Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural defects and evidence weight.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding a marital property dispute. The appellant raised multiple grounds, including procedural errors and improper evidence assessment, but the court found these arguments inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 216 § 1, Art. 559 nos. 13, 14, 1, 11 KPolD; An appeal based on procedural defects or improper evidence weight is inadmissible if the lower court did not issue a separate ruling on evidence or if the substantive judgment is not reviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1319 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1319/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ..............., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πάλλη.
Της αναιρεσίβλητης : ..............., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκόκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4174/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8747/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Η έλλειψη τέτοιας εκθέσεως, που αφορά στην κατά το άρθρο 111 § 2 ΚΠολΔ προδικασία, καθιστά την αγωγή απαράδεκτη, ελέγχεται δε αναιρετικώς, με λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση στην από 15/11/2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από το δικόγραφό της, εκτίθενται τα ακόλουθα: Η ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) σύζυγό της το ποσό των 15.000.000 δραχμών, που ήταν μέρος του τμήματος που είχε αυτή εισπράξει την 23/7/1997 από την πώληση ακινήτου της, με την συμφωνία να το διαχειρισθεί για την αγορά για λογαριασμό της αμοιβαίων κεφαλαίων.
Μερικές ημέρες αργότερα ο εναγόμενος εξετέλεσε την εντολή, αγοράζοντας αμοιβαία κεφάλαια από την εταιρεία διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων ".........", όπως την ενημέρωσε. Κατά τον Φεβρουάριο 2000, όταν οι σύζυγοι αποφάσισαν να προχωρήσουν σε λύση του γάμου τους και η ενάγουσα ζήτησε από τον αντίδικό της να της δώσει τους τίτλους που της ανήκαν, αυτός της απεκάλυψε ότι είχε ήδη ρευστοποιήσει τους εν λόγω τίτλους και είχε χρησιμοποιήσει τα χρήματα που εισέπραξε για δικούς του σκοπούς και ειδικότερα για την ανακαίνιση οικίας του στην .......
Λακωνίας. Ο εναγόμενος της υποσχέθηκε να της επιστρέψει το αρχικό ποσό των 15.000.000 δραχμών μέχρι το τέλος Ιουλίου 2001, δεν ετήρησε όμως την υπόσχεσή του. Κατ' ακολουθίαν του ιστορικού αυτού, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 15.000.000 δραχμών, στο οποίο, ως εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανήλθε το προϊόν της ρευστοποιήσεως, με βάση τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, άλλως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, δεδομένου ότι αυτός μετά τη ρευστοποίηση των τίτλων και την ιδιοποίηση των χρημάτων που έλαβε, διέπραξε το αδίκημα της υπεξαιρέσεως.
Η αγωγή με το περιεχόμενο αυτό είναι ορισμένο ως προς αμφότερες τις βάσεις της , αφού εκτίθενται σ΄ αυτήν με σαφήνεια γεγονότα που θεμελιώνουν κατά νόμο και ειδικότερα κατά τα άρθρα 713, 719, 914, 297, 298 ΑΚ και 375 ΠΚ τις ως άνω αγωγικές βάσεις. Το Εφετείο επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και παραδεκτή και στη συνέχεια την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσίαν, δεν, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία σε δικαιοπραξία.
Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία σε δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως και παρόλα αυτά δεν τους εφάρμοσε.
Συνακόλουθα, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία σε δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως. Εξάλλου, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται και η διάταξη που ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, παρόλο που με τον πρώτο λόγο και το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου της αναιρέσεως αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια της μη εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν επικαλείται ότι το Εφετείο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία σε δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, αιτιώμενος μόνον για το ότι το Εφετείο δεν έλαβε σαφή θέση στο ζήτημα αν υπάρχει κενό ή ασάφεια σε σχέση με διάφορες περιστάσεις τις οποίες θεωρεί κρίσιμες για τη διάγνωση της υποθέσεως.
Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το εν λόγω μέρος του, είναι απορριπτέος ως αόριστος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος, αναφερόμενος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19, σε αντιφάσεις μεταξύ παραδοχών της αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρει τις φερόμενες ως παραβιασθείσες με τον τρόπο αυτόν διατάξεις.
Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως αναφέρεται στις ακόλουθες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως: "Προς αντίκρουση της αγωγής, χωρίς να προτείνει ένσταση συμψηφισμού ομοειδών απαιτήσεών του κατά της ενάγουσας, ο εναγόμενος αφαιρεί από το ποσό των 15.000.000 δρχ., εκτός του ποσού των 2.051.825 δρχ., (που του είχε καταβάλει) και τα ποσά:
α) των 971.819 δρχ. που κατά τους ισχυρισμούς του δαπάνησε για καταβολή ασφαλίστρων ασφαλιστικής συμβάσεως Ζωής της ενάγουσας κατά τα έτη 1995 - 2000, β) ποσό 1.922.419 δρχ. που κατέβαλε για φόρο μεταβιβάσεως πρώτης κατοικίας της, γ) ποσό 2.391.835 δρχ. που δαπάνησε η ίδια για την αγορά, για αποκλειστική της χρήση αυτοκινήτου τύπου FIAT .........., το οποίο ανήκει κατά κυριότητα και στους δύο, ήτοι σύνολο 7.317.898 δρχ., το δε υπόλοιπο ποσό των 7.682.102 δρχ.
ισχυρίζεται ότι το δαπάνησε αυτή ως συμβολή της στις οικογενειακές τους ανάγκες του άρθρου 1389 ΑΚ. Η αυτόβουλη και χωρίς προβολή σχετικής ενστάσεως, αφαίρεση των εν λόγω ποσών, είναι απαράδεκτη... Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι τυχόν αξιώσεις του εναγομένου για την συμβολή της ενάγουσας στις οικογενειακές τους ανάγκες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο άλλης μεταξύ τους δίκης και όχι της προκείμενης".
Με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη έκρινε ότι ο εναγόμενος, αν και ήταν υποχρεωμένος, δεν υπέβαλε ένσταση συμψηφισμού για τα αναφερόμενα στις ανωτέρω παραδοχές κεφάλαια, χωρίς όμως να έχει προβληθεί από την αντίδικό του τέτοιος λόγος εφέσεως. Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως, εκτιμώμενος ως λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται ποια επίδραση άσκησε στην έκβαση της δίκης η φερόμενη λήψη υπόψη λόγου εφέσεως.
Κατά τα λοιπά, με το λόγο αυτόν αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι με την ως άνω παραδοχή του το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 440 και 1389 Ακ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Και κατά το μέρος αυτό όμως ο λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται με σαφήνεια το νομικό σφάλμα, δηλαδή δεν εκτίθεται πού εντοπίζεται η παράβαση κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, στηριζόμενος στην εκδοχή ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η αντίδικος σύζυγός του είχε αναθέσει τη διαχείριση ατομικής περιουσίας της, ήτοι ότι του είχε αναθέσει τη διαχείριση του ποσού των 12.948.175 δραχμών, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1399 ΑΚ, κατά το οποίο, αν ο ένας από τους συζύγους ανέθεσε στον άλλο τη διαχείριση της ατομικής του περιουσίας, δεν υπάρχει υποχρέωση για λογοδοσία και για απόδοση των εισοδημάτων από τη διαχείριση, μη εφαρμόζοντας αυτές παρόλο που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της φερόμενης ως παραβιασθείσας διατάξεως, καθόσον ούτε για αγωγή λογοδοσίας πρόκειται ούτε ζητείται απόδοση εισοδημάτων.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, που εκτιμάται ως λόγος εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη κηρύξεως απαράδεκτης ένορκης βεβαιώσεως που λήφθηκε μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, και προσκομίσθηκε στην κατ' έφεση δίκη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ότι το απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ. 2).
Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται μόνο όταν παραβιάσθηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνες που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντιθέτως, η παραβίαση των δικονομικών κανόνων, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στο Εφετείο, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη έφεση του αναιρεσείοντος, η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 106-108, 517 και 520 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, αφού τα ανωτέρω άρθρα του Κ.Πολ.Δ.
περιέχουν δικονομικούς κανόνες.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 1) και ειδικότερα την ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του έβδομου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19). Όλες όμως οι αποδιδόμενες σε αυτήν ελλείψεις ανάγονται στην πειστικότητα των επιχειρημάτων και την επάρκεια της αιτιολογήσεως του αποδεικτικού πορίσματος, για το οποίο καθεαυτό δεν προβάλλεται αιτίαση. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο εξεταζόμενος λόγος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου. Επομένως, ο όγδοος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ίδια διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, κατά την οποία εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, και δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως.
Με τον ένατο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καταδικάζοντας τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το οποίον όρισε στο ποσό των 2.600 ευρώ, που είναι ανώτερο από αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή των προβλεπομένων από των Κώδικα περί Δικηγόρων κατωτάτων ορίων αμοιβών, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 178 παρ. 1, 179 ΚΠολΔ και 110, 107 και 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα αντίγραφα των εκκαθαριστικών της Δ.Ο.Υ. της ενάγουσας των ετών 1995 έως και 1999 καθώς και τα αντίγραφα των εκκαθαριστικών της Δ.Ο.Υ. του εναγομένου των ετών 1995 έως και 2000. Επομένως ο δέκατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.3.2005 αίτηση του ............ για αναίρεση της 8747/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ