Supreme Court dismisses appeal claiming misreading of employment transfer document regarding employer liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding unpaid wages. The appellant argued the lower court misread an employment transfer document, but the court found the appeal baseless because the court correctly interpreted the document and reached a different conclusion based on its evaluation of the facts. The court ruled that the employer liability for the entire employment period was established by the transfer, making the appellant's claim of misreading invalid.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 2 KPolD; Art. 534 KPolD: An appeal based on alleged misreading of a document is inadmissible if the court of first instance correctly read the document but reached a different conclusion based on its evaluation of the evidence and the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1319 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1319/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... - Σ. Σ. Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Δημήτριο Παπακωνσταντόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Χ. Ν. του Δ. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Αρμάο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1597/2010 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 3797/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 2/7/2014 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η 247/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 20/4/2015 κλήση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 23-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο.
Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".
Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ` αυτή εκδόθηκε το 178/2002 Π.Δ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.
Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση.
Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων.
Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.
Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 Π.Δ. 572/1988 και Π.Δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 330/2015, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 14/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε με σχέση εξαρτημένης εργασίας από αυτήν (εναγομένη -αναιρεσείουσα εταιρία) και στη συνέχεια, αφού απέρριψε την ένσταση έλλειψης ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης, για την άσκηση της εναντίον της ένδικης αγωγής, από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε την ίδια να του καταβάλει το ποσό των 4.505,46 ευρώ για την παρεχόμενη εργασία του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 28-12-2006 έγγραφο της ΔΟΥ ..., από το οποίο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς της, 1) ότι ο ενάγων προσέφερε την εργασία του αποκλειστικά στην ατομική επιχείρηση γραφικών τεχνών της ..., που έδρευε επί της οδού ...
και ειδικότερα στο υποκατάστημα αυτής επί της οδού ..., ως χειριστής χειροκίνητου κοπτικού μηχανήματος, 2) ότι το υποκατάστημα και μόνο αυτό (στο οποίο απασχολούνταν ο ενάγων) διέκοψε τη λειτουργία του στις 27-12-2006 και όχι και η ίδια ως άνω ατομική επιχείρηση η οποία συνέχισε να λειτουργεί, 3) ότι το εν λόγω μηχάνημα μεταφέρθηκε εντός των εγκαταστάσεων της εναγομένης εταιρίας και 4) ότι ο ενάγων φερόταν τυπικά ότι εργαζόταν από τον μήνα Φεβρουάριο του 2007 μέχρι και την αποχώρησή του στις 10-10-2008 στην εναγομένη , ενώ στην ουσία επρόκειτο περί δανεισμού του από την ατομική ως άνω εργοδότρια επιχείρηση της ...
προς την εναγομένη. Σχετικά με τα ως άνω ζητήματα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: «Με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο εφεσίβλητος προσλήφθηκε στις 10.5.2005 από την ατομική επιχείρηση γραφικών Τεχνών της ..., που έδρευε στη ..., επί της οδού ..., με την ειδικότητα του χειριστή εκτυπωτικών μηχανημάτων OFFSET Η πρόσληψή του έγινε μέσω των επιδοτούμενων προγραμμάτων του ΟΑΕΔ, στον οποίο και αναγγέλθηκε στις 17.5.2005, στο εν λόγω δε έγγραφο, που αφορά την αποδοχή της προσλήψεώς του, έγινε σαφής αναφορά της ως άνω ειδικότητάς του.
Όπως προκύπτει από το από 28.12.2006 έγγραφο της ΔΟΥ ..., με τον τίτλο "Βεβαίωση Εγκαταστάσεων Εσωτερικού", που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η ίδια η εκκαλούσα, η ως άνω ... προέβη στην με την ίδια ημερομηνία και με αριθμό ..., δήλωση για την εγκατάσταση της ατομικής της επιχειρήσεως, δηλώνοντας ως κύριες δραστηριότητες αυτής, την παροχή υπηρεσιών συνδυασμού τεχνικών κειμένου και εικόνας για την κατασκευή αναπαραγώγιμου προϊόντος και ως δευτερεύουσες:
α) την παραγωγή άλλων ρεπρογραφικών προϊόντων {π.χ. φύλλων (διαφανειών), οπισθοπροβολέων, σκαριφημάτων μακετών, ομοιωμάτων, τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων} και β) την προετοιμασία ψηφιακών δεδομένων (π.χ. βελτίωση, επιλογή, διασύνδεση ψηφιακών δεδομένων αποθηκευμένων σε φορείς ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων).
Η ως άνω ατομική επιχείρηση, όπως σαφώς προκύπτει από το προαναφερόμενο έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ..., διέκοψε τη λειτουργία της στις 27.12.2006 και μεταβιβάσθηκε ως σύνολο στην εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, συγχωνευόμενη μ’ αυτήν, αφού άλλωστε εξ αρχής αποτελούσε υποκατάστημά της, όπως προκύπτει από το ίδιο ως άνω έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ....
Έκτοτε ο εφεσίβλητος, ο οποίος από της προσλήψεώς του εργαζόταν στην ως άνω ατομική επιχείρηση, μεταφέρθηκε στην εκκαλούσα, όπου εξακολούθησε να εργάζεται με την ίδια ειδικότητα, όπως και προηγουμένως, μέχρι τις 10.10.2008, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του Η μεταβίβαση της ατομικής επιχειρήσεως ...
και η συγχώνευσή της με την εκκαλούσα εταιρία, η οποία επίσης εδρεύει στη ... επί της οδού ..., προκύπτει σαφώς και από το γεγονός, ότι η τελευταία ασκεί το ίδιο είδος δραστηριότητας με την πρώτη, η οποία όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελούσε υποκατάστημα αυτής, στην εκκαλούσα δε μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι, η ως άνω ...
και ο σύζυγός της Σ. Σ.. Οι αποδείξεις αποδοχών που λάμβανε ο ενάγων από το Φεβρουάριο του έτους 2007 και μετέπειτα έχουν εκδοθεί στο όνομα της εκκαλούσας, στην οποία είχε μεταφερθεί και ο βασικός εξοπλισμός της ατομικής επιχείρησης της ..., μεταξύ του οποίου και το εκτυπωτικό μηχάνημα χάρτου, που διέθετε αυτή και το οποίο χειρίζονταν ο εφεσίβλητος.
Όλα τα παραπάνω περιστατικά, του είδους της επιχειρήσεως της ... ως υποκαταστήματος της εκκαλούσας, της μεταφοράς του ως άνω μηχανήματος από την πρώτη στη δεύτερη και της εργασίας του εφεσίβλητου έκτοτε στο χώρο της επιχείρησης της εκκαλούσας, ομολογούνται από την τελευταία με το δικόγραφο της εφέσεως της, ενώ και ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπός της, παραδέχθηκε στην κατάθεση του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι, όταν έκλεισε το ως άνω υποκατάστημα, ο εφεσίβλητος συνέχισε να εργάζεται στην εκκαλούσα με την ίδια ειδικότητα, ως χειριστής κοπτικής μηχανής, στην ίδια μηχανή που εργαζόταν και προηγουμένως.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, εντελώς αντιφατικά και αβάσιμα επικαλείται η εκκαλούσα, ότι ο εφεσίβλητος τυπικά και μόνο φερόταν ως εργαζόμενός της από τον Φεβρουάριο του έτους 2007 και μετέπειτα, λόγω της μεταφοράς του ως άνω μηχανήματος στην εκκαλούσα από την αρχική εργοδότριά του, και ότι η τελευταία ουδέποτε διέκοψε τη λειτουργία της και εξακολουθεί να υφίσταται.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πράγματι πρόκειται για μεταβίβαση οικονομικής οντότητας που διατήρησε την ταυτότητά της, χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος της μεταβίβασης, αφού αρκεί το πραγματικό αποδεδειγμένο γεγονός, ότι η αρχική εργοδότριά του εφεσίβλητου έπαυσε να υφίσταται, οπότε έχασε την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης, την οποία απέκτησε έκτοτε μόνο η εκκαλούσα.
Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι η αρχική εργοδότριά του εφεσίβλητου συνέχισε τη δραστηριότητά της, αφού, από τα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι αυτή έπαυσε τη λειτουργία της, οπότε, ο, ούτως ή άλλως, όψιμος ισχυρισμός της εκκαλούσας , ότι έγινε δανεισμός εργαζομένου από τη μία επιχείρηση στην άλλη, ουδεμία εφαρμογή έχει στην προκειμένη περίπτωση.
Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου, περί μεταβιβάσεως της αρχικής εργοδότριας του εφεσίβλητου στην εκκαλούσα, υπό την έννοια που εκτέθηκε στην ως άνω σχετική νομική σκέψη, δεν επηρεάζεται από το γεγονός, ότι και μετά τη διακοπή της λειτουργίας της, η αρχική εργοδότριά του εφεσίβλητου συνέχισε να καταβάλλει η ίδια τις ασφαλιστικές του εισφορές .
Άλλωστε, για το ζήτημα αυτό, ο τελευταίος έκανε σχετική καταγγελία στο αρμόδιο υποκατάστημα του Ι.Κ.Α., προκειμένου παράλληλα να καταβληθούν οι ασφαλιστικές του εισφορές, προσαυξημένες και σύμφωνες με εκείνες, που πράγματι έπρεπε να λαμβάνει. Ούτε επίσης επηρεάζεται, από τη δήλωση προς τον ΟΑΕΔ περί οικειοθελούς αποχώρησής του εφεσίβλητου, που έγινε από την αρχική του εργοδότριά, αφού αμφότερες οι προαναφερόμενες ενέργειες έγιναν μονομερώς από την τελευταία, χωρίς σύμπραξη ή αποδοχή του ίδιου, προφανώς για δικούς της λόγους, και παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί δήλωση της διακοπής της λειτουργίας της.
Σημειώνεται δε, ότι μετά τον έλεγχο που έγινε αρμοδίως από τον ασφαλιστικό φορέα Ι.Κ.Α., υπήρξε αποδοχή, κατ’ αρχήν, ότι εργοδότρια του εφεσίβλητου ήταν η εκκαλούσα και όχι η ως άνω ατομική επιχείρηση, έστω και αν για τη κρίση αυτή λήφθηκε υπόψη η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, αφού έλαβε χώρα μεταβίβαση της αρχικής εργοδότριας του εφεσίβλητου στην εκκαλούσα και ο ίδιος παρέμεινε ως εργαζόμενος στην τελευταία, για την καταβολή των αποδοχών που ισχυρίζεται, ότι δικαιούται να λαμβάνει, για μεν το χρονικό διάστημα της εργασίας του μέχρι της εν λόγω μεταβιβάσεως, υφίσταται σε ολόκληρο ευθύνη αμφοτέρων των εργοδοτών του, αρχικής και αποκτώσας - εκκαλούσας, για δε το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, μόνο της τελευταίας.
Ο δε εφεσίβλητος, ο οποίος, σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη, είχε τη δυνατότητα, να ενάγει κατ’ επιλογή, είτε συγχρόνως τους εργοδότες, αρχική και εκκαλούσα, είτε διαδοχικώς και χωριστά τον καθένα, επέλεξε, στα πλαίσια αυτά, να ενάγει την τελευταία, καθώς αυτή, ως διάδοχος εργοδότης, ευθύνεται για την καταβολή των τυχόν οφειλομένων αποδοχών, καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του.
Με βάση τα παραπάνω, το γεγονός ότι ο ενάγων στράφηκε με την ένδικη αγωγή του κατά της εναγομένης εταιρίας, κατονομάζοντάς την ως εργοδότριά του, από την οποία και διεκδικεί διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών για όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του, χωρίς να εξειδικεύει ότι αρχικά προσλήφθηκε από την προηγούμενη εργοδότριά του, δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα της ως άνω ευθύνης της εκκαλούσας, αφού αποδείχθηκε η εν λόγω ιδιότητά της, κατά τα προεκτιθέμενα.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε, ότι υπήρξε μεταβίβαση της αρχικής εργοδότριας του εφεσίβλητου στην εκκαλούσα, την οποία ενήγαγε ο εφεσίβλητος ως εργοδότριά του, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και χωρίς αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση (άρθρο 534 ΚΠολΔ), και είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα επικαλείται την έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση κατ’ αυτής της προκειμένης αγωγής από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο...».
Ενόψει αυτών ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε, κατέληξε, εκτιμώντας το περιεχόμενό του, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεδομένου ότι υπήρξε μεταβίβαση της αρχικής εργοδότριας του αναιρεσίβλητου στην αναιρεσείουσα, την οποία ενήγαγε ο αναιρεσίβλητος ως εργοδότριά του.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3797/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ