Legislator Case Law & Legislation
1318/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on accounting errors and will try case itself.

Case Number 1318/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Court of Crete's final judgment ordering payment of a deficit. The appellant argued the lower court erred by ordering payment without first accepting the delivery of funds, citing Article 559(19) of the Code of Civil Procedure. The court found this procedural flaw valid and, under Article 580(3), decided to try the case itself rather than remand it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 579(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; If an appeal is allowed on grounds other than jurisdiction or competence, the Supreme Court may try the case itself if no further clarification is needed.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance accounting error delivery of funds Supreme Court jurisdiction remand prohibition

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 579(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1318 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1318/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Βρέλλο .

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 493/2001 μη οριστική, 289/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2005 του Εφετείου Κρήτης. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1122/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την οριστική την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Κρήτης για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε την 475/2007 μη οριστική και στη συνέχεια 630/2008 οριστική απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-2-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 19-11-2012 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου λόγου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 20-12-2000 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος: α) σε λογοδοσία για τη διαχείριση από αυτόν 137.415.260 δρχ., ανακοινώνοντας κατάλογο με αντιπαράθεση εσόδων - εξόδων με επισύναψη των συναφών δικαιολογητικών, καθώς και το προκύπτον υπόλοιπο και β) να του καταβάλει το κατάλοιπο του λογαριασμού.

Επικουρικά δε, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το εικαζόμενο έλλειμμα, που προσδιόρισε στο ποσό των 112.415.260 δρχ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά μεν η 493/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος σε λογοδοσία, στη δε συνέχεια η 289/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου , με την οποία - αφού κρίθηκε ότι το έγγραφο που κατέθεσε ο εναγόμενος εντός της ταχθείσης προθεσμίας, με τίτλο "έκθεση λογοδοσίας", δεν περιείχε πίνακα εισπράξεων και δαπανών, ούτε υπήρχε επισύναψη των δικαιολογητικών - υποχρεώθηκε ο εναγόμενος σε καταβολή του ποσού των 112.415.260 δρχ., διότι έγινε δεκτό από το δικαστήριο ότι πληρώθηκε η αίρεση περί μη κατάθεσης από αυτόν λογοδοσίας .

Κατόπιν άσκησης από τον εναγόμενο έφεσης, εκδόθηκε η 57/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Κατόπιν άσκησης από τον εναγόμενο αναίρεσης, εκδόθηκε η 1122/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την αμέσως παραπάνω εφετειακή απόφαση με το ακόλουθο σκεπτικό: "Όμως το Εφετείο, με το να κρίνει, ότι η "έκθεση λογοδοσίας" που ο αναιρεσείων πάντως κατέθεσε στις 10-1-2002 στη γραμματεία του Πρωτοδικείου, δεν πληρούσε τους όρους του άρθρου 307 ΑΚ, χωρίς όμως να δεχτεί ότι ήταν δυνατή η συμπλήρωση της μεταγενεστέρως με τις προτάσεις, που ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, αρκέστηκε, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε λιγότερα στοιχεία από όσα επιτρέπει ο νόμος, προκειμένου να καταστεί οριστική η υποχρέωση του για λογοδοσία και καταβολή του υπολοίπου και έτσι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου πιο πάνω διάταξη του άρθρου 303 ΑΚ, ενώ συγχρόνως αγνόησε και σχετικό αντίστοιχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή αυτός, με τις προαναφερθείσες προτάσεις του, παρέθεσε πλήρη εικόνα των εσόδων και εξόδων και προς τούτο επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφες αποδείξεις από τις οποίες, όπως ο ίδιος διατείνεται, προέκυπτε η κίνηση όλων των εισπραχθέντων από αυτόν χρημάτων".

Παρέπεμψε δε ο Άρειος Πάγος την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Κρήτης, που επελήφθη εκ νέου της υπόθεσης, με την 475/2007 απόφαση του, δεχόμενο σιωπηρά ότι ο εναγόμενος κατέθεσε έκθεση λογοδοσίας, η οποία συμπληρούμενη με τις προτάσεις αυτού περιείχε πίνακα εισπράξεων και δαπανών με επισύναψη των δικαιολογητικών, έταξε αποδείξεις σε βάρος του ενάγοντος σχετικά με την ανάθεση από αυτόν στον εναγόμενο κατά τα τέλη του έτους 1992 την εντολή διαχείρισης από τον τελευταίο χρηματικού ποσού 137.415.260 δρχ.

για την ανέγερση δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων). Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η 630/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η 289/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και στη συνέχεια , μετά εκδίκαση της αγωγής , έγινε αυτή μερικώς δεκτή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 26.311,84 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το οποίο σύμφωνα με την απόφαση δεν αποδείχθηκε ότι χρησιμοποιήθηκε από τον εναγόμενο για λογαριασμό του ενάγοντος.

Ήδη δε ο ενάγων, με την από 872-2011 αίτηση του, ζητεί την αναίρεση της αμέσως παραπάνω (630/2008) απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

II) Κατά το άρθρο 303 ΑΚ: "Όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι εκ μόνου του γεγονότος, ότι από κάποια έννομη σχέση (όπως η εντολή), κάποιος προέβη σε διαχείριση εν όλω ή εν μέρει ξένης περιουσίας, δηλαδή σε ενέργειες συνεπιφέρουσες εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεούται να παράσχει λόγο αυτής της διαχείρισης του (ΑΠ 1122/2006). Ο δε δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο, για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, προσέτι δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα εφόσον συνηθίζονται.

Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι σύμφωνος με τους όρους και τον τύπο που αναφέρθηκαν, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου περί ανακοίνωσης του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των αρθρ. 473-477 Κ.Πολ.Δ.

Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικώς ή μερικώς του δεξίλογου με βάση οποιαδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση. Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται, εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει το λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέληση τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 474 ΚΠολΔ, η απόφαση που διατάσσει λογοδοσία ή παράδοση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία ο λογαριασμός ή ο κατάλογος πρέπει να κατατεθεί με τα δικαιολογητικά στη γραμματεία του δικαστηρίου. Κατά δε το άρθρο 477 παρ. 1 και 2 εδ. α του ίδιου Κώδικα, αν δεν κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που όρισε η απόφαση ο λογαριασμός ή ο κατάλογος, η απόφαση γίνεται οριστική ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας ή την υποβολή του καταλόγου.

Αν ζητήθηκε με την αγωγή για λογοδοσία κατά το άρθρο 473 να καταβληθεί ορισμένο έλλειμμα, για την περίπτωση που δεν θα κατατεθεί ο λογαριασμός και το έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάσσει τη λογοδοσία μπορεί να καταδικάσει τον εναγόμενο, για την περίπτωση που δεν θα καταθέσει εμπρόθεσμα το λογαριασμό ή τον κατάλογο με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του έλλειμμα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του πιο πάνω άρθρου 473 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο εναγόμενος - δοσίλογος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση που διέταξε τη λογοδοσία και δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα το λογαριασμό, με τη μορφή που παραπάνω προσδιορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική, ως προς την υποχρέωση του για λογοδοσία.

Αν δε ζητήθηκε η καταβολή ορισμένου ελλείμματος και το δικαστήριο καταδίκασε το δοσίλογο στην καταβολή του ελλείμματος αυτού, για την περίπτωση που ο δοσίλογος δεν καταθέσει το λογαριασμό μέσα στην προθεσμία που ορίστηκε, η απόφαση γίνεται οριστική και ως προς την υποχρέωση προς καταβολή του ελλείμματος με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής, μετά δε την τελεσιδικία της είναι εκτελεστή και ως προς τα με αυτή διατασσόμενα κατά το άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαναγκαστικά μέτρα.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, σχ.

Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).

Ill) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Περί τα τέλη του έτους 1992, κατόπιν σχετικής σύμβασης, ο ενάγων, ο οποίος ήταν τότε μόνιμος κάτοικος Αμερικής, ανέθεσε στον εναγόμενο, αδελφό της τότε συζύγου του Α. Μ. ... , την εντολή διαχειρίσεως για λογαριασμό του, χωρίς αμοιβή, διαφόρων χρηματικών ποσών.

Τα ποσά αυτά θα ενέβαζε σε δολλάρια Η ΠΑ μέσω καταθέσεων του σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους ο εναγόμενος θα εμφανίζονταν εικονικά ως συνδικαιούχος. Ειδικότερα ο εναγόμενος ανέλαβε κυρίως τη διαχείριση των χρημάτων του ενάγοντος που θα απαιτούνταν για την ανέγερση δύο διαμερισμάτων ιδιοκτησίας των παιδιών του, επιφανείας 47 τμ.

περίπου το καθένα, μιας (κοινής με τον εναγόμενο) πενταόροφης οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 7 στο ... . Όμως ανέλαβε και την εκτέλεση και διαφόρων άλλων εντολών που αφορούσαν στην επικερδή επένδυση τους στην Ελλάδα. Σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας ο εναγόμενος, μεταξύ των άλλων ποσών, ανέλαβε, μέσω των παρακάτω αναφερομένων τραπεζικών λογαριασμών, και τα παρακάτω, τα οποία είναι τα επίδικα δηλ.

αυτά για τα οποία ο ενάγων ζητεί λογοδοσία. Α) Μέσω του με αρ. ... λογαριασμού του υπ/τος Ηρακλείου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. 1) Στις 7-1-1993 2.000 δολλάρια, τα οποία αντιστοιχούσαν με την τότε ισοτιμία δραχμής δολλαρίου (1 δολλάριο ίσον προς 214 δραχμές) σε 428.000 δραχμές. 2) Στις 29-1-1993 30.000 δολλάρια ήτοι (30.000X214=) 6.420.000 δραχμές. 3) Στις 16-2-1993 12.000 δολλάρια ή (12.000X215=) 2.580.000 δραχμές. 4) Στις 26-3-1993 100.000 δολλάρια που αντιστοιχούσαν σε 22.166.000 δραχμές (10.0000X221,66=).

Δηλ. συνολικά ο εναγόμενος ανέλαβε (428.000 + 6.420.000 +2.580.000 + 22.166.000=) 31.594.000 δραχμές. Από το ποσό αυτό 30.000 και 12.000 δολλ. που ισούταν με 9.000.000 δραχμές (6.420.000 + 2.580.000=) ο εναγόμενος, αφού δραχμοποίησε, μετέφερε σε προσωπικό λογαριασμό του στην Τράπεζα Αττικής για να διατεθούν για την ανέγερση των δύο διαμερισμάτων. Το ποσό των 100.000 δολλαρίων ή 22.166.000 δρχ.

το διέθεσε, κατ' εντολή του ενάγοντος, για την αγορά αυθημερόν (26-3-1993) τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου στο όνομα του (ενάγοντος βλ. την από 6-4-2001 επιστολή της Τράπεζας). Όσον αφορά τα 2.000 δολλάρια ή 428.000 δραχμές δεν αποδεικνύεται ότι διατέθηκαν για λογαριασμό του ενάγοντος, ήτοι για αγορά εκκλησιαστικών ειδών για λογαριασμό του, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος χωρίς να προσκομίζει σχετικές αποδείξεις.

Β) Μέσω της Τράπεζας Αττικής (υπ/μα Ηρακλείου). 1)Στις 24-2-1993 ο ενάγων κατέθεσε την με αρ. ... επιταγή της Τράπεζας FIRST INTERSTATE 99.000 δολλ., της οποίας ο ίδιος ήταν λήπτης, σε κοινό (με τον εναγόμενο) προθεσμιακό λογαριασμό συναλλάγματος. Στις 21.4.1993 το ποσό αυτό, πλέον τόκων, ο εναγόμενος το μετέφερε, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, σε άλλο λογ/σμό ταμιευτηρίου συν/τος.

Στις 2.8.1993 ο εναγόμενος κατόπιν εντολής του εναγομένου έκλεισε τον παραπάνω λογαριασμό και παρέλαβε ισόποση τραπεζική επιταγή πλέον τόκων (99.290 δολλ.), η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα του ενάγοντος (βλ. σχετ. από 24-12-2001 επιστολή της άνω Τράπεζας). Επομένως την επιταγή αυτή εισέπραξε ο ενάγων, εφόσον μόνον αυτός (ως λήπτης της) μπορούσε να εισπράξει. (Ο εναγόμενος μπορούσε να την εισπράξει μόνον κατόπιν μεταβίβασης της με οπισθογράφηση από τον ενάγοντα).

Συνεπώς κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι την εισέπραξε ο εναγόμενος. Επίσης αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του ότι ο εναγόμενος εισέπραξε στις 30-6-1993 14.000.000 δραχμές που αυτός είχε καταθέσει στις 1-6- 1993 (και όχι στις 3-6-1993 όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται) στην άνω τράπεζα σε λογαριασμό ρέπος, εφόσον δεν προσκομίζει κανένα σχετικό έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο.

Γ. Μέσω του αρ. ... λογαριασμού της Τράπεζας Πειραιώς. Ο ενάγων αναφέρει ότι στις 18-8-1993 έδωσε στον εναγόμενο κατά τη διάρκεια σύντομης επίσκεψης του στην Ελλάδα δύο επιταγές ποσού 104.560 και 95.000 δολλαρίων αντιστοίχως και ότι αυθημερόν δραχμοποίησε το ποσό της δεύτερης και το έδωσε στον εναγόμενο ήτοι 22.436.150 δραχμές (95.000 Χ 236,17 δραχμές/δολλάριο) και για το οποίο ζητεί λογοδοσία.

Όμως το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την αγορά ενός οικοπέδου στο όνομα του (ενάγοντος) και της τότε συζύγου του Α. που βρίσκεται στο ... (... και ...) (βλ. σχετ. από 5-7-2000 βεβαίωση της Α’ ΔΟΥ Ηρακλείου στο σχετικό σημείωμα βεβαιώσεως αγοράς συναλλάγματος) του οποίου το τίμημα κατά τον ενάγοντα ανήλθε στο αναγραφόμενο στο συμβόλαιο (.../31-8-1993 του συμβ/φου Ηρακλείου Δημητρίου Μουτσάκη) ποσό των 35.000.000 δραχμών και κατά τον εναγόμενο σε 45.000.000 δραχμές.

Επίσης από τον άνω λογαριασμό ο ενάγων ζητεί από τον εναγόμενο λογοδοσία για το ποσό των 104.000 δολλαρίων που αντιστοιχούσαν σε 24.537.760 δραχμές (Χ 235,940 δρχ. ανά δολλ.). Πράγματι το ποσό αυτό ανέλαβε ο ενάγων στις 19-8-1993 (βλ. σχετ. ένταλμα πληρωμής σε συνδυασμό με τη σχετική κίνηση του λογαριασμού) χωρίς να αποδεικνύεται ότι το διέθεσε για την αγορά του άνω οικοπέδου ή για την εκτέλεση κάποιας άλλης ειδικότερης εντολής του ενάγοντος.

Τέλος ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 22-2-1994 ο εναγόμενος δραχμοποίησε και ανέλαβε 100.000 δολλάρια από τον άνω λογαριασμό που αντιστοιχούσαν σε 23.500.000 δραχμές (Χ 235 δρχ. ανά δολλ.). Πλην όμως από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο (εκτός από την σχετική εγγραφή στην κίνηση του λογαριασμού) αποδεικνύεται ότι το ποσό εισέπραξε πράγματι ο εναγόμενος και όχι ο ίδιος ο ενάγων, όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, αναφέροντας ότι την εποχή εκείνη ήταν στην Ελλάδα.

Κατόπιν αυτών αποδείχθηκε ότι, από τα άνω ποσά που ο εναγόμενος ανέλαβε και διαχειρίστηκε για λογαριασμό του ενάγοντος για τα ποσά των 428.000, 9.000.000 και 24.537.760 δραχμών, δηλ. συνολικά για 33.965.760 δραχμές, ο εναγόμενος δεν προσκομίζει δικαιολογητικά έγγραφα για τη χρησιμοποίηση τους για λογαριασμό του ενάγοντος.

Όμως από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 25.000.000 δραχμών, το οποίο, κατά κοινή ομολογία των διαδίκων, αναλώθηκε για την κατασκευή των δύο διαμερισμάτων του ενάγοντος και το οποίο ο ίδιος αφαιρεί με την αγωγή.

Συνεπώς παραμένει υπόλοιπο (33.965.760-25.000.000=) 8.965.760 δραχμές ή 26.311,84 ευρώ, το οποίο αποτελεί το χρεωστικό σε βάρος του εναγομένου κατάλοιπο για το οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε υποχρέωση για λογοδοσία, ότι ήταν αόριστη η ένσταση του περί παροχής εξώδικης λογοδοσίας χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων (του τρόπου, εισπράξεων, δαπανών και του προκύπτοντος καταλοίπου) και απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος (οκταετίας) από τη λήξη της εντολής, εφόσον μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του χωρίς την επίκληση ειδικών συνθηκών και περιστάσεων προερχομένων κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη (ΑΠ 1296/2006, 90/2004 ΝΟΜΟΣ) δεν έσφαλε, όπως δέχθηκε και η προηγούμενη με αρ. 57/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Όμως, έσφαλε επειδή δέχθηκε την αγωγή για ολόκληρο το αιτούμενο ποσό των 12.415.260 δραχμών αντί του άνω αναφερομένου ποσού κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο της εφέσεως. Το ποσό δε αυτό αποδείχθηκε από το άνω αποδεικτικό υλικό ότι αποτελεί το σε βάρος του εναγομένου χρεωστικό κατάλοιπο χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω αποδείξεις (προσκομιδή της κίνησης όλων των τραπεζικών λογαριασμών του εναγομένου, επαγωγή σ' αυτόν όρκου, η οποία σε κάθε περίπτωση έχει καταργηθεί από 16.9.2001 (άρθρο 14 παρ.1 ν. 2915/2001) και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της εφέσεως.

Για το λόγο αυτό η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η 289/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτ/κείου Ηρακλείου και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή για το άνω ποσό, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".

IV) Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησής του. Σημειώνεται σχετικά: 1) Ο λόγος αυτός έχει κατά λέξιν ως εξής: "Έτσι όμως, που έκρινε το Εφετείο εστέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως.

Και τούτο διότι, σε σχέση με το πιο πάνω, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του παραδεκτού και νομίμου του λογαριασμού, η απόφαση του Εφετείου στερείται παντελώς οιασδήποτε αιτιολογίας. Συγκεκριμένα δεν διαλαμβάνεται (ούτε στην αναιρεσιβαλλόμενη, απόφαση 630/08 ούτε στην προδικαστική 475/07) ουδεμία παραδοχή (α) σε σχέση με το τί προέκυψε στην έκκλητη δίκη αναφορικά με τα κριθέντα πρωτοδίκως με την υπ' αρ. 289/03 απόφαση, ότι δηλ.

η υπ' αρ. 5/02 έκθεση λογοδοσίας δεν φέρει τα τυπικά στοιχεία του λογαριασμού και δεν είναι δεκτική συμπλήρωσης και (β) σε σχέση με το εάν με τις πρώτες προτάσεις του αντιδίκου κατά την κατάθεση του λογαριασμού, (επί της δίκης μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αρ. 289/03 πρωτόδικη απόφαση) αυτός συμπληρώθηκε, ή όχι.

Αποτέλεσμα της έλλειψης αυτής είναι ότι δεν προκύπτει σαφώς η υποβολή λογαριασμού που πληροί τους όρους του νόμου, πράγμα που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 303 ΑΚ (σε συνδυασμό με το ουσιαστικό μέρος των διατάξεων του άρθρου 473 ΚΠολΔ) που εν προκειμένω εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο για την εκκαθάριση και επιδίκαση του καταλοίπου του λογαριασμού.

Επίσης, δεν προκύπτει σαφώς ο λόγος αποκλεισμού εφαρμογής των ίδιων διατάξεων από το Εφετείο σε όσο μέρος θεμελιώνεται σε αυτές το πρωτόδικους γενόμενο δεκτό αίτημα μου για καταβολή εκ μέρους του αντιδίκου του εικαζομένου ελλείμματος. Επισημαίνεται συναφώς ότι το Δικαστήριο Σας με την αναιρετική (επί της υποθέσεως) απόφαση του 1022/06, ανήρεσε την εφετειακή απόφαση 57/05 διότι αγνόησε ισχυρισμό του αντιδίκου "που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή αυτός, με τις προαναφερθείσες προτάσεις του, παρέθεσε πλήρη εικόνα των εσόδων και των εξόδων και προς τούτο επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφες αποδείξεις από τις οποίες, όπως.

ο ίδιος διατείνεται προέκυπτε η κίνηση όλων των από αυτόν εισπραχθέντων χρημάτων". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο Σας δεν έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη, κατά περιεχόμενο, την συμπλήρωση του λογαριασμού με τις πρωτόδικες προτάσεις του αντιδίκου, όπως σαφώς προκύπτει από την φράση "όπως ο ίδιος διατείνεται".

Επομένως, για το θέμα αυτό ουδεμία δέσμευση του Εφετείου υφίσταται ως προς την κρίση του για το ζήτημα αυτό, από την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου Σας". 2) Στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο ισχυρισμός ότι από τη φράση της απόφασης του Αρείου Πάγου "όπως ο ίδιος διατείνεται" τέθηκε σε αμφιβολία, από το Ακυρωτικό Δικαστήριο, η τυπική πληρότητα του λογαριασμού, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στο Πρωτοδικείο, ενώ είναι σαφές ότι η φράση αυτή αφορά στην πληρότητα των εγγράφων αποδείξεων , που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος.

Αυτό δε δέχθηκε και το Εφετείο που επελήφθη της υποθέσεως, μετά την αναίρεση της 57/2005 εφετειακής απόφασης, γι' αυτό και δεν διέλαβε σχετική διάταξη, αλλά, σιωπηρώς με το να τάξει στη συνέχεια αποδείξεις, δέχθηκε ότι η έκθεση λογοδοσίας όπως συμπληρώθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις πληρούσε τους όρους του άρθρου 307 ΑΚ.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

V) Ως προς τον δεύτερο όμως αναιρετικό λόγο, που αναφέρεται στο ποσό των 99.290 δολ. ΗΠΑ της τραπεζικής επιταγής, για το οποίο έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υποχρεούται σε λογοδοσία, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Πράγματι, οι αιτιολογίες της, προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό είναι ανεπαρκείς: α) διότι κατά τις παραδοχές της αβάσιμο του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί είσπραξης της πιο πάνω επιταγής από τον αναιρεσίβλητο, δεν καταλύει την υποχρέωση του τελευταίου για λογοδοσία, αφού από το αρνητικό αυτό γεγονός δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο το αντίθετο θετικό γεγονός, της είσπραξης της επιταγής από τον αναιρεσείοντα. β) διότι δέχθηκε ότι την επιταγή εισέπραξε ο αναιρεσείων, όχι ως πραγματικό γεγονός το οποίο προέκυψε από τις αποδείξεις, αλλά με τη συμπερασματική και ενδοιαστική κρίση ότι μόνον ο αναιρεσείων μπορούσε να την εισπράξει ως λήπτης, γ) διότι δέχθηκε ότι την επιταγή εισέπραξε ο αναιρεσείων χωρίς την επί πλέον αναγκαία παραδοχή ότι προηγουμένως του την είχε παραδώσει ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, με βάση τις λοιπές παραδοχές της, την κατείχε.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση εντός των ορίων του γενόμενου δεκτού δεύτερου αναιρετικού λόγου.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε". Κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση, (βλ.

αντιθέτως, Μπέη "Πολιτική Δικονομία", τ. Ill, υπό το άρθρο 580, σελ. 2397 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 630/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης εκδόθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, μετά την 1122/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 57/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Εφόσον, λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υπόθεσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 630/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ