Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on overtime pay evidence sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous technical company's appeal against the Third Panel Court of Patras regarding unpaid overtime wages. The company argued the appellate court failed to consider specific payment documents submitted by the employees, claiming these documents proved no additional compensation was due for night work and overtime. The court rejected this claim, ruling that the lower court's decision explicitly stated it had considered all evidence and that the appeal's assertion regarding the weight of the documents was inadmissible as it merely challenged the court's evidentiary evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(g) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly confirms such evidence was reviewed and weighed in forming its finding of fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1317 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1317/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργαλή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Τ. του Ν., 2)Ε. Γ. του Κ., κατοίκων ..., 3)Ν. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4)Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., 5)Α. Α. του Β., κατοίκου ..., 6)Φ. Γ. του Χ. κατοίκου ..., και 7)Π. Π. του Π., κατοίκου ..., oι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2014 του Tριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/7/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 10/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.
Περαιτέρω με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύτηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθ. 11770/20-3-1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή της υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25 %), αν η απασχόληση του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρα.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως (ΑΠ 441/2014, ΑΠ 1561/2011). Από 1/4/2000, μετά το Ν. 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 % (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4).
Υπερεργασία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομίσθιου) σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1548/2011, Α.Π. 313/2010, Α.Π. 101/2008).
Κατά το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, που αντικατέστησε το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, «σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)». 2. «Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας». 3 «Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως (νόμιμη υπερωριακή απασχόληση) είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)». 4. «Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία». 5.
«Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατό τοις εκατό (100%)» (ΑΠ 526/2014, ΑΠ 1602/2011). Τα ως άνω ποσοστά προσαύξησης των 25% και 100%, καθορίσθηκαν ,με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 386312010 σε 20% και 80%, αντίστοιχα. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχόλησης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο μόνο της ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 «περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας» μισθωτός, ο οποίος απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις εκ του νόμου καθιερούμενες ως μη εργασίμους ημέρες του έτους, δικαιούται το ημερομίσθιο αυτού, προσαυξημένο κατά 75% (του σχετικού υπολογισμού γενομένου πάντοτε επί των ελαχίστων ορίων των θεσπισμένων υποχρεωτικών μισθών και ημερομισθίων-ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 25825/1951 ΑΠ 2256/2009, ΑΠ 659/2003), ενώ η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3755/1957 «Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κλπ», (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 435/1976) ορίζει, ως προς την προσαύξηση του 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ότι αυτή οφείλεται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας απασχολήσεως τους, δηλαδή ακόμη και αν η απασχόληση είναι παράνομη.
Ενόψει των ανωτέρω, για την παροχή υπερωριακής εργασίας κατά την Κυριακή, η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το ωρομίσθιο της Κυριακής, το οποίο περιέχει την προσαύξηση του 75%. Ως προς την παροχή εργασίας κατά το Σάββατο ως έκτη ημέρα, στην περίπτωση που εφαρμόζεται το σύστημα της 5θήμερης απασχόλησης, αυτή είναι άκυρη, ως αντικείμενη σε διατάξεις δημοσίας τάξεως, ο δε μισθωτός έχει απαίτηση για την εργασία που παρείχε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή ποσό ίσο με το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη σι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο καθίσταται ο εργοδότης πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 66/2007,ΑΠ 1253/2002).
Από τις διατάξεις επίσης της Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946, όπως ερμηνεύτηκε με την [25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ. Ι του ν.δ 3755/1957 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 43 5/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει, για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί.
Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή. Αν όμως ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του νόμιμου μισθού του (ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1221/2005, ΑΠ 393/2005).
Για τον υπολογισμό, πάντως, του ημερομισθίου που οφείλεται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λαμβάνεται υπόψη ο κατώτατος νόμιμος βασικός μισθός (ΟλΑΠ 1180/1985, ΑΠ 904/2004). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 6 της από 26-7-75 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 133/75, 6 παρ. 2 και 7 της 6/79 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν. 1082/80, 2 της Π.Ν.Π.
της 30-12-1980 που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1157/81, 9 παρ. 6 της 1/82 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν. 1346/83, της 25/83 Δ.Α. που κηρύχθηκε υποχρεωτική, και 6 της από 14.2.84 ΕΓΣΣΕ, για τους εργαζόμενους με πενθήμερο, εφόσον αυτοί εξακολουθούν να λαμβάνουν τις αποδοχές των 6 εργασίμων ημερών και να απασχολούνται με το αυτό ωράριο εργασίας, ως ημερομίσθιο θεωρείται, όπως ακριβώς και για τους απασχολούμενους επί 6 ημέρες την εβδομάδα, το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής (εργατοτεχνίτες) ή το 1/25 του μηνιαίου μισθού (υπάλληλοι) (ΑΠ 1166/2014, ΑΠ 1215/2004).
Αυτά ισχύουν και αν ακόμη ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερης, όπου έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερης εργασίας (ΑΠ 1166/2014, ΑΠ 312/2010). Εξάλλου, για την εξεύρεση του ωρομισθίου, καθόσον αφορά εργαζόμενους που αμείβονται με μηνιαίο μισθό, ακολουθείται η μέθοδος που καθορίζει η ΕΓΣΣΕ της 26.2.1975, (6/25 του μηνιαίου μισθού: 40) εάν δε η εβδομαδιαία απασχόληση είναι μικρότερη των 40 ωρών, ο διαιρέτης ορίζεται ίσος προς τον αριθμό των ολιγότερων ωρών εβδομαδιαίας εργασίας.
Αναφορικά με τους εργατοτεχνίτες που αμείβονται με ημερομίσθιο, το ωρομίσθιό τους εξευρίσκεται, με βάση την ίδια ΕΓΣΣΕ με τη μέθοδο πολλαπλασιασμού του ημερομισθίου επί 6 και της διαιρέσεως δια των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας (άρθρ. 5, 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ) (ΑΠ 1166/2014). Εξάλλου με την από 12-4-2006 ΣΣΕ «Για τους όρους Εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών Ανυψωτικών κλπ Μηχανημάτων Εκτέλεσης Τεχνικών Έργων», η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 118 19/28-6-2006 (ΦΕΚ Β 979/25-7-2006) αλλά και με την από την 31/2008 Δ.Α.
για τους "‘ Ορους Αμοιβής και Εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών Ανυψωτικών κλπ Μηχανημάτων Εκτέλεσης Τεχνικών ‘ Εργων", καταβάλλεται σε όλους τους μισθωτούς της παρούσας που εργάζονται μέσα σε στοές (γαλαρίες, μεταξύ των άλλων, και ειδικό επίδομα γαλαρίας (ανεξάρτητο από το επίδομα ειδικών συνθηκών) ποσοστού 10% μέχρι 31-12-2007 και 15% από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2009.
Περαιτέρω με την από 18-7-2008 Σ.Σ.Ε. που αφορά στους όρους αμοιβής και συνθηκών εργασίας των Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων και των Συναφών Κλάδων όλης της Χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25.7.2008 σύμφωνα με την ΥΑ 69018/3228/6-10-.2008 (ΦΕΚ Β’ 2137/15.10.2008), καθορίσθηκαν, 1) ότι τα κατώτατα όρια βασικών ημερομισθίων από 1-1-2008 έως 31-12-2008 για α) τους τεχνίτες σε 59,26 ευρώ, β) για τους βοηθούς τεχνιτών και ειδικευμένους εργάτες σε 52,98 ευρώ και γ) για τους ανειδίκευτους εργάτες σε 50,10 ευρώ και 2) ότι τα παραπάνω κατώτατα ημερομίσθια ισχύουν για εργασία και αμοιβή πέντε (5) ημερών την εβδομάδα.
Εξάλλου με την από 221-6-2007 Σ.Σ.Ε. που αφορά, ομοίως, στους όρους αμοιβής και συνθηκών εργασίας των Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων και των Συναφών Κλάδων όλης της Χώρας, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25.6.2007 σύμφωνα με την ΥΑ 13019/4-12-2007 (ΦΕΚ Β’ 2355/11-12-2007), καθορίσθηκαν, 1) ότι τα κατώτατα όρια βασικών ημερομισθίων από 1-1-2007 έως 31-12-2007 για α) τους τεχνίτες σε 55,13 ευρώ, β) για τους βοηθούς τεχνιτών και ειδικευμένους εργάτες σε 49,28 ευρώ και γ) για τους ανειδίκευτους εργάτες σε 46,60 ευρώ και 2) ότι τα παραπάνω κατώτατα ημερομίσθια ισχύουν για εργασία και αμοιβή πέντε (5) ημερών την εβδομάδα.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1166/2014).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 1166/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα:
«Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο πρώτος εξ αυτών στις 22-10-2007, ο δεύτερος στις 19-2-2008, ο τρίτος στις 11-3-2008, ο τέταρτος στις 10-12-2007, ο πέμπτος στις 18-1-2008, ο έκτος την 1-11-2007 και ο έβδομος την 1-8-2007, προκειμένου να εργασθούν οι τέσσερις πρώτοι ως χειριστές μηχανημάτων έργων, ο πέμπτος ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου και οι έκτος και έβδομος ως τεχνίτες οικοδόμοι στο εργοτάξιο που διατηρεί η εναγομένη στο ...
Αχαΐας για την κατασκευή της νέας σιδηροδρομικής γραμμής του ΟΣΕ. Οι τέσσερις πρώτοι των εναγόντων κατέχουν νόμιμες άδειες Μηχανοδηγών Χειριστών μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων Α και Β τάξης για όλα τα μηχανήματα της ομάδας Γ άνω των 201 ΗΡ και ο πέμπτος είναι κάτοχος άδειας οδήγησης Δ κατηγορίας.
Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων οι ενάγοντες προσέφεραν στην εναγομένη τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τους απασχολούμενοι οι πρώτος δεύτερος τρίτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος εξ αυτών έως 24-10-2008, και ο τέταρτος εξ αυτών έως 7-11-2008 οπότε η εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της κατήγγειλε εγγράφως τις ανωτέρω συμβάσεις εργασίας τους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης την μία εβδομάδα από Δευτέρα- Παρασκευή από 07.00 έως 17.00 πλην της Παρασκευής όπου εργαζόταν από 07.00 έως 15.00 και συνολικά 48 ώρες την εβδομάδα και την επόμενη εβδομάδα από Δευτέρα έως Κυριακή από 17.00 έως 03.00 πλην της Παρασκευής όπου εργαζόταν από 15.00 έως 23.00 και Σάββατο και Κυριακή από 07.00 έως 15.00 και.
συνολικά 48 ώρες χωρίς να συνυπολογίζονται οι ώρες απασχόλησης κατά τα Σάββατα και Κυριακές και χωρίς να χορηγούνται δύο ημέρες ανάπαυσης. Κατά τις ίδιες ημέρες και ώρες με τον πρώτο ενάγοντα απασχολούνταν στην επιχείρηση της εναγομένης και οι λοιποί ενάγοντες (δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος) εκτός του πέμπτου που θα εκτεθεί κατωτέρω που εργαζόταν την μία εβδομάδα Δευτέρα- Παρασκευή από 07.00 έως 17.00 πλην της Παρασκευής όπου εργαζόταν από 07.00 έως 23.00 και συνολικά 56 ώρες την εβδομάδα και την επόμενη εβδομάδα από Δευτέρα έως Κυριακή από 17.00 έως 03.00 πλην της Παρασκευής όπου εργαζόταν από 15.00 έως 23.00 και Σάββατο και Κυριακή από 07.00 έως 15.00 και συνολικά 48 ώρες χωρίς να συνυπολογίζονται οι ώρες απασχόλησης κατά τα Σάββατα και Κυριακές και χωρίς να χορηγούνται δύο ημέρες ανάπαυσης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κάθε ημέρα οι ενάγοντες υπέγραφαν σε ημερήσιο δελτίο απασχόλησης που τηρείτο στο εργοτάξιο εργασίας, ενώ κάθε δεκαπέντε ημέρες υπέγραφαν σε άλλη κατάσταση απασχόλησης που φαίνονταν οι ημέρες και. οι ώρες απασχόλησης κάθε εργαζόμενου, το οποίο τηρείτο στο εργοτάξιο και το συνέτασσε για λογαριασμό της εναγομένης ο εργοταξιάρχης.
Παράλληλα οι ενάγοντες υπέγραφαν μία μηνιαία συνοπτική κατάσταση απασχόλησης εργαζομένου (έντυπο Q 585,3f) τα στοιχεία της οποίας (πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια, βραδινά, ώρες υπερεργασίας, υπερωρίας) αντιστοιχούσαν σε αυτά που αναγράφονταν στο μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας που εκδίδονταν από το λογιστήριο της εταιρείας ενώ δεν αντιστοιχούσαν (υπολείπονταν) με το ημερήσιο δελτίο απασχόλησης και την δεκαπενθήμερη κατάσταση απασχόλησης προσωπικού (έντυπο ...) που τηρείτο στο εργοτάξιο.
Με βάση την τελευταία αυτή κατάσταση η εναγομένη μέσω του εργοταξιάρχη κατέβαλε για κάθε ώρα απασχόλησης πέρα από το συμβατικό ωράριο στον πρώτο ενάγοντα 15 ευρώ, 12 ευρώ στον δεύτερο, 10 ευρώ στον τρίτο και τέταρτο εξ αυτών και 7 ευρώ σε καθένα από τους πέμπτο, έκτο και έβδομο εξ αυτών... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων κατά την πρόσληψή του ήταν κάτοικος ...
έγγαμος με τρία τέκνα και προϋπηρεσία 28 χρόνια, στοιχεία που γνώριζε η εναγομένη η οποία του κατέβαλε μηνιαίο μισθό το ποσό τω 1.935 ευρώ για το διάστημα από 22-10-2007 έως τα τέλη του 2007, ενώ όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 2.068 ευρώ (1.034,30 ευρώ βασικός μισθός αδειούχου χειριστή + 517,15 ευρώ το 10% επίδομα τριετίας + 103,43 ευρώ το κατά 10% επίδομα γάμου + 155,15 ευρώ το επίδομα ειδικών συνθηκών + 103,43 ευρώ το κατά 10% επίδομα γαλαρίας + 155,15 ευρώ το κατά 15% επίδομα τρίτου τέκνου) σύμφωνα με την από 12-4-2006 ΣΣΕ για τους "όρους εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών ανυψωτικών κλπ μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων" η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11819/28-6-2006 (ΦΕΚ Β 979/25-7-2006), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αυτός οδηγούσε βαρέα οχήματα άνω των 201 ίππων ώστε να δικαιούται επίδομα υπευθυνότητας βαρέων οχημάτων;
Το μήνα Οκτώβριο έτους 2007 η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει για μηνιαία μισθό το ποσό των 744,69€ (9 ημέρες εργασίας Χ 82,746 το 1/25 του νόμιμου μισθού του, ο οποίος ήταν 2.068,61 €. Αντί για το ποσό αυτό η εναγόμενη του κατέβαλε για μισθό Οκτωβρίου έτους 2007 το ποσό των 728,06 € και κατά συνέπεια του οφείλει τη διαφορά που ανέρχεται στο ποσό των 16,646 (744,696 - 728,06 €).- Το μήνα Νοέμβριο και Δεκέμβριο έτους 2007 η εναγόμενη όφειλε να του πληρώσει για μηνιαίο μισθό το ποσό των 2.068,61 ευρώ και συνεπώς του οφείλει τη διαφορά που ανέρχεται στο ποσό των 267,22 ευρώ (2.068,61 - 1.935= 133,61 Χ 2 μήνες). 2.
Το διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-7-2008 η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει για μηνιαίο μισθό το ποσό των 2.247,53 (1.096,36 € ο βασικός μισθός + 548,18 € το κατά 10% επίδομα τριετίας + 109,64 € το κατά 10% επίδομα γάμου + 164,45 € το κατά 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 164,45 € το κατά 15% επίδομα τρίτου παιδιού + 164,45 € το κατά 15% επίδομα γαλαρίας), σύμφωνα με την 31/2008 Διαιτητική Απόφαση "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λ.π.
Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων". Αντί για το παραπάνω ποσό η εναγόμενη το παραπάνω διάστημα του πλήρωνε για μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.987,00 €. Για τους ανωτέρω μήνες η εναγομένη του οφείλει για διαφορές αποδοχών το ποσό των 1823,71 ευρώ( 2.247,53-1.987 =260,53 Χ 7 μήνες), 3. Το διάστημα από 1-8-2008 μέχρι 28-10-20Ο8 η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει ομοίως σύμφωνα με την ανωτέρω ΔΑ 31/2008 για μηνιαίο μισθό το ανωτέρω ποσό των 2.247,53 ευρώ.
Αντί για το παραπάνω ποσό η εναγόμενη το παραπάνω διάστημα του κατέβαλε για μηνιαίο μισθό το ποσό τω 2.052,00 ευρώ για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2008 και το ποσό των 1.723,68 ευρώ για το διάστημα από 1-10-2008 έως 24-10-2008 και του οφείλει συνοδικά για διαφορές αποδοχών για το διάστημα από 1-8-2008 έως 30-9-2008 το ποσό των 391,06 ευρώ (2.247,53 - 2.052 =195,53 ευρώ Χ 2 μήνες = 391,06) και για το διάστημα από 1-10-2008 έως 24-10-2008 το ποσό των 164,25 ευρώ (1.887,93 τα 21/25 του νομίμου μισθού - 1.723,68 ευρώ που του κατέβαλε).
Συνολικά και ως διαφορά μισθού η εναγόμενη του οφείλει για το ανωτέρω διάστημα το ποσό των 2.646,24 ευρώ €. Έσφαλε συνεπώς η εκκαλούμενη που επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.889,69 ευρώ και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης ως βάσιμος κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από την πρόσληψη του έως 31-12-2007 απασχολήθηκε για 9 εβδομάδες και η εναγομένη όφειλε να του χορηγήσει 18 ημέρες ανάπαυσης.
Η τελευταία του χορήγησε 12 ημέρες και συνεπώς για έξι ημέρες ανάπαυσης που δεν του χορηγήθηκαν δικαιούται το ποσό των 310,22 ευρώ (6 ημ. Χ 51,70 ευρώ το 1/25 του κατώτατου μισθού του αδειούχου χειριστή χωρίς τα προσωπικά επιδόματα, που ανερχόταν σε 1.292,88 ευρώ, καθόσον κατά την από 12-4-2006 ανωτέρω ΣΣΕ ο βασικός μισθός του ανερχόταν σε 1.034,30 ευρώ + 155,15 το κατά 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 103,43 ευρώ επίδομα γαλαρίας = 1.292,88 ευρώ).
Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 24-10-2008 απασχολήθηκε για 33 πλήρεις εβδομάδες, η εναγομένη όφειλε να του χορηγήσει 66 ημέρες ανάπαυσης (33 εβδομάδες Χ 2ημ.) του χορήγησε 33 ημέρες ανάπαυσης ενώ τον απασχόλησε για 33 ημέρες κατά τις οποίες είχε δικαίωμα να λάβει ημέρα ανάπαυση ς. Για την αιτία αυτή του οφείλει το ποσό των 1.881,34 ευρώ (33 ημ.
Χ 57,01 το 1/25 του κατωτάτου μισθού που ανερχόταν τότε με βάση την 31/2008 ΔΑ χωρίς τα προσωπικά επιδόματα σε 1.425,26 ευρώ, εφόσον ο βασικός μισθός ήταν 1.096,356 + 164,45 το κατά 15% επίδομα ειδικών συνθηκών και 164,45 το κατά 15% επίδομα γαλαρίας). Επομένως για την ανωτέρω αιτία η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 2.191,56 ευρώ συνολικά.
Περαιτέρω η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 31-12-2007 απασχόλησε τον πρώτο ενάγοντα τρεις Κυριακές (11-11-2007, 25-11-2007 και 9-12-2007) χωρίς να του καταβάλει την κατά 75% προσαύξηση και συνεπώς του οφείλει για την αιτία αυτή το ποσό των 186,15 ευρώ (3 ημ. Χ 62,Ο5ευρώ το 75% του 1/25 του νομίμου μισθού που ήταν 82,74 ευρώ, καθόσον ο βασικός μισθός τότε ανερχόταν σε 1.034,30 ευρώ + 517,15 το κατά 10% επίδομα τριετίας + 155,15 το κατά 15% επίδομα τρίτου τέκνου + 103,43 το κατά 105 επίδομα γάμου + 103,43 ευρώ το κατά 10% επίδομα γαλαρίας + 155,15 το κατά 15% επίδομα ειδικών συνθηκών = 2.068,61 ευρώ: 25 = 82,74) ,ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-20118 έως 24-10-2008 τον απασχόλησε 15 Κυριακές χωρίς να του καταβάλει την κατά 75% προσαύξηση και συνεπώς του οφείλει για την αιτία αυτή το ποσό των 1.011,37 ευρώ (15 ημ.
Χ 67,42 το 1/25 νομίμου μισθού το οποίο ήταν 89,90 ευρώ [ 1096,36 βασικός μισθός +548,18 επίδομα τριετίας + 109,64 επίδομα γάμου + 164,45 το κατά 15% επίδομα τρίτου τέκνου +109,64 ευρώ το κατά 10% επίδομα γαλαρίας = 2247,53 : 25 = 89,90]) και συνολικά για την αιτία αυτή η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 1.197,52 ευρώ. Έσφαλε συνεπώς η εκκαλούμενη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 1.259,59 αντί του ποσού των 1197,52 ευρώ και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν.
Όπως προεκτέθηκε ο πρώτος ενάγων εργαζόταν εβδομαδιαίως χωρίς να συνυπολογίζονται τα Σάββατα και οι Κυριακές 48 ώρες. Οι πρώτες 40 ώρες αποτελούν συμβατικό ωράριο, οι επόμενες 5 ώρες υπερεργασία και αμείβεται με το νόμιμο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και οι επόμενες 3 ώρες αποτελούν παράνομη υπερωριακή απασχόληση και αμείβεται με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% αφού γινόταν χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής ‚η δε εναγομένη για κάθε ώρα πέραν του συμβατικού ωραρίου του κατέβαλε το ποσό των 15 ευρώ.
Για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 31-12-2007 κατά το οποίο απασχολήθηκε 9 πλήρεις εβδομάδες και ο νόμιμος μισθός του ανερχόταν σε 2.068,61 ευρώ όπως εκτέθηκε ανωτέρω για το διάστημα αυτό ο πρώτος ενάγων πραγματοποίησε (445 ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης (9 εβδομάδες Χ 5 ώρες υπερεργασίας κάθε εβδομάδα) και συνεπώς εναγομένη όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 697,95 ευρώ [ 45 ώρες Χ 15,51 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο (νόμιμος μισθός 2068,61 : 25 = 82,74 το 1/25 του νόμιμου μισθού Χ 6:40 = 12,41 προσαυξημένο κατά 25% δηλ. 3,10 =15,51)].
Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε 675 ευρώ (45 ώρες Χ 15 ευρώ) και του οφείλει τη διαφορά από 22,95 ευρώ. Για το ανωτέρω διάστημα η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα για παράνομη υπερωριακή απασχόληση το ποσό των 670,14 ευρώ [9 εβδομάδες Χ 3 ώρες ημερησίως παράνομης υπερωριακή απασχόληση = 27 Χ 24,82 το νόμιμο ωρομίσθιο προσαυξημένο ατά 100% (ο νόμιμος μισθός ήταν 2.068,61 το 1/25 αυτού = 82,77 Χ 6 : 40 = 12,41 ευρώ το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% = 24,82 ευρώ).
Έναντι του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 405 ευρώ συνολικά (27 ώρες Χ 15 ευρώ) και συνεπώς του οφείλει την διαφορά από 265,14 ευρώ (670,14 - 405). Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 24-10-2008 απασχολήθήκε συνολικά 33 πλήρεις εβδομάδες και πραγματοποίησε 165 ώρες υπερεργασίας (33 εβδομάδες Χ 5 ώρες την εβδομάδα) και η εναγομένη όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 2.780,25 ευρώ [165 ώρες Χ 16,85 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο που ήταν 13,48 ευρώ (νόμιμος μισθός 2.247,53 : 25 = 89,90 Χ 6 : 40 = 13,48) προσαυξημένο κατά 25% δηλ. +3,37 ευρώ = 16,85].
Αντί για το ποσό αυτό του κατέβαλε το ποσό των 2.475 ευρώ (165 ώρες Χ 15 ευρώ) και του οφείλει την διαφορά από 305,25 ευρώ και για παράνομη υπερωριακή απασχόληση κατά το ανωτέρω διάστημα του όφειλε το ποσό των 2.669,04 ευρώ (33 εβδομάδες Χ 3 ώρες ημερησίως = 99 ώρες Χ 26,96 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο που ήταν όπως εκτέθηκε ανωτέρω 13,48 προσαυξημένο κατά 100%).
Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 1.485 ευρώ (99 ώρες Χ 15 ευρώ) και του οφείλει την διαφορά από 1.184,04 ευρώ. Επομένως για αμοιβή για υπερεργασία του οφείλει το ποσό των 328,20 ευρώ και για παράνομη υπερωριακή απασχόληση το ποσό των 1.449,18 ευρώ συνολικά. Ο ενάγων όπως προεκτέθηκε κάθε δεύτερη εβδομάδα απασχολείτο από Δευτέρα έως Κυριακή από 17.00 έως 03.00 πλην της Παρασκευής όπου εργαζόταν από 15.00 έως 23.00 και Σάββατο και Κυριακή από 07.00 έως 15.00 και ειδικότερα κατά την διάρκεια της νύκτας (22.00 - 06.00) εργαζόταν 5 ώρες κάθε ημέρα από την Δευτέρα έως και την Πέμπτη και 1 ώρα κατά την Παρασκευή και συνολικά την εβδομάδα 21 ώρες χωρίς να του καταβάλει την κατά 25% προσαύξηση.
Επομένως για το χρονικό διάστημα από 22-10-2007 έως 31-12-2007 πραγματοποίησε για 5 εβδομάδες 105 ώρες νυκτερινής απασχόλησης (21 ώρες την εβδομάδα Χ 5 εβδομάδες) και για την απασχόληση του αυτή η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 325,50 ευρώ [105 ώρες Χ 3,10 ευρώ που είναι το 25% του νόμιμου ωρομίσθιου που ήταν 12,41 ευρώ (82,74 ευρώ το 1/25 του νόμιμου μισθού που ήταν το διάστημα αυτό 2.068,61 ευρώ Χ 6 : 40).
Κατά το διάστημα από 1-1-2008 έως 24-10-2008 κατά το οποίο απασχολήθηκε για 16 εβδομάδες 21 ώρες κατά την διάρκεια της νύκτας κάθε εβδομάδα του οφείλει το ποσό των 1.132,32 ευρώ [(16 εβδομάδες Χ 21 ώρες την εβδομάδα = 336 ώρες Χ 3.37 ευρώ το 25% του νόμιμου ωρομισθίου το οποίο ήταν τότε 13,48 ευρώ (89,90 ευρώ το 1/25 του νόμιμου μισθού που ανερχόταν σε 2247,53 Χ 6 : 40)] συνολικά για την απασχόλησή του κατά την διάρκεια της νύκτας του οφείλει το ποσό των 1.457,82 ευρώ...
Τέλος η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 5.880,90 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και τούτο διότι κατά το χρόνο της απόλυσής του την 24-10-2008 είχε συμπληρώσει περισσότερο από ένα έτος στην εναγομένη. Επομένως η τελευταία όφειλε να του καταβάλει τις τακτικές αποδοχές δύο μηνών και το 1/6 του ποσού αυτού που ανερχόταν σε 5.880,90 ευρώ (ήτοι 2.247,53 ευρώ ο τελευταίος μισθός του + 275 ευρώ επίδομα ενοικίου =2.522,53 ευρώ Χ 2 =5.045,06 +840,84 ευρώ το 1/6 του ποσού αυτού = 5.880,90).
Έναντι αυτού του κατέβαλε το ποσό των 4.788 ευρώ και συνεπώς του οφείλει την διαφορά από 1.092,90 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω η εναγομένη οφείλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 10.363,42 ευρώ συνολικά (2.646,24 + 2.191,56 + 1.197,52 + 328,20 + 1.449,18 + 1.457,82 + 1092,9). Περαιτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για μεγαλύτερο ποσό και συγκεκριμένα για το ποσό των 10.662,87 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο ως προς τον υπολογισμό του ύψους της αμοιβής για τις διαφορές αποδοχών, την υπερωριακή απασχόληση της ενάγουσας την προσαύξηση κατά την εργασία της Κυριακής...
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτές οι ανωτέρω εφέσεις τόσο του πρώτου ενάγοντος - εκκαλούντος όσο και της εναγομένης εκκαλούσας ως κατ’ ουσίαν βάσιμες και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα στο σύνολο της, όμως, και ως προς το μη ανατρεπόμενο μέρος της καταψηφιστικής διάταξης, για την ενότητα της εκτέλεσης , και αφού κρατηθεί η αγωγή και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, να γίνει αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.646,24 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσης και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 7.717,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της απόλυσης για τα ποσά που αφορούν την προσαύξηση για την νυκτερινή εργασία, την αμοιβή για ιδιόρρυθμη υπερωρία, αποζημίωση απόλυσης και τα λοιπά από την επίδοση της αγωγής ως εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας.
Περαιτέρω από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων εργάστηκε στην επιχείρηση της εναγόμενης από 19-2-2008 έως 24-10-2008, ήταν έγγαμος κάτοικος ... με δύο ανήλικα τέκνα και προϋπηρεσία 28 έτη την οποία γνώριζε η εναγομένη. Ο δεύτερος ενάγων εργαζόταν τις ίδιες ημέρες και ώρες που εκτέθηκαν ανωτέρω για τον πρώτο ενάγοντα.
Η εναγόμενη το διάστημα από 19-2-2008 μέχρι και 31-7-2008 του κατέβαλε για μηναίο μισθό το ποσό των 1.940,00 € και το διάστημα από 1-8-2008 μέχρι και την απόλυσή του την 24-10-2008 το ποσό των 2.051,00 €. Και για κάθε ώρα απασχόλησης του πέρα από το συμβατικό ωράριο του πλήρωνε 12,00 €. Από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης ο δεύτερος ενάγων δικαιούται:
Α. Για διαφορές μισθού, 1) Το διάστημα από 19-2-2008 μέχρι 31-7-2008 η εναγόμενη όφειλε να του καταβάλει για μηνιαίο μισθό το ποσό των 2.083,08 € (1.096,36 € ο βασικός μισθός + 548,18€ το κατά 10% επίδομα τριετίας + 109,64 € το κατά 10% επίδομα γάμου + 164,45 € το κατά 15% επίδομα ειδικών συνθηκών +164,45 € το κατά 15% επίδομα γαλαρίας), σύμφωνα με την 31/2008 Διαιτητική Απόφαση "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λ.π.
Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων". Αντί για το παραπάνω ποσό η εναγόμενη το παραπάνω διάστημα του κατέβαλε για μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.940,00 €. Για το μήνα Φεβρουάριο όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 833,23 ευρώ (τα 10/25 του ανωτέρω ποσού των 2083,08). Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 776 ευρώ και του οφείλει την διαφορά από 57,23 ευρώ.
Από το Μάρτιο έως και Ιούλιο του 2008 όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 2.083,08 μηνιαίως. Του κατέβαλε 1.940 ευρώ και του οφείλει την διαφορά από 143,08 μηνιαίως και για το ανωτέρω διάστημα συνολικά 715,40 ευρώ (143,08 ευρώ Χ 5μήνες). Για το χρονικό διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008, όφειλε επίσης να του καταβάλει το ποσό των 2083,08 ευρώ μηνιαίως, του κατέβαλε το ποσό των 2.051 ευρώ και του οφείλει τη διαφορά από 32,08 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο (2.083,08 -2.051) και συνολικά 64,16 ευρώ (32,08 Χ 2) και για το μήνα Οκτώβριο 2008 το ποσό των 26,74 ευρώ (1749,78 ευρώ, τα 21/25 του μισθού - 1.722,84 ευρώ που του καταβλήθηκαν) και συνολικά για διαφορές αποδοχών ο δεύτερος ενάγων δικαιούται το ποσό των 863,73 ευρώ.
Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάσημα που απασχολήθηκε στην εναγομένη την μία εβδομάδα του χορηγούσε δύο ημέρες ανάπαυσης ενώ την επομένη εβδομάδα τον απασχολούσε συνεχώς χωρίς να του χορηγεί ήμερα ανάπαυσης. Κατά το ανωτέρω διάστημα απασχολήθηκε 31 πλήρεις εβδομάδες και η εναγομένη του χορήγησε 30 ημέρες ανάπαυσης ενώ δικαιούτο 62 ημέρες (31 εβδομάδες χ 2ημ).
Συνεπώς δικαιούται για 32 ημέρες ανάπαυσης το ποσό των 1.824,32 ευρώ [32 ημ. Χ 57,01 ευρώ που είναι το 1/25 του κατώτατου μισθού χειριστή χωρίς τα προσωπικά επιδόματα ο οποίος ήταν (1.096,35 + 164,45 το κατά 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 164,45 επίδομα γαλαρίας = 1.425,26 ευρώ Χ 1/25 = 57,01 ευρώ)] ποσό που η εναγομένη θα κατέβαλε σε κάθε άλλο εργαζόμενο για τις ημέρες κατά τις οποίες όφειλε να δώσει.
ως ημέρες ανάπαυσης στον ενάγοντα. Για το χρονικό διάσημα από 19-2-2008 έως 24-10-2008 τον απασχόλησε για 16 Κυριακές χωρίς να του καταβάλει την κατά 75% προσαύξηση και του οφείλει το ποσό των 999,87 ευρώ (16 Κυριακές Χ 62,49 ευρώ το 75% του 1/25 του νομίμου μισθού που ήταν 83,32 ευρώ (2.083,08 ευρώ : 25). Ομοίως ο δεύτερος ενάγων απασχολείτο κατά τις ίδιες ώρες και ημέρες όπως και ο πρώτος ενάγων που εκτέθηκε ανωτέρω για 48 ώρες την κάθε εβδομάδα και δικαιούται .γι αμοιβή για υπερεργασία για το ανωτέρω διάστημα για 31 εβδομάδες Χ 5 ώρες υπερεργασία = 155 ώρες Χ 15,61 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο το οποίο ήταν 12,49 ευρώ προσαυξημένο κατά 25%, 3,12 ευρώ, το ποσό των 2.419,55 ευρώ (1.096,36 βασικός μισθός + 548,18 ευρώ επίδομα τριετίας + 109,64 ευρώ επίδομα γάμου + 164,45 ευρώ επίδομα ειδικών συνθηκών + 164,45 ευρώ επίδομα γαλαρίας = 2.08308 : 25 = 83,32 Χ 6 : 40 = 12,49 ευρώ συν 3,12 προσαύξηση 25% =15,61 ευρώ Χ 155 ώρες].
Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 1.860 ευρώ (155 ώρες Χ 12 ευρώ) και συνεπώς δικαιούται τη διαφορά των 559,55 ευρώ (2.419,55 - 1860). Για παράνομη υπερωριακή απασχόληση δικαιούται το ποσό των 2.311,98 ευρώ (31 εβδομάδες Χ 3 ώρες = 93 ώρες Χ 12,43 το νόμιμο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% = 24,86 ευρώ]. Αντί του ποσού αυτού του καταβλήθηκε το ποσό των 1.116 ευρώ (93 Χ 12 ευρώ) και δικαιούται τη διαφορά των 1195,98 ευρώ.
Για την απασχόλησή του κατά την διάρκεια της νύκτας δικαιούται το ποσό των 1.048,32 ευρώ ,καθόσον κάθε δεύτερη εβδομάδα τον απασχολούσε 21 ώρες νυκτερινή εργασία χωρίς να του καταβάλει την κατά 25% προσαύξηση και κατά το ανωτέρω διάστημα από 19-2-2008 έως 24-10-2008 τον απασχόλησε 336 ώρες (16 εβδομάδες Χ 21 ώρες) Χ 3,12 ευρώ το 25% του νομίμου ωρομισθίου του που ήταν κατά τα προεκτεθέντα 12,49 ευρώ (83,32 ευρώ το 1/25 του νομίμου μισθού που ήταν 2.083,08 ευρώ Χ 6 : 40).
Τέλος για αποζημίωση απόλυσης όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 2.751,09 ευρώ (2.083,08 ευρώ ο τελευταίος. μισθός + 275 ευρώ επίδομα ενοικίου = 2.358,08 + 393,01 το 1/6 του ποσού αυτού = 2.751,09 ευρώ). Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 2.714 ευρώ και του οφείλει την διαφορά των 37,09 ευρώ και συνολικά του οφείλει το ποσό των 6.528,83 ευρώ.
Περαιτέρω όσον αφορά τον τρίτο ενάγοντα εργάστηκε στην εναγομένη από 11-3-2008 έως 24-10-2008 , κατά τις ίδιες ημέρες και ώρες όπως οι πρώτος και δεύτερος των εναγόντων και εκτέθηκαν ανωτέρω. Κατά την πρόσληψή του ήταν κάτοικος Γ. Μ. έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα. Το διάστημα που εργάστηκε η εναγομένη όφειλε να του χορηγήσει 56.ήμερες ανάπαυσης (28 εβδομάδες πλήρους απασχόλησης Χ 2) του χορήγησε 28 ημέρες ανάπαυση ς και για τις υπόλοιπες 28 ήμερες του οφείλει το ποσό των 1.596,29 ευρώ (28 ημέρες Χ 57,01 το 1/25 του κατώτατου μισθού του αδειούχου χειριστή που ανερχόταν σε 1.425,26 ευρώ σύμφωνα με την 31/2008 ανωτέρω ΔΑ., ποσό που η εναγομένη θα κατέβαλε σε κάθε άλλο εργαζόμενο για τις ημέρες κατά τις οποίες όφειλε να δώσει ημέρες ανάπαυσης στον ενάγοντα .
Επίσης κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα τον απασχόλησε για 14 Κυριακές χωρίς να του καταβάλει την κατά 75% προσαύξηση και του οφείλει το ποσό των 598,60 ευρώ [ 14 Κυριακές Χ 42,75 ευρώ που ήταν το 75% του μισθού του το οποίο ανερχόταν σε 57,01 ευρώ (1.425,26 :25)]. Επίσης κατά το ανωτέρω διάστημα απασχολήθηκε 28 πλήρεις εβδομάδες και ο νόμιμος μισθός του ανερχόταν σε 1.425,26 ευρώ (1.096,36 βασικός + 164,45 το κατά 15% επίδομα ειδικών συνθηκών + 164,45 ευρώ το κατά 15% επίδομα γαλαρίας, πραγματοποίησε 5 ώρες εβδομαδιαίως υπερεργασία και συνολικά για το ανωτέρω διάστημά 140 ώρες υπερεργασία και δικαιούται το ποσό των 1.495,25 € [140 ώρες Χ 10,68 ευρώ που είναι το ωρομίσθιο (8,55ευρώ (1.425,26 : 25 =57,01 Χ 6 : 40) προσαυξημένο κατά 25% δηλαδή κατά 2,13 ευρώ].
Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 1.400 ευρώ και συνεπώς του οφείλει την διαφορά από 95,25 € (1.495,25 - 1400). Περαιτέρω για παράνομη υπερωριακή απασχόληση για 3 ώρες εβδομαδιαίως όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 1.436,40 ευρώ (28 εβδομάδες Χ 3 ώρες =84 ώρες Χ 8,55 ευρώ ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%, δηλαδή Χ 17,1).
Του κατέβαλε το ποσό των 840 ευρώ και του οφείλει την διαφορά από 596,40 ευρώ (1.436,40 -840) θα επιδικαστεί όμως το ποσό των 569,40 ευρώ καθόσον δεν υπάρχει λόγος έφεσης από τον τρίτο ενάγοντα για το κονδύλιο αυτό. Για την απασχόλησή του κατά την διάρκεια της νύκτας η εναγομένη δεν του κατέβαλε την προσαύξηση κατά 25% και του οφείλει το ποσό των 626,22 ευρώ (21 ώρες κάθε εβδομάδα Χ 14 εβδομάδες = 294 ώρες Χ 2,13 ευρώ προσαύξηση 25% του ωρομισθίου του που ανερχόταν σε 8,55 ευρώ = 626,22).
Κατόπιν των ανωτέρω η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει το ποσό των 3485,75 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα συνολικά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε το ποσό των 3.515,96 ευρώ συνολικά έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγόμενης - εκκαλούσας...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος ενάγων εργάστηκε στην εναγομένη από 10-12-2007 έως 7-11-2008‚ κατά την πρόσληψή του ήταν κάτοικος ... έγγαμος με προϋπηρεσία 17 ετών που γνώριζε η εναγομένη. Ο τέταρτος των εναγόντων έπρεπε να λάβει από 22-10-2007 έως 31-12-2007 ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.913,46 ευρώ (1.034,30 βασικός μισθός + 517,15 το επίδομα τριετίας + 103,43 ευρώ το επίδομα γάμου +155,15 ευρώ το επίδομα ειδικών συνθηκών και 103,43 ευρώ το κατά 10% επίδομα γαλαρίας) σύμφωνα με την από 12-4-2006 ΣΣΕ για όρους εργασίας των χειριστών...
Για το ανωτέρω διάστημα όπως συνομολογείται η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 1935 ευρώ και επομένως δεν οφείλει τη διαφορά εφόσον ο καταβαλλόμενος μισθός του υπερέβαινε το νόμιμο. Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 3Ι-7-2008 η εναγομένη όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 2 083,08 ευρώ (1 096,36 ευρώ βασικός μισθός + 548,18 επίδομα τριετίας +109,64 ευρώ επίδομα γάμου + 164,45 ευρώ επίδομα ειδικών συνθηκών + 164,45 ευρώ επίδομα γαλαρίας) σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερθείσα 31/2008 ΔΑ.
Αντί αυτού η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 1935 ευρώ μηνιαίως και του οφείλει κάθε μήνα την διαφορά των 148,08 ευρώ και για το ανωτέρω διάστημα των 7 μηνών το ποσό των 1036,56 ευρώ (148,08 ευρώ Χ 7). Για το διάστημα από 1-8-2008 έως 31-10-2008 η εναγομένη όφειλε να του καταβάλει ομοίως 2.083,08 ευρώ μηνιαίως αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 2.051 ευρώ και του οφείλει την διαφορά από 32,08 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 32,08 ευρώ Χ 3 μήνες = 96,24 ευρώ για τους μήνες Αύγουστο , Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και για τις 7 ήμερες του Νοεμβρίου το ποσό των 8,98 ευρώ (583,26 τα 7/25 του μηνιαίου μισθού των 2.083,08 - 574,28 ευρώ που του κατέβαλε) και συνολικά για την ανωτέρω αιτία 1.141,78 ευρώ.
Έσφαλε η εκκαλούμενη επομένως που επιδίκασε στον τέταρτο ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 1.164,88 ευρώ και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας ως βάσιμος και κατ ουσίαν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 10-12-2007 έως 31-12-2007 απασχολήθηκε για δύο εβδομάδες πλήρους απασχόλησης χωρίς να του χορηγηθεί 2 ημέρες ανάπαυσης για την αιτία αυτή, η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 103,43 ευρώ [51,71 ευρώ το 1/25 του κατωτάτου μισθού του αδειούχου χειριστή χωρίς προσωπικά επιδόματα ο οποίος ήταν 1.292,88 ευρώ (1.034,30 ευρώ + 155,15 ευρώ επίδομα ειδικών συνθηκών + 103,43 επίδομα γαλαρίας)].
Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 7-11-2008 απασχολήθηκε 40 εβδομάδες κατά τις οποίες η εναγομένη όφειλε να του χορηγήσει 80 ημέρες ανάπαυσης, του χορήγησε 40 ημέρες. Επομένως για την αιτία αυτή του οφείλει το ποσό των 2.280,40 ευρώ (40 ημέρες Χ 57,01 ευρώ το 1/25 του μισθού χωρίς προσωπικά επιδόματα που ανερχόταν σε 1.425,26 ευρώ) και συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 2.383,83 ευρώ (2.280,40 + 103,43).
Για το χρονικό διάστημα από 10-12-2ΟΟ7 η εναγομένη τον απασχόλησε για δύο Κυριακές) χωρίς να του καταβάλει την κατά 75% προσαύξηση και συνεπώς του οφείλει το ποσό των 77,56 ευρώ (2 Κυριακές Χ 38,78 ευρώ το 75% του 1/25 του συμφωνημένου μισθού του που ήταν 51,71 ευρώ). Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 7-11-2008 η εναγομένη απασχόλησε τον τέταρτο ενάγοντα 20 Κυριακές χωρίς να του καταβάλει την κατά 75% προσαύξηση και συνεπώς του οφείλει το ποσό των 855,15 ευρώ [20 Κυριακές Χ 42,75 ευρώ το 75% του 1/25 του συμφωνημένου μισθού του που ήταν 57,01 ευρώ (1.425,26 : 25) και συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 932,71 ευρώ.
Αποδείχθηκε επίσης ότι ο τέταρτος των πραγματοποιούσε 5 ώρες εβδομαδιαίως υπερεργασία και κατά το χρονικό διάστημα από 10-12-2007 έως 3 1-12- 2007 απασχολήθηκε 2 εβδομάδες πραγματοποιώντας 10 ώρες υπερεργασία (2 εβδομάδες Χ 5 ώρες) και δικαιούται το ποσό 143,50 ευρώ [ 10 ώρες Χ 14,35 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο ήταν 11,48 ευρώ (76,53 ευρώ το 1/25 του νομίμου μισθού ο οποίος ήταν 1913,46 Χ 6: 40) προσαυξημένο κατά 25% = 14,35)].
Αντί του ποσού αυτού η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 100 ε και του οφείλει την διαφορά από 43,50 ευρώ. Για το ίδιο διάστημα για 6 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησής του όφειλε να του καταβάλει το ποσό των 137,76 ευρώ [ 6 ώρες Χ 22,96 ευρώ το νόμιμο ωρομίσθιο που ήταν 11,48 ευρώ προσαυξημένο κατά 100%) του κατέβαλε το ποσό των 85 ευρώ και του οφείλει την διαφορά των 52,76 ευρώ.
Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 7-11-2008 απασχολήθηκε 40 πλήρεις εβδομάδες και ο νόμιμος μισθός του ανερχόταν σε 2083,08 ευρώ, ο τέταρτος ενάγων πραγματοποίησε 5 ώρες υπερεργασία την εβδομάδα και για 40 εβδομάδες 200 ώρες και δικαιούται το ποσό των 3.122 ευρώ [ 200 ώρες Χ 15,61 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο ήταν 12,49 ευρώ (83,32 το 1/25 του μισθού Χ 6 : 40) προσαυξημένο κατά 25% (3,12)].
Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 2.000 ευρώ (200 Χ 10) και του οφείλει την διαφορά από 1122 ευρώ. Επίσης για παράνομη υπερωριακή απασχόληση για το ανωτέρω διάστημα 120 ωρών (3 ώρες Χ 40 εβδομάδες) δικαιούται το ποσό των 2.997,6 ευρώ (120 ώρες Χ 24,98 το νόμιμο ωρομίσθιο των 12,49 ευρώ προσαυξημένο κατά 100%). Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 1200 ευρώ (120 Χ 10) και συνεπώς δικαιούται την διαφορά από 1.797,60 ευρώ (2.997,6 - 1200).
Το διάστημα από 10-12-2007 έως 31-12-2007 κατά το οποίο απασχολήθηκε 2 πλήρεις εβδομάδες κα ο νόμιμος μισθός του ήταν 1.913,46 ευρώ εργάστηκε 21 ώρες κατά την διάρκεια της νύχτας και δικαιούται την προσαύξηση κατά 25% του νομίμου ωρομισθίου και συνεπώς δικαιούται το ποσό των 60,27 ευρώ (21 ώρες Χ 2,87 ευρώ το 25% του νομίμου ωρομισθίου που ήταν 11,48 ευρώ (76,54 το 1/25 του νομίμου μισθού ο οποίος ήταν 1.913,46 Χ 6 : 40).
Για το διάστημα από 1-1-2008 έως 7-11-2008 κατά το οποίο απασχολήθηκε 20 πλήρεις εβδομάδες πραγματοποίησε 21 ώρες νυκτερινή εργασία κάθε εβδομάδα και συνολικά 420 ώρες και δικαιούται το ποσό των 1.310,40 ευρώ [ 420 ώρες Χ 3,12 ευρώ το 25% του νόμιμου ωρομισθίου του που ήταν 12,49 ευρώ) και συνολικά για νυκτερινή απασχόληση του οφείλει το ποσό των 1.370,67 ευρώ.
Τέλος η εναγομένη όφειλε να του καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 2.751,08 διότι κατά τον χρόνο της απόλυσής του είχε συμπληρώσει τους δύο μήνες εργασία και λιγότερο από ένα έτος και συγκεκριμένα όφειλε να του καταβάλει τις αποδοχές ενός μηνός και το 1/6 του ποσού αυτού, ήτοι 2.083,08 ο τελευταίος μισθός + 275 επίδομα ενοικίου = 2.358,08 + 393,01 το 1/6 του ποσού αυτού = 2.750,09 ευρώ.
Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 2.714 ευρώ και δικαιούται την διαφορά των 37,09 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω ο τέταρτος ενάγων δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 8.959,50 ευρώ συνολικά (1.141,78 + 2.383)83 + 77,56 + 932,71 + 43,50 + 1.122 + 52,76 + 1.797,60 + 60,27 + 1.310,40 +37,09). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 10.114,84 ευρώ συνολικά έσφαλε ως προς ν εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγόμενης - εκκαλούσας...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πέμπτος εκ των εναγόντων ο οποίος ήταν άγαμος με προϋπηρεσία 12 χρόνια, απασχολήθηκε στην εναγομένη ως οδηγός κατά το διάστημα από 18-1-2008 έως 24-10-2008 και ειδικότερα εργαζόταν την μία εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή από 07.00 έως 17.00 πλην της Παρασκευής που εργαζόταν από 07.00 έως 23 και συνολικά 56 ώρες την εβδομάδα και την επόμενη εβδομάδα από Δευτέρα έως Κυριακή από 17.00 έως 03.00 πλην της Παρασκευής όπου εργαζόταν από 15.00 έως 23.00 και Σάββατο και Κυριακή από 07.00 έως 15.00 χωρίς να χορηγούνται σε αυτόν δύο ημέρες ανάπαυσης.
Κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-2008 έως 24-10-2008 απασχολήθηκε για 38 εβδομάδες πλήρους απασχόλησης χωρίς να χορηγούνται σε αυτόν δύο ημέρες ανάπαυσης. Αυτός εδικαιούτο 76 ημέρες ανάπαυσης, η εναγομένη του χορήγησε 38 ημέρες και τον απασχόλησε για τις λοιπές 38 ημέρες κατά τις οποίες είχε δικαίωμα ανάπαυσης. Για την αιτία αυτή του οφείλει το ποσό των 1.985 ευρώ [38 ημέρες Χ 52,24 ευρώ το 1/25 του κατώτατου μισθού χωρίς τα προσωπικά επιδόματα) ο οποίος ήταν 1.306 ευρώ] ποσό το οποίο θα πλήρωνε η εναγομένη σε κάθε άλλο εργαζόμενο που θα απασχολούσε στην ίδια εργασία κατά τις ημέρες αυτές.
Για το ανωτέρω χρονικό διάστημα η εναγομένη απασχόλησε τον πέμπτο ενάγοντα 19 Κυριακές χωρίς να του καταβάλει την κατά 75% προσαύξηση και του οφείλει από την αιτία αυτή το ποσό των 744,42 ευρώ [19 Κυριακές Χ 39,18 ευρώ το 75% του 1/25 του μισθού το οποίο ήταν 52,24 ευρώ (μισθός 1.306 : 25]. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο 5ος των εναγόντων απασχολούνταν πέραν του συμβατικού ωραρίου την πρώτη εβδομάδα 56 ώρες και την δεύτερη 48 ώρες και η εναγομένη για κάθε ώρα πέραν από το συμβατικό ωράριο του κατέβαλε 7 ευρώ και το ανωτέρω διάστημα εργάστηκε 19 εβδομάδες με 56 ώρες και 19 εβδομάδες 48 ώρες .
Για υπερεργασιακή του απασχόληση η εναγομένη όφειλε να του καταβάλει για 19 Χ 5 ώρες την εβδομάδα και συνολικά για 95 ώρες το ποσό των 929,10 ευρώ [ 95 ώρες Χ 9,78 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο ήταν 7,83 ευρώ (52,24 ευρώ το 1/25 του νόμιμου μισθού που ήταν 1.306 ευρώ Χ 6 : 40) προσαυξημένου κατά 25% (1,95)]. Αντί του ποσού αυτού η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 665 ευρώ ( 95 Χ 7)- και του οφείλει την διαφορά από 264,10 ευρώ.
Για παράνομη υπερωριακή απασχόληση του οφείλει το ποσό των 3.272,94 ευρώ [ 19 εβδομάδες Χ 11 ώρες = 209 ώρες Χ 15,66 ευρώ , το νόμιμο ωρομίσθιο ήταν 7,83 ευρώ (52,24 ευρώ το 1/25 του μισθού που ήταν 1.306 ευρώ Χ 6 : 40) προσαυξημένο κατά 100%]. Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 1.463 ευρώ (7 ευρώ Χ 209 ώρες) και του οφείλει την διαφορά από 1.809,94 ευρώ.
Περαιτέρω για τις λοιπές 19 εβδομάδες ο ενάγων δικαιούται για υπερεργασία και συγκεκριμένα για 19 εβδομάδες Χ 5 ώρες την εβδομάδα για 95 ώρες το ποσό των 929,10 ευρώ [ 95 ώρες Χ 9,78 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο ήταν 7,83 ευρώ (52,24 ευρώ το 1/25 του νόμιμου μισθού που ήταν 1.306 ευρώ Χ 6 : 40) προσαυξημένου κατά 25% (1,95)]. Αντί του ποσού αυτού η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 665 ευρώ (95 Χ 7) και του οφείλει την διαφορά από 264,10 ευρώ.
Για παράνομη υπερωριακή απασχόληση για το ίδιο διάστημα των 19 εβδομάδων κατά το οποίο απασχολήθηκε για 3 ώρες εβδομαδιαίως δικαιούται το ποσό των 892,62 ευρώ [ 19 εβδομάδες Χ 3 ώρες =57 ώρες Χ 15,66 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο ήταν 7,83 ευρώ (52,24 ευρώ το 1/25 του μισθού Χ 6 : 40) προσαυξημένο κατά 100%]. Έναντι του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 399 ευρώ (57 Χ 7 ευρώ) και.
του οφείλει την διαφορά από 493,62 ευρώ και συνολικά για υπερεργασία και παράνομη υπερωρία το ποσό των 2.831,76 ευρώ. Για την απασχόλησή του κατά την διάρκεια της νύκτας επιδικάστηκε στον ενάγοντα αυτόν το ποσό των 37,05 ευρώ για το οποίο δεν υπάρχει λόγος έφεσης.
Συνεπώς για την ανωτέρω αιτία δικαιούται το ποσό των 5.598,35 ευρώ Έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που του επιδίκασε το ποσό των 5.600,05 ευρώ. ...Πρέπει να γίνουν δεκτοί σι σχετικοί λόγοι έφεσης του πέμπτου ενάγοντος ήδη εκκαλούντος καθώς και της εναγομένης ως βάσιμοι και κατ’ ουσίαν....Περαιτέρω ο 6ος των εναγόντων εργάστηκε από 1-11-2007 έως 31-7-2008 στο εργοτάξιο της εναγομένης ως τεχνίτης οικοδόμος.
Ήταν κάτοικος ..., έγγαμος με 7 τέκνα και προϋπηρεσία 21 χρόνια, στοιχεία που γνώριζε η εναγομένη. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα εργαζόταν τις ίδιες ημέρες και ώρες που εργαζόταν οι πρώτος, δεύτερος τρίτος, τέταρτος των εναγόντων. Το διάστημα της απασχόλησής του στην εναγομένη απασχολήθηκε για 34 πλήρεις εβδομάδες και η εναγομένη όφειλε να του χορηγήσει 68 ημέρες ανάπαυσης του χορήγησε 34 ημέρες ανάπαυσης και τις υπόλοιπες εργάστηκε και συνεπώς η εναγόμενη του οφείλει το ποσό των 2.635 ευρώ (34 ημ.
Χ 77,50 ευρώ το συμφωνημένο και καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) ποσό που η εναγομένη θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο, ο οποίος θα εργαζόταν τις ανωτέρω ημέρες που όφειλε να δώσει ημέρες ανάπαυσης στον ενάγοντα. Για το χρονικό διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008 απασχολήθηκε 10 εβδομάδες δικαιούτο 20 ημέρες ανάπαυσης, του χορηγήθηκαν 10 ημέρες και συνεπώς δικαιούται για δέκα ημέρες ανάπαυσης το ποσό των 829,60 ευρώ (10 ήμερες Χ 82,96 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο).
Για το χρονικό διάστημα από 1-11-2007 έως 31-7-2008 η εναγομένη απασχόλησε τον έκτο ενάγόντα 17 Κυριακές χωρίς να του καταβάλει την κατά 75 % προσαύξηση και συνεπώς δικαιούται το ποσό των 988,04 ευρώ (17 Κυριακές Χ 58,12 ευρώ το 75% του 1/25 του συμφωνημένου και καταβαλλομένου ημερομίσθιου των 77,50 ευρώ και για το διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008 για 5 Κυριακές δικαιούται το ποσό των 311,10 ευρώ για την ίδια αιτία (5 Κυριακές Χ 62,22 το 25% του 1/25 του καταβαλλομένου ημερομισθίου του που ήταν τότε 82,96 ευρώ).
Επίσης πραγματοποιούσε κάθε εβδομάδα 5 ώρες υπερεργασία και 3 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση για τις οποίες του κατέβαλε η εναγομένη 7 ευρώ την ώρα Για το διάστημα από 1-11-2007 έως 31-7-2008 απασχολήθηκε 34 πλήρεις εβδομάδες και πραγματοποίησε 170 ώρες υπερεργασία (34 εβδομάδες Χ 5 ώρες κάθε εβδομάδα) και δικαιούται το ποσό των 2.470,10 ευρώ [(170 ώρες Χ 14,53 ευρώ‚ το συμφωνημένο ωρομίσθιο ήταν 11,63 ευρώ (77,50 Χ 6 : 40), προσαυξημένο κατά 25% (2,90)].
Αντί του ποσού αυτού η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 1.190 ευρώ και συνεπώς του οφείλει την διαφορά από 1.280,10 ευρώ . Περαιτέρω για παράνομη υπερωριακή απασχόληση η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 2.372,52 ευρώ (34 εβδομάδες Χ 3 ώρες =102 ώρες Χ 23,26 ευρώ το ωρομίσθιό του των 11,63 ευρώ προσαυξημένο κατά 100%). Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 714 ευρώ και του οφείλει την διαφορά από 1.658,52 ευρώ.
Το διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008 απασχολήθηκε 10 πλήρεις εβδομάδες και το συμφωνημένο και καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ήταν 82,96 ευρώ. Πραγματοποίησε 50 ώρες υπερεργασία και δικαιούται το ποσό των 777,50 ευρώ (50 ώρες Χ 15,55 ευρώ, το συμφωνημένο ωρομίσθιο ήταν 12,44 ευρώ (82,96 Χ 6 : 40) προσαυξημένο κατά 25% (3,11). Αντί του ποσού αυτού η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 350 ευρώ και κατά συνέπεια του οφείλει την διαφορά των 427,50 ευρώ.
Για παράνομη υπερωριακή απασχόληση 30 ωρών κατά το ανωτέρω διάστημα (3 ώρες την εβδομάδα Χ 10 εβδομάδες) ο έκτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 746,40 ευρώ (30 ώρες Χ 24,88 ευρώ το συμφωνημένο ωρομίσθιο των 12,44 ευρώ (82,96 Χ 6 : 40) προσαυξημένο κατά 100% . Αντί του ποσού αυτού του κατέβαλε το ποσό των 210 ευρώ και συνεπώς οφείλει να του καταβάλει την διαφορά από 536,40 ευρώ.
Για την απασχόληση του κατά την διάρκεια της νύχτας η εναγομένη του οφείλει για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του έως 31-7-2008 για 17 εβδομάδες που πραγματοποίησε 21 ώρες την εβδομάδα εργασία κατά την διάρκεια της νύχτας το ποσό των 1.035,30 ευρώ (17 εβδομάδες Χ 21 ώρες =357 ώρες Χ 2,90 ευρώ το 25% του νομίμου ωρομισθίου το οποίο ήταν1 (77,50 Χ 6 : 40) και για το διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008 για 5 εβδομάδες που πραγματοποίησε 105 ώρες εργασία κατά την διάρκεια της νύχτας (21 ώρες Χ 5) το ποσό των 326,55 ευρώ (105 ώρες Χ 3,11 ευρώ το 25% του νομίμου ωρομισθίου το οποίο ήταν 12,44 ευρώ (882,96 Χ 6 : 40) και συνολικά η εναγομένη οφείλει στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 10.028,11 ευρώ...
Περαιτέρω όσον αφορά τον έβδομο ενάγοντα, εργάστηκε στην εναγομένη ως τεχνίτης οικοδόμος κατά το διάστημα από 1-8-2007 έως 24-10-2008 τις ίδιες ανωτέρω ημέρες και ώρες όπως ο έκτος ενάγων. Εργάστηκε κατά το διάστημα από 1-8-2007 έως 31-7-2008 για 46 πλήρεις εβδομάδες και δικαιούτο 92 ημέρες ανάπαυσης. Η εναγομένη του χορήγησε 46 ημέρες ανάπαυσης και για τις υπόλοιπες 46 , ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 2.143,60 ευρώ (46 ημ.
Χ 46,60 το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο). Για το χρονικό διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008 απασχολήθηκε για 10 εβδομάδες ,δικαιούται 20 ημέρες ανάπαυσης, του χορηγήθηκαν 10 ημέρες ανάπαυσης και δικαιούται για τις λοιπές 10 ημέρες το ποσό των 501 ευρώ (10 ημ. Χ 50,10 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο) και συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 2.644,60 ευρώ.
Για το χρονικό διάστημα από 1-8-2007 έως 31-7-2008 απασχολήθηκε 23 Κυριακές χωρίς να του καταβληθεί η κατά 75% προσαύξηση. Για την αιτία αυτή η εναγομένη οφείλει στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των 803,85 ευρώ (23 Κυριακές Χ 34 ευρώ το 75% του συμφωνημένου και καταβαλλόμενου ημερομίσθιου, το οποίο ήταν 46,60 ευρώ). Για το διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008 απασχολήθηκε πέντε Κυριακές χωρίς να του καταβληθεί η κατά 75% προσαύξηση.
Για την αιτία αυτή η εναγομένη οφείλει στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των 187,90 ευρώ (5 Κυριακές Χ 37,58 ευρώ το 75% του συμφωνημένου και καταβαλλόμενου ημερομίσθιου, το οποίο ήταν 50,10 ευρώ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο έβδομος ενάγων πραγματοποιούσε την εβδομάδα 5 ώρες υπερεργασία και 3 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση.
Για το διάστημα από 1-8-2007 μέχρι 31-7-2008 απασχολήθηκε 46 πλήρεις εβδομάδες επί 5 ώρες την εβδομάδα υπερεργασία και συνολικά 230 ώρες υπερεργασίας και δικαιούται το ποσό των 2.012,50 ευρώ (230 ώρες Χ 8,75 ευρώ, το συμφωνημένο ωρομίσθιο ήταν 7 ευρώ (46,60 Χ 6 : 40) προσαυξημένο κατά 25% (1,75). Η εναγομένη του κατέβαλε για την αιτία αυτή το ποσό των 1.610 ευρώ και συνεπώς δικαιούται την διαφορά από 402,50 ευρώ.
Για παράνομη υπερωριακή απασχόληση η εναγομένη του οφείλει για 138 ώρες (46 εβδομάδες Χ 3 ώρες) το ποσό των 1.932 ευρώ (138 ώρες Χ 14 ευρώ το συμφωνημένο ωρομίσθιο των 7 ευρώ προσαυξημένο κατά 100%). Αντί του ποσού αυτού ο 7ος ενάγων έλαβε το ποσό των 966 ευρώ και δικαιούται την διαφορά από 966 ευρώ. Για το διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008 έβδομος των εναγόντων πραγματοποιούσε την εβδομάδα 5 ώρες υπερεργασία και 3 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση.
Για το διάστημα αυτό απασχολήθηκε 10 πλήρεις εβδομάδες επί 5 ώρες την εβδομάδα υπερεργασία και συνολικά 50 ώρες υπερεργασίας και δικαιούται το ποσό των 470 ευρώ (50 ώρες Χ 9,40 ευρώ, το συμφωνημένο ωρομίσθιο ήταν 7,52 ευρώ (82,96 Χ 6 : 40) προσαυξημένο κατά 25% (1,88). Η εναγομένη του κατέβαλε για την αιτία αυτή το ποσό των 350 ευρώ και συνεπώς δικαιούται την διαφορά από 120 ευρώ.
Για παράνομη υπερωριακή απασχόληση η εναγομένη του οφείλει για 30 ώρες (10 εβδομάδες Χ 3 ώρες) το ποσό των 451,20 ευρώ (30 ώρες Χ 15 ευρώ το συμφωνημένο ωρομίσθιο των 7,52 ευρώ προσαυξημένο κατά 100%). Αντί του ποσού αυτού ο 7ος ενάγων έλαβε το ποσό των 210 ευρώ και δικαιούται την διαφορά από 241‚20 ευρώ και συνολικά για την αιτία αυτή (υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση) η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 1.729,70 ευρώ.
Για την απασχόλησή του κατά την διάρκεια της νύκτας ο 7ος ενάγων δικαιούται για το διάστημα από 1-8-2007 έως 31-7-2008 που απασχολήθηκε 21 ώρες την εβδομάδα για 23 εβδομάδες και συνολικά 483 ώρες το ποσό των 845,25 ευρώ (483 ώρες Χ 1,75 ευρώ το 25% του νομίμου ωρομισθίου το οποίο ήταν 7 ευρώ) και για το διάστημα από 1-8-2008 έως 24-10-2008 που εργάστηκε κατά την διάρκεια της νύχτας για 21 ώρες την εβδομάδα Χ 5 εβδομάδες και συνολικά 105 ώρες δικαιούται το ποσό των 197,40 ευρώ (105 ώρες Χ 1,88 ευρώ το 25% του νομίμου ωρομισθίου το οποίο ήταν 7,52 ευρώ).
Επομένως για τις ανωτέρω αιτίες η εναγομένη οφείλει στον 7° ενάγοντα το ποσό των 6.408,70 ευρώ συνολικά. Έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που του επιδίκασε το ποσό των 6.428,70 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση όχι μόνον ως προς τα κεφάλαια για τα οποία έγιναν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης των εναγόντων ήδη εκκαλούντων και της εναγομένης - εκκαλούσας, αλλά στο - σύνολο της ,για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου.
Μετά από τα παραπάνω, επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτές οι ανωτέρω εφέσεις ως βάσιμες κατ’ ουσίαν ,να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ,να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί η αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα τα προαναφερθέντα ποσά >>.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : Α) Με το να δεχθεί ότι οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες προσλήφθηκαν ως χειριστές μηχανημάτων έργων, στο εργοτάξιο που διατηρεί η εναγομένη στο ... Αχαΐας για την κατασκευή της νέας σιδηροδρομικής γραμμής του ΟΣΕ, ότι αυτοί κατέχουν νόμιμες άδειες Μηχανοδηγών Χειριστών μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων Α και Β τάξης για όλα τα μηχανήματα της ομάδας Γ άνω των 201 ΗΡ και ότι σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων οι ενάγοντες προσέφεραν στην εναγομένη τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τους, ότι συνεπώς δικαιούνται αυτοί το ένδικο επίδομα γαλαρίας ως μέρος του νόμιμου μισθού τους και με βάση το νόμιμο αυτόν μισθό επιδίκασε περαιτέρω και τα κεφάλαια για τις προσαυξήσεις των αποδοχών, της υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης ,την αποζημίωση για τη μη χορήγηση ημερών ανάπαυσης ,την προσαύξηση 75% για εργασία την Κυριακή ,την προσαύξηση νυκτερινής απασχόλησης 25% και τέλος την αποζημίωση απόλυσης, 1) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδιαίτερα την από 12-4-2006 ΣΣΕ «Για τους όρους Εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών Ανυψωτικών κλπ Μηχανημάτων Εκτέλεσης Τεχνικών ‘ Εργων», η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 118 19/28-6-2006 (ΦΕΚ Β 979/25-7-2006) και την 31/2008 Δ.Α.
για τους "‘ Ορους Αμοιβής και Εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών Ανυψωτικών κλπ Μηχανημάτων Εκτέλεσης Τεχνικών ‘ Εργων", με τις οποίες ορίστηκε ότι καταβάλλεται σε όλους τους μισθωτούς της παρούσας που εργάζονται μέσα σε στοές (γαλαρίες), μεταξύ των άλλων, και ειδικό επίδομα γαλαρίας (ανεξάρτητο από το επίδομα ειδικών συνθηκών) ποσοστού 10% μέχρι 31-12-2007 και 15% από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2009, και 2) δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως και εκ πλαγίου χωρίς αιτιολογία και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ,που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους.
Και τούτο γιατί από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι οι πρώτοι τέσσερις ενάγοντες εργάζονταν ως χειριστές μηχανημάτων έργων στην κατασκευή της νέας σιδηροδρομικής γραμμής του ΟΣΕ (όπου περιλαμβάνονται και γαλαρίες) με συνέπεια να δικαιούνται αυτοί το επίδομα γαλαρίας, χωρίς να στερείται η απόφασή του νομίμου βάσεως, ως προς το ζήτημα αυτό.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, για την αιτία αυτή, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Β). Με το να δεχθεί ότι οφείλονται στους έκτο και έβδομο των εναγόντων τα καθοριζόμενα ποσά για τις αιτούμενες από αυτούς αμοιβές τους για τις παρασχεθείσες υπερεργασίες, παράνομες υπερωριακές απασχολήσεις και εργασίες κατά τη διάρκεια της νύκτας, για την εξεύρεση των οποίων το Εφετείο, έλαβε ως βάση το συμφωνημένο και μη αμφισβητούμενο από την αναιρεσείουσα ημερομίσθιο και υπολόγισε το ωρομίσθιό τους πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο Χ 6 (και όχι Χ 5 που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) και στη συνέχεια διαιρώντας το γινόμενο με τον αριθμό 40 (αριθμό των ωρών εργασίας την εβδομάδα) ,προσαυξημένο κατά 25%, 1) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδιαίτερα τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 της ΕΓΣΣΕ της 26-2-1975, όπως ισχύει, και 2) δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως και εκ πλαγίου χωρίς αιτιολογία και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ,που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους.
Και τούτο γιατί από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι ο υπολογισμός του ωρομίσθιου των εναγόντων έγινε ορθά πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο Χ 6 και όχι Χ 5 με συνέπεια να δικαιούνται αυτοί τα επιδικασθέντα κονδύλια για υπερεργασίες, παράνομες υπερωριακές απασχολήσεις και εργασίες κατά τη διάρκεια της νύκτας , χωρίς να στερείται η απόφασή του νομίμου βάσεως, ως προς το ζήτημα αυτό.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, για την αιτία αυτή, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 2. Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζομένους από τον νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά την σύναψη των Σ.Σ.Ε.
νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, παραχωρούμενη σε αυτές από την άνω διάταξη 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ νόμου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 8 παρ.2 και 11 παρ.2 και 3 του άνω Ν. 1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Ε.Ε.
δεσμεύουν, κατ’ αρχήν, τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνο εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικά) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων.
Εξάλλου με την από 12-4-2006 ΣΣΕ « Για τους όρους Εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών Ανυψωτικών κλπ Μηχανημάτων Εκτέλεσης Τεχνικών ‘ Εργων», η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 118 19/28-6-2006 (ΦΕΚ Β 979/25-7-2006) αλλά και με την από την 31/2008 Δ.Α. για τους "‘ Ορους Αμοιβής και Εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών Ανυψωτικών κλπ Μηχανημάτων Εκτέλεσης Τεχνικών ‘ Εργων", καταβάλλεται σε όλους τους μισθωτούς της παρούσας που εργάζονται μέσα σε στοές (γαλαρίες, μεταξύ των άλλων, και ειδικό επίδομα γαλαρίας (ανεξάρτητο από το επίδομα ειδικών συνθηκών) ποσοστού 10% μέχρι 31-12-2007 και 15% από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2009.
Τέλος για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως γιατί το Εφετείο εσφαλμένως εδέχθη την αγωγή ως νόμιμη, ενώ ήταν μη νόμιμη ή γιατί εσφαλμένως δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο έγγραφο της αναιρέσεως τα περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική της βάση.
Τέλος ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Επιπροσθέτως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ’ εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορούν την δημοσία τάξη.
Επομένως, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται είχε νομίμως προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε το κονδύλιο της αγωγής για καταβολή του επιδόματος γαλαρίας στους τέσσερις πρώτους των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής που εκρίθη από το Εφετείο ως προς το κονδύλιο αυτό ως ορισμένο, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Παρεκτός του ότι η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε το ένδικο κονδύλιο της αγωγής στους τέσσερις πρώτους των αναιρεσίβλητων ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, διαλαμβάνονται σε αυτήν με πληρότητα όλα τα γενεσιουργά της καταβολής στους τέσσερις πρώτους των εναγόντων του επιδόματος της γαλαρίας, ήτοι ότι οι τέσσερις πρώτοι ενάγοντες προσλήφθηκαν ως χειριστές μηχανημάτων έργων, στο εργοτάξιο που διατηρεί η εναγομένη στο ...
Αχαΐας για την κατασκευή της νέας σιδηροδρομικής γραμμής του ΟΣΕ, ότι αυτοί κατέχουν νόμιμες άδειες Μηχανοδηγών Χειριστών μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων Α και Β τάξης για όλα τα μηχανήματα της ομάδας Γ άνω των 201 ΗΡ, ότι σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων οι ενάγοντες προσέφεραν στην εναγομένη τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τους, ότι οι αποδοχές αυτών, οι οποίοι εργάζονταν ως Χειριστές Μηχανημάτων Έργου, καθορίζονται από τη συλλογική σύμβαση εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λ.π.
Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών Έργων" και τις αντίστοιχες Διαιτητικές αποφάσεις, όπως ρητά είχε συμφωνηθεί, δεδομένου ότι και οι δύο είναι μέλη των οργανώσεων που τις υπογράφουν και οι οποίες σε κάθε περίπτωση έχουν κηρυχτεί υποχρεωτικές, ότι από τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έχουν κατά της εναγομένης, μεταξύ των άλλων απαιτήσεων, και το επίδομα γαλαρίας σύμφωνα με την από 12.4.2006 σ.σ.ε.
«για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών, Ανυψωτικών κ.λ.π. Μηχανημάτων Εκτελέσεως Τεχνικών ‘ Εργων», η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική με την ΥΑ 11819/28.6.2006 (ΦΕΚ Β 979/25.7.2006) και την 31/2008 Δ.Α. για τους "‘ Όρους Αμοιβής και Εργασίας των Χειριστών και Βοηθών Χειριστών Εκσκαπτικών Ανυψωτικών κλπ Μηχανημάτων Εκτέλεσης Τεχνικών Έργων", με τις οποίες ορίστηκε ότι καταβάλλεται σε όλους τους μισθωτούς της παρούσας που εργάζονται μέσα σε στοές (γαλαρίες), μεταξύ των άλλων, και ειδικό επίδομα γαλαρίας (ανεξάρτητο από το επίδομα ειδικών συνθηκών) ποσοστού 10% μέχρι 31-12-2007 και 15% από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2009 και ότι συνεπώς δικαιούνται αυτοί το ένδικο επίδομα γαλαρίας ως μέρος του νόμιμου μισθού τους.
Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτο το κονδύλιο της αγωγής του επιδόματος της γαλαρίας, όπως όφειλε, κατά την αναιρεσείουσα, μετ’ αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου έφεσης της τελευταίας.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τ’ αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 3. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης του εντύπου των στοιχείων της οικογενειακής κατάστασης που ο πρώτος αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε κατά την πρόσληψή του από αυτήν και της παρέδωσε, γιατί δέχθηκε ότι αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι πατέρας τριών τέκνων, ενώ από το έγγραφο αυτό προέκυπτε ότι ήταν πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν πατέρας τριών τέκνων, εκ των οποίων το ένα ήταν ενήλικο, γεννηθέν το έτος 1989 και σπούδαζε και τα άλλα δύο ανήλικα .
4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ’ αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠ0λΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση , ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με την έφεση και τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της έφεσης, και ειδικότερα όλες τις αποδείξεις πληρωμής --μισθοδοσίας και συγκεκριμένα το υπ’ αριθμ. 5 σχετικό για τον 1ο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, υπ’ αριθμ. 14 σχετικό για τον 2ο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, υπ’ αριθμ. 19 σχετικό για τον 3ο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, υπ’ αριθμ. 24 σχετικό για τον 4ο των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων, υπ’ αριθμ. 28 σχετικό για τον 5ο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, υπ’ αριθμ. 30α σχετικό για τον 5ο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, υπ’ αριθμ. 30α σχετικό για τον 6ο των εναγόντων-- αναιρεσιβλήτων και υπ’ αριθμ. 31 σχετικό για τον 7ο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, στις οποίες αναγράφεται αναλυτικά για κάθε έναν, α) η μισθολογική περίοδος, β) το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο και ο καταβαλλόμενος μισθός, γ) τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε η αναιρεσείουσα σ’ αυτούς (ενάγοντες - αναιρεσίβλητους) για νυκτερινή απασχόληση και υπερεργασία και τυχόν πρόσθετες αμοιβές και τα οποία (έγγραφα) ήταν υπογεγραμμένα από τους αναιρεσίβλητους στο σύνολό τους, χωρίς καμία επιφύλαξη, με συνέπεια να μην δικαιούνται οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι τα επί πλέον των αναγραφομένων σ’ αυτά τα έγγραφα ποσά για τις παραπάνω αιτίες.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με τα κρίσιμα ζητήματα για τα επιδικασθέντα ποσά για τις αναφερόμενες αιτίες, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 166/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ