1319/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37489/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2402/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1319/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 8/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1319 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1319/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδικό εκκαθαριστή Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδόπουλο-Παπατσώρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Μισίδου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37489/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2402/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 8/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η αίτηση και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν καθόλου ή δεν επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την αναιρεσείουσα .../21.7.2015 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Σ. Μ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και της κλήσεως προς συζήτηση αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσείοντα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής.
Επομένως, εφ’ όσον ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, κατά του οποίου, ως αναγκαίου ομοδίκου και συνεναγομένου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, παραδεκτώς στρέφεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.Η παραβίασητου κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους.
Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2α ΑΚ, δεν θεωρείται απαλλοτρίωση και δεν υπόκειται σε προσβολή η από τον οφειλέτη καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους προς άλλο δανειστή, όχι όμως και όταν η καταβολή συνίσταται σε μεταβίβαση ή σύσταση δικαιώματος, ενώ αντίθετα, κατά τη ρητή διάταξη του εδ.
β’ της ανωτέρω διατάξεως, η αντί καταβολής δόση είναι απαλλοτρίωση και υπόκειται σε διάρρηξη, εξομοιώνεται δε με αυτήν και εκείνη με την οποία ο οφειλέτης προσπαθεί να βρει τα μέσα να πληρώσει το ληξιπρόθεσμο χρέος του και για το λόγο αυτόν υπόκειται σε διάρρηξη από τους άλλους δανειστές. Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με τις υπ’ αριθμ. ...-12-1998, ...-6-1999 και ...-7-1999 συμβάσεις παροχής πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις από 30-6-1999 και υπ’ αριθμ. ...-12-2004 πρόσθετες πράξεις η ενάγουσα τραπεζική εταιρία χορήγησε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΣΙΑ ΟΕ", της οποίας ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής ήταν ο (μη διάδικος στην δίκη αυτή πρώτος των εναγομένων) Χ. Μ., πίστωση ποσού 4.000.000 δραχμών (που πλέον αντιστοιχούν σε 11.738,82 ευρώ), 15.000.000 δραχμές, δηλαδή 44.020,55 ευρώ και 3.000.000 δραχμές και ήδη 8.804,10 ευρώ αντιστοίχως, ενώ με την υπ’ αριθμ. ...-12-2004 πρόσθετη πράξη ρυθμίστηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 οφειλές της άνω εταιρίας από παλαιότερες (από 28-11-1988) δανειστικές συμβάσεις συνολικού ύψους 28.771,64 ευρώ.
Τις πιο πάνω συμβάσεις υπέγραψε ο ως άνω πρώτος εναγόμενος και ως εγγυητής και με την ιδιότητα αυτή ανέλαβε ευθύνη ως αυτοφειλέτης παραιτηθείς από όλα τα δικαιώματα και τις ενστάσεις που προβλέπει ο Αστικός Κώδικας υπέρ του εγγυητή. Η προαναφερθείσα πιστούχος εταιρία δεν τήρησε τους όρους των συμβάσεων ως προς την καταβολή των δόσεων του κεφαλαίου και των τόκων, δεδομένου ότι δεν κατέβαλε τις οφειλές της ήδη από το έτος 1999 και εφεξής για τις υπ’ αριθμ. .../1999 συμβάσεις, από το έτος 2000 για την υπ’ .../1998 και από το 2004 για την υπ’ .../2004 πρόσθετη πράξη και για τον λόγο αυτόν η αιτούσα στις 1-7-2008 έκλεισε όπως είχε δικαίωμα..., τους τηρούμενους σ’ αυτήν λογαριασμούς χορηγήσεων και με την από 24-7-2008 εξώδικη καταγγελία που επιδόθηκε και στον πρώτον των εναγομένων την ίδια ημέρα όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../28-7-2008 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ.
Μ., κατήγγειλε τις συμβάσεις και κάλεσε την πιστούχο και τους εγγυητές της να καταβάλουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ύψους 221.134,36 ευρώ. Αποδείχθηκε ακόμη ότι περί τα τέλη του έτους 2003, ο Α. Κ. του Ι. και η σύζυγός του Δ. Γ. του Σ., που από το έτος 1999 κατοικούν στην ..., όπου το ίδιο έτος (1999) ο πρώτος εξ αυτών, ο οποίος είναι ιερέας, μετατέθηκε και ιερουργεί στον Ιερό Ναό της ενορίας του ..., διαπραγματεύτηκαν με τον Δ.
Μ. (πατέρα των εναγομένων Χ. και Α. Μ.) την αγορά διαιρετού τμήματος εμβαδού 500 τετραγωνικών μέτρων, μείζονος οικοπέδου, εμβαδού μετά νεότερη εμβαδομέτρηση 1.143 τετραγωνικών μέτρων (κατά τον τίτλο κτήσεως 1.288 τετραγωνικών μέτρων), που βρίσκεται στην ... και συγκεκριμένα, ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν το νότιο διαιρετό τμήμα, επί του οποίου υπήρχε πεπαλαιωμένη, ακατοίκητη από το έτος 1978, ισόγεια κατοικία και σε επαφή με αυτήν υποστυλώματα (κολώνες) καταστήματος, προκειμένου να αποκτήσουν κύρια κατοικία, επισκευάζοντας την υπάρχουσα.
Το μείζον αυτό οικόπεδο αποτελούμενο από τα υπ’ αριθμ. ... οικοπεδικά τεμάχια, είχε παραχωρηθεί ως οικοπεδικός κλήρος στον Δ. Μ. κατά την οριστική διανομή του έτους 1977 και αργότερα εκδόθηκε επ’ ονόματί του ο νομίμως μεταγράφεις υπ’ αριθμ. .../1986 τίτλος κυριότητος της Διευθύνσεως Γεωργίας Νομαρχίας Έβρου.
Προ της εκδόσεως του τίτλου, ο ως άνω κληρούχος με το υπ’ αριθμ. .../1985 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου ... Ε. Π., υποσχέθηκε να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως στο ένα από τα δύο τέκνα του, ήτοι στον πρώτον εναγόμενον γιό του Χ. Μ., το βόρειο τμήμα του ως άνω οικοπέδου, εμβαδού (του τμήματος) 500 τετραγωνικών μέτρων (στην πραγματικότητα 643 τετραγωνικών μέτρων), επί του οποίου αυτός (δηλαδή Χ.
Μ.) είχε αρχίσει την ανέγερση βάσει της υπ’ αριθμ. ...-2-2983 οικοδομικής αδείας, ισογείου κτίσματος, εμβαδού 247 τετραγωνικών μέτρων. Σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού καταρτίστηκε με αυτοσύμβαση, το υπ’ αριθμ. ...-10-1986 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Β. Σ.. Το νότιο τμήμα του οικοπέδου, δηλαδή το επίμαχο, ο αυτός ως άνω κληρούχος το προόριζε ("το είχε τάξει") στον άλλο γιό του Α.
Μ. (δηλαδή στον δεύτερον των εναγομένων και ήδη εκκαλούντα). Επί του πιο πάνω βορείου τμήματος η ενάγουσα ενέγραψε στις 8-12-1988 και στις 7-11-1989 υποθήκες προς εξασφάλιση απαιτήσεών της προερχομένων από τις... συμβάσεις παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό που είχε καταρτίσει με την προαναφερθείσα πιστούχο ομόρρυθμη εταιρία, οι οποίες αργότερα ρυθμίστηκαν με την προαναφερθείσα υπ’ .../2004 πρόσθετη πράξη, ενώ στις 1-3-1995 επέβαλε επ’ αυτού και κατάσχεση.
Οι υποθήκες αυτές εξαλείφθηκαν και η κατάσχεση ήρθη στις 8-6-1995,...λόγω καταβολής από τον πρώτον των εναγομένων ληξιπροθέσμων τότε οφειλών της πιστούχου, ο οποίος για τον σκοπόν αυτόν είχε ζητήσει προηγουμένως και είχε λάβει από τον ως άνω αδελφό του δεύτερον των εναγομένων Α. Μ. στις 15-3-1995 το ποσόν των 6.000.000 δραχμών, στις 22-3-1995 το ποσόν των 3.500.000 δραχμών και στις 26-4-1995 το ποσόν των 3.000.000 δραχμών, συνολικώς δηλαδή το ποσόν των 12.500.000 δραχμών, ενώ από τον ίδιον έλαβε ακόμη στις 17-2-1994 το ποσόν των 200.000 δραχμών, στις 16-5-1994 το ποσόν των 2.000.000 δραχμών και στις 28-12-1995 το ποσόν των 4.000.000 δραχμών (έλαβε δηλαδή συνολικώς από τον αδελφό του το χρηματικό ποσόν των 18.500.000 δραχμών (δηλαδή 54.878,94 ευρώ),...Εξαιτίας λοιπόν της αδυναμίας του να επιστρέψει στον προαναφερθέντα αδελφό του το παραπάνω χρηματικό ποσόν, ο πρώτος των εναγομένων Χ.
Μ. δήλωσε σ’ αυτόν ότι είναι πρόθυμος να του μεταβιβάσει το πιο πάνω βόρειο τμήμα του οικοπέδου μετά του επ’ αυτού κτίσματος, το οποίο έκτοτε δεν το θεωρούσε δικό του,...και ύστερα από αυτά ποτέ άλλοτε η ενάγουσα δεν ενέγραψε υποθήκες στο άνω ακίνητο. Όταν λοιπόν ο προαναφερθείς ιερέας και η σύζυγός του ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν το ως άνω νότιο τμήμα του οικοπέδου, του οποίου το ιδιοκτησιακό καθεστώς και δεν γνώριζαν, ο Δ.
Μ., τον οποίον και μόνον γνώριζαν ως ενορίτη τους καθώς ο δεύτερος εναγόμενος Α. Μ. ζει στην Ορεστιάδα και ο πρώτος εναγόμενος κατοικεί στην Θεσσαλονίκη και εργάζεται στην περιοχή του ..., όπου είναι και η έδρα της ως άνω πιστούχου εταιρίας, η οποία κατά τον σκοπό της εκμεταλλεύεται θερμοκήπια, τους δήλωσε ότι θα έπρεπε να συνεννοηθεί και να ρωτήσει τον γιό του Α.
Μ., εάν επιθυμεί να πωλήσει και με ποιό ακριβώς τίμημα το παραπάνω οικόπεδο, γιατί όπως ήδη αναφέρθηκε, το είχε "τάξει" σ’ αυτόν. Με τον τελευταίον λοιπόν μέσω του Δ. Μ., συμφώνησαν οι προαναφερθέντες Α. Κ. και η σύζυγός του Δ. Γ. του Σ., να αγοράσουν το προαναφερθέν νότιο τμήμα του οικοπέδου μετά των επ’ αυτού πεπαλαιωμένων κτισμάτων, έναντι τιμήματος 12.000.000 δραχμών (δηλαδή 35.216,00 ευρώ), το οποίο θα καταβαλλόταν στον πωλητή εξ ολοκλήρου με χρήματα δανείου που θα ελάμβανε ο Α.
Κ. από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαπραγματεύσεων και προκειμένου να συνταχθεί το συμβόλαιο της μεταβιβάσεώς του έγινε εμβαδομέτρηση του μείζονος οικοπέδου, προκειμένου να οριοθετηθεί επακριβώς και το πωλούμενο τμήμα, δεδομένου ότι αυτό δεν διαχωριζόταν από το υπόλοιπο βόρειο τμήμα.
Επ’ ευκαιρία λοιπόν του γεγονότος αυτού διαπιστώθηκε από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Α. Γ. που συνέταξε το από 4-2-2004 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο προσαρτήθηκε στο υπ’ αριθμ. .../18-2-2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Β. Σ., ότι η ισόγεια κατοικία, εμβαδού 82,45 τετραγωνικών μέτρων που επιθυμούσαν να αγοράσουν οι προαναφερθέντες Α.
Κ. και η σύζυγός του Δ. Γ., ενέπιπτε κατά το ήμισυ και πλέον στο άλλο διαιρετό, βόρειο τμήμα, του οικοπέδου (του πρώτου εναγομένου) και συγκεκριμένα ενέπιπτε σ’ αυτό, τμήμα της 50 τετραγωνικών μέτρων και μόνον τα 32,45 τετραγωνικά μέτρα, ενέπιπταν (ήταν κτισμένα) στο νότιο τμήμα. Για να επιλυθεί το πρόβλημα που ανέκυψε και να καταστεί εφικτή η μεταβίβαση του νοτίου τμήματος του οικοπέδου μετά των κτισμάτων του, πραγματοποιήθηκαν τα ακόλουθα:
α) Με το προαναφερθέν (υπ’ αριθμ. .../18-2-2004) συμβόλαιο μεταβιβάστηκε από τον Δ. Μ. στον πρώτον εναγόμενον Χ. Μ. λόγω γονικής παροχής και το νότιο τμήμα του μείζονος οικοπέδου και έτσι έγινε αυτός κύριος ολοκλήρου του οικοπέδου, β) Με το υπ’ αριθμ. .../18-3-2004 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Β. Σ., διορθώθηκε το υπ’ .../1986 συμβόλαιο (βάσει του οποίου ο πρώτος εναγόμενος κατέστη κύριος κατά το έτος 1986 του βορείου τμήματος), ως προς τα υπάρχοντα σ’ αυτό κτίσματα, ώστε να συμπεριληφθεί σ’ αυτό (βόρειο τμήμα) και κατοικία εμβαδού 50 τετραγωνικών μέτρων.
Στο "διορθωτικό" αυτό συμβόλαιο συμβαλλόμενοι ήταν ο Δ. Μ. και ο Α. Μ. ως πληρεξούσιος του αδελφού του Χ. Μ.. γ) Έγινε από τον πρώτον εναγόμενον, κύριο πλέον όλου του οικοπέδου, εκπροσωπουμένου αυτού και πάλιν από τον αδελφό του Α. Μ., σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας των υφισταμένων στο νοτιοδυτικό τμήμα του όλου οικοπέδου κτισμάτων με το υπ’ αριθμ. .../22-3-2004 συμβόλαιο της ιδίας πιο πάνω συμβολαιογράφου με βάση και το προσαρτώμενο σ’ αυτό (συμβόλαιο) τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ.
Κ.. Έτσι δημιουργήθηκαν: Α) Μία οριζόντια ιδιοκτησία - κατοικία - του Ισογείου, με εσωτερική αρίθμηση ΓΙΩΤΑ ΕΝΑ (1-1) καθαρού και μικτού εμβαδού 82,45 τετραγωνικών μέτρων, κτισμένη από το έτος 1978 με ποσοστό συνιδιοκτησίας 290,34%ο. Β) Μία οριζόντια ιδιοκτησία - κατάστημα - του ισογείου, με εσωτερική αρίθμηση ΓΙΩΤΑ ΔΥΟ (Ι-2) που βρίσκεται από το έτος 1978 στο στάδιο και μόνον των υποστυλωμάτων (καρά γιαπί) καθαρού εμβαδού 80 τετραγωνικών μέτρων και μικτού εμβαδού 86,37 τετραγωνικών μέτρων, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 405,52%ο.
Γ) Μία οριζόντια ιδιοκτησία - κατοικία του πρώτου (Α’ ) υπέρ το ισόγειο ορόφου - μελλοντική (αέρινη στήλη) με εσωτερική αρίθμηση ΑΛΦΑ ΔΥΟ (Α-2) καθαρού εμβαδού 80 τετραγωνικών μέτρων και μικτού εμβαδού 86,37 τετραγωνικών μέτρων, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 304,14%ο. Κατόπιν όλων αυτών και προς υλοποίηση της αρχικής συμφωνίας για πώληση και μεταβίβαση στον προαναφερθέντα Α.
Κ. και στην σύζυγό του, του οικοπέδου των 500 τετραγωνικών μέτρων (που είναι το ελάχιστο εμβαδόν αρτιότητος στην περιοχή της ...) μετά των επ’ αυτού κτισμάτων και λόγω του ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δανειοδοτεί μόνον την αγορά κατοικιών και όχι καταστημάτων, συντάχθηκαν τα υπ’ αριθμ. ...22-3-2004, ...3-8-2004 και .../3-8-2004 συμβόλαια της προαναφερθείσης συμβολαιογράφου Β.
Σ.. Ειδικότερα, στις 22-3-2004 υπογράφηκε το υπ’ αριθμ. ...22-3- 2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οριζοντίου ιδιοκτησίας, με την διαλυτική αίρεση καταβολής του τιμήματος, βάσει του οποίου ο πρώτος εναγόμενος Χ. Μ., εκπροσωπούμενος από τον δεύτερον εναγόμενον αδελφό του Α. Μ., μεταβίβασε στον Α. Κ. λόγω πωλήσεως, την ισόγεια πεπαλαιωμένη, κτισμένη από το έτος 1978, κατοικία, ως οριζόντια ιδιοκτησία, με ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του νοτιοδυτικού τμήματος του όλου οικοπέδου 290,34%ο.
Το ακίνητο αυτό εκτιμήθηκε από την ΔΟΥ ... στο ποσόν των 12.605,00 ευρώ, αναγράφηκε όμως στο συμβόλαιο ως τίμημα το ποσόν των 58.694,0 ευρώ, για να διευκολυνθεί η δανειοδότηση του εν λόγω αγοραστή από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Στις 17-6-2004 εγγράφηκε επί της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας υποθήκη υπέρ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για το ποσόν των 58.694,00 Ευρώ, προς εξασφάλιση του εγκριθέντος γι’ αυτόν ισόποσου δανείου, το οποίο εκταμιεύτηκε στις 5-7-2004 και αμέσως συντάχθηκε από την παραπάνω συμβολαιογράφο η υπ’ αριθμ. .../5-7-2004 πράξη εξοφλήσεως του τιμήματος και άρσεως της διαλυτικής αιρέσεως.
Στην πράξη αυτή αναφέρεται ότι τα χρήματα του δανείου τα εισέπραξε ο Α. Μ. για λογαριασμό του ως άνω αγοραστή. Ο ίδιος (δηλαδή ο Α. Μ.) λίγες μέρες αργότερα, στις 9-7-2004, κατέθεσε στον υπ’ αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που τηρούσε ο προαναφερθείς αγοραστής και η σύζυγός του στην ενάγουσα τραπεζική εταιρία "...", το υπόλοιπο ποσόν του δανείου και συγκεκριμένα, το ποσόν των 23.100,00 ευρώ.
Ακολούθως, αφού αυτός (ο Α. Μ.) έλαβε ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα της παραπάνω πωλήσεως (με το αντικείμενο που αυτή εξ αρχής είχε), καταρτίστηκαν στις 3-8-2004 τα επόμενα δύο προαναφερθέντα συμβόλαια ως δωρεές πλέον, αφού δεν υπήρχε υπόλοιπο τιμήματος για να καταβληθεί. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος Χ. Μ.
εκπροσωπούμενος από την νύφη του Β. Τ. συζ. Α. Μ., μεταβίβασε στους λοιπούς εναγόμενους λόγω δωρεάς, κατά ποσοστόν 34 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον εξ αυτών με το υπ’ αριθμ. ...3-8-2004 συμβόλαιο, το κατάστημα στην κατάσταση που βρισκόταν (καρά-γιαπί όπως και στο συμβόλαιο αναφέρεται), ως οριζόντια ιδιοκτησία, συνολικού μικτού εμβαδού 86,37 τετραγωνικών μέτρων, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου νοτιοδυτικού μέρους του οικοπέδου 405,52%ο εξ αδιαιρέτου, η αξία του οποίου εκτιμήθηκε από την αρμοδία ΔΟΥ στο ποσόν των 7.254,0 ευρώ και με το υπ’ αριθμ. .../3-8-2004 συμβόλαιο, μεταβίβασε μόνον στην Δ.
Κ. την αέρινη στήλη (δηλαδή το δικαίωμα της καθ’ ύψος επεκτάσεως), συνολικού μικτού εμβαδού 86,37 τετραγωνικών μέτρων με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου νοτιοδυτικού μέρους του οικοπέδου 304,14%ο εξ αδιαιρέτου, η αξία του οποίου εκτιμήθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ στο χρηματικό ποσόν των 1.065,00 ευρώ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το υπόλοιπο ποσόν του δανείου, το οποίο ο Α.
Κ. και η σύζυγός του εξακολουθούν και αποπληρώνουν καταβάλλοντας δόσεις που παρακρατούνται από το μισθό του πρώτου εξ αυτών, ήτοι το ποσόν των 23.478,00 ευρώ (58.694,00 το δάνειο - 35.216 το τίμημα) διέθεσαν οι εν λόγω αγοραστές για την επισκευή της παλαιάς ετοιμόρροπης κατοικίας, ενώ για τον ίδιο σκοπό ο προαναφερθείς Α.
Κ. έλαβε στις 2-11-2004 από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δεύτερο επισκευαστικό δάνειο, ύψους 10.000,00 ευρώ. Το κατάστημα μάλιστα, ενόψει του ότι μόνον τα υποστυλώματα αυτού ήταν κατασκευασμένα, το μετέτρεψαν σε χώρο σταθμεύσεως του αυτοκινήτου της οικογένειας....Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με το υπ’ αριθμ. .../3-8-2004 συμβόλαιο δωρεάς της προαναφερθείσης συμβολαιογράφου ...
Β. Σ., που έχει μεταγράφει νομίμως...κατά την σύνταξη του οποίου ο πρώτος εναγόμενος Χ. Μ. παραστάθηκε αντιπροσωπευόμενος από την προαναφερθείσα Β. Τ., η οποία τυγχάνει σύζυγος του δευτέρου εναγόμενου αδελφού του Α. Μ....μεταβιβάστηκε εκ μέρους του, δηλαδή του Χ. Μ. στον δεύτερον εναγόμενο αδερφό του, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή "...ένα οικόπεδο έκτασης εξακοσίων σαράντα τριών τετραγωνικών μέτρων (643 τμ), το οποίο καταλαμβάνει το βορειοανατολικό μέρος του υπ’ αριθμόν ...
οικοπέδου συνολικής έκτασης 1.143 τμ, που βρίσκεται στην ... του Νομού Έβρου, στο ..., συνορευόμενο από γύρω (το οικόπεδο έκτασης 643 τμ): Βόρεια επί πλευράς Β-Γ μήκους είκοσι τεσσάρων (24) μέτρων με το υπ’ αριθμόν ... οικόπεδο, νότια επί πλευράς Ζ-Ε μήκους δέκα έξι μέτρων και τριάντα επτά εκατοστών του μέτρου (16,37) και επί πλευράς Ε-Δ μήκους δύο μέτρων και ογδόντα εκατοστών του μέτρου (2,80) με δημοτική οδό και επί πλευράς Θ-Η μήκους δέκα έξι μέτρων και πενήντα εκατοστών του μέτρου (16,50) με υπόλοιπο του ιδίου υπ’ αριθμ. ...
οικοπέδου ιδιοκτησίας σήμερα Α. και Δ. Κ., ανατολικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους τριάντα δύο μέτρων και εξήντα εκατοστών του μέτρου (32,60) εν μέρει με το υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο και εν μέρει με το υπ’ αριθμόν ... οικόπεδο και δυτικά επί πλευράς Β-Θ μήκους έξι μέτρων και ενενήντα πέντε εκατοστών του μέτρου (6,95) με δημοτική οδό και επί πλευράς Ζ-Η μήκους δέκα επτά μέτρων και εξήντα εκατοστών του μέτρου (17,60) με υπόλοιπο του ιδίου υπ’ αριθμόν ...
οικοπέδου ιδιοκτησίας σήμερα Α. και Δ. Κ., στο οποίο οικόπεδο υφίσταται ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού (205 τμ) που κτίσθηκε από τον δωρητή το έτος 1985 σύμφωνα με την υπ’ .../1983 οικοδομική άδεια της Νομαρχίας Έβρου όπως αυτή τροποποιήθηκε μετά από την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../1985 αίτηση του δωρητού, της οποίας αδείας αντίγραφο προσαρτάται στο υπ’ .../1986 συμβόλαιο του συμβολαιογραφείου μου...", όπως επί λέξει καταχωρήθηκε στο συμβόλαιο αυτό.
Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, κατά το χρονικό διάστημα 1994-1995, ο Α. Μ. κατέβαλε αποδεδειγμένως στον αδελφό του Χ. Μ. το συνολικό χρηματικό ποσόν των 18.700.000 δραχμών, προκειμένου να τα καταβάλει ο τελευταίος στην ενάγουσα δανείστρια τραπεζική εταιρία, ώστε να αποδεσμευθεί το παραπάνω οικόπεδο, ενώ κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 1995, ο εν λόγω αδελφός του μετά την εξάλειψη των υποθηκών και την άρση της κατασχέσεως δήλωσε στον αδελφό του Α.
Μ. "όποια στιγμή θέλεις, πες μου να κάνουμε τα χαρτιά να πάρεις το δικό μου κομμάτι, γιατί το άλλο κομμάτι ήταν ούτως ή άλλως δικό του και εν λευκώ του έδωσε το πληρεξούσιο", όπως επί λέξει κατέθεσε η Α. Γ., η οποία τυγχάνει σύζυγος του πρώτου εναγομένου, εξεταζομένη ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Με αφορμή το αγοραστικό ενδιαφέρον του προαναφερθέντος Α. Κ. και της ως άνω συζύγου του λόγω του προβλήματος που ανέκυψε (της κατατμήσεως της κατοικίας που βρισκόταν στο νότιο τμήμα του υπ’ αριθμ. ... οικοπέδου), ο δεύτερος εναγόμενος αποφάσισε - όπως ήδη αναφέρθηκε - να τακτοποιήσει και το βόρειο τμήμα του οικοπέδου, αυτό που είχε αγοράσει από τον αδελφό του από το έτος 1995 δια της καταβολής σ’ αυτόν του ως άνω χρηματικού ποσού των 18.700.000 δραχμών.
Εν όψει
των προαναφερθέντων με το παραπάνω υπ’ αριθμ. .../3-8-2004 συμβόλαιο δωρεάς της προαναφερθείσης συμβολαιογράφου ... Β. Σ., υποκρυπτόταν έγκυρη σύμβαση πωλήσεως, εν γνώσει και με την βούληση των ως άνω συμβαλλομένων, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην ως άνω μεταβίβαση αποβλέποντας να εξοφλήσει την πηγάζουσα από το δάνειο που είχε λάβει από τον δεύτερον εναγόμενον αδελφό του, οφειλή του και όχι με πρόθεση να προκαλέσει βλάβη στην ενάγουσα τραπεζική εταιρία, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγομένων γνώριζε την ως άνω οφειλή του πρώτου εναγόμενου αδελφού του προς την ενάγουσα - καθ’ όσον από της καταρτίσεως της ως άνω χαριστικής μεταβιβάσεως (δηλαδή από 3-8-2004) μέχρις της ασκήσεως της αγωγής (23-10-2008) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους και δεν ισχύει το προαναφερθέν εκ του άρθρου 941 εδ.
γ’ ΑΚ, τεκμήριο - και επομένως, δεν συντρέχουν στην κρινομένη υπόθεση οι από τον νόμο προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την διάρρηξη της ως άνω δικαιοπραξίας, κατά συνέπειαν δε, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αγωγή. Το πρωτοβάθμιο λοιπόν Δικαστήριο, το οποίο με την ως άνω εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ως βάσιμη από ουσιαστικής απόψεως την ως άνω ασκηθείσα αγωγή και απήγγειλε την διάρρηξη της εν λόγω καταρτισθείσης δικαιοπραξίας, εσφαλμένως εφήρμοσε τον νόμο και κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της κρινομένης εφέσεως ως βάσιμοι και από ουσιαστικής απόψεως, να γίνει δεκτή η έφεση αυτή ως βάσιμη και από ουσιαστικής απόψεως, να εξαφανισθεί η παραπάνω εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 37489/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, να κρατηθεί η ως άνω υπόθεση, να δικασθεί η προαναφερθείσα από 2- 10-2008 (αριθμός καταθέσεως: .../9-10-2008) αγωγή, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστικής απόψεως...".
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως, προτείνονται οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 940 παρ. 2 εδ. α και β ΑΚ, αναφορικά με το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη, επίμαχη δικαιοπραξία συνιστούσε καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους ή δόση αντί καταβολής.
Όμως, οι λόγοι αυτοί αλυσιτελώς προβάλλονται. Τούτο, διότι λαμβανομένου υπόψη ότι δεν προσβάλλεται με συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, ότι με την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία δεν καταρτίστηκε δωρεά, αλλά υποκρυπτόμενη σ’ αυτήν πώληση, η συνεχόμενη παραδοχή του αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλομένης, ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εναγομένων γνώριζε την ως άνω οφειλή του πρώτου εναγόμενου αδελφού του προς την ενάγουσα, αρκούσε για την απορριπτική της αγωγής κρίση του Εφετείου, καθόσον δεν συνέτρεχε βασική προϋπόθεση του πραγματικού του άρθρου 941 ΑΚ, ήτοι εκείνη της γνώσεως του τρίτου.
Το σχετικό δε αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το νοηματικό περιεχόμενο του οποίου δεν αποδείχτηκε κανένα πραγματικό περιστατικό που να στοιχειοθετεί τέτοια γνώση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, διατυπώνεται με σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογηθεί γιατί δεν αποδείχτηκε (από την έχουσα το βάρος αποδείξεως αναιρεσείουσα).
Σημειώνεται δε ότι η αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης, ότι από την κατάρτιση της μεταβίβασης μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους, έγινε για να δικαιολογηθεί η από το Εφετείο διερεύνηση του στοιχείου της γνώσης, λόγω μη εφαρμογής πλέον του τεκμηρίου του άρθρου 941 εδ. β’ ΑΚ και όχι διότι στην πάροδο της προθεσμίας αυτής στήριξε το δικαστήριο την κρίση του περί ελλείψεως γνώσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθόσον το δικαστήριο δεν ερεύνησε, αν ο μη ασκήσας το ένδικο μέσο της εφέσεως και αναγκαίος ομόδικος του πρώτου, δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως στη συζήτηση της εφέσεως.
Όμως, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο των προτάσεων στη δευτεροβάθμια δίκη του τότε εκκαλούντος, πρώτου αναιρεσιβλήτου, αυτός ρητώς ισχυρίστηκε ότι αντίγραφο της έφεσής του, με κλήση να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον ομόδικό του Χ. Μ. και επικαλέστηκε προς τούτο την προσκόμιση της .../8.8.2012 έκθεσης επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ν.
Γ.. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η άσκηση της εφέσεως από τον ένα ομόδικο έχει αποτέλεσμα και για τον αναγκαίο ομόδικό του που θεωρείται ότι την άσκησε και εκείνος παρά το ότι αδράνησε και ότι παραδεκτώς "φέρεται η κρινόμενη έφεση" ενώπιόν του, παραδοχή που σημαίνει ότι ερεύνησε την κλήτευση του αναγκαίου ομοδίκου.
Ανεξαρτήτως τούτου ο λόγος αυτός απαραδέκτως προβάλλεται, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι το σχετικό απαράδεκτο, προτάθηκε από την ίδια στο Εφετείο, με δεδομένο ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ώστε να δικαιολογείται η επίκληση του απαραδέκτου αυτού απευθείας στον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα, δεν πρόκειται για απαράδεκτο που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αντίθετα για παράβαση την οποία η αναιρεσείουσα μπορούσε να προτείνει, με την προσθήκη, έστω, των προτάσεών της, στο Εφετείο, έχοντας σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να λάβει γνώση των αντίστοιχων προτάσεων του αντιδίκου της και των προσκομισθέντων μετ’ επικλήσεως από αυτόν εγγράφων και συνεπώς να αντιληφθεί την τυχόν έλλειψη νόμιμης κλήτευσης του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, ότι εσφαλμένα επέβαλε σε βάρος της τα έξοδα του αντιδίκου της, διότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης και έπρεπε να τα συμψηφίσει. Ο λόγος αυτός, μη συναπτόμενος με συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια, απαραδέκτως προβάλλεται, λόγω αοριστίας, στο βαθμό δε που υπονοείται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των άρθρων 176 και 179 ΚΠολΔ, είναι και πάλιν απαράδεκτος, διότι δεν αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε ελέγχεται αναιρετικώς η σχετική περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πρώτου αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/3/2015 αίτηση της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", για αναίρεση της 2402/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ