Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of evidence and non-reviewable factual assessments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by three individuals against a lower court's decision regarding a construction contract. The appellants argued the court erred in fact-finding and failed to consider a specific defense regarding partial payment. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court based its decisions on witness testimony and documentary evidence, making the factual findings non-reviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 561 para. 1, 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on factual assessments is inadmissible when the lower court formed its judgment from presented evidence, and defenses raised in the appeal must have been considered by the lower court to be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1317 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1317/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1) Κ. Α. του Α., 2) Ν. Α. του Α. και 3) Κ. χας Α. Α., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Αλεξανδρή.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υποκαταστάτου: Α) της μελετητικής εταιρίας με την επωνυμία …και με το διακριτικό τίτλο "ΜΕΤΑ Αρχιτεκτονική ΟΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, Β) των διπλωματούχων μηχανικών - μελών της εν λόγω εταιρίας: α) Δ. Γ., κατοίκου ... β) Α. Δ., κατοίκου ... γ) Β. Ε., κατοίκου ... δ) Π. Μ., κατοίκου ... και ε) Γ. Σ., κατοίκου ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Σκουτέρη.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Δ. Χ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου - καλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-2-2003 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3132/2007 και 7049/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2010 αίτησή τους και τους από 11-6-2010 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 1036/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 19-9-2011 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 8-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου - καλούντος την απόρριψή τους, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος του διαδίκου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κατ' αυτήν ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και αν μεν η κλήση δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1036/21-6-2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου), με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, που είχε γίνει στις 15-3-2011, της υπό κρίση από 18-5-2010 αιτήσεως και των από 11-6-2010 πρόσθετων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7049/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση με την από 19-9-2011 κλήση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 3-4-2012, κατά την οποία η συζήτηση της αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (8-1-2013).
Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δ. Χ. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως, από την υπ' αριθμ…/15-12-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, στην οποία είναι συνημμένες η από 16-12-2011 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου του Αστυφύλακα (Αξιωματικού Υπηρεσίας) του Αστυνομικού Τμήματος Αμαρουσίου και η από 16-12-2011 απόδειξη παραλαβής συστημένης επιστολής της αρμοδίας υπαλλήλου του Κεντρικού Ταχυδρομείου Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται το πρώτο αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω από 19-9-2011 κλήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και πρόσκληση για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο (3-4-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ.
Χ. Επίσης, από την υπ' αριθμ…/2-8-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … την οποία επικαλείται και προσκομίζει το πρώτο αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 18-5-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω αρχικώς ορισθείσα συνεδρίαση στις 15-3-2011, επιδόθηκε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ.
Χ. Από δε την υπ' αριθμ…/2-8-2012 έκθεση επιδόσεως του ίδιου παραπάνω δικαστικού επιμελητή … ην οποία επικαλείται και προσκομίζει το πρώτο αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ. πρωτ. …/11-7-2012 Βεβαιώσεως Αναβολής της Γραμματέας του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως που είχε προσδιορισθεί για να δικασθεί στις 3-4-2012, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8-1-2013 (παρούσα δικάσιμο), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ.
Χ., με κλήση προς αυτόν για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο (8-1-2013), κατά την οποία, όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Επομένως, μετά ταύτα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Δ.
Χ. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111, 568 παρ. 3, 571 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται: Ότι για το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως απαιτείται η κατάθεση του δικογράφου αυτών στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση του σχετικού δικογράφου πριν από την ίδια προθεσμία.
Ότι η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως πριν από την παραπάνω προθεσμία ή της επιδόσεως αυτού πριν από την ίδια προθεσμία, σε περίπτωση εμπρόθεσμης καταθέσεως, καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους, για έλλειψη προδικασίας, και ο Άρειος Πάγος τους απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως και ότι, ως ημέρα συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, νοείται εκείνη που αρχικώς ορίζεται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, και όχι αυτή που προσδιορίζεται μεταγενέστερα κατόπιν αναβολής από εκείνη, η ματαιώσεως ή κηρύξεως απαράδεκτης της συζητήσεως, ανεξάρτητα από το ποιος επιμελήθηκε για τον προσδιορισμό της αρχικής ημέρας συζητήσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τη συνημμένη σ' αυτό σχετική πράξη ορισμού δικασίμου, προκύπτει ότι ο Προεδρεύων Αρεοπαγίτης του Α' Τμήματος Διακοπών του Αρείου Πάγου όρισε δικάσιμο για τη συζήτησή της την 15-3-2011 (βλ. και την ως άνω υπ' αριθμ. 1036/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου).
Οι αναιρεσείοντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 11-6-2010 δικόγραφο, από το οποίο προκύπτει ότι κατατέθηκε εμπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-7-2010, ήτοι πλέον των 30 ημερών πριν από την ως άνω αρχικώς ορισθείσα, στις 15-3-2011, δικάσιμο. Δεν αποδεικνύεται, όμως, από τους αναιρεσείοντες επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στους αναιρεσιβλήτους, αφού δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες σχετική έκθεση επιδόσεως, από την οποία να προκύπτει εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων σ' αυτούς (αναιρεσιβλήτους).
Το πρώτο αναιρεσίβλητο επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθμ…/2-8-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … από την οποία προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου του (πρώτου αναιρεσιβλήτου), επιδόθηκε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ. Χ. αντίγραφο των πρόσθετων λόγων των αναιρεσειόντων στις 2-8-2012, ήτοι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από εκείνο της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου της 15-3-2011.
Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Εξάλλου, η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως μισθώσεως έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο της μελέτης και επιβλέψεως (άρθρο 681 ΑΚ), και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ), που δεν είναι δυνατόν να είναι κατώτερη από τη νόμιμη, αν δε δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, δικαιούται να λάβει τη νόμιμη, που καθορίζεται από το Π.Δ. 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών", όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 515/1989.
Την αμοιβή δύναται να αξιώσει και το Τεχνικό Επιμελητήριο (ΑΕΔ 26/1993), υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού, καθώς και των νομικών προσώπων, συνεστημένων υπό οποιαδήποτε εταιρική μορφή, που αναλαμβάνουν την εκπόνηση μελετών και επίβλεψη τεχνικών έργων, σύμφωνα με το άρθρο 340 του Π.Δ. 14/1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας" (ΦΕΚ Δ' 580/27-7-1999).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Η υποκαθιστάμενη από το ενάγον, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Τ.Ε.Ε.), είναι μελετητική ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία …, της οποίας τα μέλη Δ.
Γ., Α. Δ., Β. Ε., Π. Μ. και Γ. Σ., είναι διπλωματούχοι αρχιτέκτονες - μηχανικοί και μέλη του Τ.Ε.Ε. Στον ήδη αποβιώσαντα δεύτερο εναγόμενο Α. Α., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Κ. Α. - Κ., ήδη τρίτη αναιρεσείουσα, και από τα τέκνα του Κ. Α., πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, και Ν. Α., ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, ανήκε κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου κατά επικαρπία (η ψιλή κυριότητα του εν λόγω ποσοστού εξ αδιαιρέτου ανήκε στον υιό του Ν.
Α.), ένα ακίνητο με το εντός αυτού υπάρχον παλαιό βιομηχανικό διώροφο κτήριο, επιφάνειας 495 τ.μ. περίπου, ευρισκόμενο στο ... (επί της οδού ...). Περί τα μέσα Νοεμβρίου 1997 - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - οι δύο πρώτοι εναγόμενοι Κ. Α. και Α. Α. ανέθεσαν στην υποκαθιστάμενη από το ενάγον Τ.Ε.Ε. μελετητική εταιρεία την εκπόνηση προμελέτης και των αναγκαίων οριστικών μελετών, καθώς και την εκτέλεση όλων των απαιτούμενων εργασιών για την έκδοση οικοδομικής άδειας, για την ανακαίνιση και διαμόρφωση του παραπάνω παλαιού διώροφου κτηρίου σε πολιτιστικό κέντρο οίνου και γεύσης, αντί της καθοριζόμενης από το νόμο, με βάση τον προϋπολογισμό του έργου, αμοιβής, εφόσον, κατά τις παραδοχές πάντοτε του Εφετείου, δεν ορίσθηκε με τη σύμβαση το ύψος της αμοιβής.
Η πρώτη εναγομένη - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι η επίδικη σύμβαση έργου είναι ακυρώσιμη, λόγω ουσιώδους πλάνης αυτής ως προς το ύψος της αμοιβής της υποκαθιστάμενης μελετητικής εταιρείας, η οποία με έγγραφη "προσφορά" της πριν από την κατάρτιση της συμβάσεως ανέλαβε την εκπόνηση όλων των μελετών του έργου, αντί κατ' αποκοπή αμοιβής 4.000.000 δραχμών, η προσφορά της δε αυτή αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο (δικαιοπρακτικό θεμέλιο) για την ανάθεση του έργου στη συγκεκριμένη εταιρεία.
Ο ισχυρισμός αυτός - είπε το Εφετείο - είναι νόμιμος (άρθρα 140, 141, 142 και 154 ΑΚ) και, εκτιμώντας το σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του, ότι, ναι μεν προκύπτει ότι η υποκαθιστάμενη μελετητική εταιρεία, πριν από την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως έργου, υπέβαλε στους συμβούλους της πρώτης εναγομένης Α.
Π. και Δ. Χ., τρίτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, την χωρίς ημερομηνία "προσφορά" της, με την οποία, όπως αναφέρεται σ' αυτήν, με προϋπολογισμό του έργου 55.000.000 δραχμές, προτείνεται κατ' αποκοπή αμοιβή 4.000.000 δραχμές, για την αρχιτεκτονική μελέτη (γενικά και ειδικά σχέδια, έκδοση πολεοδομικής άδειας), πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίσθηκε με δικαιοπρακτικό θεμέλιο τη συγκεκριμένη προσφορά και ότι η τελευταία αποτέλεσε κατά τη βούληση των μερών βάση ή προϋπόθεση για την σύμβαση.
Ειδικότερα, κατά την ανάθεση της εντολής - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - η πρώτη εναγομένη (και ο δεύτερος εναγόμενος) είχε πληροφορηθεί από τους μηχανικούς της υποκαθιστάμενης εταιρείας, ότι λόγω της ιδιαιτερότητας του έργου υπήρχε ενδεχόμενο να τροποποιηθεί ο ενδεικτικά προταθείς προϋπολογισμός (55.000.000 δρχ) ή να χρειασθούν και άλλες μελέτες και εργασίες πέραν των αναφερομένων στη προσφορά, όπως και πράγματι έγινε, με συνέπεια την διαφορετική διαμόρφωση της τελικής αμοιβής τους και παρ' όλα αυτά, όχι μόνο δεν απετράπη (η πρώτη εναγομένη) από τη σύναψη της συμβάσεως, αλλά και κατά την διάρκεια της λειτουργίας της ενημερωνόταν και ενέκρινε όλες τις προτεινόμενες αρχιτεκτονικές μελέτες και εργασίες, αν και γνώριζε ότι δεν περιλαμβάνονταν στην επικαλούμενη "προσφορά", αναγνωρίζοντας, έτσι, τον ενδεικτικό χαρακτήρα αυτής, η οποία, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να τεθεί και δεν τέθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την βούληση των μερών και σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως προϋπόθεση για την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως έργου.
Την οποία σύμβαση - καταλήγει το Εφετείο - η πρώτη εναγομένη, έχουσα πλήρη γνώση, κατά τα άνω, του ενδεικτικού χαρακτήρα της "προσφοράς", θα κατάρτιζε σε κάθε περίπτωση, μη ευρισκόμενη σε ουσιώδη πλάνη ως προς το ύψος της αμοιβής της υποκαθιστάμενης μελετητικής εταιρείας, γι' αυτό και ο περί ακυρώσεως της επίδικης συμβάσεως λόγω ουσιώδους πλάνης σχετικός ισχυρισμός της είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογείται η εκτίμηση, ότι το Εφετείο απέκλεισε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το ζήτημα ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες "προσφορά" είχε ενδεικτικό και μόνο χαρακτήρα και δεν αποτέλεσε, κατά την βούληση των μερών, καθοριστικό στοιχείο (δικαιοπρακτικό θεμέλιο) για την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως έργου και έτσι δεν υπήρξε καμία ανάγκη, ούτε αιτία προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι δεν προσέφυγε σ' αυτές, παρόλο που διέγνωσε την ύπαρξη ασάφειας και αμφιβολίας ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν η συγκεκριμένη προσφορά αποτέλεσε τη βάση ή τη προϋπόθεση (το δικαιοπρακτικό θεμέλιο) για την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το υπόλοιπο μέρος του, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, πλήττει πράγματι την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα πλήττει την κρίση του δικαστηρίου ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν βρισκόταν σε ουσιώδη πλάνη ως προς το ύψος της αμοιβής της υποκαθιστάμενης μελετητικής εταιρείας κατά την κατάρτιση και την λειτουργία της ένδικης συμβάσεως έργου.
Κατά το άρθρο 102 του Π.Δ. 696/1974 (αμοιβή αναλόγως του χρόνου απασχολήσεως), εάν ανατεθεί σε μελετητή σύνταξη μελέτης ή εκτέλεση εργασίας μη περιλαμβανομένης στις αναφερόμενες στο παρόν Π.Δ. και της οποίας η αμοιβή δεν συμφωνείται κατ' αποκοπή, αυτή ορίζεται αναλόγως του χρόνου απασχολήσεως, του χρόνου τούτου λογιζομένου σε ακέραιες ημέρες, από της ημέρας αφίξεως μέχρι της ημέρας αναχωρήσεως, ως κάτωθι:
α) για επιστήμονες εικοσαετούς και άνω πείρας, ημερησίως 2.000 δραχμές, β) για επιστήμονες υπερδεκαετούς και μέχρι εικοσαετούς πείρας, ημερησίως 1.500 δραχμές και γ) για επιστήμονες μικρότερης της δεκαετούς πείρας, ημερησίως 1.000 δραχμές. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το αίτημα αυτής για επιδίκαση αμοιβής αναλόγως του χρόνου απασχολήσεως των μηχανικών της υποκαθιστάμενης μελετητικής εταιρείας, προσδιορίζονται στην αγωγή, για τον καθορισμό του ημερομισθίου που δικαιούνται αυτοί (μηχανικοί), οι εκτελεσθείσες από τους μηχανικούς εργασίες από της αναθέσεως μέχρι διακοπής του έργου, που δεν περιλαμβάνονται στις αναφερόμενες στο Π.Δ. 696/1974, για τις οποίες δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, οι ημέρες και οι ώρες ημερήσιας απασχολήσεως των μηχανικών και τα έτη επιστημονικής πείρας αυτών.
Έτσι η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία για την κατά νόμο πληρότητά της ως προς το ανωτέρω αίτημα αυτής και είναι κατά τούτο επαρκώς ορισμένη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19, αληθώς όμως από τον αριθμό 14, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε (όπως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) ως αόριστη την αγωγή ως προς το εν λόγω αίτημά της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, που προϋποθέτει η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν, για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα", δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε, πως στην επίδικη σύμβαση έργου συμβλήθηκαν ως εντολείς μόνο οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ότι η συμμετοχή του τρίτου εναγόμενου Δ.
Χ. (δεύτερου αναιρεσιβλήτου) ήταν μόνο συμβουλευτική, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν, τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίσθηκαν και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Έτσι, ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την νομίμως προταθείσα από την πρώτη αναιρεσείουσα ένσταση μερικής εξοφλήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή και την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την ως άνω ιδιότητα με την οποία παρέστη αυτό. Ζήτημα επιδικάσεως ή μη δικαστικών εξόδων υπέρ του δεύτερου μη εμφανισθέντος αναιρεσιβλήτου Δ.
Χ. δεν τίθεται, διότι αυτός, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ούτε άλλωστε, ως ερημοδικασθείς, υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2010 αίτηση των Κ. Α., Ν. Α. και Κ. χήρας Α. Α., το γένος Στ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7049/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 11-6-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ