Legislator Case Law & Legislation
1318/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor severance calculation error in indefinite contract termination case.

Case Number 1318/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding labor severance payments. The appellants argued that the lower court incorrectly applied Article 8, Section A of Law 3198/1955, which grants 50% severance to employees retiring with full pension rights, rather than Section B's 40% rate. The Court found the lower court erred in interpreting the statute and remanded the case for a new trial on the correct legal application.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 8 of Law 3198/1955: The Supreme Court may allow an appeal based on the direct violation of a substantive law rule when the lower court applies the wrong provision or misinterprets the statutory conditions for calculating labor severance compensation.

Keywords

AI generated
labor severance compensation indefinite term contract full pension rights statutory interpretation error appeal against second instance Code of Civil Procedure remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 8 of Law 3198/1955
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 178 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1318 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1318/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσειόντων: 1)Ν. Π. του Π., κατοίκου ... 2)Χ. Σ. του Λ., κατοίκου ... και 3)Η. Τ. του Γ., κατοίκου .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Πολιτάκη και οι 2ος και 3ος παραστάθηκαν με την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, η οποία κατέθεσε προτάσεις .

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιαννόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 843/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2206/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/4/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 27/9/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης εταιρίας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 8 εδ. α` του ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ.

της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β` και γ` του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των αρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ.

της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και την θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσης της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.

Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εφόσον δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ ΑΠ 1110/1986, ΑΠ 130/2015, ΑΠ 20/2015, ΑΠ 286/2015, ΑΠ 1207/2015, ΑΠ 170/2013, ΑΠ 197/2011), β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού.

γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων, και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί (ΑΠ 130/2015, ΑΠ 20/2015, ΑΠ 286/2015, ΑΠ 1207/2015, ΑΠ 170/2013, ΑΠ 197/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 19 του συμβατική ισχύ έχοντος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος οι μόνιμοι υπάλληλοί της απολύονται μόνο (α) λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, δηλ. του 63ου έτους για τους Διευθυντές κ.λπ. και του 60ου για τους Εντεταλμένους Τμηματάρχες - Προϊσταμένους και τους εξομοιουμένους με αυτούς, καθώς και για το προσωπικό των λοιπών βαθμών (β) ...

κλπ, οι δε συμπληρώσαντες κατά την διάρκεια του έτους το άνω όριο ηλικίας αποχωρούν της υπηρεσίας, τιθέμενοι υπό σύνταξη, από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του ίδιου Κανονισμού, (α) ο υπάλληλος δικαιούται να παραιτηθεί χωρίς να είναι υποχρεωμένος να εκθέσει τους λόγους της παραίτησής του, (β) η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, η δε υπαλληλική σχέση λύεται μόνο με την αποδοχή της, (γ) η αποδοχή της παραίτησης είναι υποχρεωτική μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή της και θεωρείται ότι έχει γίνει αυτοδίκαια δεκτή, αν παρέλθει η παραπάνω προθεσμία και δεν γίνει δήλωση για αναβολή της αποδοχής της, ενώ επιτρέπεται έγγραφη ανάκληση της παραίτησης πριν γίνει αποδεκτή.

Κατά τα ανωτέρω οι εργασιακές συμβάσεις του προσωπικού της Τράπεζας είναι καταρχήν ορισμένου χρόνου, διότι προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών της με την συμπλήρωση του καθοριζομένου ορίου ηλικίας, εφόσον, όμως, με τον Κανονισμό προβλέπεται η δυνατότητα λύσης πριν από τον χρόνο αυτόν με την υποβολή έγγραφης παραίτησης, υποχρεωτικής για την Τράπεζα, πληρούται η ενυπάρχουσα διαλυτική αίρεση και η σύμβαση με την υποχρεωτική αυτήν αποδοχή μετατρέπεται σε (εξαρχής) αορίστου χρόνου, η παραίτηση δε αυτή, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας, ταυτίζεται με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεσή της και κατά συνέπεια ο με τον τρόπο αυτόν αποχωρών υπάλληλος δικαιούται την ως άνω αποζημίωση (ΑΠ 130/2015, ΑΠ 20/2015, ΑΠ 286/2015, ΑΠ 1207/2015, ΑΠ 170/2013, ΑΠ 197/2011).

Εξάλλου, με το άρθρο 2 § 2 α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζες κ.λπ. η από το ν. 21121920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 ν.δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 ν. 1082/ 1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990, σε 7.500 € με το άρθ. 7 § 5 ν. 3075/2002 και σε 15.000 € με το άρθ. 21 § 13 ν. 3144/2003. Με το άρθρο 5 § 1 ν. 435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφ.

β` του άρθρου 8 ν. 3198/1955, ορίζεται ότι μισθωτοί υπαγόμενοι στην ασφάλιση οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης συμπληρώσαντες τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν λαμβάνοντες, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 και με το άρθρο 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημίωσης στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, τραπεζών κ.λπ.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 άρθρ. 103 του Συντάγματος, όπως αυτές προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Με την διάταξη του άρθρου 1 § 6 περ. ε` ν. 1256/1982, ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 9 του ν. 1232/1982, είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται...

ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες, είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ, με την διάταξη του άρθρου 51 ν. 1892/1990, με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα" ορίζεται ότι ο κατά τις διατάξεις του άρθρ. 1 § 6 ν. 1256/1982, δηλαδή την προηγούμενη διάταξη, δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο...

δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, είτε στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 και 8 § 4 του καταστατικού της αναιρεσίβλητης, που κυρώθηκε με το ν. 3424/1927 και έχει ισχύ νόμου η Τράπεζα αυτή έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από την φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσόν που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, ποσοστό που αυξήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 34 ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της.

Περαιτέρω, με το άρθρο 4 § 1 του Καταστατικού της αναιρεσίβλητης ορίζεται, ότι πρωταρχικός σκοπός της είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου τιμών και ότι με την επιφύλαξη του πρωταρχικού αυτού σκοπού η Τράπεζα στηρίζει τη γενική πολιτική της κυβέρνησης και με το άρθρο 2 § 1 εδ. α` έως ζ` του Καταστατικού της ορίζεται ότι κύριες αρμοδιότητες της Τράπεζας είναι α) η χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική, β) η άσκηση της πολιτικής της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι άλλων νομισμάτων, σύμφωνα με το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής που προκρίνει η κυβέρνηση ύστερα από διαβουλεύσεις με την τράπεζα, γ) η κατοχή και διαχείριση των επισήμων συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας, στα οποία περιλαμβάνονται τα σε συνάλλαγμα και χρυσό διαθέσιμα της Τράπεζας και του Δημοσίου και η ενέργεια πράξεων σε συνάλλαγμα, δ) η άσκηση εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων επιχειρήσεων και Οργανισμών του Χρηματοπιστωτικού Τομέα της οικονομίας, ε) η προώθηση και επίβλεψη της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγμάτευσης, διακανονισμού και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων, στ) το αποκλειστικό προνόμιο της έκδοσης τραπεζικών γραμματίων και ζ) η ενέργεια ως ταμία και εντολοδόχου του Δημοσίου.

Κατ` ακολουθία των παραπάνω διατάξεων, με τις οποίες καθορίζεται ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, δεν περιλαμβάνεται η αναιρεσίβλητη στον δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 ν. 1892/1990, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, στο σύνολό της, ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν, κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου.

Ενόψει, όμως, και των προαναφερόμενων αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην αναιρεσίβλητη και των προνομίων που έχουν παραχωρηθεί σε αυτήν, από την σύστασή της και μεταγενέστερα, και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, δεν είναι αυτή ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση εκ μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου, ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.

Επομένως, υπάλληλος της αναιρεσίβλητης που αποχωρεί από την υπηρεσία της δικαιούται την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α` ν. 3198/ 1955 και 5 § 1 ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 §§ 2 και 3 του α.ν. 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η αναιρεσείουσα δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ ΑΠ 1/2006, ΑΠ 130/2015, ΑΠ 20/2015, ΑΠ 286/2015, ΑΠ 1207/2015, ΑΠ 170/2013, ΑΠ 197/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης 2206/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 18-6-2007 αγωγής των αναιρεσειόντων, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ,ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) γεννηθέντες ,ο πρώτος το έτος 1947, ο δεύτερος το έτος 1947 και ο τρίτος το έτος 1948, προσλήφθηκαν από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ο πρώτος στις 11-5-1973, ο δεύτερος την 1-10-1971 και ο τρίτος στις 14-9-1971, εξελίχθηκαν μέχρι τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου και αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, στις 11-5-2007 ο πρώτος, στις 22-3-2007 ο δεύτερος και στις 2-4-2007 ο τρίτος, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας τους (60ου), που προβλεπόταν από το άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της εναγομένης, στον οποίο είχαν προσχωρήσει οι ενάγοντες κατά την πρόσληψή τους.

Η αποχώρησή τους έγινε μετά τη συμπλήρωση υπερδεκαπενταετούς πραγματικής υπηρεσίας ήτοι 39 έτη, 6 μήνες και 1 ημέρα για τον πρώτο (με συνυπολογισμό και των ετών ασφαλίσεως του στο ΙΚΑ), 35 έτη, 6 μήνες και 22 ημέρες για τον δεύτερο και 35 έτη, 7 μήνες και 18 ημέρες για τον τρίτο και κατόπιν υποβολής εκ μέρους τους των, από 11-5-2007, 22-3-2007 και από 2-4-2007, έγγραφων παραιτήσεων, αντίστοιχα, οι οποίες έγιναν αποδεκτές με τις υπ' αριθ. 546/15-5-2007,349/23-3-2007 και 405/2-4-2007, αντίστοιχα, πράξεις του Διοικητή της εναγομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του άνω Γενικού Κανονισμού Κατάστασης των υπαλλήλων της, δηλαδή εντός μηνός από την υποβολή των δηλώσεων παραίτησης και διαγράφηκαν από την δύναμη του προσωπικού της εναγομένης, ο πρώτος την 10-6-2007, ο δεύτερος την 23-4-2007 και ο τρίτος την 2-5-2007.

Οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων διέπονταν από τον ως άνω συμβατικής ισχύος Κανονισμό, που προέβλεπε τη λύση των συμβάσεων εργασίας των με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας (άρθρο 19 αυτού) και επομένως ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας αυτών, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού, η αποδοχή της οποίας ορίζεται ότι είναι υποχρεωτική εντός ενός μηνός από την ημερομηνία, που υποβλήθηκε (άρθρο 18).

Συνεπώς, υπήρχε διαλυτική αίρεση στις ως άνω συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, κατά τα άρθρα 669 και 202 ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τις δηλώσεις παραίτησης, που υποβλήθηκαν από αυτούς και έτσι οι εργασιακές τους συμβάσεις, κατέστησαν εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκαν με τη συγκατάθεση της εναγομένης - εργοδότριας, που αποδέχθηκε τις παραιτήσεις τους, η οποία στις σχέσεις της με το προσωπικό της έχει χαρακτήρα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου.

Επομένως (συνεχίζει το Εφετείο) δικαιούνται την αποζημίωση απολύσεως που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. β' του ν. 319811955, που ισχύει στην περίπτωση αυτή, δηλαδή δικαιούνται να λάβουν ποσοστό 40% της αποζημίωσης που θα ελάμβαναν σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, καθόσον κατά το χρόνο της παραιτήσεώς τους είχαν δικαίωμα λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος και ήταν επικουρικώς ασφαλισμένοι, έχοντες συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επικουρικής συντάξεως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικαιούνται να λάβουν το 40% της προβλεπόμενης κατά τα άνω αποζημιώσεως, δεχθέν ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του εδάφ. β' του άρθρου 8 Ν. 3198/1955 και όχι αυτή του εδάφ. α', έστω και αν δικαιούνται πλήρους συντάξεως και είναι επικουρικώς ασφαλισμένοι, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζουν και οι αναιρεσείοντες, αφού προσέδωσε στον εν λόγω κανόνα δικαίου, ήτοι αυτόν του εδάφ.

α' του άρθρου 8 Ν. 3198/1955 έννοια διαφορετική από αυτή, που πράγματι έχει και σύμφωνα με την οποία, οι αποχωρούντες με πλήρη σύνταξη υπάλληλοι, λαμβάνουν το 50% της αποζημιώσεως (και όχι το 40% αυτής), εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένοι. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, προς περαιτέρω διερεύνηση για την εφαρμογή της, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατ` άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 2206/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ