Supreme Court dismisses appeal against labor law decision regarding employer's right to change insurance schemes post-transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by 35 employees against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The employees argued that their employer illegally altered their insurance benefits after a business transfer, violating specific provisions of Presidential Decree 572/1988. The court held that the employer lawfully cancelled the original scheme and established a new one based on employee agreement, thereby not constituting a unilateral detrimental change or a breach of obligations.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3 para. 1, 2 and 3 letter a' and b' of Presidential Decree 572/1988; The successor entity may lawfully terminate an existing insurance scheme and establish a new one with different terms upon employee agreement, provided this does not constitute a unilateral detrimental modification of employment conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1319 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1319/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: αναφέρθηκαν 35 αναιρεσείοντες.Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις .
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) ........................... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Ζερδελή, Γεώργιο Λεβέντη και Αγησίλαο Σακκά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7901/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Απριλίου 2004 αίτησή τους. Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20-9-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή στο άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 εδαφ. α' και β' του Π.Δ. 572/1988 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης
επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας προς εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα προς τις διατάξεις της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, ορίζονται τα εξής: «1. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής το διάδοχο.
Ο μεταβιβάζων, παράλληλα προς το διάδοχο παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος σε ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. 2. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά την για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. 3.
Ειδικότερα, σε ότι αφορά τα δικαιώματα από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, είτε με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική εταιρεία, είτε με μορφή λογαριασμού, που λειτουργεί στα πλαίσια της επιχείρησης, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως, ισχύουν τα εξής: α)Αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με τους ίδιους όρους που ίσχυαν για τον μεταβιβάζοντα, ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης.
Αν μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρεία, ο διάδοχος ανανεώνει τη σύμβαση ασφάλισης και με αυτήν, β) Αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με διαφορετικούς όρους από εκείνους που ίσχυαν για τον μεταβιβάζοντα, στη περίπτωση αυτή πληροφορεί τους εκπροσώπους των εργαζομένων για τη μεταβολή των όρων, διαβουλεύεται με αυτούς και με τον μεταβιβάζοντα και καταρτίζει νέα σύμβαση ασφάλισης.
Αν μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρεία, στις διαβουλεύσεις μετέχει και εκπρόσωπός της για να υποβάλει νέες προτάσεις προς κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη και του τυχόν πλεονάζοντος μαθηματικού αποθέματος». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με αυτές τίθεται ο κανόνας ότι σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως διατηρούνται όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων και όλες οι προς αυτούς υποχρεώσεις του εργοδότη, είτε αυτές προέρχονται από την ατομική σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από κανονισμούς εργασίας, ή άλλη νόμιμη αιτία (επιχειρησιακή πρακτική, συνήθεια κλπ).
Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν εισάγει η προεκτεθείσα παρ. 3, κατά την οποία επιτρέπεται στο διάδοχο να αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής σύμβασης, είτε με τη μορφή προγράμματος σε ασφαλιστική εταιρεία, είτε με τη μορφή λογαριασμού που λειτουργεί, στα πλαίσια της επιχείρησης. Ο δικαιολογητικός λόγος της εξαίρεσης αυτής έγκειται στο ότι η ανάληψη από το διάδοχο των προσθέτων παροχών, που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι υπό συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, θα δυσχέραινε ουσιωδώς τη μεταβίβαση επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι δαπάνες για την κάλυψη των παροχών αυτών είναι υψηλές.
Έχει όμως ο διάδοχος τη δυνατότητα αντί να διακόψει την ασφάλιση να τη συνεχίσει, είτε με τους ίδιους όρους, οπότε ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης, είτε με διαφορετικούς. Στην τελευταία περίπτωση γίνεται νέα διαπραγμάτευση των όρων μεταξύ του διαδόχου, των εκπροσώπων των εργαζομένων στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση και του αρχικού εργοδότη και, αν στο σύστημα ασφάλισης μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρεία, και του εκπροσώπου αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες καταρτίστηκαν για τον καθένα από αυτούς στους χρόνους που αναφέρονται στην απόφαση, προσελήφθηκαν από την εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΚΟ ΑΒΕΕ), η οποία είχε συσταθεί το έτος 1963 με την αρχική επωνυμία «ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία», και απασχολούντο στο βιομηχανικό της συγκρότημα στην Ιωνία Θεσσαλονίκης.
Με το Ν.2593/1998 από τις 1-4-1998 η «ΕΚΟ ΑΒΕΕ» διασπάσθηκε και μέρος της περιουσίας της, μαζί με τους εργαζομένους στο βιομηχανικό
συγκρότημα Θεσσαλονίκης, απορροφήθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία «ΕΚΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ & ΧΗΜΙΚΑ ΜΑΔΕΔΟΝΙΑΣ ΑΒΕΕ», η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την πρώτη αναιρεσίβλητη. Ετσι από 1-4-1998 οι αναιρεσείοντες έχουν ως εργοδότρια την πρώτη αναιρεσίβλητη, οιονεί καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριας τους εταιρείας.
Η εταιρεία «ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ ΑΒΕΕ» είχε συνάψει από το έτος 1966 με την ασφαλιστική εταιρεία «ΑLICΟ» σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, με την οποία παρεχόταν στους εργαζομένους της, κατά τη λύση της συμβάσεως εργασίας τους με οποιονδήποτε τρόπο, χρηματική παροχή που συνίστατο σε ετήσια ισόβια σύνταξη, καταβαλλόμενη σε δέκα τέσσερις ισόποσες δόσεις ανά έτος.
Για την κατάρτιση της ομαδικής ασφαλιστικής σύμβασης εκδόθηκε το με αριθμό 5330 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με τη σύμβαση αυτή ασφαλίζονταν όλοι οι μισθωτοί, που παρείχαν την εργασία τους σε εκτέλεση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Η εν λόγω σύμβαση τροποποιήθηκε δύο φορές μία το έτος 1979 και μία το έτος 1988.
Με τις τροποποιήσεις αυτές βελτιώθηκαν οι παρεχόμενες στους εργαζόμενους παροχές του προγράμματος. Τα ασφάλιστρα αρχικά καταβάλλονταν κατά ένα μικρό ποσοστό από τους εργαζομένους και κατά το υπόλοιπο από την εργοδότρια. Από το έτος 1979 τα ασφάλιστρα καταβάλλονταν μόνο από την εργοδότρια. Η ένταξη στο πρόγραμμα δεν ήταν υποχρεωτική για τους εργαζομένους, αλλά γινόταν ύστερα από αίτησή τους.
Το εν λόγω ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα αποτελούσε οικειοθελή παροχή της εργοδότριας εταιρείας προς τους μισθωτούς της και μπορούσε οποτεδήποτε να ανακληθεί μονομερώς από αυτή. Πριν από τη συγχώνευση στην αναιρεσίβλητη οι διοικήσεις των σωματείων των εργαζομένων σε όλες τις υπό συγχώνευση εταιρείες συγκρότησαν επιτροπή, η οποία συζήτησε τα σχετικά θέματα με τους νομίμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης.
Η επιτροπή των εργαζομένων και οι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης στις 14-11-1999 κατέληξαν σε συμφωνία για την οποία συντάχθηκε σχετικό έγγραφο πρακτικό. Με αυτό η πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό την τότε επωνυμία της «ΔΕΠ ΑΕ», ανέλαβε την υποχρέωση να διαβουλεύεται με τους εκπροσώπους των εργαζομένων για την κατάρτιση του νέου ομογενοποιημένου
προγράμματος ομαδικής ασφάλισης και να καταρτίσει αυτό εντός δύο ετών από τη συγχώνευση. Μετά την κατάρτιση του ανωτέρω πρακτικού η επιτροπή των εκπροσώπων όλων των σωματείων των εργαζομένων στις υπό συγχώνευση εταιρείες, λόγω εσωτερικών διαφωνιών, διαλύθηκε. Συμβούλια εργαζομένων, κατά την έννοια του Ν. 1767/1988, δεν είχαν εκλεγεί στις υπό συγχώνευση εταιρείες. Παρά το ότι, λόγω της ελλείψεως αυτής, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση για πληροφόρηση των εκπροσώπων των εργαζομένων και διαβούλευση με αυτούς για την κατάρτιση νέου ομογενοποιημένου
προγράμματος
ομαδικής ασφάλισης, αυτή ζήτησε τις απόψεις τόσο του πλέον αντιπροσωπευτικού σωματείου των εργαζομένων στη νέα ενιαία επιχείρηση, δηλαδή της «Ένωσης Εργατοϋπαλλήλων Ελληνικών Πετρελαίων» όσο και των λοιπών σωματείων, δηλαδή και του σωματείου στο οποίο ανήκαν οι αναιρεσείοντες. Όλα δε τα σωματεία αυτά εξέφρασαν τις απόψεις τους. Επίσης έγιναν επανειλημμένες συσκέψεις της προβλεπόμενης στο υπ' αριθ ............ ασφαλιστήριο συμβόλαιο διοικούσας επιτροπής του προγράμματος ομαδικής ασφάλισης, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι των εργαζομένων. Πέραν των ενεργειών αυτών η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στην εταιρεία αναλογιστικών εργασιών
ΕYROBROKERS
την
εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης για την αποτίμηση των παροχών που δικαιούνταν οι εργαζόμενοι βάσει των υφισταμένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων με ημερομηνία αποτίμησης την 31-12-2000. Διαβουλεύθηκε, επίσης, με την ασφαλιστική εταιρεία ΑLICO, στην οποία γνωστοποίησε την πρόθεση της για καταγγελία του υπάρχοντος ασφαλιστικού προγράμματος και την κατάρτιση νέου ενιαίου για όλους τους εργαζόμενους, για το οποίο μπορούσε και αυτή (ασφαλιστική εταιρεία) να υποβάλει τις προσφορές της. Μετά το πέρας των διαβουλεύσεων το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, με την ........... απόφασή του, αποφάσισε την τροποποίηση των υφισταμένων προγραμμάτων και τη δημιουργία
νέου
ενιαίου ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού προγράμματος για όλο το προσωπικό της, τύπου «καθορισμένων παροχών». Προς το σκοπό αυτό, με την ίδια απόφαση, αποφασίσθηκε η καταγγελία όλων των υπαρχουσών ασφαλιστικών συμβάσεων με ημερομηνία ισχύος 31-12-2000 και η προκήρυξη διαγωνισμού για την κατάρτιση νέου ενιαίου για όλους τους εργαζόμενους ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος.
Στο διαγωνισμό αυτό δεν συμμετείχε η ασφαλιστική εταιρεία ALICO. Συμμετείχαν όμως οι ασφαλιστικές εταιρείες «Εθνική Ασφαλιστική», «ΑLFΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ», «ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ» «ΑLLΙΑΝΖ» και «ΜΕΤROLΙFΕ ΕΜΠΟΡΙΚΗ». Ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην τελευταία ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία καταρτίσθηκε την 10-4-2001 νέο ενιαίο για όλους τους εργαζομένους ομαδικό ασφαλιστικό πρόγραμμα με ημερομηνία έναρξης την 1-1-2001.
Στο νέο αυτό πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης εντάχθηκε η μεγαλύτερη πλειοψηφία των εργαζομένων στην πρώτη αναιρεσίβλητη και μόνο οι 35 αναιρεσειόντες και άλλοι 36 εργαζόμενοι αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους. Ενόψει αυτών το Εφετείο έκρινε, ότι το ως άνω αρχικό πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης, που είχε καταρτίσει η δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης με την ασφαλιστική εταιρεία ΑLICΟ, αποτελούσε οικειοθελή παροχή της εργοδότριας εταιρείας προς τους εργαζομένους της και κατά συνέπεια, ότι η καταγγελία του προγράμματος αυτού έγινε κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της, άλλως κατ' ενάσκηση συμβατικού δικαιώματος που παρασχέθηκε σ' αυτήν με συμφωνία των εργαζομένων κατά την τροποποίηση του αρχικού προγράμματος ασφάλισης, την οποία γνώριζαν και αποδέχτηκαν οι αναιρεσείοντες.
Ακόμη όμως και αν το προαναφερόμενο πρόγραμμα ήταν αποτέλεσμα συμβατικής και μη ανακλητής μονομερώς υποχρεώσεως της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, είτε ρητής είτε σιωπηρής, λόγω επιχειρησιακής συνήθειας, η καταγγελία αυτού εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και η κατάρτιση νέου ασφαλιστικού προγράμματος με διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις έγινε νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 572/1988 και δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των αναιρεσειόντων, ούτε αποτελεί υπαίτια αθέτηση των από τις εργασιακές συμβάσεις υποχρεώσεων της, ώστε να γεννάται εντεύθεν δευτερογενής αξίωση των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1,2 και 3 εδαφ.α' και β' του Π.Δ/τος 572/1988 και διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 9, 14 και 16 του ΚΠολΔ, διότι αντικατέστησε την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι η ένδικη ασφαλιστική παροχή της αρχικής εργοδότριας των αναιρεσειόντων είχε αποκτήσει το χαρακτήρα δεσμευτικής εργοδοτικής παροχής, μολονότι δεν είχε προσβληθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της με λόγο εφέσεως με αποτέλεσμα να δημιουργείται δεδικασμένο, επιπλέον δε κατέστησε χειρότερη τη θέση των αναιρεσειόντων.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή με τους λοιπούς -υπ' αρ. 2 και 3- λόγους αυτής της κατά τα ανωτέρω επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ήτοι ότι, και αν ακόμη το προαναφερόμενο πρόγραμμα ήταν αποτέλεσμα συμβατικής και μη ανακλητής μονομερώς υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης, η τελευταία είχε το δικαίωμα να καταγγείλει το αρχικό και να καταρτίσει νέο ασφαλιστικό πρόγραμμα με διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 572/1988, ενώ η στηρίζουσα, επίσης, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογία, ότι η εν λόγω καταγγελία του αρχικού και κατάρτιση νέου ασφαλιστικού προγράμματος έγινε νομίμως από την αναιρεσίβλητη, κατ' ενάσκηση συμβατικού δικαιώματος που παρασχέθηκε σ' αυτήν με συμφωνία των εργαζομένων κατά την τροποποίηση του αρχικού προγράμματος ασφάλισης, την οποία γνώριζαν και αποδέχτηκαν οι αναιρεσείοντες, δεν πλήττεται με κανένα από τους λόγους της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2004 αίτηση περί αναιρέσεως της 435/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ