Supreme Court partially allows appeal against compensation order, reducing state's legal costs by half.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the Greek State against a Third Instance Court decision regarding compensation for expropriation. The State argued for the full legal costs awarded to the claimant, while the claimant sought a reduction based on statutory fee caps. The court ruled that the claimant's lawyer fees must be calculated at half the statutory rate due to the specific procedural context, thereby reducing the State's liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 22 para. 1, 3 of Law 3693/1957: When a party is awarded legal costs, the amount payable by the losing party is reduced by half if the prevailing party's lawyer fees were calculated based on a statutory scale that already incorporates a reduction for the prevailing party's representation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1317 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1317/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τη Συντονίστρια Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, που εδρεύει στο Ηράκλειο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ο. του Χ., κατοίκου ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διαμαντούλα Αλεξανδροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 22-12-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2009 μη οριστική και 157/2013 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Ακολούθως ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την από 21-6-2016 αίτησή του και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2018 μη οριστική και 42/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6/7-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 42/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 22 Ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με άρθρα 83 Ν. 4790/2021 και 25 Ν. 4792/2021). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό και συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (Ολ.
ΑΠ 7/2013, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 212/2017). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 ν. 2971/2002 (που ισχύει από 19-1-2002), προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή (ΑΠ 487/2021, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1554/2017, ΑΠ 688/2011, ΑΠ 1009/2011, ΑΠ 791/ 2010, ΑΠ 1046/2010, ΑΠ 801/2009).
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (Ολ. ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 318/ 2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.
ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.
ΑΠ 28/1998, ΑΠ 662/2022, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 42/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: " Με την υπ' αριθμ. 2525/15-11-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύθηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.
Δ' 1366/15-12-2005), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, (ήδη αναιρεσίβλητο) για λόγους δημόσιας ωφέλειας και, ειδικότερα, για την κατασκευή του "Ανισόπεδου Κόμβου Αμαρίου χ.θ 62+078,39 στο Δήμο Ρεθύμνου του νομού Ρεθύμνου", εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 19.001,95 τ.μ. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών περιλαμβάνεται και η εμφανιζόμενη ως ενιαία ιδιοκτησία με αριθμό … στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον αιτούντα (ήδη αναιρεσείοντος), η οποία στην πραγματικότητα αποτελείται από τρία αυτοτελή ακίνητα, μεταξύ των οποίων α) αυτό που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της φερόμενης ως ενιαίας έκτασης (το πρώτο αναφερόμενο στην αίτηση ακίνητο, που στην πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται ως ακίνητο με αριθμό ..), το οποίο ο αιτών απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στον τόμο 599 και με αριθμό μεταγραφής 1…, με αριθμό ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ε. Σ., έκτασης 3.534 τ.μ., β) αυτό που βρίσκεται στο μέσον της φερόμενης ως ενιαίας έκτασης (το δεύτερο αναφερόμενο στην αίτηση ακίνητο, που στην πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται ως ακίνητο με αριθμό ..β), το οποίο ο αιτών απέκτησε, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνου στον τόμο 599 και με αριθμό μεταγραφής ..., με αριθμό ...
συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ε. Σ., έκτασης 1.344 τ.μ. και γ) αυτό που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της φερόμενης ως ενιαίας έκτασης (το τρίτο αναφερόμενο στην αίτηση ακίνητο, που στην πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται ως ακίνητο με αριθμό ..γ), έκτασης 662 τ.μ., το οποίο ο αιτών απέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του ίδιου ως άνω με αριθμό ...
συμβολαίου. Το γεγονός ότι πρόκειται περί τριών ακινήτων προκύπτει σαφώς από τα προσκομιζόμενα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, την ίδια την από 29-5-2009 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 παρ.1 του Κ.Α.Α.Α. και το από Μάρτιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα, με το επί αυτού αναλυτικό υπόμνημα, του πολιτικού μηχανικού Ν.
Β.. Από τα ανωτέρω ακίνητα του αιτούντος απαλλοτριώθηκε συνολική έκταση 2.915,70 τ.μ., από την οποία ο αιτών αποζημιώνεται για έκταση 1.380,65 τ.μ., ενώ για την υπόλοιπη έκταση 1.535,05 τ.μ. βαρύνεται ο ίδιος, υποχρεούμενος σε αυτοαποζημίωση (βλ. τον κτηματολογικό πίνακα). Με την υπ' αριθμ. 254/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τις εδαφικές απαλλοτριούμενες εκτάσεις του αιτούντος στο ποσό των 270 € ανά τ.μ., ενώ με την υπ' αριθμ. 157/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, καθορίστηκε οριστικά ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομένοντα, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήματα του πρώτου εκ των ακινήτων του αιτούντος που θα αναφερθούν, διότι κρίθηκε ότι μειώθηκε η αξία τους κατά ποσοστό 66%.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η επιδίωξη του ιδιοκτήτη για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας (αυτοαποζημίωση), είναι διάφορη εκείνης που ο ίδιος επιχειρεί για τη λήψη ιδιαίτερης αποζημίωσης σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 παρ.4 του Κ.Α.Α.Α., για τη ζημία που προκαλείται στο εναπομένον στην κυριότητά του τμήμα, ένεκα της απότμησης του απαλλατριωθέντος τεμαχίου και δεν καλύπτεται από αυτή [...].
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα του αιτούντος που αναφέρθηκε, πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης είχε εμβαδόν 3.534 τ.μ., με πρόσωπο μήκους 55 μέτρων επί του δευτερεύοντος εθνικού δικτύου (Παλαιά Εθνική Οδός), εντός του οποίου υπήρχαν δύο θερμοκήπια και επιχείρηση πώλησης καλλωπιστικών φυτών.
Η πρόσβαση του ακινήτου γινόταν από την βόρεια πλευρά του, δηλαδή από το δευτερεύον εθνικό δίκτυο. Η εν λόγω πρόσβαση κάλυπτε τις ανάγκες του ακινήτου, καθόσον αυτό είχε μικρή υψομετρική διαφορά από τον υφιστάμενο δρόμο και μεγάλη ορατότητα για την ασφαλή είσοδο και έξοδο των οχημάτων. Το ακίνητο αυτό φερόταν ως κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, πλην όμως προέκυψε ότι δεν είναι επιτρεπτή η ανέγερση κτιρίου εντός αυτού, λόγω της εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 347/1993, με το οποίο καθορίζονται ελάχιστες αποστάσεις των κτιρίων από τους άξονες και τα όρια των οδών.
Ύστερα από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης το ακίνητο χωρίστηκε σε δύο (εναπομένοντα) τμήματα. Το δυτικό τμήμα, έκτασης 228 τ.μ., αποτελεί μία λωρίδα γης μήκους 50 περίπου μέτρων και πλάτους 3 έως 5 μέτρων, που στο ανατολικό όριό της βρίσκεται σε επαφή με την οδό που συνδέει την Νέα Εθνική Οδό με την Παλαιά. Στο τμήμα αυτό δεν είναι δυνατή η πρόσβαση με όχημα, διότι δεν τηρούνται οι βασικές προϋποθέσεις για την ασφαλή είσοδο και έξοδο των οχημάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 465/1970, ενώ δεν είναι δυνατή και η ασφαλής πρόσβαση των πεζών, διότι δεν υφίσταται διάβαση πεζών ή φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς.
Το τμήμα δε αυτό πλέον, λόγω της μικρής έκτασης, του σχήματος και της θέσης του, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αξιόλογο τρόπο. Το ανατολικό τμήμα, έκτασης 951 τ.μ., έχει πρόσωπο σε τρεις πλευρές (νότια, δυτικά και βόρεια), ωστόσο, στην πραγματικότητα η πρόσβαση μπορεί να γίνει μόνο από την βόρεια πλευρά του, δηλαδή από το δευτερεύον εθνικό δίκτυο, λόγω της υψομετρικής διαφοράς που υπάρχει νότια και της μεγάλης ταχύτητας των οχημάτων που κινούνται στις (συνδετήριες) οδούς με τις οποίες αυτό εφάπτεται νότια και δυτικά.
Όσον αφορά δε την βόρεια πλευρά, αν και η υψομετρική διαφορά του ακινήτου από τον εφαπτόμενο δρόμο (Παλαιά Εθνική Οδό) είναι μικρή, η πρόσβαση σε αυτό με οχήματα είναι πλέον επικίνδυνη (τόσο για τα εισερχόμενα - εξερχόμενα από το ακίνητο, όσο και για αυτά που κινούνται επί των οδών), λόγω της μικρής ορατότητας και της μεγάλης ταχύτητας των οχημάτων που εισέρχονται στο δευτερεύον εθνικό δίκτυο από το πρωτεύον (Νέα Εθνική Οδό), ενώ λόγω της δημιουργίας του νέου οδικού κόμβου δυτικά αυτού σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων δεν είναι δυνατή πλέον η νόμιμη είσοδος - έξοδος οχημάτων στο εν λόγω ακίνητο.
Επιπλέον, δεν είναι δυνατή και η ασφαλής πρόσβαση των πεζών από το σημείο αυτό, διότι δεν υφίσταται διάβαση πεζών ή φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς. Ακολούθως, το δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα του αιτούντος που αναφέρθηκε, πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης είχε εμβαδόν 1.344 τ.μ., με πρόσωπο επί του δευτερεύοντος εθνικού δικτύου (Παλαιά Εθνική Οδός), από το οποίο εξυπηρετούνταν με ελεύθερη και ανεμπόδιστη είσοδο -έξοδο, λόγω της μεγάλης ορατότητας.
Ύστερα από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης η ιδιοκτησία ρυμοτομήθηκε συνολικά κατά 418 τ.μ., ήτοι στο βόρειο τμήμα της για την διαπλάτυνση του δευτερεύοντος εθνικού δικτύου και στο νότιο τμήμα της για την δημιουργία της οδού που συνδέει την Νέα Εθνική Οδό με την Παλαιά. Από το νότιο τμήμα του ακινήτου, όπου αυτό εφάπτεται σε όλο το μήκος του με την εν λόγω συνδετήρια οδό, η πρόσβαση σε αυτό δεν είναι δυνατή λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς και της ταχύτητας των οχημάτων που εισέρχονται σε αυτήν από την Νέα Εθνική Οδό.
Στο βόρειο τμήμα του ακινήτου, όπου αυτό εξακολουθεί, να έχει πρόσωπο στην Παλαιά Εθνική Οδό, η πρόσβαση στην ιδιοκτησία με οχήματα είναι επικίνδυνη, λόγω της δημιουργίας του νέου οδικού κόμβου δυτικά αυτού σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων. Για τον λόγο δε αυτό, δηλαδή επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 39 του β.δ. 465/1970 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του π.δ. 118/2006 και ισχύει) δεν είναι δυνατή πλέον η χορήγηση έγκρισης από την αρμόδια Αρχή για την είσοδο - έξοδο οχημάτων στο εν λόγω ακίνητο, ενώ πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την δημιουργία του νέου κόμβου η χορήγηση της έγκρισης αυτής ήταν εφικτή.
Εξαιτίας των ανωτέρω, δηλαδή της μη νόμιμης εισόδου εντός του ακινήτου με οχήματα, επηρεάζεται πλέον ο τρόπος χρήσης - αξιοποίησής του, καθόσον δεν είναι εφικτή η καλλιέργεια με μηχανικά μέσα και η μεταφορά γεωργικών προϊόντων με οχήματα. Η συντέλεση της απαλλοτρίωσης δεν επηρέασε το ανωτέρω ακίνητο όσον αφορά τις διατάξεις περί αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, καθόσον αυτό δεν ήταν οικοδομήσιμο πριν από την απαλλοτρίωση, ούτε κατέστη μεταγενέστερα.
Τέλος, το τρίτο από τα επίδικα ακίνητα του αιτούντος που αναφέρθηκε, πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης είχε εμβαδόν 662 τ.μ., με πρόσωπο επί του δευτερεύοντος εθνικού δικτύου (Παλαιά Εθνική Οδός), από το οποίο εξυπηρετούνταν με ελεύθερη και ανεμπόδιστη είσοδο - έξοδο, λόγω της μεγάλης ορατότητας. Ύστερα από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης η ιδιοκτησία ρυμοτομήθηκε συνολικά κατά 182 τ.μ., ήτοι στο βόρειο τμήμα της για την διαπλάτυνση του δευτερεύοντος εθνικού δικτύου και στο νότιο τμήμα, της για την δημιουργία της οδού που συνδέει την Νέα Εθνική Οδό με την Παλαιά.
Από το νότιο τμήμα του ακινήτου, όπου αυτό εφάπτεται σε όλο το μήκος του με την εν λόγω συνδετήρια οδό, η πρόσβαση σε αυτό δεν είναι δυνατή λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς και της ταχύτητας των οχημάτων που εισέρχονται σε αυτήν από την Νέα Εθνική Οδό. Στο βόρειο τμήμα του ακινήτου, όπου αυτό εξακολουθεί να έχει πρόσωπο στην Παλαιά Εθνική Οδό, η πρόσβαση στην ιδιοκτησία με οχήματα είναι επικίνδυνη, λόγω της δημιουργίας του νέου οδικού κόμβου δυτικά αυτού σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων.
Για τον λόγο δε αυτό, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και για το δεύτερο ακίνητο του αιτούντος, δεν είναι δυνατή πλέον η χορήγηση έγκρισης από την αρμόδια Αρχή για την είσοδο - έξοδο οχημάτων στο εν λόγω ακίνητο, ενώ πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την δημιουργία του νέου κόμβου η χορήγηση της έγκρισης αυτής ήταν εφικτή.
Εξαιτίας των ανωτέρω, δηλαδή της μη νόμιμης εισόδου εντός του ακινήτου με οχήματα, επηρεάζεται πλέον ο τρόπος χρήσης - αξιοποίησης του, καθόσον δεν είναι εφικτή η καλλιέργεια με μηχανικά μέσα και η μεταφορά γεωργικών προϊόντων με οχήματα. Η συντέλεση της απαλλοτρίωσης δεν επηρέασε το ανωτέρω ακίνητο όσον αφορά τις διατάξεις περί αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, καθόσον αυτό δεν ήταν οικοδομήσιμο πριν από την απαλλοτρίωση, ούτε κατέστη μεταγενέστερα.
Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των παραπάνω ακινήτων δεν απέκτησαν οποιαδήποτε ωφέλεια από το συγκεκριμένο έργο, δεδομένου και ότι πριν από την επίδικη απαλλοτρίωση ήταν παρόδια, έχοντας πρόσωπο σε όλο το βόρειο τμήμα τους επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού, από το οποίο είχαν πρόσβαση και εξυπηρετούνταν πλήρως, αντιθέτως, ύστερα από την απαλλοτρίωση ζημιώθηκαν σημαντικά, καθόσον, όπως αναφέρθηκε α) η πρόσβαση σε αυτά με όχημα είναι αδύνατη από το νότιο τμήμα τους και επικίνδυνη από το βόρειο τμήμα τους, χωρίς δυνατότητα χορήγησης έγκρισης από την αρμόδια Αρχή για την είσοδο - έξοδο οχημάτων, ενώ και η πρόσβαση των πεζών είναι επικίνδυνη λόγω μη ύπαρξης διάβασης πεζών ή φωτεινού σηματοδότη, β) δεν κατέστησαν οικοδομήσιμα λόγω της απόκτησης προσώπου στις εφαπτόμενες οδούς, γ) επηρεάστηκε ο τρόπος χρήσης αξιοποίησής τους, καθόσον δεν είναι πλέον εφικτή η καλλιέργεια με μηχανικά μέσα και η μεταφορά γεωργικών προϊόντων με οχήματα.
Στο ίδιο δε συμπέρασμα κατέληξε και ο πραγματογνώμονας Χ. Α. που όρισε το Δικαστήριο, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία σημασία έχει η οποιαδήποτε ωφέλεια που τυχόν αποκομίζει η εν γένει περιοχή από την κατασκευή του έργου, αλλά η ωφέλεια που τυχόν αποκομίζουν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα από την απαλλοτρίωση τμημάτων τους [...].
Κατόπιν αυτών, αποδείχθηκε ότι για τα παραπάνω ακίνητα του αιτούντος δεν ισχύει το τεκμήριο της ωφέλειας, επομένως ο τελευταίος δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση, ούτε σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 3 του ν. 653/1977, αντιθέτως, ο αιτών πρέπει να αποζημιωθεί πλήρως από το καθ' ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, που βαρύνεται με τις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για όλη την απαλλοτριούμενη έκταση των παραπάνω ακινήτων του, με βάση την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που καθορίσθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 254/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης [...].
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει τεκμήριο ωφέλειας, ούτε υποχρέωση προς αυτοαποζημίωση για τα επίδικα απαλλοτριωθέντα ακίνητα του αιτούντος, ώστε οι εν λόγω ιδιοκτησίες να είναι πλήρως αποζημιούμενες, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε το αίτημα του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου περί της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας και αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο της ωφέλειας, ούτε υποχρέωση προς αυτοαποζημίωση ή προς αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, όσον αφορά τα ανωτέρω επίδικα ακίνητά του, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. 2525/15-11-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.
Δ' 1366/15-12-2005), για την κατασκευή του "Ανισόπεδου Κόμβου Αμαρίου χ.θ 62+078,39 στο Δήμο Ρεθύμνου του νομού Ρεθύμνου", τα οποία εμφανίζονται ως ενιαία ιδιοκτησία, με αριθμό ….στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, ώστε να αποζημιώνεται ολόκληρη η απάλλοτριωθείσα εδαφική έκταση των εν λόγω ακινήτων, σύμφωνα με την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 254/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες, περί ανατροπής του μαχητού τεκμηρίου ωφέλειας, διατάξεις [οι οποίες δεν αναφέρονται μεν αριθμητικά, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό αυτών (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 146/2018)], δεχόμενη με ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο της ωφέλειας, ούτε υποχρέωση προς αυτοαποζημίωση ή προς αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, όσον αφορά τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα του αναιρεσίβλητου, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται περιορισμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος και όχι, όπως απαιτείται, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, το σύνολο των κρίσιμων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, έστω και συνοπτικά, η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου και ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία θεμελίωσε την κρίση του, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης του αναιρεσίβλητου.
Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκε, προκύπτει ότι με τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας, αναφέροντας αναλυτικά τα καθοριστικά στοιχεία της έλλειψης ωφέλειας αυτών, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, ενώ, τέλος, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρει αναλυτικά την πριν και την μετά την απαλλοτρίωση κατάσταση των επιδίκων ακινήτων, μνημονεύοντας όλα τα καθοριστικά κριτήρια της έλλειψης ωφέλειας των εν λόγω ακινήτων μετά την απαλλοτρίωση. Πιο συγκεκριμένα: α) αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των επιδίκων ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση και δη όσον αφορά το πρώτο ακίνητο ότι ήταν τμήμα μεγαλύτερης έκτασης εντός της οποίας υπήρχαν δύο θερμοκήπια και επιχείρηση πώλησης καλλωπιστικών φυτών και όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο ότι πρόκειται για καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ήτοι η, κατά προορισμό χρήση τους, ήταν γεωργική, β) προσδιορίζει ότι, μετά την απαλλοτρίωση, το πρώτο των ακινήτων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αξιόλογο τρόπο, καθόσον δεν είναι δυνατή πλέον η νόμιμη είσοδος - έξοδος οχημάτων από αυτό, αλλά και η ασφαλής πρόσβαση πεζών και για το δεύτερο ακίνητο και το τρίτο των εν λόγω ακινήτων ότι δεν είναι δυνατή πλέον η χορήγηση έγκρισης από την αρμόδια Αρχή για την είσοδο - έξοδο οχημάτων στα ακίνητα αυτά, ενώ, πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δημιουργία του νέου κόμβου, η χορήγηση της έγκρισης αυτής ήταν εφικτή, με συνέπεια, λόγω των ανωτέρω, να επηρεάζεται μετά την απαλλοτρίωση ο τρόπος χρήσης και αξιοποίησής τους, καθόσον δεν είναι πλέον εφικτή η καλλιέργεια με μηχανικά μέσα και η μεταφορά γεωργικών προϊόντων με οχήματα, γ) διευκρινίζει ότι δεν ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση τα ανωτέρω ακίνητα όσον αφορά την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά τους, καθόσον αυτά δεν ήταν οικοδομήσιμα πριν από την απαλλοτρίωση, ούτε και κατέστησαν τέτοια μετά την απαλλοτρίωση αυτή, δ) μνημονεύει ειδικά για όλα τα ανωτέρω ακίνητα ότι τα τμήματα αυτών, που εφάπτονται της νέας κατασκευασθείσας οδού, η οποία συνδέει τη Νέα Εθνική Οδό με την Παλαιά, δεν έχουν πρόσβαση σε αυτή (κατασκευασθείσα συνδετήρια οδό) λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς και ε) διευκρινίζει ειδικότερα ότι μετά την απαλλοτρίωση η πρόσβαση στα επίδικα ακίνητα με όχημα είναι αδύνατη από το νότιο τμήμα τους και επικίνδυνη από το βόρειο τμήμα τους, χωρίς δυνατότητα χορήγησης έγκρισης από την αρμόδια Αρχή για την είσοδο - έξοδο οχημάτων, ενώ και η πρόσβαση των πεζών είναι επικίνδυνη λόγω μη ύπαρξης διάβασης πεζών ή φωτεινού σηματοδότη.
Επομένως, το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο πλήρες και σαφές αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την επίμαχη απαλλοτρίωση και ότι δεν υφίσταται γι' αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την εν λόγω απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της παραπάνω οδού.
Συνεπώς όλες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και ως εκ τούτου απορριπτέες. Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου και του τρίτου των εδαφίων της, με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012 (Α' 82) και του τέταρτου εδαφίου της, με την παρ. 10 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (Α'90), ορίζεται ότι: "4. Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.
Η απόφαση του μονομελούς εφετείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης".
Εξάλλου στα άρθρα 63 και 68 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων, ΦΕΚ Α' 208/27.09.2013) ορίζεται ότι : " Άρθρο 63 - Καθορισμός αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης. 1. Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω:
α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ.... Άρθρο 68 - Αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση 1. Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής".
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης, που αυτός δικαιούται (Ολ.
ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ήδη Μονομελούς Εφετείου) και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης α) κατά το ανωτέρω άρθρο 63 του Κώδικα Δικηγόρων, για τη σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) κατά το ανωτέρω άρθρο 68 του Κώδικα Δικηγόρων, στο ήμισυ της αμοιβής αυτής για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο.
Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012), εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (ΑΠ 664/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 272/2018, ΑΠ 440/2017, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 926/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 2227/2013), δηλαδή μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012.
Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις, η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (ΑΠ 664/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 683/2021, ΑΠ 272/2018).
Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 συνάγεται ότι μειώνονται οι ποσοστιαίοι συντελεστές υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής, κατ' αντίστροφη αναλογία προς την αύξηση της αξίας του αντικειμένου της δίκης (63 παρ. 1 περ. i στ. α' - η' Κωδ. Δικ.) και διατηρείται ως σημείο αναφοράς, κατ' αρχήν, το ποσοστό 2%, ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, για τη σύνταξη του δικογράφου της κύριας αγωγής εφαρμοζομένου, όμως, αυτού μόνο επί του τμήματος του οικονομικού αντικειμένου της δίκης, το οποίο δεν υπερβαίνει τις 200.000 €.
Για το υπερβάλλον αυτού ποσό η νόμιμη αμοιβή απομειώνεται σταδιακά και δη σε ποσοστό 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ και τελικά περιορίζεται σταδιακά μέχρι το 0,05% για το τμήμα της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, που υπερβαίνει τα 25.000.000 €.
Έτσι, με βάση τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής, ήτοι κατά φθίνουσα κλίμακα συντελεστών, οι οποίοι αντιστοιχούν σε, κατ' αντίστροφη αναλογία (αύξουσα κλίμακα) οριζόμενα, επιμέρους ποσοτικά τμήματα του συνόλου του αντικειμένου της δίκης, το σύνολο αυτής (αμοιβής) εξάγεται από το άθροισμα των επιμέρους, ποσών που αναλογούν σε κάθε, επιμέρους, τμήμα του συνόλου του αντικειμένου της ( Ολ.
ΑΠ 8/2021). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ. ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται ο κανόνας δικαίου ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.
ΑΠ 14/2011). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, σε σχέση με το κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, άσκησε αυτοτελή αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης και άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας, που συνεκδικάστηκε με αυτοτελή αίτηση του αναιρεσείοντος και παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επομένως, τα δικαστικά έξοδα του αιτούντος, κατόπιν παραδοχής του σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του καθ' ου η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου, ως υπόχρεου καταβολής της αποζημίωσης, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Αυτά, κατ' άρθρο 18 παρ.4 του ν. 2882/2001, περιλαμβάνουν: α) Τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ.1 του ΚΠολΔ), β) την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου για την παράσταση του (άρθρο 58 του ν. 4194/2013 "Κώδικα Δικηγόρων" όπως ισχύει) και γ) την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστά επί της καθοριζομένης αποζημίωσης για τη σύνταξη της αίτησης και των προτάσεων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση (δεδομένου ότι η αποζημίωση υπερβαίνει το πόσο των 200.000 € και δεν είναι ανώτερη από 750.000 €) ανέρχεται σε συνολικό ποσοστό 2,25%, ήτοι σε ποσοστό 1,50% για την σύνταξη της αίτησης και 0,75% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης".
Με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001, καθόσον, δεν περιόρισε την καταβλητέα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου αμοιβή, στο ήμισυ των οριζομένων στις παραπάνω διατάξεις αμοιβών, παρά το ότι υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή φορέας, που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση και επιπλέον η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης στις 22.9.2020, δηλαδή μετά την 10.4.2012, καθώς και υπό την ισχύ του ανωτέρω Κώδικα Δικηγόρων.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, ως προς τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης, η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο για την καταβολή της επίδικης αποζημίωσης, στη δικαστική δαπάνη του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου (δικαιούχου της αποζημίωσης), η οποία περιλαμβάνει τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα και την αμοιβή για την παράσταση της πληρεξουσίας δικηγόρου του [όπως αυτά έχουν συνολικά ορισθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ], καθώς και την αμοιβή της για τη σύνταξη της, με αυτοτελές δικόγραφο, αίτησής του και των προτάσεών του, την οποία ορίζει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4194/2013 (βλ.
Ολ. ΑΠ 8/2021) : α) για τη σύνταξη της αίτησής του: σε ποσοστό 2% μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ της καθοριζομένης αποζημίωσης και σε ποσοστό 1,5 % για το ποσό από 200.001 έως 750.000 ευρώ της καθοριζομένης αποζημίωσης, και β) για τη σύνταξη των προτάσεων: στο ήμισυ της ανωτέρω αμοιβής, αντίστοιχα και, ακολούθως, περιορίζει την αμοιβή που προκύπτει, από τα προεκτιθέμενα, στο ήμισυ (1/2) αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, το οποίο εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση.
Επομένως, η επιδικαστέα αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ανέρχεται : α) σε ποσοστό 1,5%, μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ της καθοριζομένης αποζημίωσης (ήτοι για τη σύνταξη της αίτησης 2% + για τις προτάσεις 1% = 3%: 2 = 1,5%) και β) σε ποσοστό 1,125% για το ποσό από 200.001 έως 750.000 ευρώ της καθοριζομένης αποζημίωσης (ήτοι για τη σύνταξη της αίτησης 1,5% + για τις προτάσεις 0,75 % = 2,25% : 2 = 1,125%).
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσειόντος της παρούσης αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.
ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Δέχεται εν μέρει την από 6-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6/7-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 42/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
-Αναιρεί την υπ' αριθμ. 42/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης στο αναιρεσείον.
-Κρατεί και δικάζει περαιτέρω την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της.
-Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, την οποία, πέραν του ποσού των τριακοσίων (300) ευρώ, που προσδιορίστηκε με την υπ' αριθμ. 42/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ορίζει: α) σε ποσοστό 1,5%, μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ της καθοριζομένης αποζημίωσης και β) σε ποσοστό 1,125% για το ποσό από 200.001 έως 750.000 ευρώ της καθοριζομένης αποζημίωσης. Και
-Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, της παρούσας αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ