Supreme Court dismisses EU Directive claim but suspends appeal on permanent contract status pending Full Bench ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the inapplicability of the EU Framework Agreement on fixed-term work, ruling that the Directive does not constitute a rule of substantive law. However, the court suspended the proceedings concerning the interpretation of domestic statutes on permanent employment contracts because a broader legal issue regarding the nature of academic contracts at Technical Educational Institutes has been referred to the Full Bench. Consequently, the appeal on the Directive was rejected, while the discussion on the remaining grounds was postponed until the Full Bench's decision is issued.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The EU Framework Agreement on fixed-term work does not constitute a rule of substantive law and cannot be invoked to challenge the validity of a permanent employment contract. Furthermore, where a general legal issue regarding the nature of academic contracts has been referred to the Full Bench, the appeal on related domestic statutory provisions must be suspended pending the Full Bench's ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1319 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1319/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαβαλά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Δυτικής Μακεδονίας" ("ΤΕΙ" και ήδη "ΑΤΕΙ") που εδρεύει στα Κοίλα Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανάβα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και λοιπών αναιρεσειόντων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης (με αριθμό κατάθεσης 72/2004). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1/10/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1461/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κρίθηκε ματαιωμένη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μεταξύ άλλων και για τον καλούντα. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 30/1/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρώτου και τρίτου λόγων και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 209/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, παραδεκτώς δια της από 11ης Απριλίου 2019 κλήσεως του αναιρεσείοντος Α. Κ. του Χ. φέρεται προς εκδίκαση η από 1ης Οκτωβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 209/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 1461/2019 αποφάσεως του Τμήματος τούτου, με την οποία διετάχθη ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τον αναιρεσείοντα και εκηρύχθη ως προς αυτόν ματαιωμένη η συζήτηση.
Επειδή, αρχικώς ο αναιρεσείων και άλλοι μη διάδικοι στην προκειμένη δίκη άσκησαν κατά του αναιρεσιβλήτου την από 12ης Φεβρουαρίου 2004 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά, η οποία απερρίφθη ως μη νόμιμη με την υπ' αριθμόν 105/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν την από 8ης Ιουνίου 2005 έφεση, η οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν με την προαναφερομένη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι ενάγοντες - εκκαλούντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, καθ' ο μέρος αφορά τον ως άνω αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίον μόνον επισπεύδεται η συζήτηση.
Επειδή, από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 671 ΑΚ συνάγεται ότι η σύµβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου, όταν η διάρκεια αυτής δεν έχει συνομολογηθεί ούτε συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, ενώ είναι ωρισµένου χρόνου, όταν η διάρκεια αυτής έχει συνομολογηθεί µέχρι ωρισµένου χρονικού σηµείου ή μέχρι της επελεύσεως ωρισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή μέχρι της περατώσεως ωρισμένου έργου, οπότε, όταν παρέλθει το χρονικό σημείο ή επέλθει το μέλλον και βέβαιο γεγονός ή περατωθεί το έργο, παύει αυτοδικαίως η ισχύς της συμβάσεως.
Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως εργασίας ως αορίστου ή ωρισμένου χρόνου εναπόκειται στο δικαστήριο, το οποίο μετ' αξιολόγηση των αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, τον οποίον έδωσαν οι συμβαλλόμενοι στην σύμβαση, ή τον οποίον προβλέπει ο κανονισμός του εργοδότη έστω και εάν αυτός έχει ισχύν νόμου (ΟλΑΠ 7/2011, 8/2011), τούτο δε ισχύει και επί των εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και του ευρυτέρου δημοσίου τομέως (ΟλΑΠ 18/2006).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλήν αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον" και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", συνάγεται ότι επί συνάψεως αλλεπαλλήλων συμβάσεων εργασίας ωρισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από την φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότης ως προς τον καθορισμό ωρισμένης χρονικής διαρκείας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξηρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξηρτημένη εργασία.
Αφ' ετέρου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 εδ. α', β' και γ' Ν. 2190/1994 αντιστοίχως: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" και "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος αντιστοίχως ορίζονται τα ακόλουθα: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" και "Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται", ενώ με το από 6ης Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Φ.Ε.Κ. 84Α'/17-4-2001) προσετέθησαν στο εν λόγω άρθρο 103 του Συντάγματος οι παράγραφοι 7 και 8, οι οποίες αντιστοίχως έχουν ως εξής: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει.
Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής" και "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Εξ άλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, η οποία έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 10η Ιουλίου 1999, ορίζει στην ρήτρα 5 αυτής ότι τα κράτη μέλη κατόπιν διαβουλεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες, υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ωρισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου, ενώ στο άρθρο 2 παρέχεται στα κράτη μέλη προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας μέχρι της 10ης Ιουλίου 2001 με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας μέχρι της 10ης Ιουλίου 2002.
Η εν λόγω Οδηγία, η οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ωρισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη αναφορικώς με τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ωρισμένου χρόνου ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, και ως εκ τούτου η ισχύς αυτής εκτείνεται μόνο κατά κράτους μέλους, το οποίο παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο, και των αντιστοίχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη, καθ' όσον αφορά στις σχέσεις εργασίας του δημοσίου τομέως, με το Π.Δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134/19-7-2004), το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 3, 4 και 5 Ν. 1338/1983, όπως έχουν τροποποιηθεί με τα άρθρα 6 παρ. 4 και 5 Ν. 1440/1984, 65 Ν. 1892/1990 και 22 Ν. 2789/2000.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 2 και 4 αντιστοίχως του εν λόγω Π.Δ., η ισχύς του οποίου άρχισε συμφώνως προς το άρθρο 12 αυτού από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-7-2004), "Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου", "Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας", "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών", "Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης" και "Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου", ενώ με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 του εν λόγω Π.Δ., η θέσπιση των οποίων κατέστη αναγκαία, προκειμένου να εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αναφορικώς με το διάστημα από 10ης Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας, μέχρι της 19ης Ιουλίου 2004, οπότε άρχισε η ισχύς του ως άνω Π.Δ., ορίζονται αντιστοίχως: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. (...), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α. στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του.
γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση" και "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις ωρισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του δημοσίου τομέως υπό την ισχύν των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, από 18ης Απριλίου 2001 και εξής δεν δύνανται να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και εάν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των εν λόγω συμβάσεων κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό κατά την δικαστική διαδικασία ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, ούτε είναι δυνατή στις συμβάσεις αυτές η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.
α' και 3 Ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19/2007). Αντιθέτως, οι τελευταίες αυτές διατάξεις εφαρμόζονται σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ωρισμένου χρόνου καταρτισθείσες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρυτέρου δημοσίου τομέως προ της 18ης Απριλίου 2001, αφού οι εν λόγω συμβάσεις, παρά την τυχόν απαγόρευση από τον νόμο της συνάψεως αυτών ως αορίστου χρόνου, είχαν ήδη προ της ενάρξεως ισχύος των ως άνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει τον χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίον εν συνεχεία διετήρησαν (ΟλΑΠ 7/2011, 8/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α', β' και 11 εδ. β' Ν. 1404/1983 ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των Τ.Ε.Ι. μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη", "Το εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό προσλαμβάνεται σε θέσεις Επιστημονικού Συνεργάτη και Εργαστηριακού Συνεργάτη, καθώς και στην κατηγορία Εκπαιδευτικού Ειδικών Μαθημάτων (Ε.Ε.Μ.), για τις οποίες ως ελάχιστα προσόντα ορίζονται τα ίδια με αυτά των βαθμίδων Επίκουρου Καθηγητή και Καθηγητή Εφαρμογών, καθώς και των μελών Ε.ΔΙ.Π.
αντίστοιχα. Στο εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό ανατίθεται η εκτέλεση όμοιου διδακτικού, ερευνητικού ή άλλου επιστημονικού και οργανωτικού έργου που έχει προβλεφθεί για το μόνιμο Ε.Π. της αντίστοιχης με τα προσόντα του βαθμίδας ή τα μέλη Ε.ΔΙ.Π." και "Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού του παρόντος άρθρου για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο Τ.Ε.Ι., σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, μη προβλεπόμενα από το νόμο αυτόν, έναντι του Τ.Ε.Ι.
ή του Δημοσίου". Ο Άρειος Πάγος με τις υπ' αριθμούς 1406/2017, 1310/2017, 312/2017, 177/2016, 1390/2015, 1678/2011 και 1325/2010 αποφάσεις έχει δεχθεί ότι το προσλαμβανόμενο δυνάμει της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α', β' Ν. 1404/1983 εκπαιδευτικό προσωπικό των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) τελεί υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ενώ η υπ' αριθμόν 13/2017 απόφαση της Τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά το εν λόγω εκπαιδευτικό προσωπικό, δεν έχει αποφανθεί ως προς το είδος της παρεχομένης εργασίας αυτού, αλλά έχει ερμηνεύσει την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 5 Ν. 164/2004 εντός των ορίων του παραπεμφθέντος ενώπιον αυτής δια της προαναφερομένης υπ' αριθμόν 1325/2010 αποφάσεως λόγου αναιρέσεως ως προς το ζήτημα εάν η τασσομένη από την εν λόγω διάταξη προϋπόθεση, ότι οι διαδοχικές συμβάσεις ωρισμένου χρόνου πρέπει να έχουν διαρκέσει συνολικώς τουλάχιστον 24 μήνες, προκειμένου να δύνανται να θεωρηθούν ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί μέχρι της 19ης Ιουλίου 2004, χρόνου ενάρξεως της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, ή δύναται η διάρκεια των 24 μηνών να συμπληρωθεί και μετά την εν λόγω ημερομηνία.
Αντιθέτως το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις περί συστάσεως εφεξής συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου έχουν ως προϋπόθεση την ύπαρξη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και, εφαρμοζόμενες κυρίως επί των σχέσεων εργασίας του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού, δεν έχουν πεδίο εφαρμογής ως προς όσους παρέχουν διδακτικό και ερευνητικό έργο σε Σχολές Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή άλλες ισότιμες Σχολές, αφού η σχέση, υπό την οποία τελούν, δεν είναι κατά πάσα περίπτωση η της εξηρτημένης εργασίας με την έννοια της νομικής και υπηρεσιακής επιτηρήσεως και καθοδηγήσεως του εργαζομένου από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών αυτού, δεδομένου άλλωστε ότι το εν γένει διδακτικό προσωπικό των προαναφερθεισών Σχολών πρέπει να ασκεί το σχετικό διδακτικό έργο κατόπιν επιλογής με βάση πρόσφορα αξιοκρατικά κριτήρια και όχι δυνάμει της συστάσεως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου με την τυπική διαδικασία και κατόπιν αποφάσεως του ΑΣΕΠ ως προς την συνδρομή και μόνον των απαιτουμένων προς τούτο προϋποθέσεων (ΣτΕ 1867/2017, 1866/2017, 3360/215, 410/2015, 3271/2011, 3270/2011, 3269/2011, ειδικώς ως προς τα Τ.Ε.Ι.: 644/2014, 643/2014, 642/2014, 641/2014, 640/2014).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν αποτελεί η προαναφερομένη Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, η οποία συμφώνως προς τα ανωτέρω δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ωρισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι παρεβιάσθησαν οι διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως εκ του ως άνω άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ και, εάν προβληθεί ο εν λόγω λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988, όπως η τελευταία έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2331/1995, προκύπτει ότι δύναται το δικάζον την αίτηση αναιρέσεως Τμήμα να παραπέμψει ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας ωρισμένους ή όλους τους λόγους αναιρέσεως, εάν κρίνει ότι γεννώνται ζητήματα γενικωτέρου ενδιαφέροντος ή ότι είναι αναγκαίο τούτο χάριν της ενότητος της νομολογίας.
Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως μέχρις ότου περατωθεί τελεσιδίκως ή αμετακλήτως άλλη εκκρεμής δίκη, από το αντικείμενο της οποίας εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει η διάγνωση της διαφοράς, τυγχάνει εφαρμογής και στην αναιρετική διαδικασία, προεχόντως, όταν ενώπιον Τμήματος του Αρείου Πάγου πρόκειται νομικό ζήτημα, το οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί προς επίλυση ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, οπότε το Τμήμα δύναται να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως της αναιρέσεως μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση της Ολομελείας η επιλύουσα το εν λόγω νομικό ζήτημα.
Εν προκειμένω, με την από 12ης Φεβρουαρίου 2004 αγωγή, επί της οποίας έχει εκδοθεί η εκκληθείσα υπ' αριθμόν 105/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, ο αναιρεσείων Α. Κ. του Χ., επικαλούμενος ότι προσελήφθη από το αναιρεσίβλητο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1998 - 1999 (20-9-1998 - 30-6-1999), 1999 - 2000 (20-9-1999 - 26-6-2000), 2000 - 2001 (25-9-2000 - 29-6-2001), 2001 - 2002 (25-9-2001 - 28-6-2002), 2002 - 2003 (1-10-2002 - 30-6-2003) και 2003 - 2004 (16-10-2003 - 30-6-2004), ως ωρομίσθιος καθηγητής, υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ωρισμένου χρόνου καθ' έκαστο ακαδημαϊκό έτος, προκειμένου να παρέχει διδακτικό έργο, και ότι οι εν λόγω συμβάσεις, καλύπτουσες πράγματι πάγιες, διαρκείς και μόνιμες διδακτικές ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, προσχηματικώς εχαρακτηρίσθησαν ως ωρισμένου χρόνου, εζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το αναιρεσίβλητο από της αρχικής προσλήψεως με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτού.
Το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απεφάνθη, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 και με τους δεύτερο και τρίτο και τελευταίο λόγους ότι παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 εδ.
α' και 3 Ν. 2112/1920 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Ο πρώτος ως άνω λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού η προαναφερομένη Οδηγία δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ως προς τους λοιπούς, δεύτερο και τρίτο, λόγους, ωσαύτως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ανακύπτει, εν όψει της κατά τα ανωτέρω τασσομένης προϋποθέσεως προς εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.
α' και 3 Ν. 2112/1920 της υπάρξεως σχέσεως εξηρτημένης εργασίας, το γενικωτέρου ενδιαφέροντος ζήτημα εάν οι προσλαμβανόμενοι δυνάμει της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α', β' Ν. 1404/1983 παρέχοντες διδακτικό και ερευνητικό έργο στα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα τελούν υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ή μη και εάν τυγχάνουν επ' αυτών εφαρμογής οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.
α' και 3 Ν. 2112/1920. Το εν λόγω ζήτημα έχει ήδη παραπεμφθεί ως αντικείμενο λόγου αναιρέσεως δια της υπ' αριθμόν 1458/2018 αποφάσεως του Τμήματος τούτου ως γενικωτέρου ενδιαφέροντος ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ενώπιον της οποίας και εκκρεμεί. Εν όψει τούτου κατά την κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να διαταχθεί η αναβολή της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους προαναφερομένους λόγους μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως της Ολομελείας επί του εν λόγω ζητήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως περί παραβιάσεως των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Κ. του Χ.. Και
Αναβάλλει την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους λόγους περί παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 Ν. 2112/1920 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα μέχρι εκδόσεως της αποφάσεως της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο έχει παραπεμφθεί ενώπιον αυτής δια της υπ' αριθμόν 1458/2018 αποφάσεως του Τμήματος τούτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ