Legislator Case Law & Legislation
1318/2009 AI generated

Appeal dismissed; majority rejects challenge to expropriation compensation presumption validity under Law 2971/2001.

Case Number 1318/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellant's appeal against a final expropriation compensation determination. The appellant argued the compensation presumption under Law 2971/2001 was invalid, but the majority held the appeal lacked merit. The court ruled that the specific procedural timeline for challenging the presumption did not apply to expropriations finalized before the law's effective date.

Legislator headnote

AI generated

Articles 33 paragraphs 1, 2, 3, 6 of Law 2971/2001; The presumption of benefit for expropriated property owners under Law 653/1977 remains valid and the specific challenge procedure does not apply to expropriations finalized prior to the law's entry into force.

Keywords

AI generated
expropriation compensation presumption of benefit Law 2971/2001 legal challenge timeline Supreme Court appeal property rights procedural deadline

Cited Legislation

AI generated
Article 33 paragraphs 1, 2, 3, 6 of Law 2971/2001
Article 17 of the Constitution
Article 1 of the Additional Protocol to the ECHR
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 563 paragraph 2 section 1b and 3 letter a of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1318 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1318/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βενέτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος ανακάλεσε την από 20.3.2009 δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και παρέστη αυτοπροσώπως, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 41/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουλίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3 και 6 του ν. 2971/19.12.2001 ορίζει ότι: "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή... (παρ. 3). Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση των στοιχείων σε αυτό, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των σχετικών με την επίδοση διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων. Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνον το ένδικο μέσο της αναίρεσης, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 22 του Κώδικα Αναγκαστικών απαλλοτριώσεων". Κατά το άρθρο 37 του ίδιου ν. 2971/2001. "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι την έναρξη της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο αυτό, ότι καθιερώνεται το μαχητό του (θεσπισθέντος ως αμαχήτου με το ν. 653/1977) τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων, ορίζεται βραχεία (δίμηνη) ανατρεπτική προθεσμία - με αφετηρία τον προσωρινό ή απ' ευθείας οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης - μέσα στην οποία οφείλει ο ιδιοκτήτης να προσφύγει στην Τριμελή Επιτροπή για τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς το απαλλοτριούμενο, για το οποίο θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφέλειας αλλά και περισσότερο ακόμη βραχεία (30ήμερη) προθεσμία για την έκδοση της απόφασης από το Εφετείο, στο οποίο διαβιβάζονται τα κτηματολογικά στοιχεία με την έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής και παρέχεται η ευχέρεια αξιοποίησης της δυνατότητας κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας με την καθιερούμενη ως άνω διαδικασία και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένων, για τα οποία δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001, μέσα σε ανάλογη (δίμηνη) προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Η παράλειψη του νομοθέτη να περιλάβει παρόμοια ρύθμιση και για τους ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων, των οποίων είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του νόμου 2971/2001, δεν μπορεί, με δικαιοκρατικά τουλάχιστον κριτήρια, να οδηγεί στην αναγνώριση δικαιώματος αυτών των ιδιοκτητών να προσφεύγουν χωρίς χρονικό περιορισμό στα δικαστήρια για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφέλειας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, αλλά πρέπει, με διασταλτική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 37 παρ.

α' του ν. 2971/2001 (ή ανάλογη εφαρμογή της), να γίνει δεκτό ότι επεκτείνεται και σ' αυτούς το ίδιο και με τους αυτούς χρονικούς περιορισμούς δικαίωμα, που έχει παρασχεθεί και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων ως προς τα οποία δεν είχε συντελεσθεί μέχρι τότε η απαλλοτρίωση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ενδείξεις από την ανάγκη που υπαγόρευσε τη θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 37 παρ. 1 του ν.2971/2001, τις προπαρασκευαστικές εργασίες και το νομοθετικό σκοπό να επιλύονται όλα τα ζητήματα αποζημιώσεων από απαλλοτριώσεις σε βραχυχρόνιες προθεσμίες, η παράλειψη του νομοθέτη να μνημονεύσει ρητώς ότι την παρεχόμενη με την εν λόγω διάταξη δυνατότητα κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων, για τα οποία δεν είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, έχουν (κατά μείζονα λόγο) και οι ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντων ακινήτων, για τα οποία είχε συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (και μέχρι τότε, λόγω νομοθετικού κενού, προσέφευγαν στα δικαστήρια χωρίς περιορισμό προθεσμίας), ήταν ασυνείδητη και πρέπει με διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως να ισχύσει αυτή και ως προς τους ιδιοκτήτες των τελευταίων αυτών ακινήτων.

Αλλά και αν ακόμα η παράλειψη μνείας των ιδιοκτητών των ακινήτων αυτών ήταν συνειδητή από το νομοθέτη, τότε θα πρέπει, με ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 37 παρ. 1 ν. 1971/2001, να επεκταθεί και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη εφαρμογής του απαλλοτριώσεις, ως προς τις οποίες, πολύ περισσότερο από τις μη συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, ήταν αναγκαία η ταχεία επίλυση των εκκρεμοτήτων αυτών.

Με οποιαδήποτε από αυτές τις ερμηνευτικές εκδοχές, η μη τήρηση της προδικασίας, προκειμένου για την ανωτέρω κατηγορία απαλλοτριώσεων, δεν εμποδίζει τη δικαστική διάγνωση του αιτήματος για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφέλειας, ακόμη και αν υποβλήθηκε σε αναρμόδιο δικαστήριο, αρκεί να έγινε πριν από την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 37 εδ.

α' του ν.2971/2001. Διαφορετικά τίθεται, χωρίς αποχρώντα λόγο, σε ιδιαίτερα προνομιακή θέση η κατηγορία αυτών των ιδιοκτητών, αφού έναντι αυτών φαίνεται να ατονούν οι λόγοι δημόσιου συμφέροντος, που επέβαλαν βραχυχρόνιες παραγραφές και προθεσμίες (με τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και το ν.2971/2001) για την άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο.

Πέρα από αυτό, η αναγνώριση μακροχρόνιων αξιώσεων αποζημιώσεως, για απαλλοτριώσεις που κρίθηκαν με το προγενέστερο δίκαιο ως συντελεσμένες, με συνέπεια να ανασύρονται αυτές ακόμη και μετά από πολλά έτη σε εκκρεμότητα, δεν ήταν σύμφωνη και με τη νομοθετική βούληση κατά τη θέσπιση των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του ν.2971/2001, που συντελέσθηκε σε συμμόρφωση με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), ως προς την υποχρέωση εφαρμογής από τα κράτη μέλη του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και έχοντος αυξημένη τυπική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της κυριότητας στα περιουσιακά αγαθά κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, τα οποία αποτελούν αντικείμενο απαλλοτριώσεως, με την παροχή υποχρεωτικά και δικαιώματος προσφυγής στο ίδιο δικαστήριο, που κρίνει για το ύψος της αποζημιώσεως της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, για να εξετάσει αν ο ιδιοκτήτης αυτής υφίσταται και πόση ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, ακόμη και όταν αυτή είχε συντελεσθεί πριν από την έναρξη εφαρμογής του ν.2971/2001 και παρά τα αντιθέτως οριζόμενα με το άρθρο 17 παρ. 1 του προϊσχύοντος ν.δ. 797/1971 - αλλά και την προηγούμενη, για το ίδιο θέμα, νομολογία των δικαστηρίων της Χώρας μας (Ολ.Α.Π. 1/1988), 8/1999) - ως αντιτιθέμενα στις αυξημένης τυπικής ισχύος ως άνω διατάξεις (Ολ.

Α.Π. 10/2004). Η καθιέρωση προθεσμιών από τον κοινό νομοθέτη, έναντι όλων των ενδιαφερομένων, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις, για την άσκηση του δικαιώματος αμφισβητήσεως του τεκμηρίου ωφέλειας του ν. 653/1977 ενώπιον των (εθνικών) δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, δεν συνιστά αποκλεισμό του δικαιώματος και γι' αυτό δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως και από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την (από 4.2.2004) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ν.Θεσπρωτίας, επικαλέσθηκε ότι με την σ'αυτή αναφερόμενη κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα έκταση 107.454,50 τ.μ. (που βρίσκεται στην περιοχή ΔΔ ...), για λόγους δημόσιας ωφέλειας και σ'αυτήν περιλαμβάνεται και η αναφερόμενη ιδιοκτησία του, από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα, εμβαδού 1227,70 τ.μ., αλλά αποζημιώθηκε μόνον για μέρος αυτής, εμβαδού 922,95 τμ.

ενώ για το υπόλοιπο, από 299,75 τμ., δεν έλαβε την αντίστοιχη αποζημίωση ύψους 11.990.000 δραχ. - σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 273/1998 και 199/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και του Εφετείου Κερκύρας αντίστοιχα, με τις οποίες καθορίστηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν - επειδή θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, κατ' άρθρο 1 Ν. 653/1977, πλήν όμως το εναπομένον τμήμα της ιδιοκτησίας του μετά την απαλλοτρίωση καθόλου δεν ωφελείται από την εκτέλεση του εν λόγω έργου.

Ζήτησε δε, όπως περιορίστηκε παραδεκτά το αίτημα της αγωγής, να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει το ποσό των 11.990.000 δραχμών, ως αποζημίωση για το άνω τμήμα της ιδιοκτησίας του (299,75 τμ), καθώς και τα περαιτέρω αναφερόμενα ποσά, ως διαφορά μεταξύ προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση και το τμήμα που απέμεινε, κατά το ποσοστό μείωσης της αξίας του, εξαιτίας αυτής.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω αγωγή, που είχε ως αντικείμενο την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 ν. 653/1977 για μέρος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος, του οποίου η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως είχε ορισθεί (και η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί) πριν από την έναρξη εφαρμογής του νόμου 2971/2001, ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου μετά την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας (μετά την 19.3.2002), των δύο μηνών από την έναρξη εφαρμογής (19.1.2002) του ν.2971/2001 - τρίμηνη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως- ήτοι ασκήθηκε στις 9.2.2004.

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάνει δεκτή την αγωγή, κατά το ανωτέρω αίτημα αυτής, την απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Έτσι όπως έκρινε το εφετείο, κατά τη γνώμη πάντοτε της πλειοψηφίας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του ν.2971/2001, με τις οποίες προβλέπεται ειδική διαδικασία προβολής των αξιώσεων λόγω αμφισβητήσεως του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων (άρθρο 1 ν.653/1977) και αποκλειστική προθεσμία δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του ν.2971/2001 για όλους τους ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, οι οποίοι διατηρούσαν τέτοιες αξιώσεις μέχρι τη χρονική αυτή αφετηρία, εφόσον είχε προηγηθεί η έκδοση αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού καθορισμού αποζημιώσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή το εάν η απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεσθεί, καθ' όσον ο ν. 2971/2001 απέβλεψε στο να καθιερώσει ενιαίο τρόπο ασκήσεως των σχετικών δικαιωμάτων επί των απαλλοτριουμένων ακινήτων από την εφαρμογή του τεκμηρίου ωφέλειας του ν.653/1977 και μέσα σε ισόχρονη για όλους ανατρεπτική προθεσμία τριών μηνών από τη δημοσίευσή του, δεν προσκρούουν δε οι ρυθμίσεις του στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος ούτε στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθ'όσον δεν επιβάλλουν στέρηση της ιδιοκτησίας χωρίς αποζημίωση, ούτε περιορίζουν υπερμέτρως ή κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως το δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφέλειας του ν.653/1977, ως προς τους ιδιοκτήτες απαλλοτριουμένων ακινήτων, των οποίων η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί μέχρι την έναρξη εφαρμογής του νόμου αυτού.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. μοναδικός -όπως εκτιμάται- λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Κατά τη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου (των αρεοπαγιτών Διονυσίου Γιαννακοπούλου και Ιωάννη-Σπυρίδωνος Τέντε) θα έπρεπε η αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή για τους εξής λόγους: Με το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 ορίζεται ότι το τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών απαλλοτριουμένων ακινήτων, κατά τις διατάξεις του ν.653/1977, είναι μαχητό, προβλέπεται δε ειδική διαδικασία, κατά την οποία κρίνονται οι σχετικές διαφορές.

Στην παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η σχετική αίτηση του ιδιοκτήτη υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως. Τέλος, στο άρθρο 37 του νόμου αυτού ορίζεται ότι η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19/12/2001), και ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, ενώ περαιτέρω προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3, η προθεσμία αυτή παρατείνεται για δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του, ήτοι παρατείνεται μέχρι την 19.1.2002.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται σαφώς ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του Ν.2971/2001 εφαρμόζονται στις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του καθώς και σ'αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε στις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του όπως η προκειμένη.

Ενόψει του ότι η απόφαση επί του εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. λόγου αναιρέσεως λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, το τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου είναι υποχρεωμένο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 563 παρ. 2 εδάφιο 1β και 3 περ. α' του Κ.Πολ.Δικ., να παραπέμψει το λόγο αυτό αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει την εκδίκαση του στο σκεπτικό, εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. λόγου της από 14.2.2006 αιτήσεως αναιρέσεως του ... κατά της υπ' αρ. 41/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ