Supreme Court dismisses appeal against social security body for non-appealable claimants admitted in original suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Health Services Organization's appeal against a first-instance judgment involving twenty plaintiffs. The appellant argued it was no longer liable for certain claimants who were not currently enrolled in its system, citing its own prior proposals. However, the court found the appellant admitted liability for these specific individuals in its original submissions and failed to prove otherwise. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for those claimants, and the appellant was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 562, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible regarding claimants who were validly included in the original suit and for whom the appellant admitted liability in its own submissions, as the appellant cannot unilaterally exclude liability based on current enrollment status without proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1317 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1317/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου των εντασσομένων σε αυτόν υγειονομικών υπηρεσιών του IKA-ETAM, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λούβρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Μ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 2. Λ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3.Η. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Κ. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 5.Ε. Ν. - Α. του Γ., κατοίκου ..., 6.Χ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 7.
Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., 8.Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 9.Θ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 10.Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 11.Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 12.Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 13. Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 14.Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 15)Σ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 16. Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 17.Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 18.Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 19.Π. Λ. - Κ. του Π., κατοίκου ..., 20.
Α. Φ. - Μ. του Π., κατοίκου ..., 21.Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 22.Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 23.Α. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 24.Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., 25.Ε. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 26.Η. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 27.Δ. Γ. του Φ., κατοίκου ..., 28. Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 19)Α. Κ. του Π., κατοίκου ... και 20)Ν. Γ. του Ι., κατοίκου .... Οι 15ος και 29η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαϊκάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1307/2014 μη οριστική και 354/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 13/1/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος.
Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 83 του Ν 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) με τίτλο "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής (ΑΠ 1121/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1389/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 13.11.2018 και με αριθμό κατάθεσης 97754/29/2018 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Οργανισμού (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που στρέφεται κατά τριάντα (30) συνολικά αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθμό 354/23.3.2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28.4.2020 έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την με αριθμό 10429Δ/30.1.2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.
Κ.. Κατά τη δικάσιμο της 28.4.2020 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 [ΠΝΠ της 13.4.2020 (ΦΕΚ Α 84/2020) Ν. 4690/2020] και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 23.3.2021 με την από 10.6.2020 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020).
Κατά τη δικάσιμο της 23.3.2021 η συζήτηση της υπόθεσης και πάλι ματαιώθηκε για την ίδια αιτία που προαναφέρθηκε (ΚΥΑ 10969/2021) και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως από την Πρόεδρο του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η εκδίκαση της υπόθεσης να γίνει στην αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (δηλαδή την 14.9.2021).
Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 15ος και 29η των αναιρεσιβλήτων (δηλαδή ο Σ. Ν. και η Α. Κ.), ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (28 τον αριθμό) εκπροσωπηθέντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Χαϊκάλη, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για τη ανωτέρω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους προαναφερθέντες, απολιπόμενους, δέκατο πέμπτο (15ο) και εικοστή ένατη (29η) αναιρεσίβλητους, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των συγκεκριμένων διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.
Επίσης, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος (Γεώργιος Χαϊκάλης), που όπως αναφέρθηκε έδωσε την παραγγελία για την παραπάνω επίδοση και που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής και να παραστεί κατ' αυτήν και από τις πέμπτη (5η) και δέκατη ένατη (19η) αναιρεσίβλητες, Ε.
Ν. Α. και Π. Λ.-Κ., αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις και αυτών των διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια. Κατά συνέπεια οι 5η, 15ος, 19η και 29η αναιρεσίβλητοι ακύρως επέσπευσαν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και επιπλέον οι 5η και η 19η αναιρεσίβλητες ακύρως παρέστησαν κατά τη συζήτηση.
Εξάλλου, δεν προκύπτει και η εκ μέρους του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ "Ε.Ο.Π.Υ.Υ" κλήτευση των 5ης, 15ου, 19ης και 29ης αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 28.4.2020, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 83 του Ν 4790/2021 και της παραγράφου 1 του άρθρου 576 του ΚΠολΔ στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης (δηλαδή την 14.9.2021).
Κατά συνέπεια, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι (δηλαδή οι 5η, 15ος, 19η και 29η) δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά τη συζήτηση αυτής, θεωρούνται δικονομικά απόντες και, αφού ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από τον αντίδικό τους "Ε.Ο.Π.Υ.Υ", πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την από 10.7.2012 αγωγή και με αριθμό κατάθεσης 1497/12 αγωγή, την οποία άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά των: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ -ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ήδη αναιρεσείοντος, οι (τριάντα συνολικά) ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι ήσαν γιατροί με τις ειδικότητες που παρέθεταν, ότι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν με ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις προσδιορισθείσες υγειονομικές μονάδες υγείας των εναγομένων και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 30.9.2011 τα εναγόμενα, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, άλλως κατά παραβίαση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το ν.δ. 53/1974, δεν τους είχαν καταβάλει το ανερχόμενο σε 240 ευρώ μηνιαίως νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο καταβαλλόταν σε γιατρούς που απασχολούντο σε δημόσια νοσοκομεία.
Με βάση τα παραπάνω ιστορούμενα ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ΝΠΔΔ να καταβάλουν εις ολόκληρο στον κάθε ενάγοντα το συνολικό ποσό των 16.560 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, διαφορετικά και επικουρικά ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλουν τα παραπάνω ποσά. Επί της αγωγής αυτής, που δικάσθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκδόθηκε η με αριθμό 1307/2014 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι να προσκομίσουν τα στο σκεπτικό της αναγραφόμενα έγγραφα.
Στη συνέχεια οι 30 ενάγοντες, με την από 18.11.2014 και με αριθμό κατάθεσης 1667/2014 κλήση τους, την οποία έστρεψαν κατά των: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ -ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ -ΕΤΑΜ) (μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη), 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) (αναιρεσείοντος), 3)3ης Δ.Υ.Πε Μακεδονίας (μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη), 4)4ης Δ.Υ.Πε Μακεδονίας Θράκης (μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) και 5) 6ης Δ.Υ.Πε Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας (μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη), επανέφεραν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 10.7.2012 αγωγή τους.
Με την κλήση τους αυτή οι καλούντες -ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι, σύμφωνα με σχετικό έγγραφο του δεύτερου καθ'ου η κλήση -δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, από 19.3.2014 οι 1η, 2ος, 3ος, 7ος και 17ος ενάγοντες και ήδη 1η, 2ος, 3ος, 7ος και 17ος αναιρεσίβλητοι (δηλαδή οι Θ. Μ., Μ. Λ., Μ. Η., Σ.
Ι., και Α. Γ. αντίστοιχα) μεταφέρθηκαν στην 3η Δ.Υ.Πε, ο 10ος ενάγων και ήδη 10ος αναιρεσίβλητος (δηλαδή ο Λ. Σ.) μεταφέρθηκε στην 4η Δ.Υ.Πε και η 13η ενάγουσα και ήδη 13η αναιρεσίβλητη (δηλαδή η Κ. Α.) μεταφέρθηκε στην 6η Δ.Υ.Πε και ότι εξ αυτού κλήτευσαν τις αντίστοιχες Δ.Υ.Πε για να μετάσχουν στη συζήτηση της αγωγής τους ως καθολικοί διάδοχοι των πρώτου και δεύτερου εναγομένων ΝΠΔΔ, "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" και "Ε.Ο.Π.Υ.Υ" αντίστοιχα.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ερήμην της 5ης καθ'ης η κλήση (δηλαδή της 6ης Δ.Υ.Πε) εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθμό 354/23.3.2015, οριστική του απόφαση, με την οποία αποφάνθηκε ως εξής:.1) Θεώρησε καταργημένη η δίκη ως προς τη 19η ενάγουσα και ήδη 19η αναιρεσίβλητη (Π.
Λ. - Κ.). 2)Απέρριψε την από 10.7.2012 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου εναγομένου- πρώτου καθ'ου η κλήση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ -ΕΤΑΜ)" (μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη). 3) Απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.7.2012 αγωγή ως προς την 29η ενάγουσα και ήδη 29η αναιρεσίβλητη (Α.
Κ.) και 4) Κατά τα λοιπά έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε: α) την τρίτη καθ'ης η κλήση (και μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη), 3η Δ.Υ.Πε Μακεδονίας, να καταβάλει το ποσό των 11.040 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής σε καθένα από τους 1η, 2ο, 3ο, 7ο και 17ο ενάγοντες και ήδη 1η, 2ο. 3ο. 7ο.
και 17ο αναιρεσίβλητους (δηλαδή στους Θ. Μ., Μ. Λ., Μ. Η., Σ. Ι. και Α. Γ. ), β) την τέταρτη καθ'ης η κλήση (και μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη), 4η Δ.Υ.Πε Μακεδονίας -Θράκης, να καταβάλει το ποσό των 11.040 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής στον 10ο ενάγοντα και ήδη 10ο αναιρεσίβλητο (Λ. Σ.), γ) την 5η καθ'ης η κλήση (και μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη), 6η Δ.Υ.Πε Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδος, να καταβάλει το ποσό των 11.040 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση στην 13η ενάγουσα και ήδη 13η αναιρεσίβλητη (Α.
Κ.) και δ) τον 2ο εναγόμενο-2ο καθ'ου η κλήση και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ) να καταβάλει σε καθένα από τους ακόλουθους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους: στον 4ο Ζ. Κ., στην 5η Ν. -Α. Ε. (ως προς την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της παρούσας δίκης), στον 6ο Χ. Χ., στον 8ο Κ. Γ., στον 9ο Π. Θ., στον 11ο Γ. Κ., στον 12ο Δ.
Κ., στον 14ο Σ. Κ., στον 15ο Ν. Σ. (ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της παρούσας δίκης), στον 16ο Δ. Μ., στη 18η Μ. Μ., στην 20η Φ. Μ. Α., στην 21η Π. Κ., στον 22ο Π. Κ., στον 23ο Θ. Α., στην 24η Μ. Παρασκευή, στην 25η Χ. Ε., στον 27ο Γ. Δ., στην 28η Κ. Α. και στον 30ο Γ. Νικόλαο, το ποσό των 11.040 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για νοσοκομειακό επίδομα ύψους 240 ευρώ μηνιαίως και για τη χρονική περίοδο από τον Αύγουστο του έτους 2007 μέχρι το Σεπτέμβριο 2011 και στον 26ο ενάγοντα και ήδη 26ο αναιρεσίβλητο Η.
Ζ. το ποσό των 4.080 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για νοσοκομειακό επίδομα ύψους 240 ευρώ μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2007 έως το Δεκέμβριο 2008. Επομένως, αφού σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." δεν υποχρεώνεται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους 1η, 2ο, 3ο, 7ο, 10ο, 13η και 17ο αναιρεσίβλητους, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 556 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσίβλητους.
Περαιτέρω, η με αριθμό 354/23.3.2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Οργανισμό την 16.10.2018, σύμφωνα με τη σφραγίδα και υπογραφή του Δικαστικού Επιμελητή Βασίλειου Π. Κ., που υπάρχει στο πρώτο φύλλο του αντιγράφου της. Επιδόθηκε, δηλαδή, μετά την πάροδο της τριετούς προθεσμίας για άσκηση έφεσης, με συνέπεια να έχει καταστεί τελεσίδικη. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 354/23.3.2015 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 15.11.2018.
Συνεπώς, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους (δηλαδή τους 4ο Ζ. Κ./νο, 6ο Χ. Χ., 8ο Κλώνο Γεώργιο, 9ο Π. Θ., 11ο Γ. Κ., 12ο Δ. Κ., 14ο Σ. Κ., 16ο Δ. Μ., 18η Μ. Μ., 20η Φ. Μ. Α., 21η Π. Κ., 22ο Κ. Π., 23ο Θ. Α., 24η Μ. Π., 25η Χ. Ε., 26ο Ζ. Η., 27ο Γ. Δ., 28η Κ. Α. και 30ο Γ. Ν.) η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, ως εκ τούτου, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ` του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ. Με το άρθρο 8 παρ.7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων που λάμβανε το προσωπικό αυτό λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Με την παρ. Β -1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίσθηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών και ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1.1.2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν.3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κλπ" (ΦΕΚ Α 80).
Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.
Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή.
β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο.
ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. η) Η ιατρική της εργασίας. θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής. ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού.
ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους". Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.
Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994) είναι:
α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν. β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι.
δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας.
ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής. η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. θ) Η ιατρική της εργασίας. ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας. ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις. ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού.
ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη. ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.
Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).
Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (ΟλΑΠ 524/1979, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 438/2014, ΑΠ 933/2004).
Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α` του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.
Με τη με αριθμό 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β` 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ` ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ` ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.
Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 1.1.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.
Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α` της παρ.7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του Π.Δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014).
Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1).
Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης. (παρ. 3).
Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο:
α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται.
Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ......
Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ ....., Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Γ. Γ., 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...., 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ .....). Επακολούθησε όμως ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας ( ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1312/2017).
Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1 - 4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1.Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β.
Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.
Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5...".
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.".
Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18.2.2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1.1.2004 Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.
Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.
Επομένως στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρο 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν.3235/2004 ( ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1389/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).
Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 911/2008).
Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1389/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το πρώτο εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ , καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το δεύτερο εναγόμενο από 3-9-2011 ως προς τις υγειονομικές υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και υπηρετούν με ειδική σύμβαση εργασίας (άρθρο 24 ν. 3232/2004) ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σαν Ιατροί στον κλάδου ΠΕ Ιατρών, στις διάφορες υγειονομικές υπηρεσίες των εναγομένων και ειδικότερα προσλήφθηκαν η 1η την 27-9-1993 ως οδοντίατρος, ο 2ος την 23-9-96 ως γενικός χειρούργος, ο 3ος την 26-10-88 ως οδοντίατρος, ο 4ος την 5-5-1987 ως οδοντίατρος, η 5η την 16-10-89 ως γενική ιατρός, ο 6ος την 28-8-95 ως καρδιολόγος, ο 7ος την 12-2-97 ως παθολόγος, ο 8ος την 14-9-93 ως γυναικολόγος, ο 9ος την 13-4-95 ως πλαστικός χειρουργός, ο 10ος την 10-9-87 ως πνευμονολόγος, ο 11ος την 2-1 - 89 ως παθολόγος, ο 12ος την 13-9-99 ως Ω.Ρ.Λ., η 13η την 13-1-95 ως οφθαλμίατρος, ο 14ος την 18-5-92 ως παθολόγος, ο 15ος την 16-3-98 ως πνευμονολόγος, ο 16ος την 19-10-93 ως ορθοπεδικός, ο 17ος την 6-8-95 ως χειρουργός, η 18η ως παθολόγος, η 20η την 2-10-86 ως οδοντίατρος, η 21η την 21-5-87 ως παιδίατρος, ο 22ος την 2-1-89 ως παθολόγος, ο 23ος την 18-9-89 ως Ω.Ρ.Α., η 24η την 16-1-87 ως ενδοκρινολόγος, η 25η την 9-5-94 ως πνευμονολόγος, ο 26ος την 10-10-86 ως οδοντίατρος, ο 27ος την 8-7-94 ως ορθοπεδικός, η 28η την 6-3-96 ως παιδίατρος, ο 30ος την 2-2-89 ως οδοντίατρος- και υπηρετούσαν στις νομαρχιακές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και μετέπειτα ΕΟΠΥΥ Θεσσαλονίκης η 1η μέχρι 4ο, ο 6ος μέχρι και 10ος, ο 16ος μέχρι και 18ος, η 20η μέχρι και 21η και ο 23ος και 26ος, Χανιά η 5η, Τρίπολη οι 11ος, 22ος και 25η, Πάτρα οι 12ος και 13η, Αλεξανδρούπολη ο 14ος, Νάουσα ο 15ος, Βέροια η 24η, Ορεστιάδα ο 27ος και Καβάλα η 28η εξ αυτών( βλ προσκομιζόμενα Πιστοποιητικά).
Εξάλλου οι ενάγοντες έχουν καταταγεί στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στην μείζονα σκέψη. Ωστόσο οι ενάγοντες δεν ελάμβαναν το προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις νοσοκομειακό επίδομα, όπως εξάλλου ομολογούν τα εναγόμενα, με την αιτιολογία ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται στους υπηρετούντες στις μονάδες που παρέχουν κλειστή ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, όπως είναι τα 5 νοσοκομεία του ΙΚΑ που αναφέρονται ανωτέρω.
Όπως, όμως, αποδείχθηκε οι ενάγοντες στις μονάδες που υπηρετούν, έρχονται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (λ.χ. ηπατίτιδα, δερματικές ασθένειες, κακοήθη νεοπλάσματα, AIDS, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματιώσεις), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης ανήκεστες βλάβες της υγείας ακόμα και το θάνατο.
Τούτο δε είναι απότοκο της διάρθρωσης των υγειονομικών μονάδων, στις οποίες υπηρετούν με βάση το οργανωτικό πρότυπο των Υγειονομικών μονάδων του ΕΣΥ (βλ. αρθ. 30, 36 πδ 266/1989 και Α.Δ.. Αλεξιάδη, Εισαγωγή στο Δίκαιο Υγείας, 1999 σελ. 28 επ). Η ταυτότητα δε ή η- σε κάθε περίπτωση - ουσιώδης ομοιότητα της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας της παρεχομένης από τους ενάγοντες εργασίας σε σύγκριση με το προσωπικό των παραρτημάτων των περιφερειακών ιατρείων και των Κέντρων Υγείας αναφαίνεται από την κατ' ιδέαν σύγκριση και αντιπαραβολή του παραϊατρικού έργου το οποίο αυτοί επιτελούν.
Έτσι, και οι ενάγοντες ως ιατροί των μονάδων τους έρχονται αναγκαστικώς λόγω της φύσης της εργασίας τους σε επαφή με ασθενείς, μικρόβια και τα σωματικά εκκρίματά τους (καλλιέργειες). Το προσωπικό δε των αντιστοίχων με αυτούς ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας (αλλά και των νοσοκομείων του ΙΚΑ) επιτελεί τις ίδιες εργασίες με τους ενάγοντες και δη με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιώδεις όμοιες τοπικές, χρονικές (ωράριο κλπ) και λοιπές περιστάσεις.
Ενόψει δε του ότι και οι ενάγοντες και οι ανωτέρω υπηρετούν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μισθοδοτούνται δε με το αυτό μισθολόγιο (ν.2470/1997 και ν. 3205/2003) η μη χορήγηση και στους ενάγοντες του ένδικου επιδόματος παρίσταται αντισυνταγματική ως προσκρούουσα στο άρθρο 4 παρ 1 Σ, ενώ αυτή δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγομένων.
Κατά συνέπεια προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας πρέπει και για τους ενάγοντες να εφαρμοσθούν οι ανωτέρω διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το ένδικο επίδομα.". Στη συνέχεια, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10.7.2012 αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες, (πλην της 19ης ενάγουσας, ως προς την οποία θεώρησε τη δίκη καταργημένη) και επιδίκασε σε καθένα από αυτούς, (πλην του 26ου ενάγοντος στον οποίο επιδίκασε το ποσό των 4.080 ευρώ) το συνολικό ποσό των 11.040 ευρώ ως νοσοκομειακό επίδομα ύψους 240 ευρώ μηνιαίως και για τη χρονική περίοδο από τον Αύγουστο του έτους 2007 έως το Σεπτέμβριο του έτους 2011 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ, κατά μερική παραδοχή της προβληθείσας κατά τη συζήτηση ένστασης παραγραφής, απέρριψε τις αγωγικές αξιώσεις της περιόδου από 1.1.2006 έως τον Ιούλιο του έτους 2007.
Με την κρίση του αυτή και κατά το μέρος που αφορά τους 4ο, 6ο, 8ο, 9ο, 11ο, 12ο, 14ο, 16ο, 18η, 20η, 21η, 22ο, 23ο, 24η, 25η, 26ο 27ο, 28η και 30ο των ήδη αναιρεσίβλητων, ως προς τους οποίους ερευνάται η βασιμότητα των αναιρετικών λόγων, το Ειρηνοδικείο Αθηνών ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι, προκειμένου να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.
Α-5 του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, δεν εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β του ν. 3235/2004 με την οποία οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας και του άρθρου 16 αυτού ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος του ν. 3235/2004 (18.2.2004), αλλά προσέφυγε στη συνταγματική αρχή της ισότητας κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, παρόλο που η προσφυγή στις πιο πάνω συνταγματικές ρυθμίσεις δεν ήταν αναγκαία, ούτε άλλωστε υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτής.
Και τούτο διότι οι επίδικες κατά την αγωγή αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή σε αυτούς του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος αφορούσαν τη χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 30.9.2011, ήτοι περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 3235/2004 (18.2.2004), οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.
Α-5 του ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1.1.2004) νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης (ο οποίος αναπτύσσεται στους υπό τα γράμματα Α και Γ λόγους), με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 και 10 του ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 περ.
δ του ν. 2703/1999, 8 παρ. 5 του ν.3205/2003, 5 παρ. 2 και 10 του π.δ. 266/1989 και 105 παρ. 1 του ν. 2071/1992 και επεκτατικά την συνταγματική αρχή της ισότητας, καθότι το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα δικαιούνται μόνο οι ιατροί του ΙΚΑ που απασχολούνται σε μονάδες κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) και όχι οι ιατροί που απασχολούνται σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως οι αναιρεσίβλητοι, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Το αναιρεσείον περαιτέρω (υπό το γράμμα Β) προβάλλει, ως επιχείρημα υπέρ των απόψεών του στον ίδιο αναιρετικό λόγο, ότι τυχόν επιδίκαση του ένδικου νοσοκομειακού επιδόματος (ύψους 176,08 ευρώ μηνιαίως από 1.7.2002 δυνάμει της με αριθμό 2/27895/022/2.7.2002 κοινής υπουργικής απόφασης των συναρμοδίων Υπουργών, εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 3016/2002 και ήδη αναπροσαρμοσθέντος σε 240 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2004 με το άρθρο 8 -Α παρ. 5 του ν. 3205/2003) θα είχε ως συνέπεια να βρεθούν σε ευμενέστερη θέση οι αναιρεσίβλητοι ιατροί των μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΙΚΑ σε σχέση με τους νοσοκομειακούς ιατρούς (του Δημοσίου), μέλη της ΠΟΕΔΗΝ.
Και τούτο διότι στους ιατρούς του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, στους οποίους περιλαμβάνονται οι αναιρεσίβλητοι, είχε επεκταθεί με απόφαση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για λόγους ίσης μεταχείρισης και το προβλεπόμενο από το ν. 2956/2001 για το μόνιμο και σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλληλικό προσωπικό των Ασφαλιστικών Οργανισμών ειδικό επίδομα εξομάλυνσης ύψους 176 ευρώ μηνιαίως (άρθρο 49 παρ. 2 του νόμου αυτού).
Κατά συνέπεια η επιδίκαση και του νοσοκομειακού επιδόματος στους αναιρεσίβλητους θα είχε ως αποτέλεσμα οι εν λόγω ιατροί να λαμβάνουν δύο επιδόματα (το επίδομα εξομάλυνσης ύψους 176 ευρώ και το νοσοκομειακό επίδομα ύψους -αρχικά 102,71 ευρώ (από 1.1.2002) και μετέπειτα 176,08 (από 1.7.2002), ενώ οι νοσοκομειακοί ιατροί του Δημοσίου (μέλη της ΠΟΕΔΗΝ) να λαμβάνουν μόνο το ένα επίδομα (το νοσοκομειακό), κατά παράβαση της αρχής της ισότητας.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί, όμως, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αντίθετο συμπέρασμα. Πέραν του ότι και τα δύο επιδόματα (εξομάλυνσης και νοσοκομειακό) λαμβάνουν κατά νόμο ήδη οι υπηρετούντες στα πέντε νοσοκομεία του ΙΚΑ ιατροί (κλειστής νοσηλείας), η εκ του νόμου επέκταση της καταβολής του νοσοκομειακού επιδόματος στους υπηρετούντες σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ προκύπτει από το γεγονός της εξομοίωσης με μεταγενέστερο νόμο (το ν. 3235/2004) των εν λόγω μονάδων με κέντρα υγείας, στο απασχολούμενο προσωπικό των οποίων (των κέντρων υγείας) προβλέπεται ήδη η χωρίς εξαιρέσεις καταβολή του εν λόγω (νοσοκομειακού) επιδόματος κατά τις διακρίσεις του νόμου (ν. 3205/2003).
Τέλος, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις νομικές αιτιολογίες της, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον (ΑΠ 1389/2019).
Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).
Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιό της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".
Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ` αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 696/2015, ΑΠ 341/1990). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247) που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών) δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις ( ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 121/2016, ΑΠ 296/2013, ΑΠ 1655/2010, ΑΠ 341/1990, ΣτΕ 1297/2011, ΣτΕ 199/2007).
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ΑΝ 1846/1951 με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ.6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 25/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (υπό το γράμμα Δ) λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι κατά του ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή και έτσι απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό περί συμπληρώσεως της διετούς παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2006 έως 24.7.2010.
Ειδικότερα με τον συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει ότι, εφόσον το ΙΚΑ εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια (άρθρα 19 παρ.1 του Α.Ν 1846/1951 και 5 του Ν. 3210/ 1955), εξυπακούεται ότι απολαμβάνει και του (οικονομικού) προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995.
Κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ειδικότερη, αφού ρυθμίζει παραγραφή αξιώσεων εξ απολαβών, σε σχέση με εκείνη της παρ.6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ.2 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 παρ.1 του Ν. 825/1978, που είναι γενική και ρυθμίζει τα της παραγραφής γενικά οποιασδήποτε απαίτησης κατά του ΙΚΑ και, ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας.
Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε με την ίδια ως άνω αιτιολογία ότι οι επίδικες μισθολογικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ. τελ. του Α.Ν. 1846/1951 και όχι σε διετή παραγραφή και συνακόλουθα δέχθηκε την ένσταση παραγραφής μόνο για τις πέραν της πενταετίας αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, δηλαδή τις αξιώσεις τους που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως τον Ιούλιο του έτους 2007, ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις.
Συνεπώς ο δεύτερος (υπό το γράμμα Δ) λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο και τελευταίο (υπό το γράμμα Ε) λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." επικαλείται ότι, σύμφωνα με τα τηρούμενα σε αυτό αρχεία οι 1η, 8η, 9η, 10η, 12η, 14ος, 16η, 18ος, 20ος, 21ος, 24ος, 27ος, 31ος, 33η, 34ος, 35η, 36ος, 38η, 39η, 40η και 42ος των αντιδίκων του, ενώ υπήγοντο στην αρμοδιότητά του κατά την άσκηση της επίδικης αγωγής, δεν υπάγονται πλέον σε αυτήν και, συνεπώς, αυτό δεν ευθύνεται πλέον για την αποζημίωσή τους, καθώς δεν νομιμοποιείται πλέον παθητικά απέναντι σε αυτούς.
Το αναιρεσείον, όμως, στη δέκατη τέταρτη (14) σελίδα των με ημερομηνία 5.2.2014 προτάσεων του, τις οποίες, ως εναγόμενο, κατέθεσε την 5.2.2015 στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αθηνών, (σύμφωνα με τη σφραγίδα της γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου επ' αυτών) κατά τη συζήτηση της από 10.7.2012 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και οι οποίες (προτάσεις του), σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκοπούνται, στην παράγραφο V, που φέρει τον τίτλο "ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ", κατά λέξη γράφει: "Στην παρούσα υπόθεση νομιμοποιούμενα ως καθολικός διάδοχος των εντασσομένων στον Οργανισμό υγειονομικών υπηρεσιών του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ (ν. 3918/2011 άρθρο 29 παρ. 1) μόνο για τους 4ο, 5η, 6ο, 8ο, 9ο, 11ο, 12ο, 14ο, 15ο,, 16ο, 18η, 19η, 20η, 21η, 22ο, 23ο, 24η, 25η, 26ο, 27ο, 28η, και 30ο των εναγόντων".
Επομένως, αφού το αναιρεσείον με το δικόγραφο των πρωτόδικων προτάσεών του ομολογεί (άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ) ότι ενέχεται έναντι των προαναφερόμενων αντιδίκων του, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 3 του ΚΠολΔ, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ τελευταίος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ως προς τους 8ο, 9ο, 12ο, 14ο, 16ο, 18η, 20η, 24η και 27ο παραστάντες αναιρεσίβλητους, διότι αυτοί περιλαμβάνονται στους (με αρίθμηση μόνον) παρατιθέμενους στο ως άνω λόγο αναίρεσης αντιδίκους του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, το αναιρεσείον δεν προσκομίζει τα επικαλούμενα από αυτό αρχεία, ώστε από την επισκόπησή τους να διαπιστωθεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του.
Συνεπώς και εξ αυτού του λόγου ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως προς τους παραστάντες αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τους 5η, 15ο, 19η και 29η των αναιρεσιβλήτων, (δηλαδή τους Ε. Ν.-Α., Σ. Ν., Π. Λ.-Κ. και Α. Κ.)
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 13.11.2018 και με αριθμό κατάθεσης 97754/29/15.11.2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 354/23.3.2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ