1319/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 20.9.2010, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και έγινε αμέσως με την έναρξη συζήτησης της από 16.4.2004 υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 8573/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ο δικηγόρος αυτός, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δόθηκε με την υπ' αριθ. .../17.9.2010 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Χαριτοπούλου (άρθρ. 96§1 ΚΠολΔ), παραιτήθηκε έγκυρα για λογαριασμό της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησής της αναφορικά ειδικότερα με τους απόντες δεύτερη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 294 εδ.α, 297, 299, 573 ΚΠολΔ). Συνεπώς ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και καταργείται αντίστοιχα η δίκη (άρθρ. 295§1εδ.α ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated1319/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313§1εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573§1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρ. 286επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1319 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1319/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SUPERTRANS HELLAS ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πήττα.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ών η κλήση : 1. Aνώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αλίμου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της απορροφηθείσας απ' αυτή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑ ΤΕΤΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΥΡΟΚΟΜΙΑ ΑΕΒΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυριακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 2. Ιδιόρρυθμης Μεταφορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΨΥΓΕΙΩΝ ΛΑΡΙΣΗΣ ΙΜΕ/ΕΠΕ", που εδρεύει στη Λάρισα , νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Α. Κ. , ο οποίος απεβίωσε στις 12.3.2001 και στη δικονομική θέση του έχουν υπεισέλθει οι εξ αδιαιρέτου κληρονόμοι του α) Μ. χήρα Α. Κ., κάτοικος ..., β) Ι. Κ. του Α. και γ) Κ. Κ. του Α., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Τουρβάτσιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2ΚΠολΔ. και 4. Γ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 16.04.2004 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την δεύτερη και τέταρτο και μόνο των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Σεπτεμβρίου 1994 αγωγή της εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑ ΤΕΤΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΥΡΟΚΟΜΙΑ ΑΕΒΕ" που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στο ίδιο Δικαστήριο η εναγομένη Εταιρία περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SUPERTRANS HELLAS ΕΠΕ" και ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε την από 5.12.1994 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά των ήδη 2ης, 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 330/1996 μη οριστική, 9528/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8573/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Απριλίου 2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1915/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α1' Πολιτικό τμήμα) που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Με την από 17 Μαρτίου 2009 κλήση της, η αναιρεσείουσα επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 20 Ιουλίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Εισηγητή Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 20.9.2010, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και έγινε αμέσως με την έναρξη συζήτησης της από 16.4.2004 υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 8573/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ο δικηγόρος αυτός, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δόθηκε με την υπ' αριθ. .../17.9.2010 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Χαριτοπούλου (άρθρ. 96§1 ΚΠολΔ), παραιτήθηκε έγκυρα για λογαριασμό της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησής της αναφορικά ειδικότερα με τους απόντες δεύτερη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 294 εδ.α, 297, 299, 573 ΚΠολΔ). Συνεπώς ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και καταργείται αντίστοιχα η δίκη (άρθρ. 295§1εδ.α ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρ. 62εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313§1εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573§1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρ. 286επ.
ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 558 ΚΠολΔ, διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του (ΑΠ 833/2005), οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ' αυτή ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΟλΑΠ 27/1987, ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 474/ 2006, ΑΠ 861/2006, ΑΠ 1695/2010).
Ασφαλώς δεν νοείται άγνοια του αναιρεσείοντος στην περίπτωση που ο θάνατος του αντιδίκου του είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή και την επανάληψη της δίκης ήδη στο δικαστήριο της ουσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 8573/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ασκηθείσα απευθείας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από 25.2.2002 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης, του τρίτου και του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, έγινε αντίθετα δεκτή η από 29.10.2001 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 9528/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 23.9.1994 αγωγή της απορροφηθείσας απ' αυτή αρχικής ενάγουσας, η οποία (αγωγή) στη συνέχεια έγινε δεκτή με την εφετειακή απόφαση και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 172.961,80 φιορινίων Ολλανδίας κατά το ισάξιο σε δραχμές κατά το χρόνο της πληρωμής (παρόλο που η αγωγή είχε πρωτόδικα περιορισθεί σε απλή αναγνωριστική), ενώ δεν προσβλήθηκε με έφεση και συνεπώς παρέμεινε η διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, παράλληλα με την ένδικη αγωγή, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και η από 5.12.1994 προηγούμενη προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της αναιρεσείουσας κατά των αυτών αναιρεσιβλήτων.
Ήδη από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την έναρξη της δίκης στο Εφετείο γνωστοποιήθηκε από τον Σωτήριο Πολύδωρα, που υπήρξε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πληρεξούσιος δικηγόρος του Α. Κ. (τρίτου αναιρεσιβλήτου), ο θάνατός του και συγχρόνως δηλώθηκε ότι τη δίκη, που με τη γνωστοποίηση του θανάτου του διακόπηκε, επαναλαμβάνουν στη θέση του οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, που είναι η σύζυγός του Μ.
Κ. και τα τέκνα του Ι. και Κ. Κ. (βλ. πρακτικά συνεδρίασης του Εφετείου). Το γεγονός του θανάτου του Α. Κ. συνομολογείται από την αναιρεσείουσα, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1915/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 3.11.2008, επειδή δεν είχαν κληθεί κατ' αυτή και δεν παρέστησαν η δεύτερη και ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, επέσπευσε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 20.9.2010 τη συζήτησή της με την από 17.3.2010 κλήση της, που απηύθυνε τη φορά αυτή κατά των ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Α.
Κ.. Με δεδομένο όμως ότι ο Α. Κ. αποβίωσε ήδη κατά τη δίκη στο Εφετείο και για το λόγο αυτό άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, διακόπηκε και επαναλήφθηκε εκεί η δίκη, έπρεπε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απευθυνόταν εξ αρχής κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, αφού το γεγονός του θανάτου του κατέστη από τότε γνωστό στην αναιρεσείουσα.
Σύμφωνα επομένως με όσα προαναφέρθηκαν, η αίτηση αναίρεσης απαράδεκτα απευθύνθηκε κατά του ως άνω αποβιώσαντος και πρέπει ως προς αυτόν, τον οποίο αφορά μόνον ο τέταρτος λόγος της, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, που παρέστησαν στη δίκη στον Άρειο Πάγο και υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
3. Η Σύμβαση της Γενεύης για τις διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων (C.M.R.), που υπογράφηκε στις 19.5.1956 και κυρώθηκε με το ν. 559/1977, προϋποθέτει για την εφαρμογή της αμειβόμενη μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς με οχήματα σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής αυτών, εφόσον η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα.
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 1§1 και 17§1 της Σύμβασης αυτής ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια των εμπορευμάτων και για τη βλάβη αυτών, που συνέβη μεταξύ του χρόνου που παρέλαβε τα εμπορεύματα και του χρόνου της παράδοσής τους. Εξ άλλου κατά το άρθρ. 29§1 της αυτής Σύμβασης, ο μεταφορέας δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεών της οι οποίες αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνη του ή οι οποίες μεταφέρουν το βάρος της απόδειξης, εάν η ζημία είναι αποτέλεσμα ηθελημένης κακής διαχείρισής του ή παράλειψής του, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία (του κράτους) του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ως ισοδύναμη με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.
Ο όρος ηθελημένη κακή διαχείριση (willful misconduct κατά το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο της Σύμβασης) είναι άγνωστος ως βαθμός πταίσματος στο ελληνικό δίκαιο και περιλαμβάνει, εκτός από τον άμεσο ή ενδεχόμενο δόλο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα, κατά την οποία αυτός ενεργεί γνωρίζοντας ότι η πράξη ή η παράλειψή του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει μεν αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1628/2001, ΑΠ 1885/2005).
Ο περιοριστικός χρόνος για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά του μεταφορέα αναφορικά με αξιώσεις από την παραπάνω Διεθνή Σύμβαση ορίζεται με το άρθρ. 32§1 της Σύμβασης σε ένα έτος, όμως αν πρόκειται για ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα ή εξομοιούμενη μ' αυτή αμέλειά του, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους του δικαστηρίου που επιλήφθηκε της υπόθεσης, ο περιοριστικός χρόνος είναι τρία έτη, με αφετηρία υπολογισμού και στις δυο περιπτώσεις, προκειμένου για ολική απώλεια των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, την τριακοστή ημέρα μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου παράδοσης, ενώ αν δεν υφίσταται συμφωνημένος χρόνος, ισχύει ως αφετηρία υπολογισμού η εξηκοστή ημέρα από την ημερομηνία κατά την οποία τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν από το μεταφορέα.
Κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρ. 32 της Σύμβασης, η υποβολή στον μεταφορέα εγγράφως των κατ' αυτού απαιτήσεων θα διακόπτει το ως άνω περιοριστικό χρονικό όριο μέχρι την ημερομηνία που ο μεταφορέας θα απαντήσει εγγράφως, απορρίπτοντας τις απαιτήσεις και επιστρέφοντας και τα προσαρτημένα σ' αυτές έγγραφα. Η σύμβαση μεταφοράς, είτε πρόκειται για εσωτερική είτε για διεθνή μεταφορά, αφορά κατ' αρχήν τρία πρόσωπα, δηλαδή τον αποστολέα ή φορτωτή, το μεταφορέα, ο οποίος διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί το έργο της μεταφοράς και τον παραλήπτη.
Όμως πολλές φορές στη μεταφορά παρεμβάλλεται και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 90 - 107 του ΕμπΝ, προκειμένου για μεταφορά ειδικότερα πραγμάτων οδικώς, αναλαμβάνει με σύμβαση με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα, να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα, ό,τι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς που αυτός του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη μ' αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της μεταφοράς.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 97 του ΕμπΝ ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για κάθε απώλεια ή φθορά των μεταφερόμενων πραγμάτων, ανεξάρτητα από πταίσμα του, εκτός αν συμφωνήθηκε το αντίθετο ή υπήρξε "ακαταμάχητη δύναμη", νομιμοποιείται δε να στραφεί απ' ευθείας κατ' αυτού και ο παραλήπτης των πραγμάτων που δεν συμβλήθηκε μαζί του, αφού η σύμβαση παραγγελίας μεταξύ αποστολέα και παραγγελιοδόχου λειτουργεί ως γνήσια κατά το άρθρ. 411 ΑΚ σύμβαση υπέρ του παραλήπτη (ΟλΑΠ 33/1998).
Η ευθύνη δηλαδή του παραγγελιοδόχου μεταφοράς είναι κατά την παραπάνω έννοια εγγυητική και ευθύνεται εις ολόκληρο με το μεταφορέα για την καλή απ' αυτόν εκτέλεση της μεταφοράς, στο μέτρο βέβαια που και ο τελευταίος ευθύνεται (ΑΠ 304/ 2007). Επομένως ναι μεν η από 19.5.1956 Σύμβαση της Γενεύης ρυθμίζει μόνον τη σύμβαση μεταφοράς και όχι και τη σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, όμως στο μέτρο που ανακύπτει κατά τη Σύμβαση αυτή ευθύνη του μεταφορέα, ευθύνεται εγγυητικά και εις ολόκληρο μ' αυτόν και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, με εφαρμογή βέβαια για τη ρύθμιση της ευθύνης του των διατάξεων όχι της Σύμβασης, αλλά του ΕμπΝ.
Έτσι δεν εφαρμόζεται ως προς την παραγραφή της εγγυητικής ευθύνης του το άρθρ. 32 της παραπάνω Σύμβασης, αλλά το άρθρ. 107 του ΕμπΝ, σύμφωνα με το οποίο κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς για απώλεια ή φθορά του φορτίου παραγράφεται σε έξι μήνες, αν η μεταφορά έγινε εντός του ελληνικού κράτους, ενώ αν έγινε εκτός αυτού, δηλαδή και από άλλη χώρα προς την Ελλάδα, παραγράφεται σε ένα έτος από την ημέρα κατά την οποία έπρεπε να γίνει η μεταφορά στην περίπτωση απώλειας του φορτίου ή από την ημέρα που έγινε η παράδοση στην περίπτωση φθοράς του, εκτός αν η απώλεια ή η φθορά οφείλονται σε απάτη ή απιστία του παραγγελιοδόχου, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά του, οπότε η παραγραφή είναι η κοινή παραγραφή των είκοσι ετών κατά το άρθρ. 249 ΑΚ.
Δεν αποκλείεται βέβαια ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς να ευθύνεται και για δικές του προσωπικές πράξεις ή παραλείψεις, στην περίπτωση όμως αυτή η ευθύνη του θεμελιώνεται στις διατάξεις του κοινού δικαίου, οι οποίες ρυθμίζουν επίσης και την αναστολή ή διακοπή της παραγραφής γενικώς της εγγυητικής ευθύνης του (ΑΠ 1119/1997, ΑΠ 304/2007).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η αρχική ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑ ΤΕΤΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΥΡΟΚΟΜΙΑ ΑΕΒΕ", η οποία υποκαταστάθηκε από την εκκαλούσα (πρώτη αναιρεσίβλητη) κατόπιν συγχωνεύσεώς τους, αγόρασε στις 18.11.1991 από την εταιρεία "FRIESLAND FRIKO DOMO/DAIRY FOODS BA", που εδρεύει στην Ολλανδία ...
τυρί συνολικής αξίας 172.961,80 φιορινίων Ολλανδίας. Στη συνέχεια η ως άνω αγοράστρια ανέθεσε τη μεταφορά των εν λόγω εμπορευμάτων από την Ολλανδία στην Αθήνα στην εναγομένη (αναιρεσείουσα), η οποία ... ασκεί επιχείρηση παραγγελίας μεταφοράς. Στη συνέχεια η εναγομένη, με νέα σύμβαση μεταξύ αυτής και της προσεπικαλούμενης εταιρείας (δεύτερης αναιρεσίβλητης), ανέθεσε στην τελευταία την ως άνω μεταφορά.
Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η προσεπικαλουμένη φόρτωσε στις 28.11.1991 τα ανωτέρω εμπορεύματα στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο-ψυγείο, ιδιοκτησίας του δεύτερου των προσεπικαλουμένων (τρίτου αναιρεσιβλήτου), που οδηγούσε ο τρίτος προσεπικαλούμενος (τέταρτος αναιρεσίβλητος), προκειμένου να τα μεταφέρει στην Αθήνα.
Για το λόγο αυτό εκδόθηκε η με αριθμό 364190/28.11.1991 φορτωτική διεθνών μεταφορών (C.M.R.). Την ίδια ημέρα το φορτηγό αναχώρησε από την Ολλανδία και την 1.12.1991 έφθασε στην περιοχή ZURANISA της Κροατίας μαζί με άλλα 8 φορτηγά Ελλήνων ιδιοκτητών, που επίσης μετέφεραν εμπορεύματα από τη Γιουγκοσλαυία και την Ολλανδία και είχαν σχηματίσει ΚΟΜΒΟΪ.
Κατά τη διέλευσή τους από την άνω περιοχή της Κροατίας τα αυτοκίνητα αυτά, μεταξύ των οποίων και εκείνο των προσεπικαλουμένων, δέχθηκαν επίθεση από ένοπλους Κροάτες, οι οποίοι φορώντας στολές του ομοσπονδιακού στρατού της Γιουγκοσλαυίας, εξανάγκασαν τους οδηγούς των αυτοκινήτων, αφού τους έδεσαν τα μάτια και συγχρόνως πυροβολούσαν προς εκφοβισμό, να κατεβούν από τα αυτοκίνητα, τα οποία στη συνέχεια τα εξαφάνισαν μαζί με το φορτίο τους, με συνέπεια να απωλεσθούν οριστικά.
Έτσι η ενάγουσα ζημιώθηκε με το ισόποσο της αξίας των ως άνω αγορασθέντων απ' αυτή εμπορευμάτων που ανέρχεται, κατά τα ανωτέρω, στο ποσό των 172.961,80 φιορινίων Ολλανδίας. Με την από 12.3.1992 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη ζήτησε απ' αυτή την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας της και έτσι ανεστάλει η παραγραφή της σχετικής αξιώσεώς της προς αποκατάσταση της ζημίας της αυτής από τις διατάξεις της C.M.R (άρθρ.32§2)...
Η εναγομένη με την από 15.3.1992 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 2.4.1992, απέρριψε εγγράφως την ως άνω αξίωση της ενάγουσας και έτσι έκτοτε έπαυσε η αναστολή της παραγραφής αυτής, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη ... Μετά την παύση της ως άνω αναστολής μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, χωρίς να μεσολαβήσει καμία άλλη διαδικαστική πράξη ή άλλη ενέργεια διακοπής ή αναστολής της παραγραφής και έτσι η ανωτέρω αξίωση της ενάγουσας από τις διατάξεις της C.M.R.
υπέκυψε στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρ. 32§1 της Σύμβασης ... Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τόσο η εναγομένη όσο και οι υπόλοιποι πραγματικοί μεταφορείς γνώριζαν πριν από την πραγματοποίηση της εν λόγω μεταφοράς τους ως άνω κινδύνους απώλειας των μεταφερομένων... Παρά τη γνώση τους όμως αυτή επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για τους κινδύνους αυτούς και πραγματοποίησαν τη μεταφορά δια της Γιουγκοσλαυίας, με συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση να υπάρχει ηθελημένη κακή διαχείριση της εναγομένης και η τελευταία να υποχρεούται σε αποκατάσταση της ως άνω ζημίας της ενάγουσας από την απώλεια των εμπορευμάτων της.
Η αξίωση της τελευταίας για την αποκατάσταση της ζημίας της αυτής δεν υπέκυψε σε παραγραφή, διότι από το τέλος της κατά τα ανωτέρω αναστολής μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεν παρήλθε ο απαιτούμενος για τη συμπλήρωσή της χρόνος των τριών ετών (άρθρ. 32§1 C.M.R.). Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ανωτέρας βίας είναι αβάσιμος στην ουσία και απορριπτέος ...
Επίσης αβάσιμος στην ουσία είναι και ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι "η αγωγή ως προς τη βάση της με την οποία ζητείται αποζημίωση για ηθελημένη κακή διαχείριση, ως προς την οποία είναι νόμιμη ..., έπρεπε να γίνει δεκτή και στην ουσία", δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την αντίθετη πρωτόδικη απόφαση, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 172.961,80 φιορινίων Ολλανδίας κατά το ισάξιο σε δραχμές κατά το χρόνο της πληρωμής.
Ωστόσο η ηθελημένη κακή διαχείριση, ως όρος της από 19.5.1956 Σύμβασης της Γενεύης (C.M.R.), συνάπτεται άμεσα με ευθύνη του μεταφορέα και όχι του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ενήργησε, αλλά και συμβλήθηκε η αναιρεσείουσα με την αρχική ενάγουσα που απορροφήθηκε στη συνέχεια από την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Εξ άλλου ναι μεν στο πλαίσιο της εγγυητικής ευθύνης της αναιρεσείουσας για τις πράξεις ή παραλείψεις του μεταφορέα, δηλαδή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στην οποία ανέθεσε τη διενέργεια της μεταφοράς, η ηθελημένη κακή απ' αυτή διαχείριση της μεταφοράς επηρεάζει έμμεσα και τη δική της ευθύνη, όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι αξιώσεις που απορρέουν από την εγγυητική αυτή ευθύνη της παραγράφονται σε κάθε περίπτωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 107 του ΕμπΝ και όχι στο άρθρ. 32 της Σύμβασης της Γενεύης (C.M.R.), το οποίο αφορά την παραγραφή αξιώσεων από τη Σύμβαση αυτή μόνον κατά του μεταφορέα και όχι και κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε ότι η επίδικη αξίωση της αρχικής ενάγουσας προς αποκατάσταση της ζημίας της από την απώλεια της ποσότητας τυριού που αγόρασε από την ολλανδική εταιρεία "FRIESLAND FRIKO DOMO/DAIRY FOODS BA" και ανέθεσε στην αναιρεσείουσα να ενεργήσει για τη μεταφορά του από την Ολλανδία στην Αθήνα, δεν υπέκυψε στην τριετή παραγραφή του άρθρ. 32 της ως άνω Σύμβασης, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει το άρθρ. 107 του ΕμπΝ και να κρίνει την αξίωση αυτή παραγεγραμμένη, αφού από το χρόνο που έπρεπε να γίνει η μεταφορά και οπωσδήποτε από την εξηκοστή ημέρα από την παραλαβή του εμπορεύματος προς αποστολή στις 28.11.1991 μέχρι την άσκηση της ένδικης από 23.9.1994 αγωγής, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό 8093/28.9.1994, παρήλθε χωρίς διακοπή, εν όψει του άρθρ. 261 ΑΚ, συνεχές διάστημα πλέον του έτους, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Κατά παραδοχή επομένως του λόγου αυτού από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που καθιστά περιττή πλέον την έρευνα του δεύτερου και τρίτου των λόγων της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την αντίθετη πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ακολούθως την ένδικη αγωγή.
Κατά το ίδιο μέρος η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ). Η πρώτη αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§2, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τη δεύτερη και το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων την από 16.4.2004 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 8573/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των κληρονόμων του ως άνω αναιρεσιβλήτου, δηλαδή της συζύγου του Μ. Κ. και των τέκνων του Ι. και Κ. Κ., την οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων την ένδικη από 23.9.2004 αγωγή.
Παραπέμπει ως προς το μέρος αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Αυγούστου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ