ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για τη ρύθμιση των όρων, συνθηκών και αμοιβής εργασίας των αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία απασχολουμένων μισθωτών, πλην εκείνων που υπηρετούν σε γεωργικές, κτηνοτροφικές εργασίες που ασκούνται από εμπορικές επιχειρήσεις ή από το Δημόσιο ή από Ν.Π.Δ.Δ.
Legislator headnote
AI generated131/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ή εφόσον οι σχέσεις αυτών διέπονται ήδη από Σ.Σ.Ε., διαιτητικές αποφάσεις, υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις ή υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξάρτητα από τη μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση. Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του ΝΔ. 3755/1957 καταργήθηκε ρητά με το άρθρο 23 παρ. 1 περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 131 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 131/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ι. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα και κατέθεσε προτάσεις
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. Ζ.(M. M.) του Μ. Α.(B. A.) κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Μαρκέτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2893/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 1487/2012 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-5-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 23-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3239/1955 "περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ.", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 παρ. 12 του ΝΔ. 3755/1957 "περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών κλπ.", ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για τη ρύθμιση των όρων, συνθηκών και αμοιβής εργασίας των αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία απασχολουμένων μισθωτών, πλην εκείνων που υπηρετούν σε γεωργικές, κτηνοτροφικές εργασίες που ασκούνται από εμπορικές επιχειρήσεις ή από το Δημόσιο ή από Ν.Π.Δ.Δ.
ή εφόσον οι σχέσεις αυτών διέπονται ήδη από Σ.Σ.Ε., διαιτητικές αποφάσεις, υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις ή υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξάρτητα από τη μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση. Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του ΝΔ. 3755/1957 καταργήθηκε ρητά με το άρθρο 23 παρ. 1 περ.
β` του Ν.1876/1990 "Περί ελευθέρων συλλογικών διαπραγματεύσεων και άλλων διατάξεων". Ομοίως, με το άρθρο 8 παρ. 3 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ. "περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών", η οποία δημοσιεύθηκε με την 11400/1710/4.3.1975 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β` 276) και κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, ως πληρούσα τους όρους του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ορίσθηκε, κατ` επανάληψη της άνω διάταξης (αρθρ. 42 παρ. 3 Ν. 3239/1955), ότι στις διατάξεις αυτής (ΕΓΣΣΕ) δεν υπάγονται οι αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία, την αλιεία και τις δασικές εργασίες απασχολούμενοι, με εξαίρεση για τους αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφία απασχολούμενους, α) τους υπηρετούντες σε γεωργικές και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις ασκούμενες από εμπορικές εταιρίες ή Ν.Π.Δ.Δ., β) τους διεπόμενους ήδη από ΣΣΕ, ΔΑ., Υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις και γ) τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως από τη νομική μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση στην οποία απασχολούνται.
Το παραπάνω εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς σε σχέση με τους όρους εργασίας και αμοιβής των αμέσως στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων απασχολουμένων μισθωτών, το οποίο διατηρήθηκε και με τις επακολουθήσασες μέχρι το έτος 1989 ΔΑ και ΕΓΣΣΕ περί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων μισθωτών απάσης της χώρας, μετέβαλε ο Ν. 1876/1990 "Περί ελευθέρων συλλογικών διαπραγματεύσεων και άλλων διατάξεων", ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 35 αυτού και την κατ` εξουσιοδότηση της ίδιας διάταξης εκδοθείσα 12386/1990 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, άρχισε να ισχύει από 8.5.1990.
Ειδικότερα ο εν λόγω νόμος, στα άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 περ. α` και 8 παρ. 1 εδ. α` αυτού, ορίζει ότι "ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ` οίκον εργαζόμενοι", ότι "οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας ..." και ότι "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας....".
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε , με το άρθρο 23 παρ. 1 περ. β` αυτού, καταργήθηκε ρητά η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του ΝΔ. 3755/1957. Επομένως οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, επεξέτειναν από τις 8.5.1990 το θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στους αμέσως εργαζόμενους στη γεωργία, ανεξαρτήτως από την υπαγωγή ή μη αυτών στην ασφάλιση του ΙΚΑ και την ιδιότητα του εργοδότη τους, υπάγοντας εφεξής και αυτούς στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ως προς τους οποίους ουδεμία πλέον ισχύ έχει η αντιθέτου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της με τον Ν. 133/1975 κυρωθείσας από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, ούτε οι όμοιες διατάξεις των ΔΑ και ΕΓΣΣΕ που επακολούθησαν.
Κατ` ακολουθία, τα χρονικά όρια εργασίας των άνω εργαζομένων, έως ότου συναφθούν κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διέπονται από το άρθρο 6 εδ. α` της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 11770/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β`, 81), κατά το οποίο "η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της Χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες".(ΟλΑΠ 36/2007,ΑΠ 1322/2008).
Περαιτέρω, κατά την ίδια ΕΓΣΣΕ σε συνδυασμό και με τις διατάξεις της 1/1982 Απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με τον Ν. 1346/1983, από 1.1.1984, η εργασία που προσφέρουν οι άνω εργαζόμενοι μετά την 40η ώρα του εβδομαδιαίου ωραρίου και μέχρι την 48η ώρα, χαρακτηρίζεται ως υπερεργασία και αμείβεται με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως ίσχυσε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, από 1.4.2001, οι πέραν του 40ώρου εβδομαδιαίως, τρεις ώρες εργασίας χαρακτηρίζονται ως ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, για την οποία οφείλεται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, η δε απασχόληση πέραν των 43 ωρών ανά εβδομάδα θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης και αμείβεται μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Προκειμένου για υπερωριακή απασχόληση πέραν των 120 ωρών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, σε κάθε δε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται αποζημίωση για κάθε ώρα ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%. Εξάλλου, οι αυτοί ως άνω εργαζόμενοι, εφόσον προσφέρουν εργασία κατά τις Κυριακές και άλλες μη εργάσιμες εορτές, δικαιούνται να λάβουν την προσαύξηση εξ 75%, την οποία καθορίζουν η 8900/1946 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με το άρθρο 1 της 25825/1951 απόφασης των ίδιων υπουργών, καθώς και το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ. 3755/1957, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 435/1976 (ΟλΑΠ 367/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ, α' του ΑΝ 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν 3302/2004, κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ' αναλογία με το χρόνο εργασίας, που έχει συμπληρώσει.
στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια εικοσιτεσσάρων εργάσιμων ημερών ή αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας είκοσι (20) εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί, λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.
Κατά δε η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ιδίου Νόμου "δια Διαταγμάτων, προκαλουμένων υπό του Υπουργού Εργασίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Εργασίας δύναται να ορισθή ότι αι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν και υπέρ των προσώπων των αντί μισθού απασχολουμένων εις τας ναυτιλιακάς, τας αλιευτικάς, τας γεωργικάς, κτηνοτροφικάς ή δασικάς επιχειρήσεις ως και υπέρ του οικοσίτου υπηρετικού ή άλλου προσωπικού και να εξασφαλισθή ειδικώτερον η υπέρ αυτών εφαρμογή του".
Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ίδιου ΑΝ 539/1945, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 15 του ν. 4504/1966, ορίζονται τα εξής: "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαϊου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως προ της λήξεως του έτους παράσχη την άδεια έστω και αν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού" Οι διατάξεις του ΑΝ 539/1945 επεκτάθηκαν στους μισθωτούς Βουστασίων (Β.Δ.1/11 Δεκ. 1948), τους εργάτες και εργάτριες Λαχανοκηπουρών Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων (Β.Δ.1/11 Δεκ. 1948).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ΠΔ 88/1999 "Συμμόρφωση με την με αριθ. 93 /104/ΕΚ(Α94) Οδηγίας της 23.11.1993", στους εργαζομένους μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον 12 μηνών παρέχεται ετήσια άδεια μετ' αποδοχών τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ενώ κατ' άρθρο 1 παρ. 4 αυτού οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν εφαρμόζονται στο ένστολο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, στο οικιακό προσωπικό στις αεροπορικές, σιδηροδρομικές, οδικές, θαλάσσιες, ποτάμιες και λιμναίες μεταφορές στη θαλάσσια αλιεία και λοιπές θαλάσσιες δραστηριότητες καθώς, επίσης, και στους ειδικευόμενους ιατρούς.
Τέλος, κατ' άρθρο 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι παρ' οιωδήποτε εργοδότη μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολο των αποδοχών των υπό του ΑΝ 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένω ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου δια τους επί μηνιαίου μισθού αμειβομένους των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι οι γεωργικοί μισθωτοί δικαιούνται να λάβουν αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 539/1945 ( ΑΠ 1322/2008). Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/81 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του ΑΝ 539/45, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το Ν.133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης συμβάσεως εργασίας με απλή σχέση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται ευθέως στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1113/2013).
Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους αλλά και από το ότι - αντιθέτως - στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/80 , του άρθρου 1 παρ. 2 της ΚΥΑ 19040/81 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή εργασιακή σχέση.
Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου -όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού - τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών (ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 206/2009,ΑΠ 389/1998 ). Περαιτέρω, στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται όμως να καταβάλει αποζημίωση, λόγω της απόλυσής του, διότι και στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας δημιουργείται, λόγω της πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού, εργασιακή σχέση και απολαμβάνει αυτός την προστασία των εργατικών νόμων, που αναφέρονται στη "σχέση εργασίας" ιδιαίτερα, δε όταν αυτοί επιβάλλουν υποχρεώσεις προνοίας, φέροντες έτσι το χαρακτήρα κανόνων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί αποζημίωσης διατάξεις, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού ή καταγγελίας της εργασιακής σχέσης ( ΑΠ 24/2014, 1212/2013, ΑΠ 439/2004) .
Η αποζημίωση αυτή, αποτιμώμενη, συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλλε ο εργοδότης δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας σε άλλο μισθωτό του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής της συνθήκες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις που θα δικαιούνταν αυτός, εάν συνήπτε έγκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπο του ιδιαιτέρων περιστάσεων και ειδικότερα λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δε θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του εργαζομένου που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες ΣΣΕ και Δ Α. (ΑΠ 349/2004, ΑΠ 760/2003, ΑΠ 1402/2002).
Στην περίπτωση αυτή (της άκυρης σύμβασης εργασίας) δικαιούται ο εργαζόμενος αποζημίωσης απόλυσης, η οποία οφείλεται άμεσα από τον νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1435/1991). Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του άνω Ν. 2910/2001 (αντίστοιχη καταργηθείσα διάταξη 23 παρ. 1 του Ν. 1975/1991), που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου), και ορίζει ότι "Επιτρέπεται η είσοδος αλλοδαπού στην Ελλάδα για απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη και για συγκεκριμένο είδος απασχόλησης, αν του χορηγηθεί άδεια εργασίας από το νομάρχη", η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι κατ` αρχήν απολύτως άκυρη, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης, κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ.
Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής συμβάσεως παρέχει την εργασία του στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές, αλλά έχει αξίωση, κατά τις διατάξεις 904 επ. ΑΚ, για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης ( ΑΠ 468/2012 , ΑΠ 1719/2010, ΑΠ 206/2009).
Η ωφέλεια αυτή ισούται με τις αποδοχές που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις αυτές συνθήκες και δεν υπολογίζονται τα οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα προϋπηρεσίας και οι πρόσθετες παροχές που θα ελάμβανε ο αλλοδαπός λόγω της συνδρομής στο πρόσωπό του ορισμένων προϋποθέσεων σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης εργασίας, αφού τα επιδόματα και τις παροχές αυτές ο εργοδότης δεν θα κατέβαλε οπωσδήποτε σε άλλο μισθωτό για την παροχή της ίδιας εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 206/2009.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005,ΑΠ 37/2013).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 37/2013). Η παραβίαση αυτή ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα που είχε προβάλει ο αναιρεσείων και κατά την άποψή του είχαν αποδειχθεί, αλλά το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη (ΑΠ 351/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος φέρει ιθαγένεια εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα εκείνης του Πακιστάν, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, που είναι αγροτικός παραγωγός, την 01.06.2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να ασχοληθεί ως ανειδίκευτος εργάτης στα αγροκτήματά του (εναγομένου) στη Λυκόβρυση και τον Αυλώνα.
Στην επιχείρηση αυτή του εναγομένου απασχολούνταν και άλλοι τρεις αλλοδαποί εργάτες. Με την ιδιότητα αυτή ο ενάγων, που ήταν ασφαλισμένος στον ΟΓΑ, τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006, όχι όμως και το έτος 2007, εργάσθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου μέχρι 13.05.2007, οπότε και απολύθηκε από τον τελευταίο. Σημειώνεται ότι, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης από το νόμο άδειας εργασίας του αλλοδαπού ενάγοντος, η μεταξύ αυτού και του εναγομένου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2007 μέχρι 13.05.2007, ήταν σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ άκυρη, φέρουσα τον χαρακτήρα απλής σχέσης εργασίας.
Συνεπώς για το εν λόγω χρονικό διάστημα μπορεί, σύμφωνα με την προαναφερθείσα σκέψη, να απαιτήσει τις όποιες απαιτήσεις του κατά του εναγομένου εργοδότη του με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 ΑΚ). Η εργασία του συνίστατο κυρίως στην καλλιέργεια της γης, στο φύτεμα, πότισμα, ράντισμα των γεωργικών προϊόντων (κουνουπίδια, μπρόκολο, πράσα, ραδίκια, λάχανα, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, κρεμμύδια κ.α.) που παρήγαγε ο εναγόμενος και διέθετε καθημερινά προς πώληση σε λαϊκές αγορές των βορείων προαστίων (Νέας Ερυθραίας, Νέας Κηφισιάς, Πεύκης, Αλσούπολης, Βριλησσίων και Κάτω Χαλανδρίου) και στη συγκομιδή αυτών.
Καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας ο ενάγων εργάσθηκε με το σύστημα της εξαήμερης εργασίας την εβδομάδα, αφού στην επιχείρηση του εναγομένου δεν ίσχυε το νόμιμο πενθήμερο εργασίας, ελλείψει σχετικής Σ.Σ.Ε., ούτε αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος εφάρμοζε συμβατικά το πενθήμερο σύστημα εργασίας. Ειδικότερα, ο ενάγων εργαζόταν από Δευτέρα έως και το Σάββατο, ήτοι επί 6 ημέρες την εβδομάδα, την μεν περίοδο Μαΐου-Οκτωβρίου από ώρα 06:00 μέχρι ώρα 18:00, με διάλειμμα το μεσημέρι από ώρα 14:00 μέχρι ώρα 16:00, ήτοι επί 10 ώρες ημερησίως, την δε περίοδο Νοεμβρίου-Μαρτίου, από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 15:00, ήτοι επί 8 ώρες ημερησίως.
Εργαζόταν επίσης και μία Κυριακή κάθε μήνα όλο το χρόνο, από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 15:00, ήτοι επί 8ωρο•κάθε φορά και όχι όλες τις Κυριακές κάθε μήνα, δεδομένου ότι τις ημέρες αυτές (Κυριακές) που δεν λειτουργούν λαϊκές αγορές, απασχολούνταν ο εναγόμενος, βοηθούμενος από τους γονείς του και ένας από τους λοιπούς αλλοδαπούς γεωργικούς εργάτες.
Έτσι, από την πρόσληψή του μέχρι 30.09.2005, ο ενάγων πραγματοποιούσε : (α) κατά την περίοδο Μαΐου-Οκτωβρίου, 40 ώρες κανονικής εργασίας, 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας και 17 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, (β) κατά την περίοδο Νοεμβρίου-Απριλίου, 40 ώρες κανονικής εργασίας, 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας και 5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και (γ) 8 ώρες καθεμία από τις Κυριακές που εργαζόταν.
Από 01.10.2005 μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας
του την 13.05.2007, πραγματοποιούσε : (α) κατά την περίοδο Μαΐου- Οκτωβρίου, 40 ώρες κανονικής εργασίας, 8 ώρες υπερεργασίας και 12 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, (β) κατά την περίοδο Νοεμβρίου-Απριλίου, 40 κανονικής εργασίας και 8 ώρες υπερεργασίας και (γ) 8 ώρες καθεμία από τις Κυριακές που εργαζόταν....Κατά το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του μέχρι 31.12.2004 ο ενάγων ελάμβανε εβδομαδιαίως € 140,00, ήτοι ημερομίσθιο € 23,33 και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι την απόλυσή του (01.01.2005-13.05.2007), € 160,00 εβδομαδιαίως, ήτοι ημερομίσθιο € 26,66. 0 ενάγων εδικαιούτο ως ημερομίσθιο τα ελάχιστα όρια αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη, όπως προσδιορίζονται από τις ισχύουσες για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα Ε.Γ.Σ.Ε.Ε., αφού δεν έχει συναφθεί κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε.
Έτσι το νόμιμο ημερομίσθιο του ενάγοντος, ο οποίος ήταν άγαμος και δεν είχε προϋπηρεσία, ανερχόταν στα παρακάτω αναγραφόμενα ποσά, για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα: (1) Σύμφωνα με την από 15.04.2002 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., από 01.01.2003 μέχρι 3 1.12.2003 στο ποσό των € 23,29. (2) Σύμφωνα με την από 24.05.2004 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (α) από 01.01.2004 μέχρι 31.08.2004 στο ποσό των € 24,22, (β) από 01.09.2004 μέχρι 31.12.2004 στο ποσό των € 25,01, (γ) από 01.01.2005 μέχρι 31.08.2005 στο ποσό των € 25,56 και (δ) από 01.09.2005 μέχρι 31.12.2005 στο ποσό των € 26,41.
και (3) Σύμφωνα με την από 12.04.2006 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., (α) από 01.01.2006 μέχρι 31.05.2006 στο ποσό των € 27,18, (β) από 01.06.2006 μέχρι 31.08.2006, στο ποσό των € 28,17, (γ) από 01.09.2006 μέχρι 31.12.2006 στο ποσό των € 28,99, (δ) από 01.01.2007 μέχρι 30.04.2007, κατά το οποίο συνδεόταν με τον εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας στο ποσό των € 27,96 και (ε) από 01.05.2007 μέχρι 13.05.2007 στο ποσό των € 29,39.........Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έχει εξοφλήσει ολοσχερώς τον ενάγοντα, διότι τα έτη 2003 και 2004 κατέβαλε σ' αυτόν ημερομίσθιο € 25,00 καθαρά και από το έτος 2005 ημερομίσθιο € 28,00 καθαρά και ότι στις αποδοχές του πρέπει να υπολογισθεί και ποσό € 200,00 μηνιαίως, το οποίο, όπως είχαν συμφωνήσει αρχικά, του κατέβαλε σε είδος και συγκεκριμένα παρέχοντας σ' αυτόν κατοικία 50 τ.μ.
περίπου και καθημερινή τροφή, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, δεν προσκομίζει ο εναγόμενος για την αιτία αυτή κάποια έγγραφα από τα οποία να προκύπτουν τόσο το ύψος του ημερομισθίου που κατέβαλε στον ενάγοντα, όσο και η συμφωνία τους για τις ως άνω παροχές σε είδος. Ο άνω ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται ούτε από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα ανταπόδειξης, ούτε από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν ενόρκως επιμελεία του, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ζωής Κουρούμαλη, αφού δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τα ποσά που κατέβαλε ο εναγόμενος στον ενάγοντα.
Επομένως, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο επαναφέρεται ο άνω ισχυρισμός πλήρους εξόφλησης......Τέλος αποδεικνύεται ότι, στις 13.05.2007 ο εναγόμενος κατήγγειλε την μεταξύ αυτού και του ενάγοντος σύμβαση εργασίας, όταν ο τελευταίος ζήτησε αύξηση του ημερομισθίου του, χωρίς όμως να καταβάλει σ' αυτόν (ενάγοντα) τη νόμιμη αποζημίωση ποσού (€ 29,39 Χ 17,50 =) € 514,32. 0 ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, διότι βρήκε εργασία σε εργοστάσιο ξυλείας στη Μεταμόρφωση Ν.
Αττικής, δεν αποδεικνύεται". Μετά από αυτά το Εφετείο αποφάνθηκε ότι για την παρασχεθείσα εργασία του ο ενάγων έπρεπε να λάβει τα ακόλουθα ποσά: Για την κανονική εργασία του συνολικά το ποσό των 884,12 ευρώ, για την ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία του συνολικά το ποσό των 2.017,32 ευρώ, για την παράνομη υπερωριακή εργασία του συνολικά το ποσό των 13.321,00 ευρώ, για την υπερεργασία του συνολικά το ποσό των 2.660,22 ευρώ, για την κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία του συνολικά το ποσό των 2.929,01 ευρώ, για αμοιβή για εργασία τις Κυριακές συνολικά το ποσό των 1.940,13 ευρώ, για αποδοχές αδείας και για επίδομα αδείας συνολικά το ποσό των 4.172,40 ευρώ και για τη νόμιμη αποζημίωση λόγω της απόλυσής του συνολικά το ποσό των 514,32 ευρώ και συνολικά για όλες τις άνω αιτίες το ποσό των 28.133,10.
ευρώ . Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση του εναγομένου, δέχθηκε στην ουσία την έφεση του ενάγοντος ,εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει στην ουσία την αγωγή ως προς τα αγωγικά αυτά αιτήματα. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, που δέχθηκε, 1) ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, που ήταν ασφαλισμένος στον ΟΓΑ, τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006, όχι όμως και το έτος 2007, εργάσθηκε ως γεωργικός εργάτης στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος -εναγομένου μέχρι 13-5-2007, οπότε και απολύθηκε από τον τελευταίο, 2) ότι, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης από το νόμο άδειας εργασίας του αλλοδαπού αναιρεσίβλητου, η μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 13-5-2007, ήταν άκυρη, φέρουσα τον χαρακτήρα απλής σχέσης εργασίας, 3) ότι επομένως ο αναιρεσείων με τον οποίο τον συνέδεε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 13-5-2007 απλή σχέση εργασίας, ήταν υποχρεωμένος κατά τα άρθρα 904 επ.
ΑΚ, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος από την εργασία του στην απόδοση της ωφέλειας που απεκόμισε, 4) ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσίβλητου ως εκ του είδους της παρεχόμενης εργασίας δεν είχε, ούτε συμφωνήθηκε να έχει, συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και 5) ότι οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου για αποδοχές και επιδόματα αδείας για το επίδικο χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην γεωργική επιχείρηση του αναιρεσείοντος και για αποζημίωση απόλυσης, που, όπως προαναφέρθηκε, πηγάζουν απ` ευθείας από το νόμο, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990, της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, του ΑΝ 539/1945, του ΠΔ 88/1999, του άρθρου 3 παρ.16 του Ν.4504/1966, του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.1082/1980 ,του άρθρου 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 2910/2001, του άρθρου 4 της ΕΓΣΣΕ ετών 2002-2003, που κυρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν 3144/2003 και των άρθρων 904 επ.
του ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. 2. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 10/2012 , ΟλΑΠ 8/2001).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 351/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, την οποία επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου ,με λόγο έφεσης. Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής ισχυρίστηκε, ότι ο ενάγων, καθ όλο το διάστημα της τετράχρονης περίπου εργασίας του δεν προέβαλε ποτέ το παραμικρό παράπονο ή διαμαρτυρία για το ύψος των χρηματικών ποσών που του κατέβαλε, ότι ουδέποτε έλαβε από αυτόν, γραπτώς ή προφορικώς, κάποια όχληση στην οποία να εκφράζεται, έστω και εμμέσως, η παραμικρή τυχόν διεκδίκησή του, ότι ο ενάγων δεν επέδειξε απλώς αδράνεια ως προς την άσκηση των δήθεν απαιτήσεών του, αλλά ο ίδιος υπέγραφε συστηματικά και ανεπιφύλακτα κάθε χρόνο υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 (που προσκόμισε νόμιμα με επίκληση), με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, με τις οποίες συνομολογούσε ότι απασχολήθηκε στην υπηρεσία μου 150 ημέρες ανά έτος, ότι όλη αυτή η πολύχρονη συμπεριφορά του ενάγοντος, που προηγήθηκε της ασκήσεως της αγωγής του και η διαμορφωθείσα κατά το διάστημα που μεσολάβησε κατάσταση, δημιούργησαν σε αυτόν την εύλογη πεποίθηση ότι αυτός (ενάγων) δεν έχει και δεν θα προβάλει αξιώσεις εναντίον μου και δεν θα ασκήσει το με την αγωγή ασκηθέν δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η με την αγωγή μεταγενέστερη άσκησή του, τείνει σε ανατροπή της εν τω μεταξύ δημιουργηθείσης καταστάσεως και θα έχει, ενόψει και του αιτούμενου με την αγωγή υπέρογκου ποσού των 64.297, 29 €, όχι μόνο επαχθείς αλλά καταστροφικές συνέπειες γι 'αυτόν και την οικογένειά μου και ότι όλα τα παραπάνω περιστατικά, σε συνάρτηση με την άψογη συμπεριφορά του έναντι του οδηγούν αβίαστα στην κρίση ότι η άσκηση του με την ένδικη αγωγή ασκηθέντος δικαιώματος του ενάγοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση αυτή με την ακόλουθη σκέψη: "Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση της κρινόμενης αγωγής είναι καταχρηστική , επειδή καθόλη τη διάρκεια της τετράχρονης απασχόλησής του σ' αυτόν (εναγόμενο) ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για το ύψος των χρηματικών ποσών που του κατέβαλε, δημιουργώντας έτσι σ' αυτόν εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα προβάλει τις αξιώσεις του, και ότι η άσκηση του δικαιώματος θα έχει καταστροφικές συνέπειες γι' αυτόν (εναγόμενο) και την οικογένειά του, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.
Τούτο διότι τα παραπάνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση, προεχόντως δε διότι. δεν συντρέχει το στοιχείο της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου (ΑΠ 731/2003). Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο έκτος λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο επαναφέρει τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη , δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
3. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 § 2 ν. 2190/1920, 5 § 1 ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 συνάγεται ότι ως μισθός στην σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, όπως τροφή, κατοικία κλπ., την οποία κατά νομική δέσμευση που απορρέει από το νόμο ή την σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, μέρος δε αυτού (είτε κατά πρόβλεψη της αρχικής σύμβασης, είτε με μεταγενέστερη συμφωνία) είναι δυνατόν να συνιστούν και παροχές σε είδος , εφόσον δίνονται σε αντάλλαγμα της εργασίας και όχι για άλλο λόγο, όπως για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης κ.λπ.. (ΑΠ 266/2014, ΑΠ 774/2003 ΑΠ 84/2000).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠ0λΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο της ένστασης εξόφλησης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τους λογαριασμούς της ΔΕΗ των μηνών Ιουνίου 2006, Αυγούστου 2006, Νοεμβρίου 2006 και Ιουνίου 2007, ποσών, αντιστοίχως152,194,274, και 226 ευρώ, από τους οποίους αποδεικνύεται ότι για την οικία του των 50 περίπου τ.μ, που βρίσκεται στη Λυκόβρυση ,οδό Χαλκίδος 65, που κατά τη συμφωνία τους, είχε παραχωρήσει αυτός στον ενάγοντα για διαμονή του, και στην οποία πράγματι διέμενε ο ενάγων, όπως αυτός (ενάγων) ομολογεί στην αγωγή του, πλήρωσε ο ίδιος το ηλεκτρικό ρεύμα, που ο ενάγων κατανάλωσε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
4. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι ο συμφωνηθείς και καταβαλλόμενος καθόλο το ένδικο διάστημα στον αντίδικο μισθός σε είδος των 200 ευρώ το μήνα πρέπει να συμψηφισθεί με οποιοδήποτε ποσό ήθελε κριθεί ότι οφείλει στον αντίδικο ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών του. Το Εφετείο όμως τον ανωτέρω ισχυρισμό του, αφού τον εκτίμησε ως ισχυρισμό (ένσταση) εξόφλησης, απέρριψε ρητά ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το ως άνω γεγονός (της καταβολής του ποσού αυτού). Επομένως, ο ανωτέρω τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1487/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ