Legislator Case Law & Legislation
1318/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment, remands case for new substantive trial on debt validity.

Case Number 1318/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal, remanding the case for a new substantive trial. The lower court had previously accepted the plaintiff's claim regarding a debt governed by Article 39 of Law 3259/2004, finding the debt extinguished. The Court ruled that a second appeal necessitates a new hearing where parties can present fresh arguments and evidence under specific procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581, 524, 527, 520 of the Code of Civil Procedure; Upon a second appeal, the Supreme Court must remand the case for a new substantive trial with a new hearing to allow parties to present new claims and evidence.

Keywords

AI generated
second appeal procedure new substantive trial remand for new hearing fresh arguments and evidence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 524, paragraph 1, section b of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 269, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 520, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 570, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Law 3259/2004, Article 39, paragraph 1

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1318 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1318/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα και Γεωργία Γεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γ. Γ., Α. Μ. και Σ. Λ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5167/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 840/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 6-5-2010 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1549/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 840/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5417/2014 μη οριστική και 2946/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 17-10-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2946/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την έφεση και τους προσθέτους λόγους της αναιρεσίβλητης-εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά της 5167/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 10-4-2007 αγωγή της, δέχτηκε αυτήν (έφεση) τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή της αναιρεσίβλητης δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι η οφειλή της τελευταίας υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 §1 ν. 3259/2004 και ότι από τον επανακαθορισμό της οφειλής της έχει εξοφληθεί η αναιρεσείουσα Τράπεζα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016, (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2946/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) με την από 10-4-2007 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά της αναιρεσείουσας (εναγομένης), ζητούσε μεταξύ άλλων, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, να αναγνωριστεί επικουρικά ότι οι απαιτήσεις της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας από τέσσερα τοκοχρεωλυτικά δάνεια, υπάγονται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 39 §1 ν. 3259/2004, επανακαθοριζόμενες δε με βάση τις διατάξεις αυτές, έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς, άλλως μερικώς, απομένοντος υπολοίπου οφειλής από μία εκ των τεσσάρων συμβάσεων, ποσού 189.654,04 ευρώ.

Με την 5167/2008 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή κατ` ουσίαν δεχόμενο ότι οι ένδικες οφειλές της ενάγουσας δεν μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση του άρθρου 39 §1 ν. 3259/2004, διότι το χορηγηθέν συνολικό ποσό των αρχικών δανείων ανέρχεται σε 694.233,30 ευρώ, ποσό που υπερβαίνει το τασσόμενο με την § 4 του άρθρου αυτού ανώτατο όριο των 400.000 ευρώ, που αποτελεί αρνητική προϋπόθεση εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου αυτού, περί επανακαθορισμού της οφειλής μέχρι του τριπλασίου του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων.

Κατά της ανωτέρω απόφασης η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα άσκησε την από 20-11-2008 έφεση και τους από 10-1-2009 προσθέτους λόγους αυτής, ζητώντας, για τους λόγους ειδικότερα που διαλαμβάνονται στο εφετήριο, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της. Επί της έφεσης αυτής και των προσθέτων λόγων, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 840/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έκρινε ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 ορίζει διαζευκτικά ως προϋποθέσεις για την υπαγωγή της συνολικής οφειλής στην ευνοϊκή ρύθμιση της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και τον επανακαθορισμό της μέχρι του τριπλασίου του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, είτε το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου να μην υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ, είτε η συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, δεχόμενο δε ότι το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου που έλαβε η ενάγουσα δεν υπερέβαινε το ποσόν των 400.000 ευρώ, έκρινε ότι συντρέχει η μία από τις δύο διαζευκτικά τιθέμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή της οφειλής της ενάγουσας στη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 39 και ότι εντεύθεν παρέλκει η έρευνα, αν η συνολική οφειλή υπερέβαινε το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, προσδιόρισε στη συνέχεια το τριπλάσιο της οφειλής της ενάγουσας από τα τέσσερα δάνεια, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, στο ποσόν των 719.131.095 δρχ.

και δεχόμενο ότι η ενάγουσα είχε καταβάλει μέχρι τότε στην αναιρεσείουσα τμηματικά το ποσόν των 766.989.231 δρχ., και συνακόλουθα ότι είχε εξοφλήσει την οφειλή της, δέχθηκε την αγωγή κατά την πρώτη επικουρική της βάση και αναγνώρισε ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας από τα παραπάνω δάνεια, μετά τον επανακαθορισμό της στις 4-8-2004, σύμφωνα με το άρθρο 39 ν. 3259/2004, έχει εξοφληθεί ολοσχερώς.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αναιρεσείουσα-εναγομένη με την από 6-5-2010 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε επ` αυτής η με αριθ. 1549/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, λόγω του ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον κρίθηκε ότι το εφετείο με την κρίση του: "ότι δηλαδή αρκεί για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 (για τον περιορισμό της συνολικής οφειλής) η μη συνδρομή έστω και μιας από τις δύο περιπτώσεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που αποκλείουν την εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, η τελευταία από τις οποίες αποκλείει την εφαρμογή της παρ. 1, αν συντρέχει έστω και μια από τις διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις, δηλαδή αν το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ ή η απαίτηση, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999, υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, την έρευνα δε περί μη συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση της τελευταίας αρνητικής για την εφαρμογή της παρ. 1 προϋποθέσεως εσφαλμένα έκρινε περιττή ...", παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών).

Ακολούθως, με την υπ` αριθ. 5417/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 2443/2015 απόφαση), αναβλήθηκε η συζήτηση και διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2946/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (προσβαλλόμενη), το οποίο, δεχόμενο ότι για να είναι δυνατή η υπαγωγή των οφειλών της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 1 και 4 ν. 3259/2004, απαιτείται η μη συνδρομή οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες στην παρ. 4 αρνητικές προϋποθέσεις, ήτοι α) το ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου να μην υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ και β) το συνολικό ύψος της οφειλής, όπως έχει διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε ότι το συνολικό ύψος της οφειλής, όπως έχει διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ανερχόταν στο ποσό των 262.381,60 ευρώ, ήτοι δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.201.000 ευρώ, και ακολούθως προσδιόρισε το τριπλάσιο της οφειλής της ενάγουσας από τα τέσσερα δάνεια, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, στο ποσό των 703.479,40 ευρώ, και δεχόμενο ότι η ενάγουσα είχε καταβάλει μέχρι τότε στην αναιρεσείουσα τμηματικά το ποσόν των 766.989.231 δρχ. (ή 2.250.885,50 ευρώ), και συνακόλουθα ότι είχε εξοφλήσει την οφειλή της, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας από τα παραπάνω δάνεια, μετά τον επανακαθορισμό της στις 4-8-2004, σύμφωνα με το άρθρο 39 ν. 3259/2004, έχει εξοφληθεί ολοσχερώς.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την ως άνω ένδικη αίτηση αναίρεσης.

ΙΙΙ. Α'. Mε τις διατάξεις του άρθρ. 39 του ν. 3259/2004, που ισχύει από 4.8.2004, ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου.2.Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου...

και να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση.

Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά... . 3.Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω... 4.Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α` εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.

Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής... 6.Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης... 8.Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος. 12.Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει".

Η διάταξη του α` εδαφίου της παρ. 4 του ως άνω άρθρου ερμηνεύτηκε, με το άρθρ. 8§1 του ν. 3723/2008, που προσέθεσε στο τέλος του εδαφίου αυτού νέο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην ευνοϊκή για τους οφειλέτες ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 1 και 2 εδ. α` ν. 3259/2004 για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής των εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.

Η διάταξη της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του ίδιου άρθρου, η πρώτη από τις οποίες ορίζει σαφώς ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α` εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τα 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήσαν σχετικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4 αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ (βλ.

τη δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών κατά τη συζήτηση στη Βουλή του άρθρου 39 ν. 3259/2004, πρακτικά Βουλής συνεδρίαση 29-7-2004, σελ. 700: "........... Στην ουσία εξαιρούμε λοιπόν από τις διατάξεις αυτές τα δάνεια που είχαν αρχικό κεφάλαιο πάνω από 400.000 ευρώ ή δάνεια που είχαν διαμορφωθεί με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις στα 2.201.000 ευρώ").

Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των μεγαλοοφειλετών, είχε περιληφθεί στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ` ν. 2789/2000 για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δρχ. ή 2.201.000 ευρώ (βλ. πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση της 25-1-2000, για το άρθρο 30 ν. 2789/2000, ΑΠ 117/2005).

Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικά διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ. α` της παρ. 2 του άρθρου 3259/2004. Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η εισαγόμενη με την παρ. 4 εξαίρεση είναι θετικά διατυπωμένη και σημαίνει ότι για την εφαρμογή της παρ. 1 αρκεί να πληρούται η μία από τις δύο θετικά διατυπωμένες ως άνω προϋποθέσεις, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο σαφές γράμμα της παρ. 4 ούτε στο σκοπό του νομοθέτη (ΑΠ 1002/2019, ΑΠ 1406/2018, ΑΠ 1549/2013, ΑΠ 782/2009).

Δηλαδή, με την παρ. 4 του άρθρου 1 ν. 3259/2004 αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, ενώ ο προσδιορισμός των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής, προκειμένου να κριθεί εάν αυτή υπερβαίνει ή όχι τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές (απαιτήσεις) είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999, γίνεται, κατά τα αναγραφόμενα ρητά στην ως άνω διάταξη, με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα και όχι μόνο με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα).

Ήτοι τα λοιπά έξοδα, συνυπολογίζονται για τον κατά το άρθρο 39 παρ. 4 ν. 3259/2004 προσδιορισμό του ύψους της οφειλής κατά την 31-12-1999 (ΑΠ 1002/2019) προκειμένου να κριθεί η εφαρμογή ή μη της παρ. 1 και του α' εδ. της παρ. 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις.

Τέτοια αφαίρεση εξόδων, καθώς και οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης (τέλους, φόρου, εισφοράς) επιβάλλεται στην τελική οφειλή, η οποία θα προκύψει σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, για τη διαπίστωση όμως της συνδρομής περίπτωσης εξαίρεσης της παρ. 4 του ίδιου άρθρου υπολογίζεται η απαίτηση, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και με τα λοιπά έξοδα (ΑΠ 1002/2019, ΑΠ 1406/2018, ΑΠ 1549/2013).

Β'. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1132/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." με έδρα τη ..., στα πλαίσια χρηματοδοτήσεων προς ξενοδοχειακές επιχειρήσεις για πάγιες εγκαταστάσεις, κατήρτισε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", με αποτέλεσμα η δεύτερη αυτή τράπεζα να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης, τέσσερις (4) αυτοτελείς δανειακές συμβάσεις δυνάμει αντιστοίχων δανειστικών συμβολαίων και συγκεκριμένα :

α) το υπ' αριθ. ... δανειστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ., ποσού 104.150.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 30800/1973 πράξη του περί λήψης του δανείου, το οποίο ήταν εξοφλητέο με επιτόκιο 10% ετησίως, σε 30 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις 1-10-1976, β) το υπ' αριθ. ...

δανειστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ., ποσού 41.660.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 133562/1974 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ. περί λήψης του δανείου, το οποίο ήταν εξοφλητέο με επιτόκιο 10% ετησίως, σε 30 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις 1-10-1976, γ) το υπ' αριθ. ...

δανειστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ., ποσού 57.250.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 198319/1977 πράξη του περί λήψης του δανείου, το οποίο ήταν εξοφλητέο με επιτόκιο 9% ετησίως, σε 26 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις της πρώτης δόσης καταβλητέας στις 1-10-1978 και δ) το υπ' αριθ. ... δανειστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Κ., ποσού 33.500.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 248842/1978 πράξη του περί λήψης του δανείου, το οποίο ήταν εξοφλητέο με επιτόκιο 10% ετησίως, σε 27 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις 1-4-1980. Περαιτέρω δε επιβλήθηκε σύμφωνα με το ν.257/1976, έκτακτη εισφορά ποσού 2.410.317 δραχμών και 740.048 δραχμών, δηλαδή συνολικού ποσού 3.150.365 δραχμών, που βεβαιώθηκε υπέρ του δημοσίου και καταβλήθηκε από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης τράπεζας, ήταν δε εξοφλητέο το ποσό αυτό από την ενάγουσα σε πέντε ισόποσες ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με επιτόκιο 11%, σύμφωνα με σχετικές αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής.

Μετά από διάφορες ενδιάμεσες χωριστές, κατά δάνειο, κεφαλαιοποιήσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών από τα εν λόγω δάνεια, το σύνολο των ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, ανήλθε στις, 31-12-1977, στο ποσό των 262.710.928 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια κεφαλαιοποιήθηκε από την 1-1-1978 και ενοποιήθηκε σε μία ενιαία οφειλή, με την υπ' αριθ. 262208/25-9-1979 πράξη κεφαλαιοποίησης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Κ., συμφωνήθηκε δε να εξοφληθεί με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στην πράξη αυτή, εντόκως από 1-1-1978, πλην του ποσού των 33.500.000 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να είναι έντοκο από 18-12-1978. Μεταξύ των όρων που είχαν συμφωνηθεί με τα ως άνω δανειστικά συμβόλαια περιλαμβανόταν στο άρθρο 4, και όρος, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση καθυστέρησης τοκοχρεωλυτικής δόσης ή μέρους αυτής, θα χωρεί αυτοδικαίως επί των ποσών αυτών (πλην του κονδυλίου των τόκων και των προμηθειών που περιέχονται στη δόση) το ανώτατο όριο του εκάστοτε ισχύοντος τόκου, συμβατικού ή υπερημερίας, κατ' απόλυτη επιλογή της δανείστριας, από την ημέρα της καθυστέρησης, χωρίς όχληση ή επιταγή προς πληρωμή.

Ο όρος αυτός όμως τροποποιήθηκε με τον όρο, που προβλέφθηκε στο άρθρο 6 της επακολουθήσασας πράξης κεφαλαιοποίησης και ορίζει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής εκ των αναφερομένων στο άρθρο 1 (τόκοι και κεφάλαιο) της σύμβασης συμφωνείται ότι θα χωρεί αυτοδικαίως επί των ποσών αυτών υπέρ της δανείστριας το ανώτατο όριο του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης, χωρίς όχληση ή επιταγή προς πληρωμή.

Συμφωνήθηκε επίσης με τον όρο 4 της πράξης κεφαλαιοποίησης, ότι η δανείστρια δικαιούται να αυξάνει το επιτόκιο του δανείου (το οποίο ορίστηκε σε 8% ετησίως περιλαμβανομένης και προμήθειας 0,5% από 1-1-1978, πλην του ποσού των 33.500.000 δραχμών, που θα ήταν έντοκο από 18-12-1978 και σε 11% ετησίως από 1-9-1979) μέχρι του ανώτατου εκάστοτε θεμιτού ορίου, εφόσον με αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής ήθελαν αυξηθεί, γενικώς τα επιτόκια χορήγησης παρόμοιων δανείων ή ήθελε επιτραπεί τούτο ειδικώς στη δανείστρια.

Ρητά συμφωνήθηκε εξάλλου, με το άρθρο 3 της πράξης κεφαλαιοποίησης, ότι ο ενιαίος λογαριασμός εξυπηρέτησης όλων των προαναφερομένων οφειλών του οφειλέτη δηλαδή της ενάγουσας, θα έχει τη μορφή "ανοικτού λογαριασμού", εκτοκιζόμενος κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και πιστούμενος με τις καταβαλλόμενες δόσεις, καθώς και ότι το "μετ' αφαίρεσιν του ποσού εκάστης δόσεως εναπομένον εκάστοτε χρεωστικόν υπόλοιπον" θα αποτελεί "νέον κεφάλαιον εκτοκιζόμενον κατά την ημερομηνία καταβολής της επομένης δόσεως".

Από τους προεκτεθέντες όρους της σύμβασης κεφαλαιοποίησης προκύπτει ότι οι συμβληθέντες σ' αυτήν συμφώνησαν τον ανατοκισμό των καθυστερουμένων τόκων από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης ανά εξάμηνο, με το ανώτατο ποσοστό του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας. Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη, ανεξαρτήτως δε αυτής, η εναγομένη θα εδικαιούτο να προβαίνει σε ανατοκισμό ανά εξάμηνο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 ν. 2601/1998, που ορίζει ότι, επί προϋφισταμένων του νόμου αυτού συμβάσεων δανείων (όπως οι επίδικες) και αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερουμένων τόκων ανά εξάμηνο κατ' ελάχιστο όριο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν κατέβαλλε, κατά τις συμφωνημένες ημερομηνίες, τις οφειλόμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, γι' αυτό η εναγομένη προέβη, κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση κεφαλαιοποίησης, σε ανατοκισμό των οφειλομένων τόκων από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης καταβολής αυτών.Προς είσπραξη δε της απαίτησής της προέβη:

α) στην επίδοση της από 11-3-1981 επιταγής προς πληρωμή, στις 13-4-1981 (βλ.υπ' αριθ. 14850Γ/13-4-1981 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Κ. Μ.), δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923, για ποσό 17.738.000 δραχμών, δηλαδή, για ληξιπρόθεσμες τοκοχρεωλυτικές δόσεις στις 30-6-198 και 31-12-1980, εντόκως με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας (25,5% ετησίως), καθώς και του επί των τόκων αυτών αντιστοιχούντος φόρου επί του κύκλου εργασιών και τα έξοδα εκτέλεσης, β) στην επίδοση της από 12-4-1983 επιταγής προς πληρωμή, στις 26-4-1983 (βλ.

υπ' αριθ. 3427/26-4-1983 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Α. Χ.), δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923, για ποσό 393.295.126 δραχμών, για υπόλοιπο κεφάλαιο και για ληξιπρόθεσμες τοκοχρεωλυτικές δόσεις της 30-6-1981, 30-12-1981,30-6-1982 και 31-12-1982, εντόκως με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας (25,5% ετησίως), καθώς και του επί των τόκων αυτών αντιστοιχούντος φόρου επί του κύκλου εργασιών και τα έξοδα εκτέλεσης.

Με την ανωτέρω δε, από 12-4-1983 επιταγή, η εναγομένη κήρυξε παράλληλα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο της, κατά τα ανωτέρω, ενοποιημένης οφειλής της ενάγουσας, ασκώντας το σχετικό δικαίωμα, που προβλεπόταν στην πράξη ενοποίησης των οφειλών της τελευταίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά τη δημοσίευση του ν. 3259/2004, που προέβλεπε, υπό τις αναφερόμενες σ' αυτόν προϋποθέσεις, τον επανακαθορισμό του ύψους των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, προερχομένων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, κατόπιν υποβολής μέχρι τις 31-10-2004 σχετικής αίτησης, υπέβαλε εμπροθέσμως και συγκεκριμένα στις 27-10-2004 αίτηση προς την εναγομένη, με την οποία, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 39 του εν λόγω νόμου, της ζήτησε να υπαγάγει τις επίδικες δανειακές συμβάσεις στη ρύθμιση του νόμου αυτού.

Σε απάντηση της, ως άνω, αίτησης, η εναγομένη της απέστειλε την από 19-1-2005 γνωστοποίηση-πρόσκληση, με την οποία αναφέροντας χωριστά τα αρχικώς ληφθέντα από αυτήν δάνεια, από τα οποία προέρχεται η οφειλή της και συγκεκριμένα: α) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 104.150.000 δραχμών, ήδη 305.649 ευρώ, με αριθμό συμβολαίου ..., β) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 57.250000 δραχμών, ήδη 168.012 ευρώ, με αριθμό συμβολαίου ..., γ) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 33.500.000 δραχμών, ήδη 98.313 ευρώ, με αριθμό συμβολαίου ..., δ) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 41.660.000 δραχμών, ήδη 122.260 ευρώ, με αριθμό συμβολαίου ...

και ε) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 3.150.365 δραχμών, ήδη 9.245,39 ευρώ, για την εισφορά ν. 257/1976, της απάντησε ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 4 ν. 3259/2004 δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου και, ως εκ τούτου, δεν αναμορφώνεται, επειδή το σύνολο των αρχικών ληφθέντων δανείων υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, αλλά και επειδή η συνολική οφειλή της, επανυπολογισθείσα από το χρόνο χορήγησης των δανείων, χωρίς ανατοκισμό των τόκων, ανερχόταν στις 31-12-1999 σε υπόλοιπο, που υπερβαίνει το όριο των 2.201.000 ευρώ.

Ακολούθως η ενάγουσα μετά τη δημοσίευση του ν. 3723/2008, με την από 18-12-2008 νέα αίτησή της ζήτησε εκ νέου τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής της, πλην όμως η εναγομένη, με την από 14-10-2009 εξώδικη γνωστοποίηση-πρόσκληση, της απάντησε ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της από τα ανωτέρω δάνεια (τα οποία ανέφερε χωριστά, όπως και στην προηγούμενη εξώδικη γνωστοποίηση-πρόσκληση) δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και, ως εκ τούτου, δεν αναμορφώνεται, διότι η συνολική οφειλή της ανερχόταν, στις 31-12-1999, σε υπόλοιπο που υπερβαίνει το όριο των 2.201.000 ευρώ, που θέτει ο, ως άνω, νόμος και το οποίο (όριο) διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του ν. 3723/2008 και, με την αιτιολογία αυτή, δεν αναμόρφωσε και πάλι της οφειλή της.

Σύμφωνα με τις δεσμευτικές για το παρόν δικαστήριο παραδοχές της, ως άνω, αναιρετικής απόφασης, για να είναι δυνατή η υπαγωγή των οφειλών της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 1 και 4 ν. 3259/2004, που προαναφέρθηκαν, απαιτείται η μη συνδρομή οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες στην παρ. 4 αρνητικές προϋποθέσεις.

Απαιτείται δηλαδή: α) το ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου να μην υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ και β) το συνολικό ύψος της οφειλής, όπως έχει διαμορφωθεί στις 31-12-1999 με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ. Από τις προσκομιζόμενες δανειακές συμβάσεις, αλλά και από την, ως άνω από 19-1-2005 γνωστοποίηση-πρόσκληση, που απηύθυνε η εναγομένη προς την ενάγουσα, προκύπτει ότι το ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου χωριστά δεν υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, αφού, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα έλαβε:

α) με το πρώτο δάνειο το ποσό των 104.150.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 305.649 ευρώ, β) με το δεύτερο δάνειο ποσό 41.660.000 που αντιστοιχεί σε 122.260 ευρώ, γ) με το τρίτο δάνειο το ποσό των 57.250.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 168.012 ευρώ, δ) με το τέταρτο δάνειο το ποσό των 33.500.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 98.313 ευρώ, ενώ η έκτακτη εισφορά του ν. 257/1976, ανερχόταν, όπως προεκτέθηκε στο ποσό των 3.150.365 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 9.245,39 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη από τις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις και την έκτακτη εισφορά του ν. 257/1976 διαμορφώθηκε στις 31-12-1999, με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και έξοδα, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, στο ποσό των 262.381,60 ευρώ, όπως ειδικότερα, αναλύεται στη διενεργηθείσα ως άνω δικαστική λογιστική πραγματογνωμοσύνη.

Ο εκ μέρους της εναγομένης προσδιορισμός της εν λόγω συνολικής οφειλής, κατά τον ανωτέρω χρόνο, σε υψηλότερο ποσό, δεν λαμβάνεται υπόψη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η τελευταία συμπεριέλαβε ποσά προερχόμενα από ανατοκισμό και έξοδα, αντίθετα προς τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004.

Επομένως, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στην ανωτέρω διάταξη αρνητικές προϋποθέσεις, τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 39 παρ. 1 και 4 ν. 3259/2004. Για το λόγο αυτό, όφειλε η εναγομένη να υπαγάγει την οφειλή της ενάγουσας στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου αυτού, και αφενός μεν να προβεί στην αναπροσαρμογή της, έτσι ώστε η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από τις δανειακές συμβάσεις και την έκτακτη εισφορά να μην υπερβαίνει το τριπλάσιο του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων των περισσότερων δανείων, αφετέρου δε να αφαιρέσει από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν με βάση τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, τις καταβολές, που έγιναν από την ενάγουσα και αφορούσαν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις διατάξεις αυτού.

Ειδικότερα, η ενάγουσα, όπως προεκτέθηκε έλαβε με την πρώτη δανειακή σύμβαση κεφάλαιο ποσού 305.649 ευρώ, με τη δεύτερη δανειακή σύμβαση, κεφάλαιο ποσού 122.260 ευρώ, με την τρίτη δανειακή σύμβαση, κεφάλαιο ποσού 168.012 ευρώ, με την τέταρτη δανειακή σύμβαση, κεφάλαιο ποσού 98.313 ευρώ, ενώ η οφειλή της για την έκτακτη εισφορά του ν. 257/1976, ανερχόταν, στο ποσό των 9.245,39 ευρώ.

Δηλαδή, το συνολικό κεφάλαιο, που έλαβε από όλα τα δάνεια ανερχόταν στο ποσό των 703.479,40 ευρώ (305.649+122.260+168.012+98.313+ 9.245,39). Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της, υπαγόμενη στις ως άνω ευνοϊκές ρυθμίσεις, δεν πρέπει να υπερβαίνει το τριπλάσιο του αθροίσματος των κεφαλαίων αυτών, δηλαδή το ποσό των 2.110.438,2 ευρώ (703.479,40 Χ 3).

Όμως η ενάγουσα, έναντι της οφειλής της προς την εναγομένη έχει προβεί μέχρι την 4-8-2004 (που δημοσιεύθηκε ο ν. 3259/2004) σε καταβολές ύψους 766.989.231 δραχμών, δηλαδή ύψους 2.250.885, 50 ευρώ. Τούτο δεν αρνείται η εναγομένη, επιβεβαιώνεται δε και με τις ένορκες καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Οι εν λόγω καταβολές σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, πρέπει να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως κατά τα ανωτέρω διαμορφώθηκε, με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού (δηλαδή το τριπλάσιο του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων). Ενόψει των ανωτέρω, δεν υπάρχει πλέον οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη, αφού οι καταβολές της αθροιστικά για όλα τα δάνεια υπερκαλύπτουν το τριπλάσιο του αθροίσματος των αρχικών κεφαλαίων των δανείων της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι είναι δυνατή η υπαγωγή των οφειλών της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 1 και 4 ν. 3259/2004, γιατί το συνολικό ύψος της οφειλής της, όπως έχει διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και χωρίς λοιπά έξοδα, ανερχόμενο σε 262.381,60 ευρώ, δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.201.000 ευρώ, ακολούθως δε αφού, προσδιόρισε το τριπλάσιο της οφειλής της ενάγουσας από τα τέσσερα δάνεια, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, στο ποσό των 703.479,40 ευρώ και το ύψος των γενομένων τμηματικά εκ μέρους της ενάγουσας καταβολών στο ποσόν των 766.989.231 δρχ. (ή 2.250.885,50 ευρώ), δέχθηκε ότι η τελευταία είχε εξοφλήσει την οφειλή της.

Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από την ενάγουσα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έφεση και τους προσθέτους λόγους, και αφού την εξαφάνισε, δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτήν κατά την πρώτη επικουρική της βάση και αναγνώρισε ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας από τα παραπάνω δάνεια, μετά τον επανακαθορισμό της στις 4-8-2004, σύμφωνα με το άρθρο 39 ν. 3259/2004, έχει εξοφληθεί ολοσχερώς.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, ότι δηλαδή ο κατά το άρθρο 39 παρ. 4 ν. 3259/2004 προσδιορισμός των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής κατά την 31-12-1999, προκειμένου να κριθεί εάν αυτή υπερβαίνει ή όχι τα 2.201.000 ευρώ, και εντεύθεν αν υπάγεται στις ρυθμίσεις της παρ. 1 και του α' εδ.

της παρ. 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις, γίνεται, με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα), παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, η τελευταία από τις οποίες αποκλείει την εφαρμογή της παρ. 1 (για τον περιορισμό της συνολικής οφειλής), αν συντρέχει έστω και μια από τις διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις, δηλαδή αν η απαίτηση, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999, με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα, υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ.

Ειδικότερα αναφορικά με την πρώτη αρνητική προϋπόθεση της παρ. 4 του άρθρου 1 ν. 3259/2004, με την οποία αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, η εξεύρεση και ο προσδιορισμός των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής, γίνεται, κατά τα αναγραφόμενα ρητά στην ως άνω διάταξη, και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα και όχι μόνο με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα), όπως έκρινε με λανθασμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου.

Ήτοι τα λοιπά έξοδα, συνυπολογίζονται για τον κατά το άρθρο 39 παρ. 4 ν. 3259/2004 προσδιορισμό του ύψους της οφειλής κατά την 31-12-1999 (ΑΠ 1002/2019), προκειμένου να κριθεί η εφαρμογή ή μη της παρ. 1 και του α' εδ. της παρ. 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις, ενώ τέτοια αφαίρεση εξόδων, επιβάλλεται στην τελική οφειλή, η οποία θα προκύψει σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, όχι όμως για τη διαπίστωση της συνδρομής περίπτωσης εξαίρεσης της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία η απαίτηση υπολογίζεται με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και με τα λοιπά έξοδα.

Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής (Εφετείου Αθηνών), προς την υπ' αριθμ. 1549/2013 αναιρετική απόφαση, καθόσον η τελευταία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της, έλυσε με ακριβώς όμοιο τρόπο και σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο νόμο (παρ. 4 άρθρου 39 ν. 3259/2004), το νομικό ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του ποσού που λαμβάνεται υπόψη, κατ` άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 3259/2004, για τη διαπίστωση της συνδρομής περίπτωσης εξαίρεσης από την ευνοϊκή ρύθμιση, ορίζοντας ότι το ποσό είναι αυτό που είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς κονδύλια ανατοκισμού, και με συνυπολογισμό και των εξόδων, για τα οποία δεν προβλέπεται αφαίρεση, διαλαμβάνοντας επί λέξει τα ακόλουθα : "Η διάταξη της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του ίδιου άρθρου, η πρώτη από τις οποίες ορίζει σαφώς ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α` εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήσαν σχετικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4 αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ (βλ.

τη δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών κατά τη συζήτηση στη Βουλή του άρθρου 39 ν. 3259/2004, πρακτικά Βουλής συνεδρίαση 29-7-2004, σελ. 700: "........... Στην ουσία εξαιρούμε λοιπόν από τις διατάξεις αυτές τα δάνεια που είχαν αρχικό κεφάλαιο πάνω από 400.000 ευρώ ή δάνεια που είχαν διαμορφωθεί με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις στα 2.201.000 ευρώ".

Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 39 παρ. 1 και 4 ν. 3259/2004, κατά τον προσδιορισμό των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής της αναιρεσίβλητης κατά την 31-12-1999, προκειμένου να κριθεί εάν αυτή υπερβαίνει ή όχι τα 2.201.000 ευρώ, και εντεύθεν αν υπάγεται στις ρυθμίσεις της παρ. 1 και του α' εδ.

της παρ. 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις, συνιστάμενη στο γεγονός ότι προέβη στον υπολογισμό του ποσού με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα), κατά ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων που ορίζουν ότι ο προσδιορισμός των απαιτήσεων γίνεται, με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα, ήτοι τα λοιπά έξοδα, να συνυπολογίζονται για τον κατά το άρθρο 39 παρ. 4 ν. 3259/2004 προσδιορισμό του ύψους της οφειλής κατά την 31-12-1999 τυγχάνει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

ΙV. Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίζει ότι, "... αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσία λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ` ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 2225/2014).

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται η υπ` αριθμ. 2946/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης εκδοθείσας στην ίδια υπόθεση υπ` αριθμ. 840/2010 απόφασής του, κατόπιν παραπομπής από τον 'Αρειο Πάγο με την υπ' αριθμ. 1549/2013 απόφασή του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, στην ουσία κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε νέα όμως συζήτηση, που θα οριστεί μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους (άρθρα 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 2946/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση αυτής, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ