Supreme Court dismisses appeal against debt collection judgment, ruling fraud claim insufficient due to lack of specific intent evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment ordering debt repayment to major Greek banks. The appellant argued fraud, claiming he knowingly over-indebted himself and failed to manage his assets, but the court found this insufficient to prove specific criminal intent. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's security deposit was returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(1) of Law 3869/2010 and 262 of the Code of Civil Procedure; Fraud must be proven by specific evidence of intent and knowledge of insolvency, not merely by agreement to high-risk products.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1319 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1319/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Πουρνάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK ΑΕ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "GENIKI BANK ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA" και δ.τ. "UPI", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL plc" και 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "B2KAPITAL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "B2KAPITAL ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως Εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις - Μη δικαιούχου Διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENT DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA" (UPI), ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL plc", οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση της 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6998/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6413/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 4-2-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 9321/24/2022), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 6413/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").
Με την απόφαση συνεκδικάστηκε η από 12-10-2018 (αρ. κατ. 91089/3787/26-10-2018) έφεση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος και η ασκηθείσα με τις προτάσεις πρόσθετη παρέμβαση της ήδη έκτης αναιρεσίβλητης, έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθ κατ' ουσίαν η έφεση κατά της πρωτόδικης, με αριθμό 6998/2018, απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με την τελευταία απόφαση συνεκδίκαστηκαν η από 1-6-2012 (αρ.έκθ.κατ. 3014/2012) αίτηση με την προφορικώς ασκηθείσα παρέμβαση της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης και απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η αίτηση, με αντικείμενο την, κατά το ν. 3869/2010, ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδόθηκε ερήμην των εφεσίβλητων ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", "EUROBANK ERGASIAS A.E." και "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ήδη πρώτης, δεύτερης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 608/2023, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 778/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 508/2020).
Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης, αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (3-11-2023), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όλες οι αναιρεσίβλητες, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Από τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντα εκθέσεις επίδοσης, με αριθμούς, ...-2022 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., ...-2022 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Π., ...-2022, ...-2022 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του εφετείου Αθηνών Δ.
Κ., ...-2022 και ...-2022 του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά του, νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, αντιστοίχως.
Συνακόλουθα, εφόσον οι αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα , ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της ( 29-6-2021), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016), (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στις 29-6-2012), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (ΑΠ 1352/2021).
Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 183/2022, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 778/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1035/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 183/2022, ΑΠ 83/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 604/2021, ΑΠ 981/2020).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 75/2022, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 42/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 1106/2021, ΑΠ 123/2021). Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 1127/2021, ΑΠ 123/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε ως ορισμένη την προβληθείσα πρωτοδίκως εκ μέρους της τρίτης των καθ' ων, ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, ένσταση δόλιας περιέλευσης αυτού σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του και απέρριψε τον προταθέντα νομίμως εκ μέρους του, με λόγο έφεσης, ισχυρισμό, περί αοριστίας της ένστασης και, μετ' απόρριψη της έφεσής του, επικύρωσε την υπ' αριθμ. 6998/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή του, για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της με αριθμό 6998/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της εκδοθείσας επ' αυτής, με αριθμό 6413/2021, προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και από όσα διαλαμβάνονται στις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα κατατεθείσες προτάσεις της τρίτης των καθ' ων, ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι η ως άνω τραπεζική εταιρεία, προκειμένου να θεμελιώσει την προβληθείσα από αυτήν ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστήριξε επί λέξει "...ο οφειλέτης δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρηματικών του οφειλών δια της υπέρμετρης αναλήψεως πολλών χρεών.
Ο αιτών, αν και γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν φρόντισε για τη διατήρηση ενεργητικού ή τη σωστή διαχείριση του, δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα...
Στην προκειμένη περίπτωση ο οφειλέτης δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρηματικών του οφειλών γνωρίζοντας- όπως ο μέσος συνετός κοινωνός- το αναγκαίο επακόλουθο της αδυναμίας αποπληρωμής τους και την κατ' επέκταση ζημία του πιστωτή τους. Ο οφειλέτης ήδη κατά τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων γνώριζε ότι δεν θα ήταν σε θέση να αποπληρώσει τις δανειακές υποχρεώσεις που αναλάμβανε και παρόλο αυτό προέβη σε διόγκωση του παθητικού της με την σειρά των τραπεζικών προϊόντων του επέλεξε να χρησιμοποιήσει χωρίς να έχει φροντίσει να οργανώσει ένα πρόγραμμα για την αποπληρωμή των οφειλών του.
Ο αιτών με τα εισοδήματά του δεν μπορούσε να αποπληρώσει την δόση των δανείων του και οφείλει συνολικό ποσό άνω των 250.000 ΕΥΡΩ, ένα ποσό που είναι σίγουρο ότι δεν μπορούσε ποτέ να αποπληρώσει με τα εισοδήματά του. Επιπλέον, γνώριζε πολύ καλά ή θα έπρεπε να γνωρίζει το ποσό που ελάμβανε και αν με αυτό το ποσό θα μπορούσε να εξυπηρετήσει και αποπληρώσει τις δανειακές του υποχρεώσεις.
Όλα τα ανωτέρω, συνηγορούν στην επίδειξη δόλιας συμπεριφοράς από την πλευρά του αιτούντος, τόσο κατά την περίοδο που έλαβε τα εν λόγω δάνεια, όσο και σήμερα. Η αλόγιστη και υπέρμετρη αυτή ανάληψη υποχρεώσεων καταδεικνύει την τάση του αιτούντος να αναλαμβάνει πολύ μεγάλο όγκο υποχρεώσεων, στον οποίο αναμφισβήτητα δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταποκριθεί.
Γνώριζε δηλαδή κατά τον χρόνο λήψης των δανείων ότι ήταν αδύνατη η αποπληρωμή τους από εκείνον. Γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν φρόντισε για τη διατήρηση ενεργητικού ή τη σωστή διαχείριση του, δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα...".
Η ένσταση αυτή της καθ' ης, ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι ο αιτών συμφώνησε με τις τραπεζικές εταιρείες την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, απορρίπτοντας εκ του πράγματος την προβαλλόμενη από τον εκκαλούντα, ήδη αναιρεσείοντα, με λόγο έφεσης, ένσταση αοριστίας αυτής, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη (ΑΠ 608/2023).
Επομένως, οι μοναδικοί (πρώτος και δεύτερος) λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ενιαίως, ως στηριζόμενοι στον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 930/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9321/24/2022 αίτηση, για αναίρεση της με αριθμό 6413/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ