1318/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1318/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, σε περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια λόγω ψυχικής οδύνης.
Full text
Απόφαση 1318 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1318/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. θυγ. Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Π. του Ι. και 2. Φ. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Δανιήλ-Καρπαθάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2277/2003 του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 17-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, σε περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια λόγω ψυχικής οδύνης.
Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού πταίσματος του υποχρέου, της ηλικίας του θανόντος και των δικαιούχων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του.
Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες (ηλικία θανόντος και δικαιούχου, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι` αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Επίσης, με την πιο πάνω διάταξη, ο προσδιορισμός του ποσού της επιδικαζόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1Κ.Πολ.Δ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, που ιδρύει τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικούς λόγους.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται, ως νομικός κανόνας, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος, από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής, γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν` αποφασίζουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη, σε συγκεκριμένη περίπτωση, στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα ( ΑΠ 1166/2009, 601/2009 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες τέλεσαν γάμο στις 7-6-95, εκ του οποίου έχουν αποκτήσει δύο τέκνα τον Ι. στις 18-3-96 και τον Χ.-Σ.
στις 1-11-97. Η εναγομένη είναι θεία τους, δηλαδή αδελφή της μητέρας του πρώτου εξ αυτών Σ. Κ. Τ., βρίσκεται dε σε αντιδικία με αυτήν αναφορικά με την περιουσία των γονέων τους. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 1996, εξ αφορμής μιας τηλεοπτικής εκπομπής στο κανάλι "ΣΚΑΙ", που δημοσιοποιήθηκε στις 15 και 16 Ιανουαρίου 1996 και αφορούσε διένεξη μεταξύ της μητέρας του πρώτου ενάγοντα και του πατέρα της Κ.
Τ., ο οποίος ηρνείτο να της επιτρέψει να επισκεφθεί τη μητέρα της, η εναγομένη επισκέφθηκε τους γονείς της δεύτερης ενάγουσας στην οικία τους στο ... (οδός ...) για να τους εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει. Να σημειωθεί ότι τότε οι σχέσεις των γονέων της δεύτερης ενάγουσας με τον πρώτο ενάγοντα, γαμβρό τους, δεν ήταν αρμονικές, επεδίωξαν δε την άνω συνάντηση από ενδιαφέρον για την κόρη τους.
Την ημέρα εκείνη παρευρίσκοντο στην οικία τους η αδελφή της δεύτερης ενάγουσας Μ. Τ. και η θεία του πρώτου ενάγοντα Γ. Α.. Εκεί, παρουσία όλων των ανωτέρω, η εναγομένη ισχυρίστηκε για τον πρώτο ενάγοντα ανηψιό της, με τον οποίο και η ίδια δε διατηρούσε αγαθές σχέσεις, ότι "έχει θηλυκά γονίδια και σε μικρή ηλικία υποβλήθηκε δύο φορές στο εξωτερικό σε εγχείρηση αλλαγής φύλου, χωρίς επιτυχία" ότι "είναι παθητικός ομοφυλόφιλος και φέρνει τουw φίλους του στη συζυγική οικία, με τους οποίους και επιδίδεται σε ομοφυλοφιλικές ερωτικές πράξεις" ότι "είναι ανίκανος να τεκνοποιήσει διότι είχε πάθει βλάβη από την εγχείρηση και δεν είναι ο πραγματικός πατέρας του τέκνου που επρόκειτο σε λίγες μέρες να γεννήσει η σύζυγος του" ότι "έκλεψε από την οικία του παππού του Κ.
Τ. ομόλογα αξίας 15.000.000 δρχ, επί των οποίων αφού έθεσε το όνομα του μετέβη στη συνέχεια στην Τράπεζα επιχειρώντας να τα εισπράξει, όπου και συνελήφθη από την Αστυνομία". Ταυτόχρονα, παρουσία των ίδιων ως άνω προσώπων, ισχυρίστηκε και για τη δεύτερη ενάγουσα ότι "οι φίλοι του συζύγου της που ήρχοντο στη συζυγική οικία, παράλληλα με τις ερωτικές πράξεις με το σύζυγο της, επιδίδονταν σε ερωτικές πράξεις και με την ίδια, αφού προηγουμένως ο σύζυγος της την υπνώτιζε" ότι "...
το παιδί που κυοφορούσε δεν είχε πατέρα το σύζυγό της, αλλά κάποιον από τους παραπάνω φίλους του, γεγονός που γνώριζε όλη η πολυκατοικία". Όλα τα παραπάνω γεγονότα είναι ψευδή, η δε εναγομένη το ισχυρίστηκε, εν γνώσει της αναληθείας των, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη αμφοτέρων των εναγόντων.
Πράγματι δε με τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της, οι οποίοι αναφερόμενοι σε κάποιο πρόσωπο θεωρούνται, κατά τις αντιλήψεις και χρηστά ήθη του μέσου ανθρώπου της σύγχρονης Ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα καταφρονητικοί και μειωτικοί γι' αυτό, προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητα των εναγόντων, οι οποίοι ουδέποτε είχαν εκδηλώσει στον ιδιωτικό τους βίο τέτοιου είδους ερωτικές επιλογές και περιπτύξεις, και πέτυχε να ενσπείρει όχι μόνο στα παρευρισκόμενα ως άνω πρόσωπα, αλλά και στους ενοίκους της πολυκατοικίας, στην οποία αυτοί (ενάγοντες) διέμεναν, στους οποίους και διέρρευσαν οι παραπάνω ισχυρισμοί της, αμφιβολίες και βαρύτατες υπόνοιες ως προς τον ερωτικό τους βίο και επιπλέον ως προς την εντιμότητα του πρώτου εξ' αυτών με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να μετοικήσουν από την ιδιόκτητη οικία τους, σε άλλη, μισθωμένη οικία, στην περιοχή ....
Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι η εναγομένη ισχυρίστηκε τα παραπάνω υπό το κράτος φόβου που της είχε εμποιήσει η επικαλούμενη απ' αυτήν απειλή του πατρός της, και ως εκ τούτου ο σχετικός περί κατάστασης ανάγκης ισχυρισμός της τυγχάνει αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος. Να σημειωθεί δε ότι με την 312/02 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η εναγόμενη καταδικάστηκε τελεσίδικα για την ανωτέρω συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος των εναγόντων, σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
Από την προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, και ως εκ τούτου δικαιούνται, για την αποκατάσταση αυτής, χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας πρέπει να καθοριστεί, μετά από στάθμιση του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του δόλου της εναγομένης, της βλάβης που επήλθε στην εν γένει προσωπικότητα τους, και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών, στο εύλογο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για κάθε ενάγοντα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει εις έκαστον των εναγόντων το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως".
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο: 1) παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του πραγματικά περιστατικά που συνιστούν προσβολή της τιμής και της υπόληψης όχι μόνο του πρώτου εκ των αναιρεσιβλήτων, αλλά και της δεύτερης εξ αυτών, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, εν γνώσει της, ψευδώς, ενώπιον των αναφερομένων στην απόφαση προσώπων, και με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη και των δύο αναιρεσιβλήτων, ότι "οι φίλοι του συζύγου της (δεύτερης αναιρεσίβλητης) που έρχονταν στη συζυγική οικία, παράλληλα με τις ερωτικές πράξεις με το σύζυγό της, επιδίδονταν σε ερωτικές πράξεις και με την ίδια, αφού προηγουμένως ο σύζυγός της την υπνώτιζε ...
και ότι το παιδί που αυτή κυοφορούσε δεν είχε πατέρα το σύζυγό της, αλλά κάποιον από τους παραπάνω φίλους του, γεγονός που γνώριζε όλη η πολυκατοικία", δεδομένου και του ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης συντελείται και όταν τα δυσφημιστικά γεγονότα δεν αποδίδονται αμέσως κατά του ενάγοντος, αλλά αποδίδονται στον σύζυγό του, πλην η μείωση της τιμής και της υπόληψης αυτού επιδρά, αμέσως, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και στην ιδία αυτού τιμή και υπόληψη (ΑΠ 288/1978), 2) δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας όσον αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης να παραθέσει στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν "την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών", διότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι ίδια και αυτοτελή, αλλά λαμβάνονται υπόψη ελεύθερα από το δικαστήριο για τον προσδιορισμό της εύλογης αποζημίωσης, 3 ) το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης δεν ελέγχεται αναιρετικά, ούτε με βάση την από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αφού αυτή απευθύνεται στο νομοθέτη και όχι στο δικαστή.
Οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-5-2009 αίτηση της Β. Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2277/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 5 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ