Legislator Case Law & Legislation
1318/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on wage dispute where employer failed to prove organized business status for collective agreement application.

Case Number 1318/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by employers against the Athens Court of Appeal's decision awarding unpaid wages to an employee. The employers argued their agricultural activity did not constitute an organized commercial enterprise eligible for collective bargaining agreements, while the employee claimed a contractual wage of 5,000 drachmas was insufficient. The court ruled that since the employers failed to prove their business fell under the relevant insurance regime, the appeal was inadmissible and the lower court's judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 8 of Law 1876/1990: An appeal based on the inapplicability of substantive law is inadmissible if the lower court's decision, though technically violating statutory provisions, results in a judgment significantly more favorable to the appellant than the appellant's rights would have been under the correct legal interpretation.

Keywords

AI generated
agricultural enterprise status collective bargaining agreements minimum wage standards inadmissible appeal substantive law application contractual wage dispute employer liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 649, 653 of the Civil Code
Article 8 of Law 1876/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1318 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1318/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτούλα Κεχρολόγου - Κοροπούλη. Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Δανιήλ - Καρπαθάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8754/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-2-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 8-5-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, συνάγεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο ως αντιπαροχή της εργασίας του, τον συμφωνημένο ή νόμιμο ή ειθισμένο μισθό, δεδομένου ότι, κατά την δεύτερη των εν λόγω διατάξεων, η συμφωνία για μισθό τεκμαίρεται από το γεγονός ότι υπάρχει συμφωνία για παροχή εργασίας, η οποία κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό.

Συμφωνημένος ή συμβατικός είναι ο μισθός που ως προς το ποσό και τη μορφή του καθορίζεται με συμφωνία του εργοδότη και του μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή. Αντίθετα, νόμιμος μισθός είναι ο μισθός, τα επιδόματα και οι προσαυξήσεις που καθορίζονται άμεσα με κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι κανονιστικές διατάξεις Σ.Σ.Ε., Δ.Α.

και Υπουργικών αποφάσεων, δια των οποίων θεσπίζονται κατά τρόπο υποχρεωτικό κατώτατα όρια νομίμου μισθού. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", κατά την οποία οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας - άρα και τα ελάχιστα όρια αμοιβών - και ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας.

Παρέπεται εξ αυτών ότι ο συμβατικός μισθός δεν μπορεί να υπολείπεται του ελάχιστου ορίου νομίμου μισθού που καθορίζεται με τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εκτός αν συνδυάζεται με υποχρέωση παροχής από τον εργαζόμενο χρονικώς μειωμένης εργασίας, κάθε δε αντίθετη ατομική συμφωνία για καταβολή μικρότερου μισθού, είναι άκυρη και δεν ισχύει (αρθρ. 174, 180 ΑΚ).

Εξάλλου, με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3239/1955 "περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ.", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/1957 "περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών κλπ.", ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για τη ρύθμιση των όρων, συνθηκών και αμοιβής εργασίας των αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία απασχολουμένων μισθωτών, πλην εκείνων που υπηρετούν σε γεωργικές, κτηνοτροφικές εργασίες που ασκούνται από εμπορικές επιχειρήσεις ή από το Δημόσιο ή από Ν.Π.Δ.Δ.

ή εφόσον οι σχέσεις αυτών διέπονται ήδη από Σ.Σ.Ε., διαιτητικές αποφάσεις, υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις ή υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξάρτητα από τη μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση. Ομοίως, με το άρθρο 8 παρ. 3 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. "περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών", η οποία δημοσιεύθηκε με την 11400/1710/4.3.1975 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β` 276) και κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, ως πληρούσα τους όρους του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ορίσθηκε, κατ` επανάληψη της άνω διάταξης (αρθρ. 42 παρ. 3 Ν. 3239/1955), ότι στις διατάξεις αυτής (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) δεν υπάγονται οι αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία, την αλιεία και τις δασικές εργασίες απασχολούμενοι, με εξαίρεση για τους αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφία απασχολούμενους, α) τους υπηρετούντες σε γεωργικές και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις ασκούμενες από εμπορικές εταιρίες ή Ν.Π.Δ.Δ., β) τους διεπόμενους ήδη από Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις και γ) τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως από τη νομική μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση στην οποία απασχολούνται.

Το παραπάνω εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς σε σχέση με τους όρους εργασίας και αμοιβής των αμέσως στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων απασχολουμένων μισθωτών, το οποίο διατηρήθηκε και με τις επακολουθήσασες μέχρι το έτος 1989 ΔΑ και ΕΓΣΣΕ περί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων μισθωτών απάσης της χώρας, μετέβαλε ο Ν. 1876/1990 ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 35 αυτού και την κατ` εξουσιοδότηση της ίδιας διάταξης εκδοθείσα 12386/1990 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, άρχισε να ισχύει από 8.5.1990.

Ειδικότερα ο εν λόγω νόμος, στα άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 περ. α` και 8 παρ. 1 εδ. α` αυτού, ορίζει ότι "ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ` οίκον εργαζόμενοι", ότι "οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας ..." και ότι "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας....".

Εξάλλου, με το άρθρο 23 παρ. 1 περ. β` αυτού, καταργήθηκε ρητά η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/1957. Επομένως οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, επεξέτειναν από τις 8.5.1990 το θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στους αμέσως εργαζόμενους στη γεωργία, ανεξαρτήτως από την υπαγωγή ή μη αυτών στην ασφάλιση του ΙΚΑ και την ιδιότητα του εργοδότη τους, υπάγοντας εφεξής και αυτούς στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ως προς τους οποίους ουδεμία πλέον ισχύ έχει η αντιθέτου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της με τον Ν. 133/1975 κυρωθείσας από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ούτε οι όμοιες διατάξεις των ΔΑ και ΕΓΣΣΕ που επακολούθησαν.

Κατ` ακολουθίαν, τα χρονικά όρια εργασίας των άνω εργαζομένων, έως ότου συναφθούν κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διέπονται από το άρθρο 6 εδ. α` της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 11770/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β`, 81), κατά το οποίο "η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της Χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες".

Περαιτέρω, κατά την ίδια Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. σε συνδυασμό και με τις διατάξεις της 1/1982 Απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με τον Ν. 1346/1983, από 1.1.1984, η εργασία που προσφέρουν οι άνω εργαζόμενοι μετά την 40η ώρα του εβδομαδιαίου ωραρίου και μέχρι την 48η ώρα, χαρακτηρίζεται ως υπερεργασία και αμείβεται με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως ίσχυσε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, από 1.4.2001, οι πέραν του 40ώρου εβδομαδιαίως, τρεις ώρες εργασίας χαρακτηρίζονται ως ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, για την οποία οφείλεται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, η δε απασχόληση πέραν των 43 ωρών ανά εβδομάδα θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης και αμείβεται μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.

Προκειμένου για υπερωριακή απασχόληση πέραν των 120 ωρών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, σε κάθε δε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται αποζημίωση για κάθε ώρα ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%. Εξάλλου, οι αυτοί ως άνω εργαζόμενοι, εφόσον προσφέρουν εργασία κατά τις Κυριακές και άλλες μη εργάσιμες εορτές, δικαιούνται να λάβουν την προσαύξηση εξ 75%, την οποία καθορίζουν η 8900/1946 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με το άρθρο 1 της 25825/1951 απόφασης των ίδιων υπουργών, καθώς και το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 3755/1957, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 435/1976 (Ολ.

ΑΠ 36/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε μεταξύ άλλων ότι, η αναιρεσίβλητη υπήκοος Αλβανίας, στις 27-1-2000 χωρίς να έχει εφοδιαστεί με νόμιμη άδεια εργασίας, την οποία απέκτησε μεταγενέστερα, συνήψε με αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργαστεί σε αγροτικές εργασίες στα κτήματα που εκμεταλλεύονταν εξ ημισείας οι τελευταίοι (αγρότες), που βρίσκονται στο ...

και στο ..... Μαραθώνα, συνολικής εκτάσεως 80 στρεμμάτων, εντός των οποίων λειτουργούσαν θερμοκήπια. Η αναιρεσίβλητη εργάστηκε εκεί, ως εργάτρια απασχολούμενη με το φύτεμα την περιποίηση και τη συγκομιδή των καλλιεργούμενων από τους αναιρεσείοντες λαχανικών, μέχρι 6-5-2003, πλην των αναφερομένων χρονικών διαστημάτων, όλες τις ημέρες της εβδομάδας συμπεριλαμβανομένων των Κυριακών και αργιών, χωρίς όμως να υπερβαίνει την οκτάωρη εργασία.....Ότι, η γεωργική δραστηριότητα των εναγομένων δεν είχε το χαρακτήρα οργανωμένης επιχείρησης ασκούμενης από εμπορική δραστηριότητα, ούτε είχε την τυπική μορφή οποιουδήποτε είδους εμπορικής εταιρίας, ούτε ενεργούσε ως πλήρως οργανωμένη επιχείρηση ασκούσα εμπορία.

Καλλιεργούσαν τα κτήματα τους φυτεύοντας σ' αυτά διάφορα είδη λαχανικών, λόγω αδυναμίας τους όμως να περαιώσουν αποκλειστικά με αυτοπρόσωπη εργασία την όλη γεωργική δραστηριότητα τους αναγκάστηκαν και προσέλαβαν την ενάγοντα μετά του συζύγου της, οι οποίο διέμεναν σε πλησίον των κτημάτων κατοικία......

Η επιχείρηση αυτή των αναιρεσειόντων δεν αποδείχτηκε ότι υπάγεται στο ασφαλιστικό καθεστώς του ΙΚΑ, ενώ η αναιρεσίβλητη και ο σύζυγος της προσέφεραν μόνο άμεσες γεωργικές εργασίες.... Η ενάγουσα προσλήφθηκε από τους εναγομένους με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και καθ' όλο στο χρονικό διάστημα που προσέφερε τις υπηρεσίες της στους εναγομένους αμείφθηκε με ημερομίσθιο 5000 δρχ. ....

Η καταβολή σ' αυτήν του πιο πάνω ημερομισθίου έλαβε χώρα, αφού κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας συμφωνήθηκε ότι αυτό θα ήταν το νόμιμο. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής του νομίμου μισθού, διότι δεν υπάρχει ΣΣΕ ή ΔΑ που να αφορούν την ειδικότητα και τον τόπο εργασίας της εργαζομένης και θα έπρεπε να είχε καταβληθεί σ' αυτήν ο ειθισμένος μισθός.

Επειδή όμως στην αγωγή δεν αναφέρεται ο ειθισμένος μισθός, όσον αφορά την άνω εργασία της ενάγουσας (αλλά ο νόμιμος) και επομένως αυτός ελλείπει, θα πρέπει ο μισθός της να καθοριστεί κατά δικαία κρίση του δικαστηρίου. Έτσι, κατέληξε ότι οφείλονται στην ενάγουσα οι διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών και των κατά δικαία κρίση, καθοριζομένων αποδοχών της, τις οποίες προσδιόρισε στο ποσό των 7.000 δρχ.

ημερησίως και όχι εκείνες που προκύπτουν μεταξύ των καταβληθεισών και των προβλεπομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ που δεν τυγχάνουν εφαρμογής και μάλιστα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως εσφαλμένα αποφάνθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε επιδικαστεί στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 5.201,22 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν δέχτηκε τους σχετικούς λόγους εφέσεως, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, εξαφάνισε αυτήν και επιδίκασε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.102,02 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε μεν τις προαναφερόμενες διατάξεις σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πλην όμως όχι εις βάρος των αναιρεσειόντων, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη ποσό κατά πολύ μικρότερο εκείνου που δικαιούνταν και ως εκ τούτου, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

είναι προεχόντως απαράδεκτοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι και σε κάθε περίπτωση αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2007 αίτηση, των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της 8754/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη τηςαναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ