Supreme Court dismisses bank's appeal against court order to pay bill holder based on bill transfer defenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a first-instance judgment ordering payment to a bill holder. The bank argued the court erred in evaluating evidence and misapplied banking circulars, but the court found these claims insufficient to overturn the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected, the bank was ordered to pay the opposing party's legal costs, and the appeal bond was forfeited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment ordering payment of a bill is inadmissible if the appellant fails to prove the lower court's decision was based on a clear error of law or a violation of the principle of equality of arms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1317 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1317/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... A.E." ("ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ"), πρώην "... ... A.E.", με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ε. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11127/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2129/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 5/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των Πιστωτικών Τίτλων (άρθρο 623 ΚΠολΔ) υπ’ αριθμ. 2129/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 25-7-2013 έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 11127/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την υπ’ αριθμ.
κατάθεσης .../18-6-2009 ανακοπή του με τους υπ’ αριθμ. κατάθεσης .../21-9-2011 και .../12-10-2012 προσθέτους λόγους αυτής, δικάζοντας την υπόθεση κατ’ ουσία, δέχτηκε την ως άνω ανακοπή του αναιρεσίβλητου με τους πρόσθετους αυτής λόγους και ακύρωσε την εκδοθείσα, μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας, ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933 " περί επιταγής", τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.
Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται, ότι, κατ’ εξαίρεση μόνο, επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής, αφενός τελούσε εν γνώσει της υπάρξεως των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ’ αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 362/2014, ΑΠ 1456/2007).
Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.
Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.
Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης, Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.
Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση της ή να επιστρέψει αυτή στον εκδότη της μετά την εκπλήρωση ορισμένων όρων από την υφιστάμενη μεταξύ τους βασική έννομη σχέση.
Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8,1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.
Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχύραση των τίτλων δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.
Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και, κατά συνέπεια, δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ,), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται, όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή, αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου και πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ’ αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους, (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές, κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του ΑΚ. Περαιτέρω, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.
Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.
Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασιν", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου, ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 353/2015).- Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΕλλΔνη 2005.710).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Ο ανακόπτων εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη στις 13-5-2008 την υπ’ αριθμ. ...
δίγραμμη μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, ποσού 25.000 ευρώ, πληρωτέα από την Τράπεζα ..., με ημερομηνία έκδοσης την 28-2-2009, σε διαταγή της εταιρίας "... ΑΕ". Αιτία έκδοσης της εν λόγω επιταγής ήταν η αγορά από τον ανακόπτοντα, ενός μεταχειρισμένου αυτομάτου πλυντηρίου αυτοκινήτων, από την ως άνω εταιρία.
Ειδικότερα ο ανακόπτων, ο οποίος διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, αγόρασε από την ως άνω εταιρία, δυνάμει του από 13-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, ένα μεταχειρισμένο αυτόματο πλυντήριο αυτοκινήτων, αντί τιμήματος 31.000 ευρώ. Όπως δε προκύπτει, από το ίδιο συμφωνητικό, η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε προκειμένου να διασφαλιστεί η καταβολή του τιμήματος, αφού, σύμφωνα με αυτό, η πωλήτρια υποχρεούνταν να επιστρέψει αυτή (επιταγή), ως έχει, μετά την παράδοση του μηχανήματος και τον τελικό διακανονισμό, ή εξόφληση αυτού.
Η τελευταία, όμως, παρά τον όρο αυτό, την επομένη της σύναψης της σύμβασης αυτής, ήτοι την 14-5-2008, μεταβίβασε την εν λόγω επιταγή, με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πωλήτρια εταιρία παρέδωσε στον ανακόπτοντα το μηχάνημα την 27-8-2008 και ο τελευταίος εξόφλησε το προαναφερθέν τίμημα του με τμηματικές καταβολές, με τελευταία αυτή κατά την 3-12-2008.
Μετά την καταβολή αυτή ο ανακόπτων αρχικά, με προφορικό αίτημα και στη συνέχεια, με την από 25-2-2009 εξώδικη δήλωση, προς την πωλήτρια εταιρία, ζήτησε την επιστροφή της επιταγής, η τελευταία, όμως, δεν του την επέστρεψε, γιατί, κατά τα προαναφερθέντα, την είχε μεταβιβάσει στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, η οποία την 3-3-2009 την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε, όμως, λόγω δήλωσης ανάκλησής της, από τον ανακόπτοντα.
Στη συνέχεια, μετά από αίτηση της καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. .../2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ανακόπτων υποχρεωνόταν να της καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι και οι αρμόδιοι υπάλληλοι της καθ’ ης κατά την ημεροχρονολογία παραλαβής της ως άνω επιταγής, ήτοι την 14.05.2008, έλαβαν γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου του από 13.05.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνήφθη μεταξύ του ανακόπτοντος και της πωλήτριας εταιρίας "...
ΑΕ". Και ναι μεν ο όρος αυτός του συμφωνητικού δεν θα μπορούσε να ισχύει έναντι τρίτων, δεδομένου ότι δεν προέκυπτε από το ίδιο το σώμα των επιταγών (αρχή της γραμματοπάγειας στο αξιογραφικό δίκαιο), πλην, όμως, εξαιτίας αυτού, ήταν εμφανές ότι η εν λόγω απαίτηση καθίστατο επισφαλής. Παρά τη γνώση της, όμως αυτή, η καθ’ ης δέχθηκε την επιταγή, γνωρίζοντας ότι κατ’ αυτό τον τρόπο απέκοπτε τον ανακόπτοντα και εκδότη της από τη δυνατότητα προβολής της σχετικής ενστάσεώς του, έναντι της αμέσως συμβαλλομένης του και λήπτριας της επιταγής εταιρίας "...
ΑΕ", η οποία σημειωτέον, όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρος της είναι οφειλέτρια της καθ’ ης η ανακοπή και καταλόγισε το ποσό της σ’ αυτό της οφειλής της. Ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσεως του Δικαστηρίου τούτου, ότι δηλαδή η καθ’ ης ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη του ανακόπτοντος, είναι το γεγονός ότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του ανακόπτοντα, ο οποίος είναι πατέρας του, σε τηλεφωνική επικοινωνία, που είχε ο ανακόπτων με υπαλλήλους του υποκαταστήματος της καθ’ ης η ανακοπή τράπεζας, στο οποίο δόθηκε ως ενέχυρο η επιταγή, πληροφορήθηκε ότι με την ενεχύραση της επιταγής παραδόθηκε και αντίγραφο του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού.
Η κατάθεση δε αυτή δεν ανατρέπεται, από την κατάθεση του μάρτυρα της καθ’ ης, ο οποίος είναι υπάλληλος υποκαταστήματος της καθ’ ης στη Θεσσαλονίκη και καταθέτει όλως αορίστως ότι τον πληροφόρησαν ότι ουδέποτε περιήλθε στην καθ’ ης τέτοιο έγγραφο και ότι η τράπεζα, όταν λαμβάνει επιταγές, ως ενέχυρο, ελέγχει μόνο την φερεγγυότητα του εκδότη αυτής και δεν έχει υποχρέωση να ελέγξει εάν καλύπτει πραγματική εμπορική συναλλαγή, ερχόμενος έτσι και σε αντίθεση με την προαναφερθείσα τραπεζική εγκύκλιο.
Με βάση τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθ’ ης ενήργησε εν γνώσει της υπάρξεως των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την ένσταση του ανακόπτοντος περί εγγυητικού χαρακτήρα της επιταγής, καθώς και της υπάρξεως αυτής και, ακόμη περισσότερο, προς βλάβη του ανακόπτοντος, αφού με τον τρόπο αυτό επεδίωκε την πληρωμή της επιταγής, προς όφελός της, ματαιώνοντας έτσι την προβολή εκ μέρους του ανακόπτοντος, της περί αχρεωστήτου, μετά την, κατά τα παραπάνω, εξόφληση του τιμήματος, ένστασης έναντι της ανωτέρω αμέσως συμβαλλομένης του.
Δικαιούται, επομένως, να αντιτάξει έναντι της καθ’ ης την ανωτέρω ένσταση, όπως εν προκειμένω, παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός του απορρέει, από την υποκείμενη σχέση του ίδιου και της λήπτριας της επιταγής εταιρίας "... ΑΕ", σύμφωνα και όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, επειδή η επιταγή, στην οποία στηρίχθηκε αυτή, έχει εκδοθεί για αιτία που έληξε, αφού δόθηκε ως εγγύηση, όπως βεβαιώθηκε με το σχετικό συμφωνητικό, για την εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του προαναφερθέντος μηχανήματος, στην πωλήτρια εταιρία ...
ΑΕ, η οποία την μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην καθ’ ης η ανακοπή τράπεζα, η οποία κατά το χρόνο μεταβίβασης τελούσε σε κακή πίστη, επειδή γνώριζε ότι με αυτήν ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή της παραπάνω ενστάσεως(λήξη αιτίας για την οποία εκδόθηκε), κατά της πωλήτριας εταιρίας και παρά ταύτα την παρέλαβε, καθώς και ο θεμελιούμενος στην αυτή νομική βάση πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, οι οποίοι είναι νόμιμοι ως στηριζόμενοι στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, να γίνουν δεκτοί και ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, παρελκόμενης της εξέτασης, μετά ταύτα των λοιπών λόγων της ανακοπής".
Mε βάση τις εκτεθείσες παραδοχές του, τo Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του ανακόπτοντα-αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκρινε αντίθετα, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχτηκε την ένδικη ανακοπή του με τους πρόσθετους αυτής λόγους και ακύρωσε την εκδοθείσα σε βάρος του, με αίτηση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Έτσι όμως που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Παράλληλα, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι κατά το χρόνο απόκτησης της επίδικης επιταγής στις 14-5-2008, η καθ’ ης η ανακοπή-αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία ενήργησε εν γνώσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν την ένσταση του ανακόπτοντος περί του εγγυητικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης επιταγής, καθώς και της υπάρξεως αυτής και, ακόμη περισσότερο, προς βλάβη του ανακόπτοντος, καθόσον με τον τρόπο αυτό επεδίωκε την πληρωμή της επιταγής προς όφελός της, ματαιώνοντας έτσι την προβολή της σχετικής ένστασης του τελευταίου έναντι της λήπτριας της επιταγής, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, οι νόμιμοι εκπρόσωποι και οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, τον ίδιο χρόνο, έλαβαν γνώση του περιεχομένου του από 13-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της πωλήτριας εταιρείας ...
Α.Ε., κατά το οποίο η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε, προκειμένου να διασφαλιστεί η καταβολή του τιμήματος, δεδομένου ότι σύμφωνα με αυτό η πωλήτρια υποχρεούνταν να επιστρέψει την επιταγή αυτή, ως έχει, μετά την παράδοση του πωληθέντος μηχανήματος και τον τελικό διακανονισμό ή εξόφληση του τιμήματος και παρά τη γνώση της αυτή, η καθ’ ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα) δέχτηκε την επιταγή, γνωρίζοντας επιπλέον ότι με τον τρόπο αυτό απέκοπτε τον ανακόπτοντα εκδότη της από τη δυνατότητα προβολής της σχετικής ένστασής του έναντι της αμέσως συμβαλλομένης του λήπτριας της επιταγής εταιρείας (...
Α.Ε.), ενώ, για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός των, μετά τη μεταβίβαση της επίδικης επιταγής, τμηματικών καταβολών προς εξόφληση του οφειλομένου από τον ανακόπτοντα τιμήματος. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ενόψει δε του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη: 1) οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου στη μείζονα πρόταση της απόφασής του, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, στην οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν περιλαμβάνονται οι τραπεζικές εγκύκλιοι, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, όπως στην προκειμένη υπόθεση και 2) δεν δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις της απόφασης, αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από αυτές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, ούτε συνιστούν "ζητήματα", κατά την έννοια του ίδιου άρθρου, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην απόφαση και σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι αυτή α) στερείται επαρκών αιτιολογιών ως προς την ανάλυση ή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή την παράθεση των επιχειρημάτων, και β) περιέχει στη μείζονα πρότασή της εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σχετικά με τις επικαλούμενες σε αυτή τραπεζικές εγκυκλίους.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2014 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... AE", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2129/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου