Supreme Court dismisses appeal against insurance company's rejection of plaintiff's claim based on agency and tort law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting their lawsuit against an insurance company. The appellants argued that the lower court failed to consider their claim that the insurer had improperly challenged the plaintiff's passive legitimation and violated agency and tort provisions. The court ruled that the insurer's argument did not affect the case outcome and the appellate court lacked jurisdiction to examine the rejected subsidiary claim without a corresponding appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 922, 914, 926 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: The court must reject an appeal if the lower court did not consider an argument that does not substantially affect the case outcome, and the appellate court cannot examine a subsidiary claim without a corresponding appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1318 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1318/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1. Χ1 και 2. Χ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ" (ΑΜERICAN LIFE INSURANCE COMPANY) και τον διακριτικό τίτλο ALICO AIG LIFE, που εδρεύει στο Wilmington των Η.Π.Α., και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα (διεύθυνση κεντρικών γραφείων .........), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαρτίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4465/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8116/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Μαρτίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο.
Η εφαρμογή της άνω διατάξεως προϋποθέτει 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και εξουσία του προστήσαντος επί του προστηθέντος κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ.
και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.-Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. Η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY" είναι ασφαλιστική εταιρία με αντικείμενο την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής και ατυχημάτων, και με την από ......
σύμβαση που κατάρτισε με τον Ψ1 του ανέθεσε να διαμεσολαβεί, ως ελεύθερος επαγγελματίας, έναντι προμήθειας, για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων στο όνομα της. Ο Ψ1 , σε εκτέλεση αυτής της σύμβασης μεσολαβούσε στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και στη συνέχεια συνέστησε ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ".....
ΕΕ", με έδρα επί της ......., όπου διατηρούσε γραφείο και απασχολούσε προσωπικό, απέκτησε δε μεγάλη φήμη ως ασφαλιστικός πράκτορας και είχε ευρύ κύκλο πελατών. Ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος τη φήμη του αυτή, και αποσκοπώντας στο να αποσπάσει χρήματα από τους ενάγοντες, τους έπεισε ότι τα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η εταιρεία με την επωνυμία "ALICO - EUROBANK ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", για λογαριασμό της οποίας επίσης ενεργούσε, ήταν κερδοφόρα με μεγάλη ετήσια απόδοση, Έτσι κατέβαλαν σ' αυτόν για τον άνω σκοπό, η μεν πρώτη ενάγουσα, Χ1 , στις 20.7.99 και 9.12.99, αντιστοίχως, 1.500.000 και 2.500.000 δρχ., ο δε δεύτερος ενάγων, Χ2 , 9.650.000 δρχ., στις 20.9.99.
Χορήγησε δε σ' αυτούς ο Ψ1 τις από .... και ..... βεβαιώσεις, που έφεραν ως εκδότη "Ασφαλιστικές Χρηματοοικονομικές Επιχειρήσεις Ψ1 ", από τις οποίες η μεν πρώτη αφορούσε μόνο το ποσό των 2.500.000 δρχ. που είχε καταβάλει σ' αυτόν η Χ1 , η δε δεύτερη το ποσό που είχε καταβάλει ο Χ2 . Σ' αυτές βεβαιώνεται ότι ο Ψ1 , κατόπιν εντολής τους ανέλαβε, για το αναφερόμενο σ' αυτές χρονικό διάστημα, τη διαχείριση των άνω ποσών μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων - μετοχών.
Ο εναγόμενος Ψ1 δεν επένδυσε τα χρήματά τους σε αμοιβαία κεφάλαια, ούτε είχε τέτοιο σκοπό κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τα χρήματά τους. Όμως, η εκκαλούσα Ασφαλιστική Εταιρεία ουδέποτε είχε αναθέσει στον Ψ1 να διαμεσολαβεί στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως σε τρίτους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και να εισπράττει χρήματα για τέτοιες επενδύσεις, και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ του Ψ1 και της εκκαλούσας Ασφαλιστικής Εταιρείας υπήρχε σχέση πρόστησης στη διενέργεια των άνω συναλλαγών και ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του σε βάρος των εναγόντων έγινε κατά την εκτέλεση ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που αυτή του είχε αναθέσει.
Η μόνη σχέση που συνέδεε την εκκαλούσα - εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με τον Ψ1 ήταν η καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση πρακτόρευσης για τη διαμεσολάβηση του τελευταίου, ως ελεύθερου επαγγελματία στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων. Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκε ότι η "ALICO - EUROBANK ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", κατά της οποίας δεν είχε στραφεί η αγωγή, είχε αναθέσει στον Ψ1 την εξεύρεση πελατών και την παραλαβή αιτήσεων αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, χωρίς όμως αυτός να έχει το δικαίωμα διάθεσης τέτοιων μεριδίων και είσπραξης των χρημάτων που αντιστοιχούσαν στην αξία τους, και ότι το γεγονός αυτό όφειλαν να γνωρίζουν οι ενάγοντες, οι οποίοι κατέβαλαν απερίσκεπτα τα παραπάνω ποσά σε προσωπικό λογαριασμό του Ψ1 για να τα διαχειριστεί.
Με βάση τα άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά, τούτο ορθά ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 926 δεν τις εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν έπρεπε να εφαρμοστούν και έτσι δεν παραβίασε τους άνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου. Η δε αιτίαση ότι παραβιάστηκαν οι πιο πάνω διατάξεις διότι, αφού το Εφετείο δέχθηκε (κατά τους αναιρεσείοντες) ότι μεταξύ του Ψ1 και της αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής Εταιρείας υπήρχε και σχέση η οποία συνίστατο στην ανάθεση στον πρώτο της εξεύρεσης πελατών και της παραλαβής των αιτήσεων αγοράς μεριδίων κεφαλαίων, άρα η αδικοπρακτική ευθύνη του Ψ1 κατά την εκτέλεση των δευτερευόντων καθηκόντων του θεμελίωνε και αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης που προεκτέθηκαν, τέτοια σχέση υπήρχε μόνο μεταξύ του Ψ1 και της μη διαδίκου εταιρείας "ALICO - EUROBANK ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ".
Εξάλλου, το Εφετείο δεν εφάρμοσε ούτε υπήρχε έδαφος εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. 1969/91 με τις οποίες προβλέπεται ότι οι Α.Ε.Δ.Α.Κ. μπορούν να διαθέτουν τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων τους, μπορούν δε να ενεργούν ως αντιπρόσωποι, μόνον Τράπεζες, Ασφαλιστικές Εταιρείες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην απόφαση ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι η ανωτέρω μη διάδικος εταιρεία "ALICO - EUROBANK ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" για τη διάθεση των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζεται χρησιμοποιούσε και χρησιμοποιεί το δίκτυο υποκαταστημάτων και ασφαλιστικών συμβούλων της αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής Εταιρείας, άρα ως προς τη δευτερεύουσα αυτή δραστηριότητα της τελευταίας υπήρχε αναμφίβολα σχέση προστήσεως μεταξύ αυτής και του Ψ1 , είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση του άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου πλήττει την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι αναιρετέα όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά γεγονότα στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ως ζητήματα, υπό την ως άνω έννοια, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης αν η κατά τα ανωτέρω ελαττωματική αιτιολογία ανάγεται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση και, γενικότερα, στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι α] το Εφετείο δεχόμενο ότι η "ALICO - EUROBANK ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" είχε αναθέσει στον Ψ1 μόνο την εξεύρεση πελατών και την παραλαβή των αιτήσεων αγοράς μεριδίων κεφαλαίων και όχι και το δικαίωμα διάθεσης μεριδίων και είσπραξης χρημάτων, και ότι το γεγονός αυτό όφειλαν να γνωρίζουν οι ενάγοντες, οι οποίοι κατέβαλαν απερίσκεπτα τα παραπάνω ποσά σε προσωπικό λογαριασμό του Ψ1 για να τα διαχειριστεί, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος, β] παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 9 και 10 του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων και των Εταιρειών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, με τις οποίες προβλέπεται ότι οι ΑΕΔΑΚ και τα καλυπτόμενα πρόσωπα έχουν το βάρος της επιλογής των κατάλληλων προσώπων ως επενδυτικών συμβούλων, της υποχρέωσης παροχής επαρκούς και τακτικής ενημέρωσης για τη διαμόρφωση τεκμηριωμένης γνώμης σχετικά με την εκάστοτε επένδυση και της διασφάλισης οργάνωσης δικτύου διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των μεριδιούχων, γ] παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 200 και 288 του ΑΚ, και δ] παραβίασε επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας..
Ο λόγος αυτός κατά την υπό στοιχ. α΄ αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η παραδοχή της απόφασης ότι δεν υπήρξε σχέση προστήσεως μεταξύ του ζημιώσαντος Ψ1 και της αναιρεσίβλητης, και συνεπώς δεν υπήρχε αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας, αρκεί για την απόρριψη της αγωγής και επιστηρίζει αυτή και μόνο το διατακτικό της.
Η δε στην ίδια απόφαση ως εκ περισσού αναφορά ότι ο άνω ζημιώσας ήταν προστηθείς της προαναφερόμενης μη διαδίκου ΑΕΔΑΚ χωρίς εξουσία εισπράξεως, γεγονός που όφειλαν να γνωρίζουν οι ενάγοντες, δεν επηρεάζει το προκείμενο αντικείμενο της δίκης, περί υπάρξεως ή μη σχέσης προστήσεως μεταξύ του Ψ1 και της αναιρεσίβλητης και αδικοπρακτικής ευθύνης της τελευταίας, και συνακολούθως, οι αιτιολογίες αυτές δεν αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος και ως προς τις υπό στοιχ. β΄ και γ΄ αιτιάσεις διότι ερείδεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε ούτε υπήρχε έδαφος εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας και του ΑΚ, ενώ κατά την υπό στοιχ. δ΄ αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που κατά τους αναιρεσείοντες παραβιάστηκαν.
ΙΙΙ. Η απαγόρευση της ασκήσεως του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 281 ΑΚ με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από καθαρώς δικονομικό δικαίωμα, όπως είναι η κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, απλή ή αιτιολογημένη (ΑΠ 199/06, 721/1973).
Εξάλλου, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, δεν θεωρούνται ισχυρισμοί αόριστοι ή μη νόμιμοι και άρα επουσιώδεις· οπότε η παράλειψη του δικαστηρίου να τους εκτιμήσει δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Επομένως το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τον με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων προβληθέντα ισχυρισμό ότι η εναγόμενη - αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία καταχρηστικώς αμφισβήτησε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας την παθητική νομιμοποίηση της αγωγής ισχυριζόμενη ότι η μόνη σχέση που την συνέδεε με τον Ψ1 ήταν η σύμβαση πρακτόρευσης για τη διαμεσολάβηση του τελευταίου ως ελεύθερου επαγγελματία στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, και όχι και συμβάσεων που αφορούσαν την επένδυση χρημάτων σε αμοιβαία κεφάλαια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η άρνηση της αγωγής δεν εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, στην δια του άρθρου 281 ΑΚ θεσπιζόμενη απαγόρευση ώστε ο αντίστοιχος ισχυρισμός να είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, Γι' αυτό, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενώ κατά το επικουρικά προβαλλόμενο μέρος του από τον αριθ. 1, για ευθεία παραβίαση των άρθρων 922, 914, 926 του ΑΚ, 20 παρ. 4 του ν. 1969/91, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 288, και 2 ν. 2251/94 "σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη έλαβε υπόψη τα ανωτέρω πράγματα" είναι αλυσιτελής.
ΙV.- Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Επομένως, στην προκείμενη υπόθεση, εφόσον ασκήθηκε έφεση μόνο από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη, ως προς την βάση της αγωγής εκ των άρθρων 914, 922 ΑΚ, δεν μπορούσε το εφετείο το οποίο απέρριψε την αγωγή κατά τη βάση αυτή που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, να επιληφθεί της επικουρικής βάσης, της στηριζόμενης επί της εντολής [άρθ. 713, 719 ΑΚ] που είχε απορριφθεί από το Πρωτοδικείο, αφού οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες δεν είχαν ασκήσει επικουρικώς (για την περίπτωση παραδοχής της εφέσεως) έφεση ή αντέφεση. Έτσι, δεν έσφαλε το Εφετείο που δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως τη βάση αυτή που απορρίφθηκε, ο δε αντίθετος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.3.2005 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 8116/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ