131/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 131 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 131/2012
Legislator headnote
AI generated131/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 131 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 131/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 131 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 131/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αναγνωστοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σταθόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3121/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7402/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 20-11-2009 εισήγηση της Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 KΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 2001/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 337 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη το δίκαιο που ισχύει σε αλλοδαπή πολιτεία, το έθιμο και τα συναλλακτικά ήθη και, αν δεν τα γνωρίζει, μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει όποιο μέσο κρίνει κατάλληλο χωρίς να περιορίζεται στις αποδείξεις που προσάγουν οι διάδικοι, προκύπτει, ότι όταν το δικαστήριο σε εφαρμογή των ορισμών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου διαπίστωσε, ότι για τη ρύθμιση της κρινόμενης έννομης σχέσης πρέπει να εφαρμοστεί αλλοδαπό δίκαιο, οφείλει, αν δεν το γνωρίζει, να το πληροφορηθεί, χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορο, κατά την κρίση του μέσο, έχοντας το δικαίωμα να διατάξει και απόδειξη χωρίς να δεσμεύεται από τους διαδικαστικούς ή λοιπούς τύπους της αποδεικτικής διαδικασίας. Σφάλματα, επομένως, του δικαστή κατά τη διαδικασία αυτή της έρευνας του αλλοδαπού δικαίου δεν ελέγχονται αναιρετικά. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο αν οι ουσιαστικές διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που εφαρμόστηκαν είναι αυτές που διέπουν την επίδικη έννομη σχέση και αν παραβιάστηκαν ή όχι κατά την εφαρμογή τους. Πάντως η εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο. Και είναι μεν αληθές ότι η διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ, που προμνημονεύθηκε, αφορά μόνο ισχυρισμούς και όχι κανόνες, ο δικαστής, όμως, δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει το αλλοδαπό δίκαιο. Εφόσον μάλιστα το αγνοεί, μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 337 ΚΠολΔ, να διατάξει, όπως έχει ήδη εκτεθεί, απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο κρίνει κατάλληλο για τη διαπίστωση της ύπαρξης και του περιεχομένου του αλλοδαπού κανόνα δικαίου, χωρίς να περιορίζεται στις αποδείξεις που προσάγουν οι διάδικοι. Η εκδοχή αυτή είναι σύμφωνη και με το λόγο που οδήγησε στη θέσπιση της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δηλαδή με το ότι ο Άρειος Πάγος δεν αποτελεί δικαστήριο τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας και, επομένως, δεν μπορεί να διατάξει απόδειξη για την ύπαρξη και το περιεχόμενο κανόνα δικαίου που αγνοεί. Από τις διατάξεις επίσης των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο και τρίτο αντίστοιχα, μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι για την ένδικη πληρεξουσιότητα έχει εφαρμογή το ελληνικό δίκαιο και όχι το αλλοδαπό - γερμανικό -, το οποίο μάλιστα και έπρεπε αυτεπαγγέλτως να κρίνει ως εφαρμοστέο, όπως, άλλωστε και ο Άρειος Πάγος, αφού αφορά κανόνα δημόσιας τάξης και μάλιστα ανεξαρτήτως επίκλησης ή μη αυτού από τους διαδίκους, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 και 14 του Α.Κ. Με τους συναφείς, επίσης, πέμπτο και έκτο, αντίστοιχα, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί τροποποίηση της αρχικής σύμβασης πληρεξουσιότητας "δια μονομερούς δηλώσεως τρίτου συνταγείσης χωρίς την σύμπραξη του διαθέτη πατρός του -αναιρεσείοντα-", δηλαδή "ανυπαρξίας τροποποιητικής/συμπληρωματικής συμφωνίας αναιρούσας την ανεπάρκεια της πληρεξουσιότητας της αναιρεσίβλητης εκ της αρχικής σύμβασης για διενέργεια αυτοσύμβασης", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159 επ., 167, 217§2, 361, 367, 369 και 1033 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 25§1 και 93§4, 20§1 και 106§2, αντίστοιχα, του Συντάγματος. Τέλος, με τον έβδομο μεν, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί "ως εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο για την εντέλει κατάρτιση της ενδίκου συμβάσεως μεταβίβασης - εμπραγμάτου δικαιοπραξίας 217 παρ. 2" και, παράλληλα, να δεχθεί, ότι το "κατεξαίρεση της υπό της κανόνος του αρ. 235 ΑΚ απαγόρευσης αυτοδικαιοπραξίας α) αν αυτή επιτράπηκε από τον αντιπροσωπευόμενο και η άδεια προς αντιπροσώπευση υποβλήθηκε στον ίδιο τύπο 217 παρ. 2 ΑΚ", δηλαδή, να δεχθεί "ότι στην ένδικη περίπτωση η πληρεξουσιότητα έδει να υποβληθεί τον ίδιο τύπο με την μεταβιβαστική δικαιοπραξία - συμβολαιογραφική πράξη ενώπιον έλληνα συμβολαιογράφου ή του έλληνα προξένου με ρητή αναφορά στην χορήγησή της για την συγκεκριμένη πράξη - τύπος που δεν δύναται να αναπληρωθεί από μονομερή δήλωση γερμανού συμβολαιογράφου εν αγνοία του διαθέτου και μάλιστα μεταγενέστερη της αρχικής δικαιοπραξίας", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 235, 217§2, 367, 369 και 1033, αντίστοιχα, του Α.Κ., ενώ με τον όγδοο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί την εγκυρότητα της αυτοσύμβασης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 επ., 159 και 160 επ. του Α.Κ. Οι ερευνώμενοι αυτοί, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτούς, ότι οι περιεχόμενοι στους ίδιους ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα προτάθηκαν παραδεκτά από μέρους του στο Εφετείο, με σαφή και ορισμένο λόγο της έφεσής του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτοι, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, οι επίμαχοι ισχυρισμοί δεν προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, δεν εμπίπτουν δε σε καμιά από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις. Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι είναι, επίσης, απορριπτέοι ως αόριστοι, εφόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτούς παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις του νόμου και δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη της αγωγής ή ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου ή απαράδεκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997 ΝοΒ 46.23, Ολ.ΑΠ 44/1990). Οι πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του και τέταρτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της περιεχόμενης στο .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φλωρεντίας Αθανασάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, δικαιοπραξίας και κήρυξης ακύρου του εν λόγω συμβολαίου, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη μη εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του γερμανικού δικαίου σε σχέση με την πληρεξουσιότητα της αντιδίκου του, ως προς την επάρκεια της επίμαχης πληρεξουσιότητας για την κατάρτιση της ένδικης αυτοσύμβασης και, τέλος, ως προς το ζήτημα ότι η χορήγηση της εν λόγω πληρεξουσιότητας στην αναιρεσίβλητη από τον τότε σύζυγό της Ρ. Κ., πατέρα του αναιρεσείοντα, για τη μεταβίβαση της συγκυριότητας του κοινού ακινήτου τους στην Ελλάδα και κατά το ανήκον σ' αυτόν εξ αδιαιρέτου ποσοστό στο τελευταίο (1/2 εξ αδιαιρέτου) στην ίδια, δεν περιλάμβανε το δικαίωμα κατάρτισης της πώλησης και μεταβίβασης σ' αυτή της συγκυριότητας του πιο πάνω ακινήτου με αυτοσύμβαση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμό για ύπαρξη (ή μη) αυτού, προβαλλόμενος προς στήριξη λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 16 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562§2 του πιο πάνω Κώδικα να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και όχι απλά να γίνει μνεία της απόφασης και όσων προκύπτουν σ' αυτή, αλλιώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντα, καθώς και τις προτάσεις του ίδιου μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παραδεκτά επισκοπούνται, δεν προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων πρόβαλε παραδεκτά στο Εφετείο ισχυρισμό περί δεδικασμένου απορρέοντος "από την απόφαση διαζυγίου των γονέων του αλλοδαπού δικαστηρίου (γερμανικού), αναφορικά με την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου στις σχέσεις μεταξύ των συζύγων", ούτε, άλλωστε, επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ίδιος στο Εφετείο την παραπάνω απόφαση. Ο πρώτος, επομένως, κατά το τέταρτο μέρος του, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι εκείνη του αριθμού 14 που αναφέρεται στο αναιρετήριο), γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο σ'αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί δεδικασμένου, προκύπτοντος από απόφαση διαζυγίου γερμανικού δικαστηρίου, της οποίας μάλιστα δεν γίνεται μνεία ούτε του αριθμού της, ούτε του συγκεκριμένου δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 5S9 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφαση του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενά ή ασάφεια και, ακολούθως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και εντούτοις εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, στην οποία παρατίθεται το κείμενο της ενδίκου πληρεξουσιότητας, σαφώς συνάγεται η παροχή αυτής από τον πατέρα του ενάγοντος προς την εναγομένη μητέρα του, προς κατάρτιση της επίμαχης αυτοσύμβασης. Συγκεκριμένα, από το παραπάνω περιεχόμενο του χωρίου) της συμβολαιογραφικής πράξης με την οποία συμφώνησαν τη διανομή της ακίνητης περιουσίας τους οι δύο πρώην σύζυγοι, και ειδικότερα καθόσον αφορά στο κοινό ακίνητο τους που βρίσκεται στην Ελλάδα (Στύρα Ευβοίας) σαφώς συνάγεται, χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε ερμηνευτικούς κανόνες, ότι συμφωνήθηκε να περιέλθει αυτό στην πλήρη κυριότητα της εναγομένης, με τη μεταβίβαση σ' αυτή αιτία πωλήσεως και του ιδανικού μεριδίου κυριότητας επ' αυτού του πρώην συζύγου της. Ακόμα, από το περιεχόμενο του ίδιου ως άνω εγγράφου προκύπτει ότι σε εκπλήρωση της αναληφθείσας αυτής υποχρέωσης ... παρασχέθηκε στην τελευταία η αμετάκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα με τις οποίες της επετράπη να προβεί, ενεργώντας αφ' ενός ως αντιπρόσωπος του πρώην συζύγου της και αφ' εταίρου για τον εαυτό της ατομικά, σε όλες της απαιτούμενες ενέργειες για την ολοκλήρωση της καταρτίσεως της αυτοσυμβάσεως της πωλήσεως ιδανικού μεριδίου του συγκυριότητας επί του άνω ακινήτου προς αυτήν και επίσης να υπογράψει την οικεία συμβολαιογραφική πράξη με την άνω διττή ιδιότητα της και να μεταγράψει αυτή. Η εν λόγω πληρεξουσιότητα προς την εναγομένη περιελάμβανε εκτός από την υποβολή αιτήσεων για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών και την επιχείρηση της δικαιοπραξίας με αυτοσύμβαση. Άλλωστε, η μη παροχή, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, στην εναγομένη τέτοιου δικαιώματος αυτοσυμβάσεως από τον πληρεξουσιοδότη, αντιτίθεται στο περιεχόμενο του πληρεξουσίου αυτού και στον λόγο για τον οποίο χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα, αφού χωρίς το δικαίωμα αυτοσυμβάσεως (το οποίο παρασχέθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο λόγω του ότι αφορά σε μετάθεση δικαιώματος επί ακινήτου) θα ήταν άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ο πληρεξουσιοδότης δεν επισκεπτόταν την Ελλάδα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν στην συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε, ότι το .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο, που προμνημονεύθηκε, δεν πάσχει από ακυρότητα, ακολούθως δε, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρος του, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η συμβολαιογραφική πράξη διανομής της ακίνητης περιουσίας των γονέων του αναιρεσείοντα περιλαμβάνει και την εκποιητική δικαιοπραξία στην Ελλάδα, αντί να δεχθεί ότι η εν λόγω πράξη "αναφέρεται ρητά στην ενοχική δικαιοπραξία, καθώς και την προπαρασκευαστική διαδικασία υποβολής δηλώσεων φόρου κ.λ.π., δικαιολογητικών ως και την δήλωση μεταγραφής αυτής και όχι την εμπράγματη μεταβίβαση", παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με το να μη προσφύγει σ' αυτούς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το σαφές περιεχόμενο των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στην επίμαχη συμβολαιογραφική πράξη. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος ο έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις ίδιες πιο πάνω πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, δεχόμενο "ως ισχυρή και ενταγμένη στην αρχική σύμβαση διανομής την μεταγενέστερη τροποποίηση αυτής με δήλωση συνταγείσα εν αγνοία του πατρός του -αναιρεσείοντα- υπό τρίτου προσώπου δι' ης τροποποιείται το περιεχόμενο της δήλωσής του", παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους προμνημονευόμενους ερμηνευτικούς κανόνες. Η περιλαμβανόμενη στους ίδιους πιο πάνω λόγους αναίρεσης αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η συγκεκριμένη αιτίαση. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Ο δεύτερος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί της ανεπάρκειας της πληρεξουσιότητας που χορηγήθηκε, με το με αριθμό 1185Ε'/1989 συμφωνητικό, μη περιλαμβάνουσας την εκποιητική μεταβίβαση στην Ελλάδα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντα και τον απέρριψε ως αβάσιμο, με τις παραδοχές, ότι με το 1185Ε'/1989 συμφωνητικό διανομής της ακίνητης περιουσίας των γονέων του αναιρεσείοντα "παρασχέθηκε στην τελευταία η αμετάκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα με τις οποίες της επετράπη να προβεί, ενεργώντας αφ' ενός ως αντιπρόσωπος του πρώην συζύγου της και αφ' εταίρου για τον εαυτό της ατομικά, σ' όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ολοκλήρωση της καταρτίσεως της αυτοσυμβάσεως της πωλήσεως του ιδανικού μεριδίου του συγκυριότητας επί του άνω ακινήτου προς αυτήν και επίσης να υπογράψει την οικεία συμβολαιογραφική πράξη με την άνω διττή ιδιότητά της και να μεταγράψει αυτήν. Η εν λόγω πληρεξουσιότητα προς την εναγομένη περιελάμβανε εκτός από την υποβολή αιτήσεων για την έκδοση των απαιτουμένων πιστοποιητικών και την επιχείρηση της δικαιοπραξίας με αυτοσύμβαση". Πράγματα, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δεν θεωρούνται οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο τρίτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και από την αναιρεσίβλητη και, ειδικότερα, ότι μόνη η χορήγηση της ένδικης πληρεξουσιότητας ήταν ικανή για το έγκυρο της κατάρτισης αυτοσύμβασης από μέρους της στην Ελλάδα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως μεν, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της κρινόμενης αγωγής. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 526 ΑΚ, είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ... Βάση της αγωγής είναι τα θεμελιωτικά της αγωγής περιστατικά και όχι η επίκληση ενός άλλου κανόνα δικαίου, αν τα ίδια πραγματικά περιστατικά μπορούν να στηρίξουν διαφορετικό κανόνα δικαίου που επικαλείται ο διάδικος στην κατ' έφεση δίκη. Με την απαγόρευση μεταβολής της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής διασφαλίζεται η υπεράσπιση του εναγομένου, καθώς και το δικαίωμα ακρόασής του, ο οποίος με βάση την οριοθέτηση στην αγωγή έννομη σχέση κατευθύνει την υπεράσπισή του. Με τα δεδομένα αυτά, νέοι λόγοι ακυρότητας της δικαιοπραξίας που δεν περιέχονται στην αγωγή, αλλά προτάθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, θεωρούνται νέες βάσεις της αγωγής και ως συνιστώντες απαράδεκτη μεταβολή της βάσης αυτής απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 14-5-2004 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 74792/26-5-2004) αγωγή, ο ήδη αναιρεσείων ενάγων, επικαλούμενος έννομο συμφέρον ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος στις 5-9-2000, πατέρα του Ρ. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της περιεχόμενης στο .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φλωρεντίας Αθανασάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, δικαιοπραξίας - πώλησης και μεταβίβασης της συγκυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, κοινού, στην Ελλάδα, ακινήτου του θανόντα και της τέως συζύγου του και ήδη αναιρεσίβλητης, με αυτοσύμβαση από μέρους της τελευταίας - και κήρυξης άκυρου του εν λόγω συμβολαίου, για το λόγο ότι στο 1185Ε/1989, συμφωνητικό διανομής της ακίνητης περιουσίας των γονέων του ενάγοντα, που συντάχθηκε ενώπιον του γερμανού συμβολαιογράφου ΚΑNDEL, δεν παρασχέθηκε στην εναγομένη από μέρους του τέως συζύγου της η πληρεξουσιότητα να προβεί στην πώληση και μεταβίβαση στην ίδια με αυτοσύμβαση του ανήκοντος σ' αυτόν 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 3121/2006 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με τους δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της έφεσής του ο ενάγων επικαλέστηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο νέους λόγους ακυρότητας του επίμαχου πωλητήριου συμβολαίου και, ειδικότερα, ακυρότητα της ένδικης πληρεξουσιότητας λόγω πλάνης και απάτης κατά την κατάρτιση του 1185Ε'/1989 συμφωνητικού διανομής, καθώς και ακυρότητας της υποσχετικής δικαιοπραξίας της πώλησης και της πληρεξουσιότητας λόγω έλλειψης τύπου, δηλαδή λόγω της κατάρτισής της ενώπιον γερμανού συμβολαιογράφου και όχι Έλληνα Προξένου. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμους τους αμέσως πιο πάνω λόγους έφεσης, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι: "Η επίκληση το πρώτον με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ακυρότητας της ενδίκου πληρεξουσιότητας, λόγω μεταγενέστερης ακύρωσής του από τον πατέρα του λόγω πλάνης και απάτης που μετήλθε η εναγομένη, και ως εκ τούτου ακυρότητας της δικαιοπραξίας πωλήσεως ελλείψει νομίμου αιτίας, είναι απαράδεκτη, διότι τέτοια περιστατικά δεν επικαλέσθηκε με την αγωγή (άρθρο 526 ΚΠολΔ). Η για πρώτη φορά με το δικόγραφο της εφέσεως επίκλησή τους αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιπλέον ο ίδιος παραπάνω λόγος εφέσεως είναι και αβάσιμος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζει ο ενάγων ότι πάσχει ακυρότητας η καταρτιθείσα με την ένδικη αυτοσύμβαση πώληση, λόγω ελλείψεως συμφωνίας των μερών ως προς το ύψος του ανταλλάγματος (τιμήματος) της πωλήσεως του μεριδίου του πατέρα του, διότι ναι μεν η συμφωνία για το τίμημα αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως πωλήσεως, πλην όμως δεν είναι απαραίτητος ο ακριβής προσδιορισμός αυτού, αλλά μπορεί να είναι και οριστό, δηλαδή χωρίς προσδιορισμό του ύψους του, αρκεί να υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού του. Ομοίως, απαράδεκτα ο ενάγων με τον τρίτο λόγο της εφέσεως του προβάλλει το πρώτον ακυρότητα της καταρτιθείσας υποσχετικής δικαιοπραξίας πωλήσεως, καθώς και της χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας, λόγω ελλείψεως τύπου, και δη της καταρτίσεως της ενώπιον του Γερμανού Συμβολαιογράφου και όχι του Έλληνα Προξένου, επειδή αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής. Εκτός αυτού, ο ενάγων δεν διευκρινίζει το λόγο για τον οποίο το συμβολαιογραφικό έγγραφο έπρεπε να καταρτισθεί ενώπιον των ελληνικών προξενικών αρχών, δεδομένου μάλιστα ότι ο πατέρας του δεν είχε ελληνική υπηκοότητα. Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ΑΚ οι πρώην σύζυγοι, κατά τη διανομή των περιουσιακών τους στοιχείων, αλλά και την παροχή πληρεξουσιότητας στην εναγομένη εμφανίσθηκαν ενώπιον του Γερμανού συμβολαιογράφου και κατάρτισαν τη δικαιοπραξία σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου στην οποία επιχειρήθηκε (Γερμανία)". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της κήρυξης, δηλαδή, παρά το νόμο (άρθρο 106, 216, 224, 526 ΑΚ), απαραδέκτου, γι'αυτό και ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αλλά και ως αλυσιτελής, καθόσον αφορά τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντα, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της απόρριψης του πιο πάνω λόγου έφεσης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 484/2001 ΝοΒ 50.520, ΑΠ 1062/1991 Ελλ.Δ/νη 33.561). Ο όγδοος, επομένως, κατά το τρίτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι με το επίμαχο 1185Ε'/1989 συμφωνητικό διανομής παρασχέθηκε στην αναιρεσίβλητη η πληρεξουσιότητα να προβεί στην ένδικη αυτοσύμβαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω συμφωνητικού, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του.
Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος. Με τα δεδομένα αυτά, ο όγδοος, κατά το δεύτερος μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων με την παραδοχή ότι "αποτελούν δεσμευτικό όρο και έχουν ενταχθεί στο αρχικό συμφωνητικό διανομής περιουσίας μεταξύ των συζύγων όροι και δηλώσεις που περιλαμβάνονται σε μεταγενέστερο ανυπόγραφο από του πατρός του - αναιρεσείοντα - με πρωτοβουλία της εναγομένης έγγραφο", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.
Οι τρίτος, έκτος και όγδοος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, στους οποίους γίνεται αόριστη επίκληση ουσιαστικών παραβάσεων, καθώς και άσχετη με αυτές αριθμητική μνεία πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και στους οποίους δεν καταγράφονται, όπως πρέπει, συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης με τα οριζόμενα από το νόμο στοιχεία, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουνίου 2007 αίτηση του Φ. Μ. για αναίρεση της 7402/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ