Legislator Case Law & Legislation
1319/2018 AI generated

Supreme Court annuls appeal ruling on mortgage removal, remands case for retrial due to legal error.

Case Number 1319/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding a mortgage removal claim, finding the lower court erred in deeming the lawsuit admissible. The plaintiff argued that a specific payment method satisfied the conditions for debt extinguishment, but the court ruled that without a written agreement, the debt remained outstanding. Consequently, the case was remanded to the Second Instance Court for a retrial on the merits, while the plaintiff was ordered to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 569 of the Code of Civil Procedure; The court must annul a lower court decision if it erroneously admits a lawsuit that fails to meet statutory requirements for debt extinguishment, and may remand the case for retrial if no further clarification is needed.

Keywords

AI generated
mortgage removal debt extinguishment admissibility of suit remand for retrial litigation costs written agreement payment without agreement

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1319 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1319/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Φωτεινόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ξενοδοχειακής Εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην "... Α.Ε." με τον πρώην εμπορικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Βέρροιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/10/2014 αίτησή του και τους από 30/10/2015 και από 19/11/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 21/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών καθώς και την από 22/3/2016 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων της αιτήσεως, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος πρόσθετος λόγος του από 30/10/2015 δικογράφου προσθέτων λόγων και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 26-10-2014 αίτηση αναίρεσης και οι από 30-10-2015 και 19-11-2015 πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προσβάλλεται η 32/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 14-3-2012 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 17/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία απορρίφθηκε η από 25-6-2010 αγωγή της για εξάλειψη υποθήκης, ως μη νόμιμη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από για τον οποιονδήποτε λόγο ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ και επομένως, η άσκηση των προσθέτων λόγων μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων (ΑΠ 939/2011).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154 και 155 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, ο οποίος, από ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του, δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, μπορεί, με οποιοδήποτε δικόγραφο διαμείβεται κατά τη δίκη ή με τις προτάσεις του ή με αυτοτελές δικόγραφο, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκειμένου να κριθεί, με δικαστική απόφαση, ότι η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, έχει τις έννομες συνέπειες, που αυτή θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη.

Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1703/2007).

Εξάλλου, δόλος του αντιδίκου είναι κάθε από πρόθεση συμπεριφορά που συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αποσιώπηση των αληθινών και τείνει στην παραγωγή, την ενίσχυση ή τη διατήρηση της κρίσιμης εσφαλμένης αντίληψης ή εντύπωσης (ΑΠ 1440/2010). Στην αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, αν ο διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία λόγω ανώτερης βίας, πρέπει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, να αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία και τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους.

Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση τα γεγονότα, εξαιτίας των οποίων παρεμποδίστηκε η εμπρόθεσμη άσκηση της διαδικαστικής πράξεως, καθώς και εκείνα, που ανέτρεψαν το εμπόδιο, ιδίως δε ο χρόνος άρσης της ανώτερης βίας, ώστε να προκύπτει αμέσως, αν η αίτηση υποβάλλεται εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 153 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1703/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι για την συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικά η δικάσιμος της 2-11-2015, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 4-4-2016. Ο αναιρεσείων στις 30-10-2015 και στις 20-11-2015 κατέθεσε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου τα από 30-10-2015 και 19-11-2015 δικόγραφα προσθέτων λόγων αντίστοιχα.

Λαμβανομένου υπόψη ότι το μεν πρώτο δικόγραφο προσθέτων λόγων κατατέθηκε πέντε ημέρες πριν την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (2-11-2015), το δε δεύτερο πολύ μετά τη δικάσιμο αυτή, είναι προφανές ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ. Στο δεύτερο των πιο πάνω δικογράφων έχει σωρευθεί αίτημα επαναφοράς πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της αρχικής δικασίμου στις 21-10-2015, όταν επισκέφθηκε το επί της ... ... ευρισκόμενο διαμέρισμά του και έλαβε από το Α.Τ Μελισσίων σχετική ειδοποίηση, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 26-10-2014 αίτησης αναίρεσης. Με τα δεδομένα αυτά, η αίτηση επαναφοράς ασκήθηκε εμπρόθεσμα, λαμβανομένου υπόψη ότι το δικόγραφο των από 19-11-2015 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, στο οποίο αυτή (αίτηση) έχει σωρευθεί, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 20-11-2015, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1601στ'/20-11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Α.

Ι. Γ. που προσκομίζει ο αναιρεσείων, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από τη γνώση της επικαλούμενης άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία (ΚΠολΔ 153). Εξάλλου, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 26-10-2014 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για τη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικά (2-11-2015), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη.

Η επίδοση έγινε σε διαμέρισμα του αναιρεσείοντος, που βρίσκεται ..., επί της ... (βλ. την υπ' αριθμ. 4475Δ/13-7-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...ν ...). Ισχυρίζεται βέβαια ο ίδιος ότι, κατά το χρόνο επίδοσης (13-7-2015), το συγκεκριμένο διαμέρισμα, δεν αποτελούσε κατοικία του κατά την έννοια του άρθρου 128 § 2 ΚΠολΔ, καθόσον διέμενε κυρίως στη ..., όπου, μετά τη συνταξιοδότησή του το έτος 2010 έχει εγκατασταθεί.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και επιβεβαιώνεται από τους προσκομιζόμενους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, από τους οποίους προκύπτει ότι σχετική η κατανάλωση την επίμαχη περίοδο ήταν σχεδόν μηδενική, αλλά και από το περιεχόμενο της 4475Δ/13-7-2015 έκθεση επίδοσης, όπου ο δικαστικός επιμελητής, ενώ βεβαιώνει ότι ο αναιρεσείων είναι κάτοικος ...(...), στη συνέχεια αναφέρει ότι δεν τον βρήκε στη διεύθυνση ...

στα .... Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο τούτο, ότι ο αναιρεσείων στις προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, αναφέρει ότι είναι κάτοικος ....... Συνακόλουθα, αφού η υπό κρίση αίτηση επαναφοράς είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή και αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα στοιχεία, η επικαλούμενη, κατ' ορθή εκτίμηση, του περιεχομένου της από τον αναιρεσείοντα ανώτερη βία, δηλαδή η μη επίδοση της αίτησης αναίρεσης στην κατοικία του, που για λόγους πραγματικούς εμπόδισε την εμπρόθεσμη άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν και να θεωρηθεί ότι οι από 30-10-2015 και 19-11-2015 πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παράγραφος 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου, που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Ως δικόγραφο δε νοείται κάθε έγγραφο, που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιο του για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων, που ενεργούν ή από το δικαστήριο, το οποίο έγγραφο κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον έναν στον άλλο διάδικο. Παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γενόμενη με τις προτάσεις, του παραιτουμένου, πολύ δε περισσότερο με την προσθήκη αυτών ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο είναι ανίσχυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 1038/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την προσθήκη των προτάσεών του, παραιτήθηκε από τους από 19-11-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης Εφόσον η προαναφερόμενη παραίτηση έγινε με την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσείοντος, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι νόμιμη και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Εξάλλου, η παράδοση τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής.

Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως απ' αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη), ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας. Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από επιταγή δημιουργείται μόνον εναλλακτικός τρόπος πληρωμής. Έτσι, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά, είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της.

Δεν αποκλείεται όμως η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ.

επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να την επικαλείται και να την αποδεικνύει αυτός, που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής (ΑΠ 279/2015). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 433 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι για να επέλθει απόσβεση της ενοχής δια δημοσίας καταθέσεως της παροχής, πρέπει να υπάρχει νόμιμος λόγος δικαιολογών την κατάθεση, όπως είναι η υπερημερία του δανειστή, επί πλέον δε πρέπει η κατάθεση αυτή να έχει ως αντικείμενο ακριβώς την οφειλόμενη παροχή, διότι αν αυτή έχει ως αντικείμενο παροχή ήσσονα της οφειλόμενης, ισοδυναμούσα προς μερική καταβολή, στην οποία δεν δικαιούται κατ' άρθρο 316 Α.Κ.

ο οφειλέτης, δεν επιφέρει, την κατά το κατατεθέν ποσόν μερική απόσβεση της ενοχής, εκτός αν συναινεί ως προς αυτό και ο δανειστής. Ο δανειστής καθίσταται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή, η οποία του προσφέρεται και η οποία είναι πραγματική και προσήκουσα, δηλαδή είναι κατά ποιότητα και ποσότητα η οφειλομένη και προσφέρεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο (ΑΠ 314/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη στην από 25-6-2010 αγωγή της, ιστορούσε, όπως δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι στις 10-7-2002 ο αναιρεσείων, δυνάμει πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ…../1994 τελεσίδικης Διαταγής Πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών ενέγραψε υποθήκη στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σκοπέλου (τόμος 72 αριθ. 109) επί του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου της, για την εξασφάλιση απαίτησής του, ποσού 44.886,28 €, ότι στις 27-6-2008 της επέδωσε α) αντίγραφο από το με αριθ. 426/2001 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθ. 511/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την από 10-6-2008 επιταγή, για να του καταβάλει 821,72 € για δικαστική δαπάνη και 178,28 για λήψη απογράφου, σύνταξη επιταγής κλπ.

και συνολικά 1.000 €, νομιμότοκα από την επίδοση της επιταγής, β) αντίγραφο από το με αριθμ. ….2008 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθ. 430/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας με την από 10-6-2008 επιταγή να του καταβάλει 1.100 € για δικαστική δαπάνη και ποσό 200 € για λήψη απογράφου, σύνταξη επιταγής κλπ. και συνολικά 1.300 €, νομιμότοκα από την επίδοση της επιταγής, γ) νέα επιταγή προς εκτέλεση του ιδίου ως άνω με αριθ. 8402/1994 Α απογράφου εκτελεστού της ίδιας τελεσίδικης υπ' αριθ.

…./4-3-1994 διαταγής πληρωμής 1) για την εξόφληση του υπολοίπου της απαιτήσεώς του ποσού 18.158,24 €, εντόκως από 30-12-1996 μέχρι την εξόφληση και 2) για τους μέχρι την 30-12-1996 τόκους υπερημερίας ύψους 10.926,01 €, ότι στις 27-8-2008 επέδωσε στον αναιρεσείοντα την από 27-8-2008 δήλωσή της, με την οποία του προσέφερε το κατά την κρίση της, μετά την παρακράτηση φόρου 20%, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, οφειλόμενο ποσό των 47.863,53 €, με την υπ' αριθ. 20022718-1 επιταγή, που εκδόθηκε στις 26-8-2008 από το κατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας Σκοπέλου στο όνομα του τότε εκπρόσωπου της Α.

Σ., νομίμως οπισθογραφημένη, ότι ο αναιρεσείων αρνήθηκε να παραλάβει την επιταγή και για το λόγο αυτό παρακατέθεσε το ποσό αυτό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ΔΟΥ Α' Βόλου, υπέρ του τελευταίου και του επέδωσε το υπ' αριθμ. ….1/27-8-2008 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης στις 29-8-2008 και ότι, μολονότι η απαίτηση του αναιρεσείοντος, για την ασφάλεια της οποίας ενεγράφη υποθήκη στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σκοπέλου, επί του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου της, αποσβέστηκε, ο τελευταίος αρνήθηκε να συναινέσει στην εξάλειψή της.

Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε να διαταχθεί η εξάλειψη της υπέρ του αναιρεσείοντος και για ποσό 44.886,28 €, εγγραφείσας υποθήκης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σκοπέλου. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή δεν είναι νόμιμη, αφού μόνη η παράδοση με οπισθογράφηση της επίμαχης επιταγής, χωρίς την επίκληση συμφωνίας, κατά την οποία η παράδοση αυτή έγινε αντί καταβολής, δεν είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης του αναιρεσείοντος, που θα δικαιολογούσε την εξάλειψη της υποθήκης.

Ενόψει αυτών, το Εφετείο που έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου προαναφερθείσες διατάξεις και συνεπώς ο σχετικός τρίτος των από 30-10-2015 προσθέτων λόγων από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, κυρίων και προσθέτων.

Κατά το άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Κατά συνέπεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να απορριφθεί η από 14-3-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 17/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία απορρίφθηκε η από 25-6-2010 αγωγή της για εξάλειψη υποθήκης.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά του έξοδα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), τόσο του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όσο και της παρούσας δίκης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 32/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 14-3-2012 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 17/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Απορρίπτει την από 14-3-2012 έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων (3.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Αυγούστου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ