Legislator Case Law & Legislation
1317/2018 AI generated

Supreme Court reverses appeal court for admitting unproven sales targets as grounds for terminating distribution contract.

Case Number 1317/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece reversed the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the appellant's appeal against a termination of a distribution agreement. The appellant argued that the lower court erred by accepting unproven sales targets as a valid ground for termination without the respondent proposing such a claim. The court agreed, ruling that the lower court violated procedural rules by considering arguments not raised by the parties.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 § 8 KPolD; Art. 580 § 3 KPolD: The appellate court must not admit new grounds for termination or breach not proposed by the parties, and any such error requires remanding the case to a new panel of the same court.

Keywords

AI generated
appellate review new grounds distribution contract termination procedural error sales targets remand

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 § 8 KPolD
Art. 580 § 3 KPolD
Art. 495 § 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 § 2 KPolD
Art. 14 § 4 of Law 3557/2007
Art. 8 § 8 of Presidential Decree 219/1991
Art. 9 § 1 α' of Presidential Decree 219/1991

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1317 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1317/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημητρίου Κουκούλα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Εμβαλωμένο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 649/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4191/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/1/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 4191/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 2-7-2013 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 649/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 16-12-2010 αγωγή της.

Με το Π.Δ. 219/1991 ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14 § 4 εδ. β' Ν. 3557/2007, οι διατάξεις του ανωτέρω Π. Δ/τος εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός άλλων και στις συμβάσεις "...β) αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Κατά το άρθρο 8 § 8 του ανωτέρω ΠΔ, "η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 § 1 α' του ίδιου ΠΔ, "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς", ενώ κατά την παράγραφο 3 αυτού, "η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται:

α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητος εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο". Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, αποζημίωση δεν οφείλεται, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, που δικαιολογεί καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, ενώ κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω Π.Δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπερβάσεως των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του Α.Κ.

γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους (ΑΠ 1559/2017).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολομ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 118/2017). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η εκκαλούσα αποτελεί ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, αντικείμενο δε της εμπορικής δραστηριότητάς της αποτελεί η παραγωγή, διάθεση και εμπορία υγειονομικού, διαγνωστικού και χημικού υλικού, η εισαγωγή και εξαγωγή των ειδών αυτών και η αντιπροσώπευση και διανομή οίκων παραγωγής του εξωτερικού.

Η εφεσίβλητη αποτελεί αλλοδαπή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, αντικείμενο δε της εμπορικής δραστηριότητας της αποτελεί η κατασκευή και εμπορία ειδών νοσοκομείου και χειρουργείου και συγκεκριμένα συσκευών διαθερμίας, συσκευών ARGON, συσκευών κρυοπηξίας και λοιπών συναφών συσκευών και εξαρτημάτων. Το έτος 1993 καταρτίστηκε ατύπως μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, σε εκτέλεση της οποίας η εκκαλούσα ανέλαβε την αποκλειστική διανομή στην ελληνική επικράτεια των προϊόντων που κατασκεύαζε και εμπορευόταν η εφεσίβλητη, για αόριστο χρόνο.

Ειδικότερα, η εκκαλούσα ενημέρωνε την εφεσίβλητη σχετικά με τους διαγωνισμούς που κατά καιρούς προκηρύσσονταν, κατά κανόνα από το Δημόσιο αλλά και από ιδιώτες, καθώς και σχετικά με τα είδη που αφορούσαν οι διαγωνισμοί, στη συνέχεια δε συμφωνούσαν οι διάδικοι σχετικά με την τιμή πώλησης των ειδών αυτών από την εφεσίβλητη προς την εκκαλούσα, στην οποία -τιμή- προσετίθετο το ποσοστό κέρδους και τα υπόλοιπα έξοδα της εκκαλούσας και καταρτιζόταν η τελική προσφορά, με την οποία η εκκαλούσα ελάμβανε μέρος στους διαγωνισμούς αυτούς, στους οποίους προσέφερε τα προϊόντα που κατασκεύαζε και εμπορευόταν η εφεσίβλητη.

Η σύμβαση αυτή μεταξύ των διαδίκων φέρει το χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνης της ιδιόρρυθμης διαρκούς ενοχικής σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία η εφεσίβλητη, ως παραγωγός, βαρυνόταν με την υποχρέωση να πωλεί αποκλειστικά στην εκκαλούσα, ως διανομέα, τα εμπορεύματα που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους σε σχέση με την ελληνική επικράτεια και τα οποία στη συνέχεια η εκκαλούσα μεταπωλούσε σε τρίτους στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητη επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής η εκκαλούσα ανέλαβε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων και να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιάζονται ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά της έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, η εφεσίβλητη, δε, δεσμευόταν να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές της εκκαλούσας στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή μέσα στην περιοχή της αποκλειστικής διανομής και αντίστροφα η εκκαλούσα υποχρεωνόταν να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια γεωγραφική περιοχή.

Επομένως, στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εντολής (άρθρα 713 επ. του ΑΚ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ιδίως μετά τη θέση σε ισχύ της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. β του νόμου 3557/2007, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως μεταξύ άλλων και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι σε εκτέλεση της σύμβασης που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων, η εκκαλούσα -αποκλειστική διανομέας- ενεργούσε πραγματικά ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εφεσίβλητης-παραγωγού ή προμηθεύτριας.

Μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι η εφεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να θέτει δεσμευτικούς προς την εκκαλούσα στόχους πωλήσεων, δηλαδή να θεσπίζει μονομερώς ρήτρα επίτευξης στόχου πωλήσεων, τις οποίες ήταν υποχρεωμένη να καλύπτει η εκκαλούσα, ώστε η εξακολούθηση της έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων να θεωρείται ικανοποιητική για την εφεσίβλητη.

Αποδεικνύεται, ακόμη, ότι σε ολόκληρη τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας των μερών, η εκκαλούσα είχε επικεντρωθεί κυρίως στην προώθηση των προϊόντων της εφεσίβλητης που αναφέρονταν στον τομέα της γαστρεντερολογίας, ενώ παρουσίαζε υστέρηση σε ό,τι αφορούσε την προώθηση των προϊόντων γενικής χειρουργικής.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της εφεσίβλητης, η οποία περί τα τέλη του έτους 2006 άρχισε να αναζητά εναλλακτικούς τρόπους για τη διανομή στην ελληνική αγορά των προϊόντων της που αναφέρονταν στον τομέα της γενικής χειρουργικής και συνακόλουθα να εξετάζει, προς την κατεύθυνση αυτή, την προοπτική έναρξης εμπορικής συνεργασίας της με άλλη ημεδαπή εταιρεία.

Πραγματικά, η εφεσίβλητη αποφάσισε να αναθέσει τη διανομή των προϊόντων γενικής χειρουργικής σε άλλη ημεδαπή εταιρεία και να παραμείνει στην εκκαλούσα η διανομή και διάθεση των προϊόντων του τομέα της γαστρεντερολογίας, ενημέρωσε δε την εκκαλούσα σχετικά με την απόφασή της αυτή περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2006.

Περαιτέρω, από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση όλων, χωρίς εξαίρεση, των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2007- 2009, κατά το οποίο η εκκαλούσα δραστηριοποιούνταν αποκλειστικά στον τομέα της διανομής στην ελληνική αγορά των προϊόντων γαστρεντερολογίας της εφεσίβλητης, η τελευταία είχε θέσει στην εκκαλούσα στόχους πωλήσεων, οι οποίοι ανέρχονταν για το έτος 2007 στο ποσό των 230.000 ευρώ, για το έτος 2008 στο ποσό των 320.000 ευρώ και για το έτος 2009 στο ποσό των 460.000 ευρώ (βλ.

το από 27-9-2006 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του διευθυντή διεθνών πωλήσεων της εφεσίβλητης B. F.). Είναι μεν αληθινό ότι οι στόχοι αυτοί είχαν τεθεί πριν από τη μερική καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που έλαβε χώρα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2006, οπότε το αντικείμενο της ενοχής είχε αλλοιωθεί και συγκεκριμένα είχε περιοριστεί στην αποκλειστική διανομή, στην ελληνική επικράτεια, από την πλευρά της εκκαλούσας των προϊόντων της εφεσίβλητης που αφορούσαν τον τομέα της γαστρεντερολογίας και μόνον, πλην όμως η μερική καταγγελία της σύμβασης δεν οδήγησε και σε περιορισμό -είτε μονομερώς, από την πλευρά της εφεσίβλητης, είτε κατόπιν συμφωνίας της με την εκκαλούσα- των στόχων που είχαν τεθεί για τις πωλήσεις κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (των ετών 2007-2009), με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να εξακολουθεί να βαρύνεται -και μετά τη μερική καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής- με την υποχρέωση επίτευξης των στόχων που είχαν τεθεί για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, μέσω της πώλησης των προϊόντων της εφεσίβλητης που αφορούσαν αποκλειστικά τον τομέα της γαστρεντερολογίας.

Εν τούτοις, η εκκαλούσα δεν ανταποκρίθηκε με επιτυχία στην επίτευξη του στόχου πωλήσεων, ιδίως κατά το έτος 2009. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι οι πωλήσεις προϊόντων της εφεσίβλητης στην ελληνική αγορά από την εκκαλούσα ανήλθαν α) κατά το έτος 2007 στο ποσό των 226.889,12 ευρώ, δηλαδή η προσέγγιση του στόχου ανήλθε σε ποσοστό 98,65% περίπου και η υστέρηση από αυτόν σε ποσοστό 1,35% περίπου, β) κατά το έτος 2008 στο ποσό των 303.911,06 ευρώ, δηλαδή η προσέγγιση του στόχου ανήλθε σε ποσοστό 94,97% περίπου και η υστέρηση από αυτόν σε ποσοστό 5,03% περίπου και γ) κατά το έτος 2009 στο ποσό των 286.010,35 ευρώ, δηλαδή η προσέγγιση του στόχου ανήλθε σε ποσοστό 62,18% περίπου και η υστέρηση από αυτόν σε ποσοστό 37,82% περίπου.

Η αναποτελεσματικότητα της εκκαλούσας να προωθήσει επαρκώς στην ελληνική αγορά τα προϊόντα της εφεσίβλητης και η μη επίτευξη των στόχων που είχαν τεθεί για τις πωλήσεις, οδήγησαν την εφεσίβλητη στην καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, με ισχύ από τις 30-6-2010 [βλ. την από 14-5-2010 επιστολή της εφεσίβλητης που υπογράφεται από τον πρόεδρο και συνδιευθύνοντα σύμβουλό της C.

Ο. E. και από τον αντιπρόεδρο πωλήσεων και προώθησης πωλήσεων (μάρκετινγκ) J. K.]. Από τα προαναφερόμενα περιστατικά συνάγεται ότι υφίστατο αφενός μεν αδυναμία της εκκαλούσας να προωθήσει αποτελεσματικά τα προϊόντα της εφεσίβλητης στην ελληνική αγορά και να προσελκύσει νέους πελάτες, αφετέρου δε υστέρηση που παρατηρήθηκε στην επίτευξη των στόχων για τις πωλήσεις των προϊόντων της εφεσίβλητης, τους οποίους είχε θέσει η τελευταία.

Η υστέρηση αυτή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ήταν μεν περιορισμένη τόσο ποσοτικά (σε απόλυτα αριθμητικά μεγέθη), όσο και ποσοστιαία κατά τα έτη 2007 και 2008, κυρίως κατά το πρώτο και δευτερευόντως κατά το δεύτερο από τα έτη αυτά, κατά το επόμενο όμως έτος (2009) δεν ήταν διόλου αμελητέα αλλά ιδιαίτερα σημαντική, τόσο ποσοτικά (κατά το ποσό των 173.989,65 ευρώ), όσο και ποσοστιαία (κατά ποσοστό 37,82%).

Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι η αδυναμία αποτελεσματικής προώθησης των προϊόντων της εφεσίβλητης στην ελληνική αγορά και προσέλκυσης νέων πελατών, όπως επίσης και η αθέτηση από την πλευρά της εκκαλούσας της ουσιώδους συμβατικής υποχρέωσής της για την ανταπόκριση στη ρήτρα επίτευξης στόχου πωλήσεων, οφείλονται σε υπαιτιότητα της τελευταίας (εκκαλούσας), συνιστούν δε σπουδαίο λόγο για την (αρχικά, μερική και στη συνέχεια, ολική) καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής από την πλευρά της εφεσίβλητης, δεδομένου ότι ως αποτέλεσμα επέφεραν τη μείωση των πωλήσεων των προϊόντων της και ως εκ τούτου των εσόδων της τελευταίας (εφεσίβλητης), ενώ ακόμη ανεπανόρθωτα κλόνισε την εμπιστοσύνη της προς την εκκαλούσα, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται ανεκτή για την εφεσίβλητη, σύμφωνα με τις αρχές που απορρέουν από την καλή πίστη, η εξακολούθηση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής υπό οικονομικούς όρους μη συμφέροντες για την εφεσίβλητη.

Επομένως, στο μέτρο που η εφεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής για σπουδαίο λόγο που αναγόταν σε υπαιτιότητα της εκκαλούσας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η τελευταία δεν δικαιούται σύμφωνα με το νόμο τη ζητούμενη με την αγωγή της αποζημίωση πελατείας (αγωγικό κονδύλιο με τα στοιχεία Β3), μετά από ανάλογη εφαρμογή των οικείων διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, η οποία -αξίωση αποζημίωσης- ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και για το λόγο αυτό ως απορριπτέα.

Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η άσκηση της καταγγελίας συνιστούσε ενέργεια άκαιρη, αντισυμβατική ή καταχρηστική. Αντίθετα, ενόψει του γεγονότος ότι, όπως εκτίθεται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αποδεικνύεται ότι η άσκηση της καταγγελίας δεν υπερέβη καθόλου τα όρια που επιβάλλονταν από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Η λύση δε της σύμβασης, την οποία επέφερε η καταγγελία ως έννομο αποτέλεσμα, εντασσόταν στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες της εφεσίβλητης και δεν ήταν άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της για τον επανασχεδιασμό της εμπορικής της πολιτικής, στη διαφύλαξη του οποίου -συμφέροντος- αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά αποσκοπούσε η άσκηση της καταγγελίας, ενώ και η επωφελής για τα συμφέροντά της συναλλακτική συμπεριφορά της εκκαλούσας, σε χρόνο προγενέστερο από εκείνον της άσκησης της καταγγελίας, δεν καθιστούσε την καταγγελία καταχρηστική, δεδομένου ότι η συμπεριφορά αυτή της αντισυμβαλλομένης της καταγγέλλουσας εντασσόταν στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο καλόπιστης από αυτήν εκπλήρωσης της παροχής της.

Επομένως, στο μέτρο που δεν αποδεικνύεται η συνδρομή καταγγελίας άκαιρης, αντισυμβατικής ή καταχρηστικής, η εκκαλούσα δεν δικαιούται σύμφωνα με το νόμο τη ζητούμενη με την αγωγή της αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής περιουσιακής της ζημίας (αγωγικά κονδύλια με τα στοιχεία Α1, Α2, Β1, Β2, Β4 και Β5), σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την ενδοσυμβατική ευθύνη (αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης), αλλά και την εξωσυμβατική ευθύνη (αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες), η οποία -αξίωση αποζημίωσης- ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμη και για το λόγο αυτό ως απορριπτέα...".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 2-7-2013 έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της επίδικης σύμβασης από την αναιρεσίβλητη, δέχθηκε ότι υπήρχαν στόχοι, τους οποίους η αναιρεσείουσα δεν πέτυχε, χωρίς η αναιρεσίβλητη εταιρεία να έχει προτείνει τέτοιο ισχυρισμό.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, θεμελιωτικό του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αποκλειστικής διανομής και ειδικότερα, ως σπουδαίο λόγο καταγγελίας, γεγονός συναπτόμενο και με την περί καταχρήσεως κρίση του, ήτοι το ότι δεν επιτεύχθηκε ο στόχος πωλήσεων, που είχε θέσει η τελευταία για τις πωλήσεις των προϊόντων της, χωρίς αυτός να έχει προταθεί από εκείνη, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών της (ΚΠολΔ 561 § 2).

Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά της έξοδα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4191/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ