Appeal dismissed for inadmissibility as it improperly challenges the substantive facts of a debt restructuring case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final debt restructuring decision, ruling it inadmissible for attempting to re-evaluate evidence. The appellant argued the court erred in finding no permanent inability to pay, citing higher living needs and spousal contributions, but the court held these were substantive issues already decided by the lower court. The appeal was rejected because it sought to undermine the finality of the first-instance judgment by re-examining facts and evidence, which is prohibited under the relevant procedural articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when it attempts to re-evaluate evidence or challenge the substantive findings of the court of first instance regarding the debtor's financial status in a debt restructuring proceeding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1318 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1318/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μελέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-10-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 13-10-2021 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 10/15-10-2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμ. 241/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ A.E." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ". Παρά, όμως την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 222/2023, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 153/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 241/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (3-11-2023), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης υπ' αριθμ. ... και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι.- Μ. Σ. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά της, νόμιμα και εμπρόθεσμα στις ως άνω αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες (άρθρο 126 παρ. 1 εδ.
γ ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, εφόσον οι απολειπόμενες αναιρεσίβλητες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 18-10-2019, η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε στις 15-10-2021), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αιτούσα, ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, την από 23-12-2015 (αριθμ.
έκθ. κατάθ. 5/22-1-2016) αίτησή της κατά των καθ'ων, ήδη αναιρεσιβλήτων, ήτοι του ν.π.δ.δ "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και των ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "ALPHA TΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", αντιστοίχως, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές της, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών της, με την υπαγωγή της στη διαδικασία του Ν. 3869/2010,με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής της κατάστασης.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 490/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε τις οφειλές της αιτούσας, ορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της, για χρονικό διάστημα 22 μηνών, συνολικού ποσού 200 ευρώ, συμμέτρως κατανεμημένο μεταξύ των ως άνω πιστωτών, εξαίρεσε της εκποίησης το ποσοστό 37,50% του δικαιώματος κυριότητας εξ αδιαιρέτου επί αγροτεμαχίου εμβαδού 5.300 τ.μ., κειμένου στην Αγία Παρασκευή Δράμας, όπως και την κύρια κατοικία της αιτούσας, δηλαδή ενός διαμερίσματος, ευρισκόμενου στον πρώτο όροφο οικοδομής, κείμενης στην συνοικία "Απολλωνιάδα" Αλεξανδρούπολης, καθαρού εμβαδού 87,81 τ.μ.
με τα παραρτήματα αυτού, την με αριθμό ένα (1) αποθήκη και ένδεκα (11) θέση στάθμευσης, επιβάλλοντας στην αιτούσα για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της την καταβολή προς τους καθ' ων πιστωτές, 240 μηνιαίων δόσεων (20 έτη), συνολικού ποσού 355 ευρώ, συμμέτρως κατανεμημένο μεταξύ αυτών (παρακρατούμενο για το ΤΠΔ από το μισθό της αιτούσας).
Το καθ' ου ν.π.δ.δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 27-7-2018 έφεσή του (αριθμ. κατάθ. 79/27-6-2018) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο με την υπ' αριθμό 241/2019 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ως άνω αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, την οποία απέρριψε, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης του εκκαλούντος, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κρίνοντας ειδικότερα, ότι η αιτούσα δεν βρίσκεται σε μόνιμη διαρκή αδυναμία κάλυψης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υπό την έννοια της αρνητικής σχέσης ρευστότητας των εσόδων της, μετά την αφαίρεση των δαπανών διαβίωσής της και, συνεπώς, δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 για την υπαγωγή της στη συγκεκριμένη διαδικασία.
Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 22-1-2016 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 22-1-2016], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".
Ακολούθως, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015 και καταλαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν.4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρα 323 και 340 Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1943/2022). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1430/2019). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559) λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, και η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολομ. ΑΠ 9/2016, Ολομ. ΑΠ 20/2005, Ολομ. ΑΠ 28/1998, Ολομ. ΑΠ 32/1996).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (15.10.2021), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1429/2022, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί αναγραφόμενα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "...Η αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα), ηλικίας 55 ετών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, είναι δημόσια υπάλληλος απασχολούμενη στο Τελωνείο των Κήπων με τον βαθμό της Προϊσταμένης του Τμήματος Ελέγχου Διελεύσεων, έναντι μηνιαίου μισθού 1804,65 ευρώ και είχε τελέσει γάμο με τον Σ.
Π., ο οποίος έχει πλέον λυθεί, δυνάμει της με αριθμό 16/2007 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού. Ο πρώην σύζυγός της πάσχει από τη νόσο "Charcot-Marie-Tooth" και χρόνιο αλκοολισμό, έχοντας κριθεί ανάπηρος κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2013 έως και 31.12.2017 με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 80% (30% εκ του οποίου από ψυχιατρική πάθηση), είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ, λαμβάνοντας μηνιαία σύνταξη ποσού 656,97 ευρώ.
Από τον γάμο τους απέκτησαν με την αιτούσα δύο τέκνα ήδη ενήλικα, την Α. και την Α. Π. Μ. ηλικίας 25 και 23 ετών αντίστοιχα κατά το ίδιο ως άνω χρονικό σημείο, οπότε η πρώτη, που φοιτούσε στο Τμήμα Διοίκησης και Επιχειρήσεων του ΤΕΙ Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης με έδρα την Καβάλα, βρισκόταν στο πέρας των σπουδών της, όπως και η δεύτερη, που φοιτούσε στο Τμήμα Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σύμφωνα και με τις βεβαιώσεις σπουδών αυτών.
Η πρώτη θυγατέρα κατοικεί με την απούσα, μεταβαίνοντας όποτε είναι απαραίτητο για τις σπουδές της στην Καβάλα και απασχολείται, βάσει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, ως βοηθητικό προσωπικό σε επιχείρηση καφεστίασης, έναντι μηνιαίων αποδοχών που αντιστοιχούν σε 219 ευρώ περίπου, ενώ η δεύτερη διαμένει στα Ιωάννινα σε κατοικία που μισθώνει έναντι μηνιαίου μισθώματος 220 ευρώ.
Τα έξοδα διαβίωσης των θυγατέρων της επωμίζεται αποκλειστικά η αιτούσα, καθώς ο πατέρας τους, λόγω της κατάστασης της υγείας του που προεκτέθηκε δεν είναι σε θέση να συνεισφέρει σε αυτά. Στο παρελθόν, τα εισοδήματα της απούσας ήταν υψηλότερα και ειδικότερα το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010), ανέρχονταν στο ετήσιο ποσό των 36.138,06 ευρώ, το 2015 μειώθηκαν ήδη στο ποσό των 30.197,25 ευρώ.
Περαιτέρω, η διάδικος είναι αποκλειστική κυρία του με αρίθμηση ΑΛΦΑ ΤΡΙΑ (Α-3) διαμερίσματος, εμβαδού (καθαρού) 87,81 τμ (με ποσοστό 146,20% εξ αδιαιρέτου στο συνολικό ακίνητο), του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου, οικοδομής ανεγερθείσας σε οικόπεδο έκτασης 430,20 τμ, κείμενο επί της οδού ... στη συνοικία "ΑΠΟΛΛΩΝΙΑΔΑ" στο με αριθμό 48 οικοδομικό τετράγωνο, στην Αλεξανδρούπολη, όπως και των παραρτημάτων αυτού δηλαδή της με αρίθμηση ΕΝΑ (1) αποθήκης του υπογείου της παραπάνω οικοδομής εμβαδού (καθαρού) 11,83 τμ και της με αρίθμηση ΕΝΔΕΚΑ (11) θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου κείμενη στον ακάλυπτο χώρο (στην πλευρά της οδού ...) εμβαδού 12,50 τμ, που περιήλθε στην κυριότητά της δυνάμει πώλησης και μεταβίβασής του με το υπ' αριθμό ....2005 συμβόλαιο, που συντάχθηκε από την συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Σ.
Κ. και νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ. 1124, α/α 78), ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, η αντικειμενική αξία του οποίου αντιστοιχεί σε 106.550,70 ευρώ. Ακόμη, η αιτούσα είναι συγκυρία, κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου, αγροτεμαχίου κείμενου στη κτηματική περιοχή Αγίας Παρασκευής Δράμας, έκτασης 5.300 τμ, το οποίο εκμισθώνεται έναντι ετήσιου μισθώματος ποσού 93,74 ευρώ.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, γεγονός αληθές αφού δεν αμφισβητήθηκε ειδικά (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η αιτούσα είχε αναλάβει τα ακόλουθα χρέη, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα (προς ανέγγυους και ενέγγυους πιστωτές), υπολογιζόμενα με την τρέχουσα αξία τους κατά τον ως άνω χρόνο με εξαίρεση τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα ως ακολούθως στεγαστικά δάνεια, για τα οποία ο εκτοκισμός εξακολουθεί με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής ως τον χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης (άρθρο 6 § 3 ν. 3869/2010), το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται σε 134.147,65 ευρώ και αναλυτικά: 1] στο νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων" (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), α] βάσει της με αριθμό ...
σύμβασης στεγαστικού δανείου, υπόλοιπο ποσό 118.265,01 ευρώ, με ορισθείσα μηνιαία δόση 725 ευρώ και β] βάσει της με αριθμό ... σύμβασης υπόλοιπο ποσό 2.780,08 ευρώ, με ορισθείσα μηνιαία δόση 17,05 ευρώ, απαίτηση για την εξασφάλιση της οποίας έχει εγγραφεί α' τάξης υποθήκη επί του παραπάνω διαμερίσματος της διαδίκου, στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, 2] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ΑΕ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), βάσει της με αριθμό ...
σύμβασης δανείου, υπόλοιπο 7.890,56 ευρώ, με ορισθείσα μηνιαία δόση 132,60 ευρώ, 3] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), βάσει της με αριθμό ... σύμβασης δανείου, υπόλοιπο 5.212,41 ευρώ, με ορισθείσα μηνιαία δόση 67,60 ευρώ. Η αιτούσα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κατοικεί στην περιγραφείσα παραπάνω ιδιόκτητη κατοικία, με την μεγαλύτερη από τις ενήλικες θυγατέρες της, ενώ επίκειται και η αποφοίτηση της δεύτερης και η επιστροφή της στην ίδια κατοικία.
Η διάδικος δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά με τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας (ηλεκτρική ενέργεια, υδροδότηση, θέρμανση, κοινόχρηστα, έξοδα καθαριότητας συντήρησης κα), που υπολογίζονται αυξημένα λόγω της συμβίωσης με τα ενήλικα τέκνα της, ανερχόμενα κατά μέσο όρο σε 350 ευρώ περίπου ανά μήνα, ενώ επίκειται η μείωση των εξόδων (τουλάχιστον 200 ευρώ), από τη διατήρηση κατοικίας στην πόλη των σπουδών της δεύτερης θυγατέρας της.
Οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης της, αναλυόμενες στη βασική διατροφή, ένδυση και υπόδηση αυτής και των τέκνων της, υπολογίζονται κατά μέσο όρο δεν υπολείπονται σε 450 ευρώ ανά μήνα, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν έξοδα μετακίνησης, ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες (τακτικές ή έκτακτες) στο μέτρο που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό της φορέα, που ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 150 ευρώ περίπου ανά μήνα.
Δηλαδή, οι συνολικές ανάγκες της απούσας υπολογίζονται στο ποσό των 950 ευρώ περίπου κατά μέσο όρο κάθε μήνα, σταθμίζοντας και το στοιχείο ότι σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης για έναν ενήλικα εκτιμώνται στο ποσό των 537 ευρώ αυξανόμενες κατά 208 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο ενήλικα, δηλαδή σε 953 ευρώ και λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι ζητώντας την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010 (βλ.
και άρθρο 8 §2 του ν.3869/2010 όπως τροπ. με το ν. 4336/2015), πρέπει και αυτή να μειώσει στο ελάχιστο εύλογο ύψος τις δαπάνες της, οι οποίες και δεν αντιστοιχούν στο ποσό των 1.626,66 ευρώ που αβάσιμα παρουσίασε η αιτούσα διογκωμένες (ενδεικτικά μηνιαίο ποσό 150 ευρώ για ηλεκτροδότηση), ούτε και 1600 ευρώ που έκρινε η εκκαλουμένη κάνοντας δεκτά αυξημένα έξοδα διαβίωσης και έξοδα συνεδριών που θα χρειαστούν οι θυγατέρες της απούσας (150 ευρώ ανά μήνα), όπως και υποχρέωση συνεισφοράς της διαδίκου στις δαπάνες του συζύγου της, που δεν υποχρεούται κατά νόμο και δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι υφίστανται.
Οι δόσεις που είχαν ορισθεί προς κάλυψη των οφειλών της απούσας αντιστοιχούσαν συνολικά σε (725 + 17,05 + 132,60 + 67,60 =) 942,25 ευρώ. Τα μηνιαία έσοδά της αντιστοιχούν σε 1804,65 ευρώ από τον μισθό της πλέον του μισθώματος από τον αγρό που εκμισθώνει που αντιστοιχεί σε (93,74/12=) 7,81 ευρώ ανά μήνα, δηλαδή συνολικά (1804,65 + 7,81=) 1812,46 ευρώ, ενώ συνεκτιμάται και πως η πρώτη θυγατέρα της από την μερική απασχόλησή της αποκομίζει μηνιαία 219 ευρώ που μπορούν να καλύπτουν μέρος των εξόδων της (που εντάχθηκαν στο ποσό των 950 ευρώ) και πλέον, με το πέρας των σπουδών αμφοτέρων των θυγατέρων της, αναμένεται η συστηματική ή τουλάχιστον εντατικότερη πλέον απασχόλησή τους, ανάλογα με τον τομέα των σπουδών της έκαστη, ή έστω ως ανειδίκευτες εργαζόμενες, και η ακόμη και μικρή αύξηση των αποδοχών τους, που προεκτέθηκαν, αλλά κλιμακωτά αυξανόμενη με την πάροδο του χρόνου.
Με τα παραπάνω στοιχεία..., η αιτούσα δεν βρίσκεται σε μόνιμη διαρκή αδυναμία κάλυψης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υπό την έννοια της αρνητικής σχέσης ρευστότητας των εσόδων της, μετά την αφαίρεση των δαπανών διαβίωσής της, συνεπώς δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άρθρου 1§1 ν. 3869/2010 για την υπαγωγή της στη συγκεκριμένη διαδικασία και ιδίως η μόνιμη και γενική αδυναμία ν' ανταπεξέλθει στις ληξιπρόθεσμες οφειλές της, κατά παραδοχή του εξετασθέντος πρώτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση και η εκκαλουμένη, που έκανε δεκτό το αντίθετο, αποδεχόμενη ότι οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσής της απούσας ανέρχονται στο ποσό των 1600 ευρώ, κρίνοντας ότι υφίσταται η εν λόγω προϋπόθεση στο πρόσωπό της, έσφαλε κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού.
Επομένως, η εκκαλουμένη που δέχτηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα αυτές των άρθρων 8 §2 και 9 §2 και προέβη στη ρύθμιση των χρεών της έσφαλε ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και πρέπει να εξαφανιστεί και, αφού κρατηθεί η υπόθεση για να δικασθεί από το δικαστήριο αυτό, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 27-7-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 490/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας την από 23-12-2015 αίτηση της για ρύθμιση των οφειλών της κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι αυτή δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της.
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, διότι δεν περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το στοιχείο του πραγματικού της ανωτέρω εφαρμοστέας διατάξεως, ήτοι της περιέλευσης της οφειλέτριας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ώστε να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της διατάξεως αυτής και να υπαχθεί η αναιρεσείουσα στο προστατευτικό πλαίσιο του Ν. 3869/2010.
Ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αφού προσδιόρισε αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας προς καθένα από τους μετέχοντες στη δίκη αναιρεσίβλητους πιστωτές της, β) το ύψος του μηνιαίου εισοδήματος της (1.804,65 ευρώ+7,81 ευρώ), γ) την κατάσταση της ακίνητης περιουσίας της, δ) την ηλικία της και την οικογενειακή της κατάσταση και ε) το ύψος των βιοτικών αναγκών της για αξιοπρεπή διαβίωσή της, που προσδιόρισε ρητά στο ποσό 950 ευρώ μηνιαίως δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι η αιτούσα- αναιρεσείουσα η οποία, κατά τις παραδοχές της, είναι δημόσιος υπάλληλος του Τελωνείου Κήπων Έβρου φέρουσα το βαθμό της Προϊσταμένης του Τμήματος Ελέγχου Διελεύσεων, ηλικίας 55 ετών τότε, διαζευγμένη, βαρυνόμενη με τα έξοδα διαβίωσης των ενηλίκων θυγατέρων της, Α.
και Α., ηλικίας 25 και 23 ετών, αντιστοίχως, εκ των οποίων η πρώτη περάτωνε τις σπουδές της στο Τμήμα Διοίκησης και Επιχειρήσεων του ΤΕΙ Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης με έδρα την Καβάλα, συμβιούσα με την αιτούσα και μεταβαίνουσα για τις ανάγκες των σπουδών της στην Καβάλα, αποκομίζοντας το ποσό των 219 ευρώ μηνιαίως από μερική απασχόληση και η δεύτερη φοιτούσε στο Τμήμα Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, αφού αν αφαιρεθούν από το αναφερόμενο μηνιαίο εισόδημα της, τα έξοδα διαβίωσής της, που ανέρχονται, συνυπολογιζομένων και αυτών των θυγατέρων της, σε 950 ευρώ μηνιαίως, με δεδομένο ότι διαμένει σε ιδιόκτητο ακίνητο και, επίκειται η μείωση των εξόδων (τουλάχιστον 200 ευρώ μηνιαίως) από τη διατήρηση κατοικίας στην πόλη των σπουδών της δεύτερης θυγατέρας της, με το πέρας των σπουδών της, δύναται να διαθέσει τουλάχιστον 942 ευρώ μηνιαίως προς ικανοποίηση των πιστωτών της.
Οι ανέλεγκτες αυτές παραδοχές, με βάση τις οποίες, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό της ρευστότητας της αιτούσης το μηναίο εισόδημά της και αφού προσδιόρισε συγκεκριμένα το ύψος των βιοτικών αναγκών της για αξιοπρεπή διαβίωσή της, κατέληξε στο πόρισμα ότι η σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη της δεν είναι αρνητική και ότι αυτή δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και συνακόλουθα δεν δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, αρκούσαν για να καταγνωστεί ότι δεν πληρούται στην ένδικη περίπτωση το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Εξάλλου, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα (μη περιέλευση σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών), που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η μη περιέλευση σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του αιτούντος.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, προσάπτονται, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος συμφώνως με τα προεκτεθέντα. Και ναι μεν η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις περί του ότι α) οι βιοτικές της ανάγκες είναι μεγαλύτερες, β) βαρύνεται με συνεισφορά στις δαπάνες διαβίωσης και νοσηλίων του τέως συζύγου της και, ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της το στοιχείο της μόνιμης και γενικής αδυναμία πληρωμών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010.
Πλην όμως όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες αιτιάσεις, που προβάλλονται και αφορούν τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς του αιτούντος, που όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Δικαστήριο της ουσίας, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα οποία στήριξε το παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ και της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδείξεων και καλύτερη κατά την άποψή της, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως.
Επομένως ο μόνος αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις παραπάνω διακρίσεις και συνακόλουθα και η αναίρεση στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς ωστόσο να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο ".Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 202/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 882/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 241/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ