Supreme Court dismisses appeal for violation of substantive law regarding ambiguous bank bylaws interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the bank's appeal against the First Instance Court's ruling on a dispute over employee benefits. The bank argued the bylaws were clear, but the Court of First Instance found ambiguity and applied general contract interpretation rules to resolve the issue. The Supreme Court held that the lower court correctly identified the gap and used appropriate legal principles, finding no violation of substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code: When a contractual provision is ambiguous or creates a legal gap, the court must interpret it using general principles of contract law rather than declaring it void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1318 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1318/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ …. - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" ("ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Φιλιπποπούλου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Γάτσιου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2600/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3982/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/11/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 27/4/2016 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ? ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Περαιτέρω, με τα άρθρα 21 του Ν. 281/14 "περί σωματείων" και 33-39 του Β.Δ. της 15/20.5.20 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένο αυτοτελή κλάδο ή κεφάλαιο, χωρίς νομική προσωπικότητα, σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.
Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 12 β' Εισ.Ν. Α.Κ., καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του Ν.Δ. 42/74 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/76 "περί επαγγελματικών σωματείων κ.λπ.", κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 1264/82 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.".
Ετσι, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου (Ν. 1264/82), κατά την οποία σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να ασκούν εξουσία, και λειτουργούν ως σωματεία.
Επομένως, επ' αυτών έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 εδ. α' του ΑΚ., η οποία, συμπορευόμενη με την όμοια κατά βάση διάταξη του άρθρου 37 § 1 του Β.Δ της 15/20.5-1920, (που ορίζει ότι "μέλος επαγγελματικού σωματείου, διατηρούντος Ταμείον Αλληλοβοηθητικόν αποχωρούν, έχει ακέραια τα δικαιώματα επί του Ταμείου, εφόσον έχει εισφέρει εις αυτό και συμμορφώνεται προς τας διατάξεις του Καταστατικού αυτού, το οποίον καθορίζει τα της τοιαύτης περιπτώσεως"), ορίζει ότι τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο.
Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου και, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας, οι όροι αποχωρήσεως των μελών του σωματείου, που καθορίζει το καταστατικό του (κατά το άρθρο 80 αριθμ. 2 Α.Κ.), δεν μπορούν να αποκλείουν ή να δυσχεραίνουν την αποχώρηση αυτή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 997/79, "Περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μιθσωτού και ετέρων τινών διατάξεων", όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 56 παρ.1 Ν.1140/1981 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του Ν. 1902/90, "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο Ι.Κ.Α.
ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτού και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού που λειτουργούν με την μορφή Ν.Π.Δ.Δ. Κατ' εξαίρεση τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Ι.Δ., ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17.10.90), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και.
τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σ' αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του Ι.Κ.Α. - Τ.Ε.Α.Μ.". Η διάταξη, τέλος, του άρθρου 7 του Ν.Δ. 4202/61, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1405/83, ορίζει στην παρ. 1, ότι οι διατάξεις του διατάγματος αυτού, όπως και εκείνη του άρθρου 2, που καθιστά υπό προϋποθέσεις υπόχρεο τον τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό για την καταβολή της συντάξεως, εφαρμόζονται ανάλογα και για την ασφάλιση στους οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως στις περιπτώσεις διαδοχικής υπαγωγής σε περισσότερους από ένα από τους οργανισμούς αυτούς, στη δε παρ. 2, ότι για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου οργανισμοί επικουρικής ασφαλίσεως θεωρούνται όλα τα Ν.Π.ΔΔ.
που χορηγούν περιοδικές παροχές, βοηθήματα ή μερίσματα, ως και κάθε άλλος οργανισμός που χορηγεί τέτοιες παροχές, ανεξάρτητα από την ονομασία και τη νομική του μορφή, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των εργαζομένων.
Από το συνδυασμό, των τελευταίων αυτών διατάξεων προκύπτει ότι τα συσταθέντα μέχρι την 17-10-1990 αλληλοβοηθητικά ταμεία εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις. Η σύσταση δε αυτών ήταν ελεύθερη, βάσει του άρθρου 12 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα των Ελλήνων να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τα έναντι των οποίων δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών τους καθορίζονται δικαιοπρακτικώς με το καταστατικό τους, και δεν περιορίζεται από το άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος, που αναφέρεται μόνο στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, την οποία και εξαιρεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Εκ τούτου παρέπεται, ότι εξακολουθεί να είναι ισχυρή και έγκυρη διάταξη του Καταστατικού ενός τέτοιου ταμείου αλληλοβοήθειας, η οποία, συμπορευόμενη και προς την εξακολουθούσα να ισχύει ειδική διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του Β.Δ. της 15/20.5.20, με την οποία χορηγείται στα μέλη του το προβλεπόμενο από το καταστατικό του βοήθημα, μετά την αποχώρηση τους από την ενεργό υπηρεσία και την συμπλήρωση των προϋποθέσεων που τάσσονται προς τούτο, και στην περίπτωση που μεταγενέστερα τα μέλη του προσληφθούν από άλλο εργοδότη και επιλέξουν νέο φορέα επικουρικής ασφάλισης.
Και στην περίπτωση όμως αυτή, η διατήρηση ή αναστολή του χορηγηθέντος επιδόματος, διέπεται από τις καταστατικές διατάξεις του αλληλοβοηθητικού ταμείου, οι οποίες δεν συνιστούν κανόνες δικαίου, αφού το καταστατικό του σωματείου, σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, αποτελεί δικαιοπραξία (ΑΠ 548/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το Καταστατικό του αναιρεσείοντος σωματείου, όπως άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, και οποιουδήποτε άλλου σωματείου, αποτελεί σύμβαση και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεων του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως.
Γι' αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει ο αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 115/2013).
ΙΙ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Το εναγόμενο Ταμείο είναι ιδιωτικός ασφαλιστικός Οργανισμός επικουρικής ασφάλισης, λειτουργεί ως αλληλοβοηθητικό σωματείο και δεν ασκεί . δημόσια εξουσία. Το καταστατικό του εγκρίθηκε με την 2643/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις 2234/1983 και 43/1991 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, έχει δε καταχωρηθεί νόμιμα στα τηρούμενα προς τούτο βιβλία του ως άνω Πρωτοδικείου.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του καταστατικού του, μέλη του είναι πρόσωπα που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με αμοιβή στην (πρώην) ΑΤΕ καθώς και στις Τράπεζες Εργασίας, Κρήτης, Κεντρικής Ελλάδος, Επαγγελματικής Πίστης, Αττικής, Επενδύσεων, Πειραιώς, Μακεδονίας - Θράκης, Αραβοελληνική, ΕΤΕΒΑ, Εθνική Στεγαστική Τράπεζα και Εθνική, όπως αυτές λειτουργούν σήμερα, τα οποία (πρόσωπα) είναι ταυτόχρονα και μέλη των οικείων Συλλόγων των τραπεζών αυτών καθώς επίσης και υπάλληλοι όποιων άλλων τραπεζών επιθυμούν να προσχωρήσουν ο αυτό (άρθρο 2 παρ. 2 εδ.
β' του καταστατικού). Σκοπός του σωματείου είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους αποχωρούντες από την υπηρεσία υπαλλήλους του προσωπικού οποιασδήποτε από τις συμμετέχουσες τράπεζες, εφόσον θεμελιώνουν δικαίωμα κύριας σύνταξης στο ΤΑΠΙΛΤ ή στο ΙΚΑ ή σε ειδικούς ασφαλιστικούς φορείς κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων που ορίζονται στο ισχύον καταστατικό και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις αυτού (άρθρο 1.
εδ. β του καταστατικού). Πόροι του ταμείου είναι κατά το άρθρο 3 του καταστατικού του : 1) εισφορά ανερχόμενη σε ποσοστό 3% στις κάθε φύσεως αποδοχές των ασφαλισμένων, εισπραττόμενη με κρατήσεις από τις μισθολογικές καταστάσεις από κάθε μια Τράπεζα, η οποία υποχρεούται να την καταθέσει στο ταμείο εντός του ίδιου μισθολογικού μήνα, 2) εισφορά ανερχόμενη σε ποσοστό 4% στις πάσης φύσεως αποδοχές των ασφαλισμένων, καταβαλλόμενη από κάθε Τράπεζα μέσα στον ίδιο μήνα, βάσει της καταβαλλόμενης μισθοδοσίας, 3) τυχόν έκτακτες εισφορές των Τραπεζών, 4) οι πρόσοδοι της περιουσίας του ταμείου, 5) πάσης φύσεως προβλεπόμενες από το καταστατικό καταβολές, 6) οι παντός είδους δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες κλπ και 7) κάθε άλλο νόμιμο έσοδο.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε μέλος του εναγόμενου επαγγελματικού σωματείου την 1-1- 1983, με την προσχώρησή της, ως εργαζόμενη στην πρώην Τράπεζα Εργασίας, που περιλαμβανόταν μεταξύ των τραπεζών που χρησιμοποιούσαν το εν λόγω αλληλοβοηθητικό ταμείο για την επικουρική ασφάλιση, του προσωπικού τους, καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχώνευσης με απορρόφησή της αποτελεί η Τράπεζα EFG EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε..
Κατά τον χρόνο αποχώρησής της από την ως άνω τράπεζα στις 31-5- 2003, που συμπίπτει και με το τέλος της ασφάλισης της στο εναγόμενο, είχε συμπληρώσει το 45ο έτος της ηλικίας της καθώς και πλέον των είκοσι επτά (27) ετών στον κύριο ασφαλιστικό της φορέα, ήτοι το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ). Ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 έως 20-10-2006 απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην Τράπεζα …..
με φορέα επικουρικής ασφάλισής της το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού ….Τραπέζης Ελλάδος (...), από 23-10-2006 έως 4-5-2008 στην Τράπεζα ... με φορέα επικουρικής ασφάλισης το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (TEAM), ενώ στις 5- 5-2008 επανήλθε με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην Τράπεζα …., στην οποία εργάζεται έως σήμερα στη θέση της Διευθύντριας καταστήματος με φορέα επικουρικής ασφάλισης το ΙΚΑ- ΕΤΕΑΜ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3455/2006.
Ειδικότερα, με τον ν. 997/1979 ιδρύθηκε με τη μορφή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (TEAM). Στον ανωτέρω νόμο προβλέπεται η υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση των μισθωτών που υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΙΚΑ ή άλλου φορέα κύριας ασφάλισης και δεν υπάγονται, κατά την έναρξη ισχύος του, στην ασφάλιση άλλου φορέα ή κλάδου επικουρικής ασφάλισης για την ίδια απασχόληση.
Στη συνέχεια, με το π.δ. 633/1982 ορίσθηκε ως χρόνος έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου η 1-2-1983. Κατ' εφαρμογή των ως άνω ρυθμίσεων, το προσωπικό των τραπεζών θα ασφαλιζόταν υποχρεωτικά στο ως άνω ταμείο επικουρικής ασφάλισης, εφόσον μέχρι την 31-1-1983 δεν είχε υπαχθεί στην επικουρική ασφάλιση άλλου φορέα. Για την αποφυγή της υποχρεωτικής υπαγωγής των υπαλλήλων τής Τράπεζας …..
στην ασφάλιση του TEAM, το σωματείο των υπαλλήλων της αποφάσισε με την από 11-1-1983 απόφαση της γενικής συνέλευσης, την υπαγωγή των μελών του στην επικουρική ασφάλιση του εναγομένου, ενώ στις 27-1-1983 η έκτακτη γενική συνέλευση του εναγομένου αποφάσισε την ένταξη σε αυτό των υπαλλήλων της ως άνω Τράπεζας ….. Κατόπιν των ανωτέρω, στις 30-10-1989, καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ του σωματείου των εργαζομένων της Τράπεζας ….
και της τελευταίας, δυνάμει της οποίας οι εργαζόμενοι σ' αυτήν υπήχθησαν από 1-2-1990 στην επικουρική ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης Ελλάδος (...). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3455/2006, που αφορά την επικουρική ασφάλιση του νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού της Τράπεζας ….., το προσωπικό της που προσλαμβάνεται μετά τις 18-4 2006 ασφαλίζεται υποχρεωτικά όσον αφορά την επικουρική ασφάλιση στο ΕΤΕΑΜ.
Ωστόσο, λόγω του ότι το έτος 2000 η Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την Τράπεζα ….., το προσωπικό της απορροφούμενης τράπεζας το οποίο ήταν ασφαλισμένο στο εναγόμενο ταμείο, εξακολούθησε και μετά τη συγχώνευση να είναι ασφαλισμένο σε αυτό (εναγόμενο), με αποτέλεσμα το προσωπικό της που προέρχεται από την πρώην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης να είναι ασφαλισμένο κατά την επικουρική του ασφάλιση στο εναγόμενο, το προσωπικό της που είχε προσληφθεί έως 17 4-2006 να είναι ασφαλισμένο στο ...
και το νεοπροσληφθέν προσωπικό μετά τις 18-4-2006 στο ΕΤΕΑΜ. Η δε ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, λόγω του ότι προσλήφθηκε ξανά από την Τράπεζα Πειραιώς στις 5-5-2008, υπήχθη έκτοτε, εκ του, νόμου, στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ύστερα από τη με αριθ. πρωτ. 18425/21-11-2006 αίτηση της ενάγουσας για συνταξιοδότησή της από το εναγόμενο, της χορηγήθηκε με την από 26-2-2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του τελευταίου μηνιαίο επικουρικό βοήθημα ποσού 422,70 ευρώ, καταβλητέο από 1-11-2006 και εφεξής, καθόσον κατά την υποβολή της εν λόγω αίτησης είχε συμπληρώσει 27 έτη, 2 μήνες και 13 ημέρες στον κύριο ασφαλιστικό της φορέα ήτοι στο ΙΚΑ.
Και τούτο, διότι κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του καταστατικού του εναγομένου: "Οι ασφαλισμένοι του ταμείου δικαιούνται επικουρικό βοήθημα: α) αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία των εργοδοτών που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 και δεν δικαιωθούν αμέσως μετά την αποχώρησή τους σύνταξη από τον Οργανισμό ή τον Φορέα που είναι ασφαλισμένοι (εννοείται ο κύριος φορέας ασφάλισης), αλλά πληρούν οπωσδήποτε τις κάτωθι προϋποθέσεις :
αα) χρόνο ασφάλισης είκοσι (20) ετών συνολικά και ηλικία 62 ετών οι άνδρες και 45 ετών οι γυναίκες, β β) χρόνο ασφάλισης είκοσι πέντε (25) ετών συνολικά και ηλικία 55 ετών οι άνδρες, γγ) ανεξάρτητα με την ηλικία τους οι άνδρες και χρόνο ασφάλισης τριάντα (30) ετών συνολικά, δδ) ανεξάρτητα από την ηλικία τους οι γυναίκες και χρόνο ασφάλισης συνολικά είκοσι πέντε (25) ετών.
Σε περίπτωση αποχώρησης από την Τράπεζα ασφαλισμένου που έχει όλες τις προβλεπόμενες ως άνω αα και ββ προϋποθέσεις, για την απόκτηση δικαιώματος προς σύνταξη εκτός της προϋποθέσεως του ορίου ηλικίας, το βοήθημα θα απονέμεται μετά την συμπλήρωση του απαιτούμενου ως άνω ορίου ηλικίας", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του καταστατικού: "όλα τα μέλη του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ δικαιούνται βοηθήματος ανεξάρτητα από τον χρόνο ασφάλισής τους στο Ταμείο, όπως ορίζει το άρθρο 22 του παρόντος.
Τα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος μέλη του Ταμείου παίρνουν επικουρικό βοήθημα για όσα χρόνια έχουν στον ασφαλιστικό τους φορέα, από τον οποίο συνταξιοδοτήθηκαν, εφόσον έχουν συμπληρώσει εικοσαετία στην ασφάλιση του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ. Σε περίπτωση που αποχωρήσουν χωρίς την συμπλήρωση της εικοσαετίας, υποχρεούνται να εξαγοράσουν τόσα χρόνια όσα τους υπολείπονται μέχρι την συμπλήρωσή της, ως μίνιμουμ καταβολής το ποσό της εξαγοράς θα καταβάλλεται κατά το ήμισυ μεν αμέσως, το δε υπόλοιπον ήμισυ σε εξήντα άτοκες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από της καταβολής της πρώτης μηνιαίας επικουρικής συντάξεως".
Στη συνέχεια ωστόσο, με την από 18-3-2011 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, που της γνωστοποιήθηκε στις 31-3-2011 με την με αριθ. 2591/24-3-2011 επιστολή του, αποφασίσθηκε, κατόπιν ερμηνείας των διατάξεων του καταστατικού του και συγκεκριμένα του άρθρου 32 παρ. 3 περ. β' αυτού, η αναστολή από 1-4-2011 του εν λόγω μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος που της χορηγούσε, με την αιτιολογία ότι από 5-5-2008 εργάζεται σε τραπεζικό όμιλο, του οποίου το προσωπικό ασφαλίζεται σε αυτό (εναγόμενο).
Σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 3 περ. β' του καταστατικού του εναγομένου, αναστέλλεται το δικαίωμα βοηθήματος εφόσον ο άμεσα βοηθηματούχος ήθελε να αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται στο εναγόμενο Ταμείο. Από τη λεκτική διατύπωση του ανωτέρω άρθρου, προκύπτει ότι υφίσταται ασάφεια αλλά και κενό, που πρέπει να αρθεί με ερμηνεία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με βάση τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενόψει και των λοιπών διατάξεων του άνω καταστατικού, ως προς τις προϋποθέσεις της αναστολής του βοηθήματος, στην περίπτωση που ο άμεσα βοηθηματούχος αναλάβει εκ νέου εργασία σε εργοδότη, το προσωπικό του, οποίου δεν ασφαλίζεται στο σύνολο του στο εναγόμενο αλλά ένα μέρος αυτού είναι ασφαλισμένο σε αυτό και το υπόλοιπο σε άλλο ή άλλους ασφαλιστικούς φορείς.
Συνεπώς, το εν λόγω άρθρο του καταστατικού χρήζει ερμηνείας ως προς το αν οι συμβαλλόμενοι, κατά την αληθινή τους βούληση, θέλησαν να αποκλείσουν τον βοηθηματούχο από την είσπραξη του βοηθήματος σε περίπτωση που αναλάβει εκ νέου εργασία σε εργοδότη, το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται εν μέρει στο εναγόμενο.
Κατ' αρχήν, το ως άνω άρθρο του καταστατικού δεν συνέδεσε την αναστολή του βοηθήματος με την εκ νέου ανάληψη εργασίας από το βοηθηματούχο σε οποιοδήποτε εργοδότη αλλά μόνο με την ανάληψη εργασίας σε εργοδότη, το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται σε αυτό. Και τούτο, διότι στην αντίθετη περίπτωση, ο εργαζόμενος θα ελάμβανε σύνταξη από τον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο θα κατέβαλλε και εισφορές ως ενεργό ασφαλιστικό υποκείμενο.
Λαμβανομένου υπόψη και του ανωτέρω κριτηρίου, το ως άνω άρθρο εφαρμόζεται όταν το σύνολο του προσωπικού και συνακόλουθα και ο άμεσα βοηθηματούχος ασφαλίζεται στο εναγόμενο, ενώ σε περίπτωση που λόγω συγχωνεύσεων ή νομοθετικών αλλαγών μέρος του προσωπικού ασφαλίζεται στο εναγόμενο και μέρος σε άλλα ασφαλιστικά ταμεία, κρίσιμο είναι σε ποιο τμήμα του προσωπικού ανήκει ο βοηθηματούχος.
Η αληθής βούληση των συμβληθέντων, όπως προκύπτει από τους ως άνω όρους του καταστατικού, ερμηνευόμένους όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ήταν ότι η χορήγηση του επιδόματος αναστέλλεται μόνο εφόσον ο ίδιος ο βοηθηματούχος ανήκει στο μέρος του προσωπικού που υπάγεται στη νέα εργασία του ή στην υπηρεσία του στην ασφάλιση του εναγόμενου, δεδομένου ότι θα ήταν αντίθετο, προς τον σκοπό του εναγόμενου αλληλοβοηθητικού ταμείου το ίδιο πρόσωπο να είναι παράλληλα βοηθηματούχος λόγω σύνταξης και ασφαλισμένος σε αυτό δυνάμει ενεργής εργασιακής σχέσης.
Αντίθετα, το επίδομα χορηγείται κανονικά, εφόσον ο βοηθηματούχος ανήκει στο μέρος του προσωπικού δεν υπάγεται στην ασφάλιση του εναγομένου αλλά σε άλλο ασφαλιστικό ταμείο, αφού η περίπτωση αυτή δεν διαφοροποιείται από εκείνη που ο βοηθηματούχος ανέλαβε εργασία σε εργοδότη, το προσωπικό του οποίου δεν ασφαλίζεται στο εναγόμενο.
Η συγχώνευση όμως τραπεζικών οργανισμών και η συνεπεία αυτής ασφαλιστική ανομοιογένεια του προσωπικού των καθολικών διαδόχων αυτών, δεν μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος του βοηθηματούχου, δεδομένου ότι ουδεμία ευθύνη φέρει για αυτήν, ούτε είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναστέλλεται η χορήγηση του βοηθήματος, για το οποίο καταβλήθηκαν εισφορές κυρίως από το βοηθηματούχο, εφόσον δεν συντρέχει στο πρόσωπο του, η σύμπτωση της ιδιότητας του ασφαλισμένου και του συνταξιούχου στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα.
Συνεπώς, για να εφαρμοστεί το άρθρο 32 παρ. 3 περ. β' του καταστατικού του εναγομένου, πρέπει το σύνολο του προσωπικού του νέου εργοδότη και συνακόλουθα και ο βοηθηματούχος να είναι ασφαλισμένο στο εναγόμενο, ενώ στην περίπτωση που ένα μέρος αυτού είναι ασφαλισμένο στο εναγόμενο και το υπόλοιπο σε άλλους ασφαλιστικούς φορείς, για την εφαρμογή του και την αναστολή του χορηγηθέντος βοηθήματος πρέπει ο βοηθηματούχος να ανήκει στο μέρος του προσωπικού που έχει ως φορέα ασφάλισης το εναγόμενο.
Σύμφωνα με όσα έγινα δεκτά, η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 περ. β' του καταστατικού του εναγόμενου, όπως ερμηνεύτηκε κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, βάσει της οποίας λήφθηκε η ως άνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγόμενου περί αναστολής του χορηγηθέντος στην ενάγουσα μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον δεν υφίσταται στο πρόσωπο της σύμπτωση της ιδιότητας της ασφαλισμένης και της συνταξιούχου στο εναγόμενο ταμείο, δεδομένου ότι το προσωπικό του νέου εργοδότη της ασφαλίζεται κατά ένα μέρος του στο εναγόμενο, κατ' άλλο στο ...
και το νεοπροσληφθέν στο ΕΤΕΑΜ, η δε ενάγουσα, η οποία έχει ήδη καταβάλει τις προβλεπόμενες από το καταστατικό του εναγόμενου εισφορές, δεν έχει ως φορέας επικουρικής ασφάλισης το εναγόμενο, αλλά ανήκει στο τμήμα του προσωπικού της Τράπεζας … που είναι ασφαλισμένο στο ΕΤΕΑΜ. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί, τους οποίους προέβαλε το εναγόμενο και τώρα εκκαλούν με την έφεση και τις προτάσεις του, ότι δηλαδή η επίμαχη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 β' του καταστατικού είναι σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας, δεδομένου μάλιστα ότι κατά τον χρόνο εγκρίσεως του καταστατικού (1979) δεν υπήρχαν συγχωνεύσεις και απορροφήσεις Τραπεζών στην Ελλαδικό Χώρο και το προσωπικό των εργοδοτριών Τραπεζών ήταν ασφαλισμένο στο σύνολο του σ' αυτό, δεν είναι βάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του αν είχαν γίνει ή όχι μέχρι τον παραπάνω χρόνο συγχωνεύσεις και απορροφήσεις Τραπεζών, προβλέπονταν αυτές από τον νόμο (άρθρα 68 - 69 ν. 2190/1920) και παρ' όλα αυτά κατά τη σύσταση του εναγομένου αφέθηκε κενό ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα, κενό το οποίο ακριβώς καλύπτεται με την ερμηνεία βάσει των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Άλλωστε, όπως εκτέθηκε ήδη πιο πάνω, και το ΔΣ του εναγομένου με ερμηνεία της επίμαχης διάταξης κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση για αναστολή καταβολής στην ενάγουσα του επίδικου βοηθήματος".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών. Ειδικότερα, αφού διαπίστωσε κενό και ασάφεια, ως προς το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 32 § 3 β' του καταστατικού του αναιρεσείοντος, που, όπως έχει λεχθεί, αποτελεί σύμβαση, προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. για να το ερμηνεύσει, με τη δοθείσα δε ερμηνεία, η οποία είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, αφού έλαβε υπόψη τη φύση της συγκεκριμένης διάταξης του καταστατικού, καθώς και το σκοπό στον οποίο απέβλεπαν τα μέρη, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο, 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
ΙΙΙ. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/11/2014 αίτηση για αναίρεση της 3982/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και, Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ