131/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated131/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί, που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο χρόνο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι'αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 131 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 131/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...., 2) .....και 3) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο - Κων/νο Κωνσταντινίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-1997 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Κων/νου Σούρρα, που έχει ήδη αποβιώσει, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 6451/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 29-7-2002 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1623/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 6451/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1472/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 31-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 7 εδ. α' και β' του άρθρου 2 του Ν.2271/1994 "Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε." προκύπτει ότι, προκειμένου να μειωθεί το προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. (Ο.Α.) και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας Α.Ε. στο πλαίσιο του σχεδίου εξυγίανσης των εταιρειών αυτών, που εγκρίθηκε από την επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρασχέθηκε η δυνατότητα και στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς της Ο.Α, που συμπλήρωσαν 4.500 ημέρες ασφαλίσεως και 3.000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες 500 τουλάχιστο την τελευταία δεκαετία και είχαν συμπληρώσει ταυτόχρονα το 53ο έτος της ηλικίας τους, να αποχωρήσουν οικειοθελώς και να λάβουν πλήρη σύνταξη από το Ι.Κ.Α.
και το ΤΕΑΠΑΕ, καθώς και αυξημένη αποζημίωση (την αποζημίωση του Ν.2112/1920, προσαυξημένη κατά 25% και ποσό που αντιστοιχεί σε τακτικές αποδοχές δύο μηνών, χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο), που θα υπόκειται σε ελαττωμένη φορολογία. Το δικαίωμα της ως άνω οικειοθελούς αποχωρήσεως παρασχέθηκε στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς που συγκέντρωναν τις ως άνω προϋποθέσεις μέχρι τις 31-12-1997, εφόσον υπέβαλαν αίτηση μέσα σε ένα μήνα από τότε που πληρούσαν τις προϋποθέσεις αυτές ή μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του άνω νόμου (23-12-1994) για εκείνους που πληρούσαν τις εν λόγω προϋποθέσεις μέχρι τη δημοσίευσή του.
Περαιτέρω, με την παρ.7 εδ.γ' του ανωτέρω άρθρου 2 ορίζεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων, ώστε να μειωθεί το ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβέρνησης, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσης της και το νέο κανονισμό εργασίας, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από Εισήγηση της Διοικήσεως της Ο.Α., συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά ο αναγκαίος αριθμός των χειριστών και μηχανικών, που συγκεντρώνουν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ενώ με την παρ.8 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι ως επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων θεωρείται ο αριθμός που αναφέρεται κατά κατηγορία προσωπικού στο σχέδιο εξυγίανσης, που εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δυνατή απόκλιση πλέον ή έλαττον κατά 15%.
Εξάλλου, η παρ.5 του ως άνω άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ.3 του άρθρου 7 του Ν.2366/1995, ορίζει ότι ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί με απόφασή του να προσδιορίζει, κατά κατηγορία και ειδικότητα προσωπικού, τον αριθμό και τον χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν και προβλέπει επιπλέον ότι, σε περίπτωση που οι υποβαλλόμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα όρια αυτά, γίνονται δεκτές οι αιτήσεις εκείνων που συμπληρώνουν το μεγαλύτερο αριθμό ημερομισθίων μέχρι να καλυφθεί το ανώτατο όριο για κάθε περίοδο, καθώς και ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην Ο.Α., σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα όρια και συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο από την πλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων, η οποία όμως λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση μέχρι και τις 31-12-1997, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οικειοθελώς αποχωρούντες.
Οι διατάξεις αυτές της παρ. 5 αναφέρονται στο προσωπικό εδάφους και στις ιπτάμενες συνοδούς και τους φροντιστές (άρθρ. 2 παρ. 1 α και β') και δεν έχουν εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως, αφού η οικειοθελής αποχώρηση του προσωπικού αυτού ρυθμίζεται ειδικά από την παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 και το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής παραπέμπει μόνο στην παρ. 4 που προβλέπει την προθεσμία υποβολής της αιτήσεως για οικειοθελή αποχώρηση και την καταβαλλόμενη στους οικειοθελώς αποχωρούντες αυξημένη αποζημίωση και όχι στην παρ. 5 του άνω άρθρου.
Επομένως, οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί, που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο χρόνο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι'αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.
του άρθρου 2 παρ. 5α ή μη αποδοχής της αιτήσεως τους και παραμονής αυτών στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου στην Υ.Α. αριθμού αποχωρήσεων. Παρά ταύτα στην 6096/617/1995 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 136 β'/1-3-1995), που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5α και προσδιόρισε κατά κατηγορία προσωπικού τον αριθμό και χρόνο σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν κατά το έτος 1995, προβλέπεται και η αποχώρηση κατά τη διάρκεια του έτους αυτού δέκα χειριστών και δύο ιπτάμενων μηχανικών, ενώ στην 21570/2631/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδόθηκε με βάση την ίδια διάταξη για το έτος 1996, δεν υπάρχει πρόβλεψη για το προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως.
Οι διατάξεις της πρώτης των ανωτέρω Υ.Α., κατά το μέρος που καθορίζουν τον αριθμό και το'ν χρόνο αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν οικειοθελώς χειριστών και ιπταμένων μηχανικών, είναι ανίσχυρες, διότι δεν καλύπτονται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, που παρασχέθηκε στον άνω Υπουργό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 α' του Ν. 2271/1994, αφού η παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται στο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και δεν ήταν έτσι δυνατό οι Υ.Α που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη της παραγράφου αυτής, να περιέχουν ρυθμίσεις για το ανωτέρω προσωπικό. 'Ετσι για το προσωπικό αυτό δεν προβλέπονται στο νόμο, ούτε μπορούσαν να τεθούν με τις Υ.Α.
του άρθρου 2 παρ. 5 α' περιορισμοί ως προς το χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως και τον αριθμό των δικαιούμενων να αποχωρήσουν. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τις διατάξεις της παρ. 7 γ' του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, που κάνουν λόγο για "επαρκή αριθμό" αποχωρούντων και τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου, που ορίζει την έννοια του "επαρκούς αριθμού", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο στην περίπτωση που δεν θα υποβληθούν οι απαιτούμενες αιτήσεις για την προγραμματισμένη μείωση του ιπταμένου προσωπικού του θαλάμου διακυβερνήσεως και υπάρξει ανάγκη υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως μέρους του προσωπικού αυτού για να συμπληρωθεί "επαρκής αριθμός" αποχωρούντων.
Το γεγονός μάλιστα ότι μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση γίνεται λόγος για "επαρκή αριθμό οικειοθελώς αποχωρούντων", συνδυαζόμενο με το γεγονός ότι δεν τίθεται ανώτατο όριο στον αριθμό των δικαιουμένων να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, καθιστά σαφές ότι σκοπός του νομοθέτη - στον οποίο ήταν ασφαλώς γνωστός ο αριθμός των εργαζομένων, που θα συγκέντρωναν μέχρι τις 31-12-1997 τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως - δεν ήταν να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων, αλλά να συμπληρώσει, έστω και με μικρές αποκλίσεις, τον αριθμό αποχωρήσεων, που θα εξασφάλιζε την προβλεπόμενη στο σχέδιο εξυγίανσης ελάχιστη μείωση του προσωπικού.
Εξάλλου, πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων χειριστών και ιπταμένων μηχανικών δεν προκύπτει και από τις λοιπές διατάξεις της ως άνω παρ. 7γ, που προβλέπουν τη μείωση του ιπταμένου προσωπικού θαλάμου διακυβερνήσεως "σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στα κριτήρια καθορισμού του αριθμού των χειριστών και ιπταμένων μηχανικών, που θα συνταξιοδοτηθούν αναγκαστικά, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελών αποχωρήσεων και δεν θεσπίζουν κριτήρια για τον καθορισμό του αριθμού εκείνων που μπορούν να αποχωρήσουν οικειοθελώς ή που πρέπει να παραμείνουν στην υπηρεσία αν υπάρχει επαρκής αριθμός αποχωρούντων.
Τέλος, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποκλείσθηκε η οικειοθελής αποχώρηση και των χειριστών ή ιπταμένων μηχανικών, που θα συνταξιοδοτούντο υποχρεωτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1997, αρκεί κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως να πληρούσαν τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως και να μην είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό, αλλά και κατά το χρόνο της πραγματικής αποχωρήσεως
τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως. Διότι αν είχαν συμπληρώσει κατά το, χρόνο υποβολής της αιτήσεως και τις άνω προϋποθέσεις, θα έπρεπε να αποχωρήσουν αναγκαστικά και δεν θα είχαν δικαίωμα οικειοθελούς (όχι υποχρεωτικής) αποχωρήσεως, ενώ, αν συμπλήρωναν τις εν λόγω προϋποθέσεις μετά την υποβολή της αιτήσεως, αλλά πριν πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών, θα έπρεπε και πάλι να αποχωρήσουν αναγκαστικά, χωρίς τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, αφού δεν εφαρμόζεται στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 5 β' του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 -που προβλέπει ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στις Υ.Α.
ανωτάτου ορίου αποχωρήσεων, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου για την οικειοθελή αποχώρηση όταν συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο -κατά τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια, οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί, που υπέβαλαν εμπρόθεσμα αιτήσεις για οικειοθελή αποχώρηση, αλλά παρέμειναν για οποιοδήποτε λόγο στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, δεν δικαιούνται, κατά την αποχώρηση τους, να λάβουν την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 αυξημένη αποζημίωση, διότι.
οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στους οικειοθελώς αποχωρούντες και όχι σε εκείνους που αποχωρούν αναγκαστικά, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των παραγράφων 4, 5, 7 και 8 του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 προκύπτει καταρχήν ότι η παρ.5 του ως άνω άρθρου δεν έχει εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και συνάγεται ακολούθως αφενός ότι όλοι οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί, που είχαν δικαίωμα οικειοθελούς αποχωρήσεως και υπέβαλαν εμπρόθεσμα σχετική αίτηση, έπρεπε να αποχωρούν αμέσως από την υπηρεσία, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα περιορισμού του αριθμού των αποχωρούντων ή παρατάσεως του χρόνου της αποχωρήσεως αυτών και αφετέρου ότι για να εφαρμοσθούν στους ανωτέρω χειριστές και ιπταμένους μηχανικούς οι ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 2271/1994 για την οικειοθελή αποχώρηση δεν αρκεί να είχαν υποβάλει τη σχετική αίτηση πριν από την αναγκαστική αποχώρηση αυτών, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, αλλά πρέπει και να μη παρέμειναν στην υπηρεσία μέχρι τον χρόνο της ως άνω αναγκαστικής αποχωρήσεώς τους.
Ενόψει αυτών παρέπεται ότι οι εν λόγω διατάξεις και οι αρχές της καλής πίστεως επιβάλλουν στα αρμόδια όργανα της Ο.Α. την υποχρέωση να αποδέχονται όλες ανεξαιρέτως τις αιτήσεις των χειριστών και ιπταμένων μηχανικών) που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και να προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες για να πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών αμέσως μετά την υποβολή των αιτήσεων τους, δηλαδή μέσα σε εύλογο χρόνο απ' αυτή και πάντως πριν από τον χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεώς τους.
Διαφορετικά, η αδικαιολόγητη παράλειψη των οργάνων αυτών να αποδεχθούν μέσα σε εύλογο χρόνο τις αιτήσεις και να διακανονίσουν έγκαιρα την οικειοθελή αποχώρηση των ως άνω χειριστών και ιπταμένων μηχανικών, εφόσον έχει ως αποτέλεσμα την παραμονή αυτών στην υπηρεσία μέχρι τον χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεώς τους και περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της αυξημένης αποζημιώσεως που, προβλέπει ο Ν. 2271/1994 για την οικειοθελή αποχώρηση, αντιβαίνει στις προπαρατεθείσες διατάξεις του νόμου και δημιουργεί ευθύνη της Ο.Α.
προς αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν οι εν λόγω χειριστές ή ιπτάμενοι μηχανικοί από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παράλειψη των οργάνων της, κατά τις διατάξεις για την αδικοπραξία (άρθρ. 71 και 914 ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς ελεγχόμενο δικόγραφο της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ο αρχικός ενάγων και δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ισχυρίσθηκε για τη θεμελίωση της τελευταίας επικουρικής βάσεως αυτής, ότι στις 20-3-1978 προσελήφθη από την αναιρεσείουσα ως χειριστής αεροασκαφών, ότι αν και είχε υποβάλει στις 12-7-1995 αίτηση για οικειοθελή αποχώρηση και πληρούσε τις απαιτούμενες γι' αυτό από το Ν. 2271/1994 προϋποθέσεις, η αναιρεσείουσα παρέλειψε να προβεί αμέσως, όπως όφειλε, στη διαγραφή του από τη δύναμη του προσωπικού και να του καταβάλει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άνω νόμου αυξημένη αποζημίωση, αλλά τον διατήρησε στην υπηρεσία μέχρι τις 27-9-1996, που συνταξιοδοτήθηκε υποχρεωτικά και έλαβε τη συνηθισμένη για τη συνταξιοδότηση αυτή μειωμένη αποζημίωση.
Επιπλέον ισχυρίσθηκε ο ίδιος ότι για την παραμονή του στην υπηρεσία μέχρι την ως άνω ημερομηνία της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεώς του δεν συνέτρεχε κανένας λόγος, αφού και ο προβλεπόμενος στο σχέδιο εξυγίανσης της Ο.Α. αριθμός των 23 χειριστών και ιπταμένων μηχανικών; που μπορούσαν να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 2271/1994, δεν είχε συμπληρωθεί και αυτός είχε πραγματοποιήσει, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως του ή της οικειοθελούς αποχωρήσεως άλλων συναδέλφων του, περισσότερα ημερομίσθια από εκείνους.
Ακολούθως ισχυρίσθηκε "με την άνω επικουρική βάση της αγωγής του ότι η αναιρεσείουσα παράνομα και καταχρηστικά δεν προέβη στην άμεση αποδοχή της αιτήσεως οικειοθελούς αποχωρήσεώς του και στη λύση της συμβάσεώς του με ταυτόχρονη καταβολή της εν λόγω αυξημένης αποζημιώσεως και ζήτησε μετά ταύτα να του καταβάλει η αναιρεσείουσα τη διαφορά μεταξύ της αποζημιώσεως, που έλαβε και εκείνης, που προβλέπει ο Ν. 2271/1994.
Η επικούρική αυτή βάση της ένδικης αγωγής περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση αυτής στο άρθρο 914 ΑΚ και μάλιστα, την υπαιτιότητα (των οργάνων) της αναιρεσείουσας εταιρείας στην επέλευση της ζημίας του αρχικού ενάγοντος. Η επίκληση της υπαιτιότητας αυτής, αν και δεν γίνεται πανηγυρικά στην αγωγή, συνάγεται σαφώς από το περιεχόμενο της και ειδικότερα, από την αναφερόμενη παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2271/1994 και την προβαλλόμενη έντονα σ' αυτή παράλειψη της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί αμέσως, όπως όφειλε, την αίτηση οικειοθελούς αποχωρήσεως αυτού με την επισήμανση ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την παράλειψη αυτή, αλλ' αντιθέτως οι συντρέχουσες περιστάσεις και συγκεκριμένα, ο χρόνος υποβολής της αιτήσεώς του και ο μεγαλύτερος αριθμός ημερομισθίων (ημερών ασφαλίσεως), που είχε συμπληρώσει σε σχέση με όλους τους συναδέλφους του, που αποχώρησαν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, επέβαλαν στην αναιρεσείουσα να αποδεχθεί πρώτα τη δική του αίτηση.
Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε ότι η κρινόμενη αγωγή ήταν ορισμένη ως προς τη νομική της βάση από την αδικοπραξία και δεν την απέρριψε, ως προς τη βάση αυτή, ως αόριστη, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' αυτά που απαιτεί ο νόμος και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Αρα, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα κατά το πρώτο μέρος του, ότι η αγωγή, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, είναι μη νόμιμη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, το Εφετείο ως προς την ανωτέρω νομική βάση της αγωγής δέχθηκε τα εξής: Ο αρχικός ενάγων προσελήφθη από την αναιρεσείουσα στις 20-3-1978, ως χειριστής αεροσκαφών και υπηρέτησε σ' αυτή μέχρι τις 27-9-1996, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 12-7-1995 είχε υποβάλει αίτηση για οικειοθελή αποχώρηση, αφού συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2271/1994, καθόσον ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ για τον κλάδο σύνταξης, είχε συμπληρώσει 4500 ημέρες ασφαλίσεως σε αεροπορικές εταιρίες, από τις οποίες τουλάχιστον 500 την τελευταία δεκαετία και το 53ο έτος της ηλικίας του και υπέβαλε εμπρόθεσμα την αίτηση.
Η τελευταία δεν έγινε δεκτή και η αναιρεσείουσα συνέχισε να απασχολεί τον αρχικό ενάγοντα μέχρι τις 27-9-1996, οπότε συνταξιοδοτήθηκε και του καταβλήθηκε αποζημίωση ύψους 9.564.355 δραχμών και όχι η αυξημένη του άρθρου 2 του Ν.2271/1994. Από τις αρχές της καλής πίστης επιβαλλόταν στα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας να αποδέχονται όλες ανεξαιρέτως τις αιτήσεις των χειριστών αεροσκαφών, που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και να προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες για να πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών αμέσως μετά την υποβολή των αιτήσεών τους, δηλαδή μέσα σε εύλογο χρόνο από την υποβολή τους και πριν από το χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης τους.
Διαφορετικά, η αδικαιολόγητη παράλειψη των εν λόγω οργάνων να αποδεχθούν τις αιτήσεις και να διακανονίσουν την οικειοθελή αποχώρηση των ως άνω χειριστών αεροσκαφών, εφόσον είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή αυτών στην υπηρεσία μέχρι το χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης τους και περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της αυξημένης αποζημίωσης του Ν. 2271/1994 για την οικειοθελή αποχώρηση, αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου και δημιουργεί ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν αυτοί από την ως άνω παράνομη και υπαίτια παράλειψη των οργάνων της.
Η ενέργεια της αναιρεσείουσας να μην κάνει δεκτή εντός ευλόγου χρόνου την αίτηση του αρχικού ενάγοντος για οικειοθελή αποχώρηση του, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη 1995 ή αρχές του 1996, όπως έπραξε με τους αναφερόμενους συναδέλφους του, καίτοι ο ίδιος πληρούσε τις προϋποθέσεις για οικειοθελή αποχώρηση, ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.2271/1994.
Ενήργησαν δε τα όργανα της αναιρεσείουσας με πρόθεση, προκειμένου να παραμείνει ο αρχικός ενάγων στην υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας του, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και επιπλέον αυτός είχε συμπληρώσει μεγαλύτερο αριθμό ημερών ασφαλίσεως από τους αναφερόμενους συναδέλφους του, των οποίων έγιναν δεκτές οι αιτήσεις οικειοθελούς αποχωρήσεως.
Αποτέλεσμα της άδικης αυτής συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας ήταν να ζημιωθεί ο αρχικός ενάγων τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσης λόγω της υποχρεωτικής συνταξιοδότησής του αποζημίωσης και αυτής του άρθρου 2 παρ.4 του Ν. 2271/1994, ύψους 16.706.208 δραχμών. Με όσα ως άνω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Το Εφετείο δέχθηκε ότι τα όργανα, που παρέλειψαν να κάνουν δεκτή την αίτηση του αναιρεσιβλήτου, ήταν αυτά που αντιπροσωπεύουν την αναιρεσείουσα (άρθρο 71 ΑΚ) και δεν ήταν αναγκαίο να κατονομάζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση, αν από την τυχόν αύξηση των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου μετά την υποβολή της αιτήσεώς του και μέχρι τη συνταξιοδότησή του επηρεάσθηκε η ζημία του, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού η τελευταία δεν υπέβαλε σχετικό ισχυρισμό, που αποτελεί ένσταση (συμψηφισμού ζημίας και κέρδους).
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για τους ως άνω λόγους, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 11/1996) Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών της κατά τους οποίους α) για την παραμονή του αρχικού ενάγοντος στην υπηρεσία της μέχρι το χρόνο της αναγκαστικής αποχωρήσεώς του συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της λειτουργίας της σε επίπεδο πτητικού έργου, που απέκλειε την προαναφερόμενη υπαιτιότητα των οργάνων της και β) αν ο αρχικός ενάγων αποχωρούσε από την υπηρεσία της το μήνα Ιούλιο του έτους 1995, η αποζημίωσή του θα ανερχόταν στο ποσό των 11.182.981 δρχ, ενώ η αποζημίωση, που του καταβλήθηκε κατά την αποχώρησή του το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1996, ανήλθε στο ποσό των 12.760.384 δρχ.
με αποτέλεσμα να απολαύσει τη διαφορά, ποσού 1.578.293 δρχ., η οποία υπερκαλύπτει, συνεπεία της αυξήσεως των αποδοχών του από το έτος 1995 έως το έτος 1996, τα όσα επιπλέον θα λάμβανε σε εφαρμογή του Ν.2271/1994, ήτοι τη διαφορά μεταξύ 80% και 100% της αποζημιώσεως του Ν.2112/1920, ως και επιπλέον δύο μισθούς. Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς ο υπό στοιχείο α' δεν αποτελεί πράγμα με την προαναφερόμενη έννοια του όρου, αλλ' άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί υπαιτιότητας και συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά την αντίστοιχη αιτίασή του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Επίσης, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως καθόσον αφορά τον υπό το στοιχείο β' ισχυρισμό, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι και ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα με την ως άνω έννοια του όρου, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του αρχικού ενάγοντος.- Επειδή, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1, 4 και 7 εδ.α' και β' του Ν.2271/1994 συνάγεται με σαφήνεια ότι προϋποθέσεις για την οικειοθελή αποχώρηση από την υπηρεσία τους των χειριστών και ιπταμένων μηχανικών της ΟΑ αποτελούν αφ' ενός μεν η συμπλήρωση απ' αυτούς 4.500 ημερών ασφαλίσεως και 3.000 ωρών πτήσεως, αφ' ετέρου δε η συμπλήρωση ταυτόχρονα από τους ίδιους του 53ου έτους της ηλικίας τους.
Επίσης, το δικαίωμα της εν λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεως παρασχέθηκε στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς, που συγκέντρωναν τις ως άνω προϋποθέσεις, μέχρι τις 31-12-1997, εφόσον υπέβαλαν αίτηση μέσα σ' ένα μήνα από τότε που πληρούσαν τις προϋποθέσεις αυτές ή μέσα σ' ένα μήνα από τη δημοσίευση του άνω Ν.2271/1994 (23-12-1994) για εκείνους που πληρούσαν τις ίδιες προϋποθέσεις μέχρι τη δημοσίευσή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί εκπρόθεσμης υποβολής της αιτήσεως του αρχικού ενάγοντος για οικειοθελή αποχώρησή του αποτελεί ένσταση, την οποία στη συνέχεια απέρριψε, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη, αφού δεν είναι οψιγενής, ούτε συντρέχουν οι όροι του άρθρου 269 ΚΠολΔ για βραδεία προβολή της, αλλ' αντίθετα η αναιρεσείουσα μπορούσε να την προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού ήδη γνώριζε τα επικαλούμενα απ' αυτή πραγματικά περιστατικά, που καθιστούσαν την αίτηση εκπρόθεσμη.
Το Εφετείο ανεξαρτήτως της νομικής ορθότητας ή η του γεγονότος, αν η υποβολή της αιτήσεως περί οικειοθελούς αποχωρήσεως του αρχικιού ενάγοντος από την υπηρεσία του αποτελεί άρνηση του οικείου στοιχείου της αγωγής ή ένσταση, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα, αφού δέχθηκε ότι η ανωτέρω αίτηση υποβλήθηκε εμπροθέσμως.
Επομένως, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ. Ο αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι προσδιορίζεται μόνο με τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να διευκρινίζεται η συγκεκριμένη πλημμέλεια.-.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-4-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1472/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ