Legislator Case Law & Legislation
1319/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to expired power of attorney and lack of proper service of notice.

Case Number 1319/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the power of attorney authorizing the lawyer's representation had expired five years prior to the hearing. The court found that the second appellant, represented by a lawyer with an expired mandate, did not appear in court and was not properly summoned by the opposing parties. Consequently, the court ruled that the second appellant did not participate in the trial lawfully, rendering the entire discussion invalid under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 97, 104, 568, 576 of the Civil Procedure Code; The discussion on an appeal is inadmissible if a party appears with a lawyer whose power of attorney has expired and who fails to prove current authorization, resulting in the party being deemed absent.

Keywords

AI generated
expired power of attorney inadmissible appeal Civil Procedure Code proper service of notice supreme court jurisdiction legal representation validity court hearing invalidity

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 97 of the Civil Procedure Code
Articles 104, 568, 576 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 9/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1319 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1319/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και 2. Χ2 χας Ζ, θυγ. Θ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσΙβλήτου: Ευαγγέλου-Νικολάου Καρανδινού του Διονυσίου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Χρήστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2007 αγωγή και με την από 30-5-2007 συμπληρωματική αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1042/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1976/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 21-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο 1ος αναιρεσείων ατομικά και ως πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια, και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, γ) η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της και δ) εκείνος που παρίσταται με δικηγόρο, του οποίου η πληρεξουσιότητα έπαυσε να ισχύει, θεωρείται σαν να μην είχε εμφανιστεί στη συζήτηση της υπόθεσης.

Από το συνδυασμό, εξάλλου, των προαναφερόμενων διατάξεων και εκείνων των άρθρων 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία ύπαρξη αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο επισπεύδων διάδικος θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και να κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΟλΑΠ 9/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με εκφώνησή της με τη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-5-2010), η δεύτερη αναιρεσείουσα Χ2 χήρα Ζ, εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Χ1, ο οποίος προσκομίζει το υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Χρόνη, από το οποίο προκύπτει, ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα διορίζει ως πληρεξούσιο και αντίκλητό της τον παραπάνω αναφερόμενο δικηγόρο για να την εκπροσωπεί και να παρίσταται για λογαριασμό της σε όλα γενικά τα ελληνικά δικαστήρια και σε όλες τις αρχές για όλες τις δίκες.

Το πληρεξούσιο αυτό, που χορηγήθηκε στον παρασταθέντα ως πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας δικηγόρο, έπαυσε να ισχύει μετά παρέλευση πενταετίας, ήτοι από 23-12-2008, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 3 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (12-5-2010) δεν ίσχυε η δοθείσα σ' αυτόν με το άνω πληρεξούσιο πληρεξουσιότητα.

Ως εκ τούτου η δεύτερη αναιρεσείουσα, μη παρασταθείσα όπως ο νόμος ορίζει, δεν συμμετέσχε στη δίκη νομίμως. Επομένως, εφόσον από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι η ανωτέρω απολιπόμενη αναιρεσείουσα κλητεύθηκε είτε από τον παρόντα ομόδικό της, πρώτο αναιρεσείοντα, είτε από τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, πρέπει η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση επί της από 18-6-2009 αίτησης των Χ1 και Χ2 χας ΙΖ για αναίρεση της 1976/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουλίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ