Legislator Case Law & Legislation
1318/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court's fact-finding constitutes valid judicial evaluation, not legal error.

Case Number 1318/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Third Instance Court of Ioannina's decision rejecting their property ownership claim. The appellants argued the lower court distorted the content of various documents regarding a sales agreement and inheritance, claiming the court incorrectly found the seller liable for non-performance. The court held that the lower court's conclusion was a legitimate judicial evaluation of evidence rather than a direct violation of substantive law, as the documents were considered alongside other proof without isolating them.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the distortion of document content is inadmissible if the lower court merely weighed the evidence alongside other proof to reach a different factual conclusion, as this constitutes a valid judicial evaluation rather than a direct violation of substantive law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of evidence judicial evaluation substantive law violation fact-finding review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183, 191 section 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1318 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1318/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. χήρας Σ. Θ., το γένος Ι. Τ., 2) Α. Θ. του Σ., 3) Β. Θ. του Σ., κατοίκων απάντων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παππά, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Κ. Α., το γένος Γ., 2) Θ. Α. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιργινία Μυταρέλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2013 εν μέρει οριστική ως προς ορισμένα κεφάλαια της αγωγής και 27/2015 οριστική για τα υπόλοιπα κεφάλαια της αγωγής του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, συμπροσβαλομένων και των αποφάσεων: 65/2013 και 27/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-4-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22-4-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 109/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που απέρριψε την έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, κατά των 65/2013 και 27/2015 εν μέρει οριστικής και οριστικής, αντίστοιχα, αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με τις οποίες είχε απορριφθεί ως αβάσιμη, η κατά την κυρία βάση της, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή τους και κατά τις επικουρικές βάσεις της, αγωγή αποζημιώσεως τους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και διαπιστώνει ανέλεγκτα, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Περαιτέρω, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει εις αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.ΑΠ. 26/2004, ΑΠ 609/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 20.3.1988 ιδιωτικό έγγραφο, η πρώτη των εναγομένων ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει, έναντι τιμήματος 3.500.000 δραχμών, στον Σ.

Θ., ο οποίος απεβίωσε στις 25.10.2010 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, σύζυγο του πρώτη ενάγουσα και τα τέκνα του, δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, ένα οικόπεδο 182 τ. μ που βρίσκεται στη θέση ..., συνορεύει δε ανατολικά με ιδιοκτησία Μ., δυτικά με ιδιοκτησία Μ. και Τ., βόρεια με ιδιοκτησία Σ.

Σ. και νότια με ιδιοκτησία Π. Μ. Με ειδική μνεία στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι "η λωρίδα των 58 τ.μ που βρίσκεται προς πλευρά Μ. και που είναι σε αμφισβήτηση (καταπατηθείσα από το γείτονα) θα διαλευκανθεί από τον αγοραστή χωρίς καμία υποχρέωση της πωλήτριας". Συμφωνήθηκε επίσης ότι "σε περίπτωση διάνοιξης δρόμων σε διπλανές ιδιοκτησίες και εφόσον εναπομένει τμήμα οικοπεδικό για προσάρτηση στο οικόπεδο τούτο, η αποζημίωση θα καταβληθεί από τον αγοραστή, ανεξάρτητα της αγοράς του οικοπέδου (δηλαδή η συμφωνηθείσα τιμή των 3.500.000 δρχ.

θα είναι ολόκληρη, καθαρή και ανεξάρτητη)". Το τίμημα αυτό των 3.500.000 δρχ. εξοφλήθηκε ολοσχερώς σε μετρητά, τμηματικά έως την 29-8-1988. Η ως άνω προσυμφωνία για την μεταβίβαση του επιδίκου οικοπέδου, δεδομένου ότι αυτή δεν περιεβλήθη τον απαιτούμενο από το νόμο για τις μεταβιβάσεις ακινήτων τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, έγινε ακύρως.

Προς εκπλήρωση, πάντως, των συμφωνηθέντων και όταν ολοκληρώθηκε η εξόφληση του τιμήματος, η πρώτη εναγόμενη, με το υπ' αριθ…./….8.1988 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του Συμβ/φου Αθηνών Πελοπίδα Δρόσου, χορήγησε στον Σ. Θ. την πληρεξουσιότητα να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει σε οποιονδήποτε τρίτο ή και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση "τα ακίνητά της ευρισκόμενα στη θέση ...

της περιφέρειας του Δήμου Ιωαννιτών και στα οικοδομικά τετράγωνα 313, 314,315 ή στις πινακίδες 123, 124 της τοπογραφικής υπηρεσίας …". Παρά τη χορήγηση, όμως, της συμβολαιογραφικής αυτής πληρεξουσιότητας, δεν έλαβε χώρα η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης και έτσι η πρώτη εναγομένη, αν και η αποτυπωθείσα στο από 20.3.1988 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνία τους είχε διαφορετικό περιεχόμενο, άσκησε την από 27.9.1988 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 809/1988 διεκδικητική ακινήτου αγωγή για τη φερόμενη ως καταληφθείσα λωρίδα των 58 τ.μ.

κατά του Δ. Μ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Για το ακίνητο αυτό, όλα τα χρόνια που ακολούθησαν η πρώτη των εναγομένων διεξήγαγε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες, σε σχέση αφενός με τη διεκδίκηση των 58 τ.μ., αφετέρου με τις προσκυρώσεις που γίνονταν σε αυτό, μετά την ένταξη της περιοχής των ...

στο σχέδιο πόλεως, δυνάμει της υπ' αριθ. 12/1991 Πράξης Εφαρμογής, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 584/1992 Απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων. Το ότι η αρχική αγωγή εναντίον του Δ. Μ. και μόνον για το επίδικο τμήμα των 58τ.μ. υπογράφεται από τον σήμερα πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγουσών, δεν αναιρεί το γεγονός ότι όλος ο δικαστικός αγώνας για το επίδικο και τις προσκυρώσεις που επακολούθησαν διεξήχθη από την πρώτη εναγομένη, όπως προκύπτει από την πληθώρα των δικαστικών αποφάσεων που επακολούθησε.

Συγκεκριμένα εκδόθηκαν οι: υπ' αριθ. 292/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, υπ' αριθ. 430/1990 του Εφετείου Ιωαννίνων, υπ' αριθ. 38/1991 του Αρείου Πάγου, υπ' αριθ. 510/1991 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, υπ' αριθ. 137/1993 του Εφετείου Ιωαννίνων, υπ' αριθ. 104/1994 του Εφετείου Ιωαννίνων, υπ' αριθ. 126/1994 του Αρείου Πάγου, υπ' αριθ. 15/1999 (προδικαστική) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, υπ'• αριθ. 82/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, υπ' αριθ. 194/1993 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, υπ' αριθ. 434/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων, υπ' αριθ. 102/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων και υπ' αριθ. 174/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Παρά τη διεξαγωγή των δικαστικών αγώνων εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων, η πρόθεση και των δύο συμβαλλομένων πλευρών ήταν να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης. Για το λόγο αυτό, το 1994 η πρώτη των εναγομένων, παραχώρησε το υπ' αριθ. …/….11.1994 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβ/γράφου Αθηνών Μαρίνας - Ελένης Μαγκλάρη, με το οποίο ο Σ.

Θ. διοριζόταν ως ειδικός πληρεξούσιος της στο επίδικο οικόπεδο στους Α. Ι., στη θέση "..." και είχε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να το πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει σε οποιονδήποτε τρίτο ή και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση και επιπλέον να εισπράττει την αποζημίωση για την αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας του παραπάνω οικοπέδου, να διαχειρίζεται κατά την κρίση του την ακίνητη περιουσία της στη θέση "..." στην οδό ...

και να αναλαμβάνει χρήματα από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, σε οποιοδήποτε ποσό και αν ανέρχονται αυτά, προερχόμενα από αποζημίωση ρυμοτομούμενου τμήματος. Κανένα από τα διάδικα μέρη δεν διευκρινίζει ποιοι λόγοι οδήγησαν στη σύνταξη της ειδικής αυτής πληρεξουσιότητας, παρότι υφίστατο ήδη το υπ' αριθ.

…/1988 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Σε κάθε περίπτωση, αν και η σύνταξη και υπογραφή του ανωτέρω υπ' αριθ. …/...11.1994 πληρεξουσίου είχε προφανή σκοπό να ολοκληρώσει ο Σ. Θ. την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά του και να μπορεί σε κάθε περίπτωση να το εκμεταλλεύεται ο ίδιος, εντούτοις ο τελευταίος, λίγους μήνες αργότερα, απέστειλε στην πρώτη εναγομένη την ατομική ειδοποίηση με αριθμό …/…-6-1995 της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Α' Ιωαννίνων, στην οποία αναφερόταν ότι είχε βεβαιωθεί σε βάρος της υπό α.α.

… και με ημερομηνία 8.6.1995 οφειλόμενο ποσό 5.004.800, δραχμών, από την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως στην οδό ..., σύμφωνα με την υπ' αριθ. 12/1991 πράξη αναλογισμού και την υπ' αριθ. 194/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εφάπαξ καταβληθησόμενο έως 30-8-1995. Ο Σ. Θ., ο οποίος είχε παραλάβει την ειδοποίηση αυτή υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου της πρώτης εναγομένης, την απέστειλε στη συνέχεια σε αυτήν, θέτοντας την ιδιόγραφη σημείωση: "Να πλιρόσης το Αναγραφώμενο ποσό".

Η τελευταία αντέδρασε άμεσα και επικοινώνησε μαζί του, ζητώντας από αυτόν να καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση, αυτός όμως της δήλωσε ότι δεν πληρώνει και ότι το ακίνητο ήταν δικό της. Αν και το ποσό αυτό αφορούσε το επίδικο ακίνητο και αποτελούσε αποζημίωση λόγω τακτοποιήσεων που γίνονταν κατόπιν της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή των ...

και μολονότι ήταν ξεκάθαρο, με βάση την αρχική άτυπη συμφωνία ήδη από το έτος 1988, η οποία ήταν μεν άκυρη λόγω μη τήρησης του νόμιμου συστατικού τύπου, αλλά αποτύπωνε την πραγματική βούληση των μερών, ότι ο ίδιος θα έπρεπε να πληρώσει το όποιο ποσό προέκυπτε, ο Σ. Θ., εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι το ακίνητο ακόμα βρισκόταν στην κυριότητα της πρώτης εναγομένης, της ζήτησε να πληρώσει το ποσό που οφειλόταν από την πράξη αναλογισμού.

Πλην όμως αυτή η συμπεριφορά, δεν αρμόζει στον νομέα ενός ακινήτου ο οποίος έχει διάνοια κυρίου. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι ο Σ. Θ. από το 1988 εγκαταστάθηκε στο αρχικά συμφωνηθέν επίδικο ακίνητο των 182τ.μ. και παρόλο που μέχρι το 1995, δεν είχε προχωρήσει στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείτο να αναλάβει να διεξάγει καμία εκ των δικών που αφορούσαν το ακίνητο, το δε κόστος το είχε αναλάβει όλα αυτά τα έτη η πρώτη εναγομένη, η τελευταία ακόμα και τότε καλόπιστα θεωρούσε ότι έστω και τόσα χρόνια μετά, εφόσον η ίδια είχε εξοφληθεί ως προς το τίμημα που είχαν συμφωνήσει, το ακίνητο αυτό θα έπρεπε να περιέλθει, στον Σ.

Θ., εντούτοις η απαίτηση του τελευταίου να καταβάλει η ίδια το οφειλόμενο εκ της πράξης αναλογισμού ποσό, συνιστούσε εκ των πραγμάτων σαφή εκδήλωση άρνησης του Σ. Θ. να αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου (με τις παρεπόμενες εξ αυτού του δικαιώματος υποχρεώσεις). Στη συνέχεια όμως ο Σ. Θ., κάνοντας χρήση του ειδικού πληρεξουσίου το οποίο είχε στα χέρια του, προχώρησε τον Μάρτιο του 1996, στη σύνταξη του υπ' αριθ.

…/…-3-1996 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λέντζαρη, στο οποίο ως ειδικός πληρεξούσιος εκπροσώπησε την Ε. Α., αναλαμβάνοντας για λογαριασμό της, την υποχρέωση και υπόσχεση να πουλήσει το οικόπεδο, το οποίο αναφερόταν ως εξής: α) ένα οικόπεδο που βρίσκεται στα … στη θέση (Α.) και επί της οδού ...

και στο οικοδομικό τετράγωνο 314, εμβαδού 240,72 μ2, όπως ακριβώς απεικονίζεται και αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου Μηχανικού Θεοδώρου Νούσια και β) τμήμα του ιδίου οικοπέδου εμφαινόμενο στο ίδιο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου Μηχανικού με στοιχεία 7-8-9-20-24-Λ-23-31-30-10-7 εμβαδού 63,8 μ2..

Ο μάρτυρας της πρώτης εναγομένης καταθέτει πειστικά, έχοντας γνώση των διενέξεων ως οικογενειακός φίλος ευρισκόμενος συχνά στην οικία της εναγομένης, ότι όταν ο Σ. Θ. της ζήτησε να πληρώσει εκείνη το οφειλόμενο ποσό λόγω της πράξης εφαρμογής, η εναγομένη εξεμάνη διότι δεν το ανέμενε αυτό και υπήρξε τότε επικοινωνία μαζί του και της δήλωσε ότι_ δεν πληρώνει και ότι το ακίνητο ήταν δικό της, για το λόγο αυτό, η Α. - μη γνωρίζοντας την σύνταξη και υπογραφή του προσυμφώνου - (το προσύμφωνο δεν προκύπτει να έχει μεταγραφεί, ενώ και οι ενάγοντες δεν αναφέρουν ότι αυτό γνωστοποιήθηκε κάποια στιγμή στην πρώτη εναγομένη), του απέστειλε το από 29-4-1996 εξώδικο (το οποίο του επιδόθηκε με την υπ' αριθ. 4086/30-5-1996'• έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Χ.

Τ.), με το οποίο δήλωνε ότι ανακαλεί κάθε πληρεξούσιο που του είχε κάνει. Ανεξάρτητα με την νομιμότητα ανάκλησης του ως άνω ειδικού, πληρεξουσίου, με αυτό τον τρόπο για πρώτη φορά η 1η των εναγομένων, δήλωσε την πρόθεσή της να μην μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, το οποίο, εφόσον θα κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό λόγο της πράξης εφαρμογής, πλέον θα παρέμενε δικό της.

Πράγματι η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την οφειλή των 5.004.800 δρχ., η οποία προσαυξανόταν κατά ποσοστό 2% κάθε μήνα και είχε φτάσει στο ποσό των 6.000.000 δραχμών, ενώ της αποστέλλονταν ειδοποιήσεις από την Ταμειακή Υπηρεσία του Δήμου Ιωαννιτών να καταβάλει αυτό το ποσό (βλ. ενδεικτικά τις υπ' αριθ. …/…-12-1996, …/…-7-1997 …/…-4-1998, …/…- 10-1998, …/…-5-1999, …/…-10-1999, …/…-1-200, …./…-4-2000 ατομικές ειδοποιήσεις).

Εν τέλει κατέβαλε το ποσό των 6.000.000 δραχμών, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό …/…-12-2001 διπλότυπο είσπραξης της παραπάνω υπηρεσίας, όπου επί λέξει αναφέρεται ότι η Ε. Α. πλήρωσε στο Ταμείο του Δήμου τα παρακάτω ποσά: Είδος του εσόδου: Εφαρμογή σχεδίου πόλης Ποσά φόρου ή τέλους 5.064.491. Προσαύξηση εκπροθέσμου καταβολής 935.509 Σύνολο έξι εκατομμύρια (6.000.000).

Εκ μέρους των εναγομένων, προβάλλεται - εμμέσως - ο ισχυρισμός ότι το αρχικό τίμημα (3.500.000 δρχ.) επιστράφηκε στον Σ. Θ., προς απόδειξη δε του ισχυρισμού τους αναφέρουν μια κατάθεση του ανωτέρω την 1η-9-1997 στο Εφετείο Κερκύρας, όπου απολογούμενος για το αδίκημα της ψευδορκίας είχε πει επί λέξει: "Για την επίδικη λωρίδα είχα κάνει διαπραγματεύσεις να την αγοράσω από την κυρία Α., πριν εξετασθώ ως μάρτυρας.

Έδωσα χρήματα, αλλά τελικά δεν την αγόρασα και τα πήρα πάλι πίσω τα χρήματα μου", (βλ. την υπ' αριθ. 371/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας). Πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ουσία αβάσιμος. Δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με καταβολή - επιστροφή χρημάτων, ενώ και η ανωτέρω κατάθεση κρίνεται ως αναληθής, καθώς εντάσσεται στην προσπάθεια του Σ.

Θ., να εμφανιστεί στη δίκη εκείνη, ως μη έχων σχέση με το "καταπατηθέν", προκειμένου να απεμπλακεί από τη διένεξη με τον "καταπατητή" Δ. Μ.. Όπως ελέχθη η Ε. Α. κατέβαλε εν τέλει τα χρήματα στην Ταμειακή Υπηρεσία του Δήμου Ιωαννιτών, πλην όμως καθώς αυτός που την είχε συνδράμει οικονομικά ήταν ο υιός της (2ος εναγόμενος), προέβη σε μεταβίβαση του επιδίκου σε αυτόν λόγω γονικής παροχής με το υπ' αριθ.

…/…-1-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μάριου Βουργίδη, νομίμως μεταγεγραμμένο στον Τ. Μ. … με α.α. … του Υποθ/κείου Ιωαννίνων. Ο Σ. Θ., στις 13-1-2004, ήτοι ένα έτος αργότερα, της απέστειλε εξώδικη ειδοποίηση η οποία της επιδόθηκε με την υπ' αριθ. 875/20-1-2004 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Α.

Μ., για να -εμφανισθεί την 23-1-2004 ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λέντζαρη προς σύνταξη του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως των ακινήτων, οπότε και η πρώτη εναγομένη για πρώτη φορά έμαθε για το προσύμφωνο του 1996. Κατά της πρώτης εναγομένης ο Σ. Θ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την από 6-2-2004 αγωγή καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, κατά δε αμφοτέρων των εναγομένων την από 22-3-2004 αγωγή διαρρήξεως της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας (γονικής παροχής) που συνέταξαν, επί δε των αγωγών του αυτών εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 172/2007 και 137/2007 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, οι οποίες απέρριψαν τις αγωγές του και εναντίον των οποίων δεν ασκήθηκε έφεση.

Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι το 1988 ο Σ. Θ., εγκαταστάθηκε στο επίδικο (μόνο στο τμήμα των 182 τ.μ. καθώς το υπόλοιπο τμήμα των 58 τ.μ. είχε "καταπατηθεί" από τον Δ. Μ.). Αν και θα έπρεπε σύντομα (εντός του έτους), να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο, εντούτοις αυτό δεν συνέβη ποτέ και για το λόγο αυτό, υποχρεώθηκε η Ε.

Α. να ξεκινήσει δικαστικό αγώνα εναντίον του Δ. Μ.. Έως το 1995 αμφότερες οι πλευρές, αποδέχονταν ότι εν τοις πράγμασι κύριος του ακινήτου ήταν ο Σ. Θ., για το λόγο αυτό, εξοφλήθηκε ολόκληρο το τίμημα και για το λόγο αυτό η 1η εναγομένη τον διόρισε ειδικό πληρεξούσιό της σχετικά με το επίδικο ακίνητο. Πλην όμως τότε ο Σ.

Θ., εκδήλωσε άρνηση να εξοφλήσει τις οικονομικές υποχρεώσεις που απέρρεαν από την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης και τις προσκυρώσεις που επέρχονταν στο εν λόγω ακίνητο, απώλεσε επομένως με αυτό τον τρόπο, την διάνοια κυρίου και συνέχιζε απλά να κατέχει το επίδικο, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός ότι η Ε.

Α., δεν έμενε στα … αλλά στην …, η τελευταία δε, συμπεριφέρθηκε πλέον σαφέστατα ως κυρία του ακινήτου, εξοφλώντας το 2000 την οφειλή λόγω της πράξης εφαρμογής και μεταβιβάζοντας το 2003 το επίδικο με γονική παροχή στον υιό της. Εξέλιπε δηλαδή από το 1995, στο πρόσωπο του Σ. Θ., η διάνοια κυρίου (animus domini) δηλαδή το πνευματικό στοιχείο ως προς το επίδικο ακίνητο, η οποία (διάνοια κυρίου) εκδηλώνεται με την μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, η τυχόν δε παραμένουσα φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή), δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε κτήση κυριότητος με χρησικτησία.

Κατά συνέπεια εφόσον δεν είχε παρέλθει ο εκ του νόμου αναγκαίος χρόνος των είκοσι ετών κατά τον οποίο ο Σ. Θ. να κατείχε το επίδικο ως νομέας με διάνοια κυρίου, δεν απέκτησε κυριότητα σε αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά συνέπεια ούτε και οι ενάγουσες, μετά το θάνατό του το 2010, έχουν αποκτήσει τέτοιο δικαίωμα.

Δέον εδώ να σημειωθεί ότι ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η νομή του Σ. Θ. έως το έτος 1995 ασκείτο μόνο στο τμήμα των 158 τ.μ, ενώ ουδαμού στην αγωγή εκτίθεται ότι στη θέση του εν λόγω επιδίκου αποδόθηκε με την πράξη εφαρμογής το κατά την αγωγή όλο επίδικο των 304,52 τ.μ. ή το τμήμα των 240,72 τ.μ ή εκείνο των 63,80 τ.μ ούτε επίσης εκτίθεται αν κατά την πράξη εφαρμογής οφείλετο ή όχι αποζημίωση για το αποδοθέν τμήμα και αν κατεβλήθη και πότε η αποζημίωση, διότι μόνο έκτοτε θα ήταν δυνατή η χρησικτησία επί του προκύψαντος από την πράξη εφαρμογής ακινήτου, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν και σε επόμενη νομική σκέψη.

Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται αβάσιμη κατ' ουσίαν η πρώτη βάση της αγωγής, κατά την οποία οι ενάγουσες κατέστησαν συγκύριες του επιδίκου λόγω εκτάκτου χρησικτησίας. Περαιτέρω, όσον αφορά την υπό στοιχ. γ1' βάση της αγωγής (επικουρική), με αίτημα την αναγνώριση υποχρέωσης αποζημίωσης ίσης προς την τρέχουσα αξία του επιδίκου, λόγω της επικαλούμενης υπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της από το προσύμφωνο παροχής εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σαφώς προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη, δεν περιήλθε σε υπαίτια αδυναμία παροχής με την μεταβίβαση του επιδίκου στον υιό της, δεύτερο εναγόμενο.

Τούτο διότι, υπό τις περιστάσεις που προεκτέθηκαν, η πρώτη εναγομένη οδηγήθηκε στη μεταβίβαση αυτή, μετά την εκδήλωση εκ μέρους του Σ. Θ., της προθέσεώς του να μη συμπεριφέρεται πλέον ως έχων δικαίωμα προσδοκίας επί της κυριότητας του επιδίκου, αλλά με την απαίτησή του να καταβάλει η πρώτη εναγομένη τα οφειλόμενα από την πράξη αναλογισμού ποσά που αφορούσαν το επίδικο, αναιρώντας έτσι την αρχική τους συμφωνία όπως είχε αποτυπωθεί στο από 20.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, σαφώς εκδήλωσε, κατά την αντίληψη του μέσου συναλλασσομένου, αδιαφορία για το επίδικο.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ποσό των 6.000.000δραχμών που κατέβαλε η πρώτη εναγομένη στο Δήμο … για την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως στην οδό ..., όπου το επίδικο, δεν αφορούσε αυτό, αλλά άλλα ακίνητά της στην ίδια περιοχή, δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον προέκυψε ότι η πρώτη εναγομένη είχε στην περιοχή μόνο το επίδικο, δηλαδή το τμήμα των 182τ.μ.

και το συνεχόμενο (διεκδικούμενο) των 58τ.μ. που είχαν απομείνει από μεγαλύτερο αρχικά ακίνητο το οποίο είχε μεταβιβασθεί σε προγενέστερους χρόνους (τμήμα του αρχικού αυτού ακινήτου είχε αγοράσει και ο Σ. Θ. και είχε ανεγείρει την οικία του). Στη θέση του επιδίκου των 182τ.μ. και '58τ.μ. που προαναφέρθηκε, αποδόθηκε στην πρώτη εναγομένη με την πράξη εφαρμογής, το κατά την αγωγή επίδικο, αποτελούμενο από δύο τμήματα, 240,72τ.μ.

και 63,80τ.μ., ενώ εξάλλου και στην ίδια την αγωγή αναφέρεται και συνεπώς συνομολογείται, ότι από το αρχικό ακίνητο της πρώτης εναγομένης, εκτάσεως δέκα παλαιών στρεμμάτων, παρέμεινε σ' αυτήν μόνο το επίδικο των 314τ.μ. (240,72τ.μ. και 63,80τ.μ.). Όπως εξάλλου εκτέθηκε ανωτέρω, ο Σ. Θ., παρότι τον Ιούνιο του 1995 κάλεσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει αυτή, παρά την αρχική τους συμφωνία, το ποσό 5.004.800 δραχμών που είχε βεβαιωθεί σε βάρος της λόγω της εφαρμογής του σχεδίου πόλεως στην οδό ..., στη συνέχεια, κάνοντας χρήση του ειδικού πληρεξουσίου το οποίο είχε στα χέρια του, προχώρησε τον Μάρτιο του 1996, στη σύνταξη του υπ' αριθ.

…/…-3-1996 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λέντζαρη, στο οποίο ως ειδικός πληρεξούσιος εκπροσώπησε την Ε. Α., αναλαμβάνοντας για λογαριασμό της, την υποχρέωση και υπόσχεση να πουλήσει το οικόπεδο, η δε πρώτη εναγομένη, μη γνωρίζοντας την σύνταξη και υπογραφή του προσυμφώνου, (το προσύμφωνο δεν προκύπτει να έχει μεταγραφεί, ενώ και οι ενάγοντες δεν αναφέρουν ότι αυτό γνωστοποιήθηκε κάποια στιγμή στην πρώτη εναγομένη), του απέστειλε το από 29-4-1996 εξώδικο (το οποίο του επιδόθηκε με την υπ' αριθ. 4086/30-5-1996 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Χ.

Τ.), με το οποίο δήλωνε ότι ανακαλεί κάθε πληρεξούσιο που του είχε κάνει, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή της να αποστεί από τη συμφωνία τους. Και μετά όμως την εξώδικη αυτή δήλωση της πρώτης εναγομένης, ο Σ. Θ. δεν αντέδρασε με κάποιο τρόπο, ούτε γνωστοποίησε αντίθετη προς την προηγηθείσα πρόθεση του ως προς το επίδικο, ούτε διαμαρτυρήθηκε για την "ανάκληση" των πληρεξουσίων, παρά μόνον στις 13-1-2004, ήτοι ένα έτος μετά τη μεταβίβαση του επιδίκου από την πρώτη στο δεύτερο εναγόμενο, της απέστειλε εξώδικη ειδοποίηση η οποία της επιδόθηκε με την υπ' αριθμ. 875/20-1-2004 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Α.

Μ., για να εμφανιστεί την 23-1-2004 ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λέντζαρη προς σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, τότε δε η πρώτη εναγομένη για πρώτη φορά έμαθε για το προσύμφωνο του 1996. Υπό τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, δεν συντρέχει υπαίτια εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, αδυναμία εκπληρώσεως της εκ του προσυμφώνου παροχής έναντι του αντισυμβαλλομένου της και η στηριζόμενη στην παραδοχή αυτή ερευνώμενη βάση της αγωγής, κρίνεται αβάσιμη κατ' ουσίαν".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974,976, 981, 1045 και 1051 ΑΚ και παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ περί δικαιοπραξιών, διότι, ενώ διαπίστωσε αμφιβολίες και ασάφειες στις δηλώσεις βουλήσεως του συμβατικού όρου ε' του από 20-3-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού σχετικά με την υποχρέωση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών για καταβολή της αποζημιώσεως από τις ρυμοτομίες και τις προσκυρώσεις που βάρυναν την αρχική ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης, εμβαδού 10 παλαιών στρεμμάτων, δεν προσέφυγε στην ερμηνεία του εν λόγω συμβατικού όρου, σύμφωνα με τους παραπάνω κανόνες, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών είχε αναλάβει υποχρέωση να πληρώσει όλες τις αποζημιώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών από την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, δηλαδή για τα ρυμοτομούμενα και προσκυρούμενα τμήματα καταβάλλοντος παράλληλα και ολόκληρη την αξία του επιδίκου, με αποτέλεσμα, λόγω μη πληρωμής της οφειλής που προέκυπτε από την πράξη εφαρμογής, ποσού 5.004.800 δραχμών, να απωλέσει τη νομή με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου ενώ, ο ίδιος (Σ.

Θ.) με βάση τον ως άνω συμβατικό όρο, όφειλε να καταβάλει μόνο την αποζημίωση που αντιστοιχούσε στο τυχόν προσκυρωθέν τμήμα. Όμως, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν διέγνωσε, ούτε καν εμμέσως, ασάφεια του προαναφερθέντος συμβατικού όρου του από 20.3.1988 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών και της πρώτης αναιρεσίβλητης, σχετικά με την υποχρέωση του πρώτου για καταβολή όλων των αποζημιώσεων που βάρυναν το επίδικο ακίνητο λόγω τακτοποιήσεων που έγιναν κατόπιν επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή των ...

Ιωαννίνων, ώστε να προβεί σε ερμηνεία αυτο^αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι "ήταν ξεκάθαρο, με βάση την αρχική άτυπη συμφωνία ήδη από το έτος 1988, η οποία ήταν μεν άκυρη λόγω μη τήρησης του νόμιμου συστατικού τύπου, αλλά αποτύπωνε την πραγματική βούληση των μερών, ότι ο ίδιος (Σ. Θ.) θα έπρεπε να πληρώσει το όποιο ποσό προέκυπτε".

Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με* εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος, σχετικά με την βασιμότητα των αγωγικών τους ισχυρισμών, δεν έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα νομίμως προσκομισθέντα από τις αναιρεσείουσες έγγραφα και ότι, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη α) την από 27-9-1988 διεκδικητική αγωγή, β) την υπ' αριθμ. 292/1989 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, γ) την υπ' αριθμ. 430/1990 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, δ) την υπ' αριθμ. 126/1994 απόφαση του Αρείου Πάγου, ε) την υπ' αριθμ. 1194/1991 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης, στ) το υπ' αριθμ. 2521/18-3-2003 έγγραφο του Δήμου Ιωαννίνων και ζ) το υπ' αριθμ. 096666/13-6-1994 γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων Ιωαννίνων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις 292/1989, 430/1990 και 126/1994 δικαστικές αποφάσεις (φύλλο 5°), δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική αναφορά και η αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής των, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003). Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β' και 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν εξέτασε τον τέταρτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης για μη λήψη υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο της περιεχομένης στις από 26-1-2005 έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων που αυτές κατέθεσαν σε προγενέστερη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 172/2007 τελεσίδικη απόφαση, εξώδικης ομολογίας τους, με την οποία αναγνωρίζονται ως αληθή τα θεμελιούντα την ιστορική βάση της αγωγής περί καταβολής του οφειλομένου και ήδη καταβληθέντος τιμήματος των 3.500.000 δραχμών (για την αγορά του ενδίκου ακινήτου) και η οποία (εξώδικη ομολογία) επί λέξει έχει ως εξής: "Επομένως δεν υφίσταται αξίωση του αντιδίκου μεγαλύτερη των 10.271,46 ευρώ στα οποία αντιστοιχούν 3.500.000 δραχμές.

Το ποσό αυτό εκτός του ότι το προσφέρω υπερκαλύπτεται από την μεγάλη ακίνητη περιουσία που έχω στο όνομα μου και δεν απαιτείται να γίνει διάρρηξη της μεταβίβασης που έκανα προς τον γιο μου για να ικανοποιηθεί η αξίωση του αντιδίκου". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε τον πιο πάνω λόγο της έφεσης και έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα από τις αναιρεσείουσες αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις από 26-1-2005 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων από τις οποίες φέρεται προκύπτουσα η προαναφερόμενη εξώδικη ομολογία, δεχόμενο ότι το τίμημα των 3.500.000 δραχμών για την αγορά του ακινήτου εξοφλήθηκε (από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών) ολοσχερώς σε μετρητά, τμηματικά έως την 29-8-1988 (φύλλο 5° προσβαλλομένης απόφασης).

Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση. Παραμόρφωση υπάρχει, μόνον, όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή, σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.

ΑΠ 2/2008). Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου αλλά πρέπει, επί πλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 330/2016, ΑΠ 1025/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) του από 20-3-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης του επιδίκου, β) του υπ' αριθμ. … γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκη, ποσού 806.400 δραχμών, γ) του υπ' αριθμ.

…/2003 εγγράφου του Δήμου Ιωαννιτών, δ) του από 27-9-1988 δικογράφου της αγωγής, ε) των υπ' αριθμ. 292/89, 430/90, 126/94 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, του Εφετείου Ιωαννίνων και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα και στ) της υπ' αριθμ. 1194/1991 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Ε. Κ., έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες στο Εφετείο και τα οποία αφορούν την τήρηση των όρων που βάρυναν τον δικαιοπάροχο τους για την ολοκλήρωση της συμβάσεως πωλήσεως που είχε καταρτίσει με την πρώτη αναιρεσίβλητη και την υπαίτια αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής εκ μέρους της τελευταίας, με το να δεχθεί αντίθετα με το αληθινό περιεχόμενο αυτών που συνίσταται στο ότι τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών δεν βάρυνε καμία υπαιτιότητα ή συμβατική παράβαση για την εκπλήρωση των όρων του προσυμφώνου, ότι δεν συντρέχει εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, υπαίτια αδυναμία εκπλήρωσης της εκ προσυμφώνου παροχής έναντι του αντισυμβαλλομένου της και δικαιοπαρόχου τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου ως προς την υπαίτια ή μη αδυναμία εκπλήρωσης της εκ του προσυμφώνου παροχής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία ορθά αναγνώστηκαν, πλην όμως το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από το θεωρούμενο κατά τις αναιρεσείουσες ως ορθό, ενώ, εξάλλου, το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, δεν στηρίχθηκε, κυρίως ή αποκλειστικά, στα έγραφα αυτά, τα οποία απλώς και χωρίς να τα εξαίρει συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-4-2019 αίτηση των Α. Θ., Α. Θ. και Β. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 109/2017 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ