Supreme Court dismisses appeal on public law grounds but refers third ground to Full Bench due to equality principle significance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's first, second, and fourth grounds for appeal against a municipal council decision regarding public sector salaries. The court rejected the claim that the administration violated equality principles by not extending a specific €176 allowance to all low-paid employees. However, the court referred the third ground to the Full Bench because it raised a significant issue concerning the constitutional principle of equality applicable to a large category of workers.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 4(1) of the Constitution: The death of a party allows heirs to continue proceedings, but a claim challenging the constitutionality of administrative inaction based on the principle of equality regarding statutory conditions must be referred to the Full Bench if it concerns a significant legal issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1318 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1318/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΙΓΙΝΑΣ", που εδρεύει στην Αίγινα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Τσάμη. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ., έως και 80) Α. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 7ος των αναιρεσιβλήτων Ε. Α. απεβίωσε στις 26-1-2008 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Α. χα Ε. Α., το γένος Π. Μ., Π. Α. του Ε., Ι. Α. του Ε. και Α. Α. του Ε., κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, β) εκ παραδρομής το επώνυμο του 24ου των αναιρεσιβλήτων γράφτηκε στο αναιρετήριο Π…. αντί του ορθού"Σ... και γ) εκ παραδρομής το επώνυμο του 57ου των αναιρεσιβλήτων γράφτηκε στο αναιρετήριο Κ.... αντί του ορθού Κ….
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, του ήδη αποβιώσαντος Ε. Α. και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αίγινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5647/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 7-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 στοιχ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 30-1-2008 απόσπασμα της υπ' αριθμ…/27-1-2008 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Αίγινας, στις 26-1-2008, δηλαδή πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, απεβίωσε ο έβδομος αναιρεσίβλητος Ε. Α., ο οποίος, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. 8668/2012 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Αίγινας και το υπ' αριθμ.
πρωτ. 5796/2012 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς και δεν αμφισβητήθηκε, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Α. χήρα Ε. Α., το γένος Π. Μ. και τα τέκνα του Π. Α., Ι. Α. και Α. Α. Επομένως, αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, την, λόγω θανάτου εκείνου, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της.
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθμ. 1 και 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός εάν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ' αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του περί του νόμω βασίμου της, ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του την περί αοριστίας της αγωγής ένσταση του αναιρεσείοντος - εναγομένου αναφορικά με το έργο, τις συνθήκες εργασίας και τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων.
Δεδομένου, όμως, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που έκρινε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Ως απαράδεκτοι πρέπει να απορριφθούν και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, διότι, όπως από το περιεχόμενό τους προκύπτει, πλήττουν, κατά βάση, την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου ότι οι αναιρεσίβλητοι απασχολήθηκαν στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Τ.Α.), με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΙΓΙΝΑΣ", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 Ν. 3205/2003).
Επειδή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού η δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Πρέπει, όμως, η παροχή να είναι νόμιμη, δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο, διαφορετικά δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του Ν. 2738/1999 εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με το άρθρο 13 παρ. 1 του ως άνω Ν. 2738/1999, με τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής: "1.
Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Ακολούθως, με το άρθρο 14, το οποίο έχει ως τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών", του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετωπίσεως της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους.... 5.... 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορηγήσεως της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), σε σύντομο χρονικό διάστημα (κυρίως εντός του έτους 2002), με τις οποίες η ως άνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, χορηγήθηκε διαδοχικώς σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, Ο.Τ.Α.
και ν.π.δ.δ., των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς τη φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους. Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή από 1-1-2004, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του.
Ορίσθηκε δε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3205/2003 ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του.
Ενώ, με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 24 ορίσθηκε, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου αποδόσεως του άρθρου 12 του παρόντος νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή, που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις.
Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 2, υπό τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005", του Ν. 3336/2005 ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, δέχθηκε: Ότι η επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες της Δημόσιας Διοίκησης, των Ο.Τ.Α.
και των Ν.Π.Δ.Δ., που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003, αδιακρίτως του φορέα, της φύσης, του είδους και των συνθηκών εργασίας τους. Συνακόλουθα, καθίσταται σαφές ότι η με γενικότητα χορήγηση της εν λόγω παροχής σε ευρύτατο κύκλο απασχολουμένων στο Δημόσιο και σε Ν.Π.Δ.Δ.
και ανεξάρτητα από την οργανική ή υπηρεσιακή τους κατάσταση, αποτελεί στην πραγματικότητα μια γενική αύξηση, που αποβλέπει στη βελτίωση της μισθολογικής καταστάσεως των υπαλλήλων αυτών. Επομένως, εφόσον εξέλιπε τελικώς - κατά την κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου - ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) χορηγήσεως της επίδικης παροχής σε συγκεκριμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων και κατέστη, αντιθέτως, κανόνας η χορήγησή της, αποτελούσα έτσι προσαύξηση του καταβαλλόμενου μισθού, η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνον κατηγορίες εργαζομένων και ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της (υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και του επακολουθήσαντος Ν. 3205/2003) οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος).
Η άνιση δε και αδικαιολόγητη δυσμενής αυτή μεταχείριση διατηρήθηκε και υπό την ισχύ του Ν. 3205/2003, διότι, ναι μεν με το άρθρο 28 παρ. 4 του νόμου αυτού καταργήθηκε, από 1-1-2004, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, ωστόσο το άρθρο 24 παρ. 2 του ίδιου Ν. 3205/2003 διατήρησε την επίδικη παροχή ως προσωπική διαφορά, έτσι ώστε να μη μειωθεί το εισόδημα των υπαλλήλων που την ελάμβαναν έως 31-12-2002.
Με βάση δε την ως άνω ερμηνεία, έκρινε στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι υπάλληλοι του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αίγινας (Ν.Π.Δ.Δ. - Ο.Τ.Α.), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, αμειβόμενοι, όπως προκύπτει από τις υπ' αυτών (εναγόντων) με επίκληση προσκομιζόμενες βεβαιώσεις του εναγόμενου εργοδότη τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (Ν. 2470/1997 έως 31-12-2003 και Ν. 3205/2003 από 1-1-2004), δικαιούνται να λάβουν την επίδικη παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ύψους 88 ευρώ από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, η οποία με σειρά κοινών υπουργικών αποφάσεων, εκδοθεισών σε σύντομο χρονικό διάστημα, δυνάμει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, χορηγήθηκε διαδοχικώς σε διάφορες κατηγορίες και ειδικότητες υπαλλήλων διαφόρων υπουργείων, οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς τη φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους.
Κατέληξε δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο στην κρίση, ότι η μη χορήγηση της παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στους ενάγοντες, οι οποίοι πληρούσαν την προϋπόθεση για την χορήγησή της (υπαγωγή στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης), συνιστά ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 10/2008 του Ειρηνοδικείου Αίγινας), που είχε αποφανθεί ομοίως.
Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Τ.Α.) με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003.
Ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του (τις υπ' αριθμ. 93/2009, 574/2009, 946/2010, 1723/2010, 306/2011, 495/2011, 1557/2011 του Β1' Πολιτικού Τμήματος και 754/2010 του Β2' Πολιτικού Τμήματος) δέχθηκε ότι με την χορήγηση της επίμαχης παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της μη λήψεως πρόσθετων μισθολογικών παροχών και αφετέρου ευρίσκοντο σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως.
Ως εκ τούτου, κατά τις ανωτέρω αποφάσεις, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου αυτού δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την επίδικη παροχή, την οποία μόνον από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο αποδόσεως.
Εξάλλου, με τις υπ' αριθμ. 38/2011 και 304/2011 αποφάσεις του Β1' Πολιτικού Τμήματος, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ρητώς απαγορεύεται η χορήγηση της παροχής των 176 ευρώ σωρευτικώς με άλλες πρόσθετες μισθολογικές παροχές και ότι, ως εκ τούτου, υπουργική απόφαση, με την οποία είχε χορηγηθεί η επίδικη παροχή σε υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν λαμβάνουν προβλεπόμενη από άλλη διάταξη ειδική αμοιβή ή την λαμβάνουν μειωμένη, εκδόθηκε εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του ανωτέρω άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, δεν αντίκειται δε στην αρχή της ισότητας για το λόγο ότι με άλλες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν με βάση την ίδια εξουσιοδότηση, χορηγήθηκε ολόκληρη η επίδικη παροχή σε άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγησή της από την μη χορήγηση άλλων πρόσθετων μισθολογικών παροχών, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ' αριθμ. 95/2013 απόφαση, δέχθηκε, ότι προϋπόθεση για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παραγράφου 2 του ήδη καταργηθέντος άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14, καθώς και του σκοπού της ρυθμίσεως, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγησή της σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των 176 ευρώ.
Και ότι από την συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν απορρέει, πάντως, υποχρέωση της Διοικήσεως να επεκτείνει την χορήγηση της επίδικης παροχής, η οποία, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αυτή αρχή δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της Διοικήσεως, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις.
Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν δημιουργείται ζήτημα, σχετικά με την, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), επέκταση της χορηγήσεως της επίδικης παροχής (176 ευρώ) και σε κατηγορίες υπαλλήλων για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, το οποίο (ζήτημα) είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων.
Ενόψει, λοιπόν του ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ.
γ' περ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της από 9-4-2010 αιτήσεως του Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Τ.Α), με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΙΓΙΝΑΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5647/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Παραπέμπει στη Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό τρίτο λόγο (από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ