Supreme Court dismisses appeal on car damage claim, upholding lower court's award of interest based on reasonable counterclaim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the First Instance Court of Athens regarding a car damage lawsuit. The appellant argued that the lower court incorrectly applied interest laws by rejecting his claim for penalty interest due to the defendant's reasonable counterclaim. The court ruled that the lower court correctly identified reasonable counterclaim as the sole criterion for excluding penalty interest, thereby validating the application of the statute of limitations provision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681A, 666, 670-670 of the Code of Civil Procedure; reasonable counterclaim is the sole criterion for excluding the award of penalty interest in tort claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1316 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1316/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Β., Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "V..... A....." και ήδη "E. Α. Μ. Α. Ε." (πρώην "E. Α."), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Κουγιουμτζοπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2465/2017 μη οριστική και 368/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6693/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη κρινόμενη από 2-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681Α', 666, 670-676 ΚΠολΔ) όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), με αριθμό 6,693/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκανε δεκτές τις εφέσεις που άσκησαν τόσο ο αναιρεσείων-εκκαλών, όσο και η αναιρεσίβλητη-εκκαλούσα κατά της υπ' αριθ. 368/2019 οριστικής απόφασης και της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθμ. 2465/2017 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ` αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη δε από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ).
Ακόμη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο, εξ αυτού του λόγου, πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 1090/2022, 163/2022). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται αποζημίωσης, η οποία περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος .
Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή (της βλάβης στο σώμα ή στην υγεία) η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (φάρμακα, αμοιβή ιατρού, νοσοκομείου κ.ά).
και έτσι με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 2176/2009). Ήτοι η μελλοντική περιουσιακή ζημία, την οποία υφίσταται ο παθών, μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία. Αυτό εμφανίζεται στις διάφορες εγχειρήσεις στις οποίες ο παθών πρέπει να υποβάλλεται διαδοχικά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της αποθεραπείας του, ιδιαίτερα στα κατάγματα (ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 1379/2010).
Σε δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις σωματικών κακώσεων ή παθήσεων που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν στον ελλαδικό χώρο, αλλά η μετάβαση στο εξωτερικό υπόσχεται, βάσιμα, καλύτερα αποτελέσματα το θύμα της αδικοπραξίας μπορεί να απαιτήσει τις δαπάνες νοσηλείας και μεταβάσεως στο εξωτερικό, έστω και αν αυτές είναι υψηλές.
Το αν, όμως, επιβάλλεται η μετακίνηση αυτή κρίνεται αντικειμενικά και όχι κατά την προσωπική αντίληψη του θύματος ή του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος. Αν η μετακίνηση δεν επιβάλλεται αντικειμενικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί έγινε από υπερβάλλουσα πρόνοια, δεν μπορεί να ζητηθεί η αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ 1935/2013).
Όσον αφορά τη μελλοντική θετική ζημία δεν απαιτείται γι` αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Επίσης αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 1105/2015).
Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται χαρακτηριζόμενη ως "πρόωρη", και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.
Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 909/2022, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.
Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/ 1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ ), αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 27-6-2010 ο ενάγων (αναιρεσείων) οδηγούσε το υπ' αριθ. ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στην μητέρα του Θ. Γ., στην Π.Ε.Ο. Πατρών - Αθηνών, η οποία διασταυρώνεται από δεξιά με την οδό Σταυροπούλου σε σχήμα "Τ". Στο σημείο της διασταύρωσης η Π.Ε.Ο είναι διπλής κατεύθυνσης, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,00 μέτρα στην κατεύθυνση προς Πάτρα και 11,80 μέτρα στην κατεύθυνση προς Κόρινθο, και φέρει σήμανση:
α) κάθετη, αποτελούμενη από πινακίδες Κ-21 (κόμβος όπου η κυκλοφορία ρυθμίζεται με τρίχρωμη φωτεινή σηματοδότηση), Κ-15 (κίνδυνος διάβασης πεζών), Ρ-28 (απαγορεύεται η δεξιά στροφή) και Ρ-32, (ανώτατο όριο ταχύτητας 40 χιλιόμετρα την ώρα) στην κατεύθυνση προς Πάτρα και από πινακίδες Κ-21 (κόμβος όπου η κυκλοφορία ρυθμίζεται με τρίχρωμη φωτεινή σηματοδότηση), Ρ-40 (απαγόρευση στάσης και στάθμευσης), Κ-15 (κίνδυνος διάβασης πεζών) και Ρ-27 (απαγόρευση στροφής αριστερά για οχήματα άνω των 8 τόνων) στην κατεύθυνση προς Κόρινθο, β) οριζόντια και συγκεκριμένα κατά μήκος διαγράμμιση, αποτελούμενη από δύο συνεχείς γραμμές, οι οποίες διαχωρίζουν τις λωρίδες αντίθετων κατευθύνσεων και διακόπτονται στο σημείο της διασταύρωσης και ειδική διαγράμμιση, αποτελούμενη αρχικά από παράλληλες λοξές λωρίδες, οι οποίες πλαισιώνονται από τη μία εκ των παραπάνω δύο συνεχών γραμμών, η οποία σημαίνει απαγόρευση ή περιορισμό εισόδου των οχημάτων σ' αυτή και στην συνέχεια από ραβδώσεις μεγάλου πλάτους παράλληλα προς τον άξονα του οδοστρώματος, η οποία καθορίζει διάβαση πεζών στην κατεύθυνση προς Πάτρα, πριν από τη διασταύρωση με την οδό Σταυροπούλου και από παράλληλες λοξές λωρίδες, οι οποίες πλαισιώνονται από τη μία εκ των παραπάνω δύο συνεχών γραμμών, η οποία σημαίνει απαγόρευση ή περιορισμό εισόδου των οχημάτων σ' αυτή, στην κατεύθυνση προς Κόρινθο, σε κάποια απόσταση από τη διασταύρωση και γ) φωτεινών σηματοδοτών, με τη μορφή τρίχρωμου συστήματος κυκλικής μορφής, σε αμφότερες τις κατευθύνσεις προς Πάτρα και Κόρινθο, κατά τρόπο ώστε όταν στην κατεύθυνση προς Πάτρα ο σηματοδότης δείχνει πράσινο φως για τα οχήματα που κινούνται ευθεία, στην κατεύθυνση προς Κόρινθο ο σηματοδότης δείχνει πράσινο φως για τα οχήματα που κινούνται ευθεία και κίτρινο παλλόμενο φως για τα οχήματα που πρόκειται να στρίψουν αριστερά στην οδό Σταυροπούλου.
Στο ίδιο σημείο, η οδός Σταυροπούλου είναι διπλής κατεύθυνσης, και φέρει σήμανση: α) κάθετη με πινακίδα Ρ-2 (υποχρεωτική διακοπή πορείας) και β) φωτεινών σηματοδοτών με τη μορφή τρίχρωμου συστήματος κυκλικής μορφής. Ο ενάγων είχε κατεύθυνση προς Πάτρα και έβαινε στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του, εκτός του πλέγματος των λοξών γραμμών, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 40 χιλιόμετρα την ώρα, που ήταν το ανώτατο όριο λόγω ειδικής σήμανσης.
Κατά τον ίδιο χρόνο η πρώτη εναγόμενη (μη διάδικος) οδηγούσε το. υπ' αριθμ. ... I.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον πατέρα της και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους υλικές ζημίες στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "V. Α." (αναιρεσίβλητη), η οποία μετονομάστηκε σε "Ε.
Α.", στην παραπάνω Π.Ε.Ο., με κατεύθυνση προς Κόρινθο. Έβαινε στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας της, εκτός του πλέγματος λοξών γραμμών, με ταχύτητα αρκετά μικρότερη των 50 χιλιομέτρων την ώρα, που ήταν το ανώτατο όριο λόγω έλλειψης ειδικής σήμανσης και κατοικημένης περιοχής (άρθ. 20 παρ. 1 ΚΟΚ) και είχε πρόθεση να εγκαταλείψει το οδόστρωμα της εν λόγω οδού και να εισέλθει με αριστερή στροφή στο οδόστρωμα της οδού Σταυροπούλου, για να ακολουθήσει κατεύθυνση προς Ρίο.
Επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν νύχτα, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο εμπόδιο και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών αραιή σε αμφότερες τις οδούς. Όταν η πρώτη εναγόμενη έφθασε στην διασταύρωση των οδών, όπου ο υφιστάμενος στην πορεία της φωτεινός σηματοδότης έδειχνε αναλάμπον (παλλόμενο) κίτρινο χρώμα, επιχείρησε κλειστή και όχι από το κέντρο της διασταύρωσης αριστερή στροφή, για να τη διασχίσει και να συνεχίσει την πορεία της προς την οδό Σταυροπούλου, χωρίς προηγουμένως να προσεγγίσει προοδευτικά τον άξονα του οδοστρώματος και να αναμείνει την διέλευση του αυτοκινήτου του ενάγοντος που κινούνταν ευθεία στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας.
Τότε επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου της στο αριστερό εμπρόσθιο και αριστερό πλάγιο μέρος του αυτοκινήτου του ενάγοντος, το οποίο είχε μετακινηθεί πιο αριστερά στη λωρίδα κυκλοφορίας του και εισερχόταν στην διασταύρωση, ενώ ο υφιστάμενος στην πορεία του φωτεινός σηματοδότης είχε πράσινη ένδειξη.
Εν συνεχεία, το όχημα αυτής ωθήθηκε από την σύγκρουση προς τα πίσω και χωρίς να εκτελέσει περιστροφή επέπεσε με το οπίσθιο μέρος του στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος τρίτου αυτοκινήτου, το οποίο διερχόταν όπισθεν αυτού και είχε κατεύθυνση προς Αθήνα. Η πρώτη σύγκρουση (του οχήματος της πρώτης εναγόμενης και του οχήματος του ενάγοντος), που ήταν πλαγιομετωπική και όχι μετωπική που ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη, έγινε στο αριστερό τμήμα της λωρίδας κυκλοφορίας της Π.Ε.Ο προς Πάτρα, μετά το πλέγμα των λοξών γραμμών και τις διαβάσεις των πεζών, και η δεύτερη σύγκρουση (του οχήματος της πρώτης εναγόμενης και του διερχόμενού τρίτου οχήματος), έγινε στη μέση περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας της Π.Ε.Ο.
προς Κόρινθο, μετά το πλέγμα των λοξών γραμμών, όπου βρέθηκαν διάσπαρτα θραύσματα πλαστικών εξαρτημάτων, νερά και λάδια. Μετά από τις παραπάνω συγκρούσεις, το αυτοκίνητο του ενάγοντος και το τρίτο διερχόμενο αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκαν κοντά στα σημεία επέλευσης αυτών, με την αρχική φορά τους, ενώ το αυτοκίνητο της πρώτης εναγόμενης ακινητοποιήθηκε ανάμεσα στο όχημα του ενάγοντος και στο διερχόμενο τρίτο όχημα, με οριζόντια φορά.
Από το ατύχημα ο ενάγων τραυματίστηκε και το αυτοκίνητο που οδηγούσε υπέστη φθορές και βλάβες στο εμπρόσθιο καπώ, στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό, στους δύο εμπρόσθιους φανούς, στον εμπρόσθιο προφυλακτήρα, στη μάσκα, στον αριστερό εμπρόσθιο θόλο, στη μετώπη, στον ρεγουλατόρο, στον αριστερό καθρέπτη, στο ψυγείο του νερού, στην τραβέρσα του εμπρόσθιου προφυλακτήρα και στο ψυγείο Α/C (βλ.
την υπ' αριθ. 261/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών που εκδόθηκε επί αγωγής της ιδιοκτήτριας του οχήματος κατά της πρώτης εναγόμενης και της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας). Υπό τα δεδομένα αυτά, το ατύχημα και οι επελθούσες από αυτό συνέπειες οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια της πρώτης εναγόμενης, διότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, μπορούσε αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων της, και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός, και την οποία αν επεδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.
β' του Α.Κ). Ειδικότερα, η αμέλειά της συνίσταται στο ότι ενώ είχε πρόθεση να ενεργήσει αλλαγή κατεύθυνσης αριστερά από την Π.Ε.Ο Αθηνών - Κορίνθου προς στην οδό Σταυροπούλου και υπήρχε στην πορεία της πριν από τη διασταύρωση των οδών αυτών φωτεινός σηματοδότης, που έδειχνε παλλόμενο κίτρινο χρώμα και επέβαλε την ανακοπή της ταχύτητας, την κίνηση με ιδιαίτερη προσοχή και την παραχώρηση προτεραιότητας στους πεζούς και στα οχήματα, αυτή δεν προσέγγισε προοδευτικά τον άξονα του οδοστρώματος και το κέντρο της διασταύρωσης, δεν ανέκοψε την παραπάνω ταχύτητά της, δεν ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας της Π.Ε.Ο και δεν παραχώρησε προτεραιότητα διέλευσης στο αυτοκίνητο του ενάγοντος, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την ταχύτητα και την απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους, κατά παράβαση των άρθρων 6 παρ. 1 δ και 23 παρ. 2 ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να επέλθει η επίδικη σύγκρουση.
Τον ενάγοντα δεν τον βαρύνει καμία αμέλεια για την πρόκληση του ατυχήματος. Ειδικότερα, αυτός: α) δεν είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, όπως συνάγεται αφενός από τη μη εκτροπή του οχήματος του και το είδος και την έκταση των υλικών ζημιών του (χωρίς επιρροή στην ασφάλεια, στην ευστάθεια και στην γεωμετρία του) και αφετέρου από την βαρύτητα των σωματικών βλαβών του ίδιου, που θα αναφερθούν παρακάτω, β) δεν κινούνταν εντός του πλέγματος των λοξών γραμμών και γ) δεν είχε περάσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Επιπλέον, λόγω της αιφνίδιας παρεμβολής του αυτοκινήτου της πρώτης εναγόμενης στην δική του πορεία, της μικρής απόστασης που υπήρχε ανάμεσα στα δύο οχήματα και του ελάχιστου χρονικού περιθωρίου για αντίδραση, δεν είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση. Το γεγονός ότι οδηγούσε στο αριστερό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του τη στιγμή που επήλθε η σύγκρουση και όχι πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ατύχημα, διότι ο σκοπός της υποχρεώσεως αυτής (εκ του άρθρου 16 παρ. 1 εδ β ΚΟΚ) είναι η διευκόλυνση της κίνησης των οχημάτων που κινούνται στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και δεν επεκτείνεται στην αποφυγή σύγκρουσης με οχήματα που κινούνται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται μεταξύ άλλων και: α) από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συντάχθηκε από το Τμήμα Τροχαίας Πατρών, στην οποία αναφέρονται τα χαρακτηριστικά των διασταυρούμενων οδών, οι συνθήκες κυκλοφορίας - ορατότητας, το όριο ταχύτητας σ' αυτές και η λειτουργία του παλλόμενου κίτρινου φωτός στους κινούμενους επί της Π.Ε.Ο.
Πατρών - Κορίνθου αριστερά προς Ρίο, μέσω της οδού Σταυροπούλου, β) από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, που συντάχθηκε από την παραπάνω Υπηρεσία, στο οποίο αποτυπώνονται οι πινακίδες, οι διαγραμμίσεις (κατά μήκος και ειδικές) και οι φωτεινοί σηματοδότες των οδών, η αρχική κατεύθυνση και η τελική θέση των οχημάτων, τα ευρήματα από τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του ενάγοντος και του διερχόμενού τρίτου αυτοκινήτου με το αυτοκίνητο της πρώτης εναγόμενης εντός του ρεύματος κυκλοφορίας καθενός από αυτά στην Π.Ε.Ο Αθηνών - Κορίνθου και σε απόσταση από τις ειδικές διαγραμμίσεις της οδού και γ) από τις ένορκες καταθέσεις του οδηγού και της συνοδηγού του τρίτου εμπλεκόμενου αυτοκινήτου, Γ.
Τ. και Β. Α., στο Τμήμα Τροχαίας Πατρών, οι οποίοι αναφέρουν ότι η πρώτη εναγόμενη, αντί να σταματήσει το όχημά της, επειδή είχε στην πορεία της παλλόμενο φωτεινό κίτρινο σηματοδότη, έστριψε αριστερά, για την αξιοπιστία των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει. Επομένως, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης περί αποκλειστικής αμέλειας του ενάγοντος για την πρόκληση του ατυχήματος, επειδή εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτή αυτοκινήτου (αντίθετο) και ο επικουρικός ισχυρισμός της περί συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντος για την επέλευση αυτού, επειδή είχε αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, που προκάλεσε την περιστροφή του οχήματος της πρώτης εναγόμενης και κινούνταν σε σημείο του οδοστρώματος που απαγορευόταν (ειδική διαγράμμιση λοξών γραμμών), τον οποίο είχε προβάλλει προφορικά με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά και με τις προτάσεις της στην πρώτη συζήτηση, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς περιέχει όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωση και δικαστική αξιολόγησή του στοιχεία και επαναφέρει στο Δικαστήριο τούτο με λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Η ως άνω παράνομη και υπαίτια πράξη της πρώτης εναγόμενης ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τον τραυματισμό του ενάγοντα και τον επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μάλιστα, με την υπ' αριθ. 5.103/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που κατέστη αμετάκλητη (βλ.
την υπ' αριθ. 791/27-3- 2017 βεβαίωση του ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πατρών) η πρώτη εναγομένη κρίθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της σωματική βλάβης από αμέλεια σε βάρος του ενάγοντος και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Ο ενάγων γεννήθηκε στις 16-9-1990 και είναι μόνιμος εν ενεργεία αξιωματικός, και συγκεκριμένα ….του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας.
Την πρώτη ημέρα μετά το ατύχημα είχε πολύ ελαφριά συμπτώματα και δεν χρειάστηκε ιατρική βοήθεια. Την δεύτερη ημέρα εμφάνισε ευαισθησία στον αυχένα στην περιοχή του οδόντος, στο δεξιό γόνατο και στην δεξιά πηχεοκαρπική και το ίδιο βράδυ επισκέφθηκε το Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, όπου υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο, ο οποίος ήταν φυσιολογικός, έγινε ελαστική επίδεση της δεξιάς πηχεοκαρπικής του και του δόθηκαν οδηγίες (βλ το υπ' αριθ. 6759/26-7-2010 πιστοποιητικό του παραπάνω νοσοκομείου).
Τις επόμενες ημέρες άρχισε να εμφανίζει πόνο και οιδήματα και επισκέφθηκε ιδιώτες γιατρούς, οι οποίοι μετά από κλινικό έλεγχο του συνέστησαν τη χρήση αυχενικού κολάρου, ορθοπαιδικής γονατίδας και πηχεοκαρπικού γυψονάρθηκα για έξι εβδομάδες και του χορήγησαν φαρμακευτική αγωγή (αναλγητική και αντιφλεγμονώδη).
Ακολούθως, στις 8-7-2010 επισκέφθηκε τον ιδιώτη χειρουργό - ορθοπαιδικό - τραυματιολόγο …. Γ. Β., ο οποίος μετά από κλινική εξέταση διέγνωσε ότι είχε υποστεί συνδεσμική κάκωση ΑΜΣΣ, χωρίς ακτινολογικά ευρήματα κατάγματος και ήπια νευρολογική συνδρομή (αιμωδίες) από τα άνω άκρα άμφω, συνδεσμική κάκωση δεξιού γόνατος με πιθανή ρήξη του μηνίσκου και κάκωση επιγονατίδας, χωρίς ακτινολογικά ευρήματα κατάγματος, και συνδεσμική κάκωση δεξιάς πηχεοκαρπικής με μερική ρήξη σκαφομηνοειδούς συνδέσμου, χωρίς ακτινολογικά ευρήματα κατάγματος και επισήμανε ότι έφερε αυχενικό κολάρο, ορθοπαιδική γονατίδα και πηχεοκαρπικό γυψονάρθηκα, ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ότι θα υποβληθεί μετά την αφαίρεσή τους σε πρόγραμμα φυσιοθεραπειών, με εκτιμώμενο χρόνο αποκατάστασης δύο μήνες από τα ατύχημα (βλ.
την από 8-7-2010 ιατρική γνωμάτευση του παραπάνω γιατρού). Ακολούθως, επειδή τα ενοχλήματα στα άκρα έγιναν πιο έντονα, στις 20-8-2010 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία, η οποία επιβεβαίωσε την παραπάνω διάγνωση, καθώς ανέδειξε στην περιοχή του δεξιού γονάτου διάταση πρώτου βαθμού στον έσω πλάγιο σύνδεσμο, ρήξη στο οπίσθιο κέρας του έσω μηνίσκου, ύπαρξη μεγάλης ποσότητας υγρού ενδαρθρικά μετά ηπίου οστικού οιδήματος συστοίχως προς την μηνισκική ρήξη, στον έσω μηριαίο κόνδυλο οπισθίως, εκτεταμένη κάκωση στον υποδόριο ιστό προεπιγονατιδιαία και στα μαλακά μόρια της έσω επιφάνειας του γόνατος και ήπια κάκωση του επιγονατιδικού τένοντα και του τετρακέφαλου και στην περιοχή της δεξιάς πηχεοκαρπικής μερική ρήξη του σκαφομηνοειδούς συνδέσμου, ύπαρξη μικρής ποσότητας υγρού ενδοαρθρικά μετά ηπίου οστικού οιδήματος και τραυματισμού του χόνδρου στην σκαφομηνοειδή περιοχή, και σημαντική κάκωση μετά αιματώματος στον υποδόριο ιστό του καρπού και εξωαρθρικά στα μαλακά μέρη της πηχεοκαρπικής.
Οι σωματικές αυτές βλάβες αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά με πραγματοποίηση φυσιοθεραπειών, χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής (αναλγητικής και αντιφλεγμονώδους) και εφαρμογή ιατρικών βοηθημάτων (επιγονατίδας και πλαστικού πηχεονάρθηκα). Η μέθοδος όμως αυτή δεν απέφερε την επούλωση των συνδέσμων, με αποτέλεσμα με την πάροδο του χρόνου να εμφανιστούν στις παραπάνω αρθρώσεις αστάθεια, δυσλειτουργία, δυσκαμψία και αλλοιώσεις.
Στις 1-3-2016 ο ενάγων επισκέφθηκε και πάλι τον παραπάνω γιατρό Γ. Β., ο οποίος μετά από κλινική εξέταση διαπίστωσε ότι παρουσίαζε από την ΑΜΣΣ αυχεναλγία και αιμωδίες από τα άνω άκρα, από το δεξιό γόνατο άλγος στη βάδιση, στις στροφικές κινήσεις και στην ορθοστάτηση επί μακρόν, δυσκολία στο σκύψιμο, στο γονάτισμα και στο βαθύ κάθισμα και μυϊκή ατροφία τετρακεφάλου και από το δεξιό χέρι άλγος και μυϊκή αδυναμία, περιορισμό και δυσχέρεια κίνησης στις στροφές, στον πρηνισμό - υπτιασμό και στην κάμψη - έκταση, ελάττωση της δύναμης δραγμού και σύλληψης και σημαντικού βαθμού αστάθεια (βλ.
την από 1-3-2016 ιατρική γνωμάτευση αυτού) και επιπλέον ότι παραπονούνταν για ζάλη, ίλιγγο, άλγος στο χέρι και άλγος στο γόνατο μετά από κόπωση και στις αλλαγές του καιρού και για δυσκολία ανόδου και καθόδου σκάλας και βάδισης σε ανηφορικό και κατηφορικό δρόμο. Ακολούθως, στις 21-3-2017 υποβλήθηκε σε νέα μαγνητική τομογραφία, η οποία επιβεβαίωσε την επιδείνωση των κακώσεών του, καθώς ανέδειξε στην περιοχή του γονάτου μικρή ποσότητα υγρού ενδοαρθρικά στον υπερεπιγονατιδικό αρθρικό θύλακα κυρίως, εκφύλιση (GRADE II) στο οπίσθιο κέρας του έσω μηνίσκου και παθολογικό μαγνητικό σήμα στο οπίσθιο κέρας του έσω μηνίσκου, που οφείλεται προφανώς στην παλιά ρήξη, και στην περιοχή της δεξιάς πηχεοκαρπικής διάσταση της σκαφομηνοειδούς άρθρωσης, μικρού βαθμού παραλλαγή της ωλένης, μηνοειδές τύπου II (που διαρθρώνεται με το αγκιστρωτό) και μικρές συλλογές υγρού στις διαρθρώσεις του καρπού.
Ακόμη, εξετάστηκε από τον χειρουργό ορθοπαιδικό Χ. Β., μετά την όρκισή του ως πραγματογνώμονα στις 1-3-2018, στα πλαίσια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 2.465/2017 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφασή του, ο οποίος διαπίστωσε τις ίδιες υπολειμματικές βλάβες με τον γιατρό Γ.
Β. (βλ. την με αριθ. κατάθεσης 65/2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του παραπάνω γιατρού) και έκρινε ότι αυτές συνιστούν αναπηρία από άποψη ανατομοφυσιολογική, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 15% από τη δυσκαμψία της δεξιάς πηχεοκαρπικής και τη μειωμένη λειτουργικότητα, 10% από τις λειτουργικές διαταραχές και τις κρίσεις αιμωδιών, αυχεναλγίας και ζάλης από την ΑΜΣΣ και 5% από τη δυσκαμψία και αρχόμενη αρθρίτιδα του δεξιού γόνατος.
Οι αναφερόμενες από τη δεύτερη εναγόμενη ατέλειες της πραγματογνωμοσύνης αυτής (μη αναφορά της ημερομηνίας εξέτασης του ενάγοντος, μη παραπομπή σε πρόσφατες απεικονιστικές εξετάσεις του, μη ακριβής προσδιορισμός των παλαιών εξετάσεων του κλπ) δεν εμποδίζουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή κρίση ως προς την ορθότητά της για τις υπολειμματικές βλάβες του ενάγοντος, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της πρώτης έφεσης, δεδομένου ότι αυτή συνδυάζεται με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
Επιπλέον, από το ατύχημα ο ενάγων παρουσίασε στρες και κατάθλιψη, με συμπτώματα διαταραχές ύπνου, έντονο φόβο, υπερεγρήγορση, έλλειψη ενδιαφέροντος για δραστηριότητες που του άρεσαν στο παρελθόν, ανηδονία και εκρήξεις οργής και του χορηγείται μέχρι σήμερα φαρμακευτική αγωγή (βλ. τα από 1-12- 2015, 16-5-2016 και 25-11-2019 ιατρικά πιστοποιητικά της ψυχιάτρου Γ.
Β.). Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων φορούσε κατά την επέλευση της σύγκρουσης ζώνη ασφαλείας, δεδομένου ότι οι σωματικές βλάβες του δεν ήταν βαριές και εκτεταμένες (κατάγματα, αιμορραγίες κλπ), δεν επήλθαν σε επικίνδυνα για τη ζωή μέρη του σώματος (κεφάλι, θώρακας κλπ), εντοπίζονται σε οπίσθιες και εσωτερικές επιφάνειές του (συνδεσμική κάκωση ΑΜΣΣ, ρήξη στο οπίσθιο κέρας του έσω μηνίσκου, διάταση πρώτου βαθμού στον έσω πλάγιο σύνδεσμο, ήπιο οστικό οίδημα στον έσω μηριαίο κόνδυλο οπισθίως, μερική ρήξη του σκαφομηνοειδούς συνδέσμου, ήπιο οστικό οίδημα και τραυματισμός του χόνδρου στην σκαφομηνοειδή περιοχή), και δικαιολογούνται από την πίεση που δέχθηκε το σώμα του σε καθιστή θέση.
Επομένως, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του, που προβλήθηκε προφορικά με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά και με τις προτάσεις της στην πρώτη συζήτηση, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς περιέχει όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωση και δικαστική αξιολόγησή του στοιχεία και επαναφέρεται στο Δικαστήριο τούτο με λόγο της έφεσής της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα των τριών (3) πρώτων μηνών μετά το ατύχημα είχε ανάγκη λήψης βελτιωμένης τροφής, πέραν της συνηθισμένης και εκείνης που ελάμβανε προηγουμένως, πλούσιας σε πρωτεΐνες, βιταμίνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία κλπ, δηλ. γαλακτομικών, κόκκινου κρέατος, ψαριών, φρούτων, φυσικών χυμών, η οποία δικαιολογείται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (....) από τη φύση, την βαρύτητα και την έκταση των κακώσεών του, την αποφυγή μυϊκών ατροφιών, την τόνωση του οργανισμού του και τη λήψη αντιφλεγμονώδους φαρμακευτικής αγωγής επί μακρόν.
Επομένως, δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 5 ευρώ ημερησίως και συνολικά των 450 (90 ημέρες Χ5) ευρώ, και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό κονδύλιο της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμο. Εξάλλου, από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν αποδείχθηκε καταστροφή των ρούχων (πουκαμίσου και παντελονιού), των υποδημάτων, της δερμάτινης ζώνης και του ρολογιού του ενάγοντος από το ατύχημα, αφού δεν υπήρξε βίαιη πρόσκρουσή του σε σκληρές επιφάνειες του αυτοκίνητου και δεν διαπιστώθηκαν εκδορές, εκχυμώσεις και γενικά ανοικτά τραύματα στο σώμα του, ώστε αυτά να σχιστούν, λερωθούν ή να καταστεί ανέφικτη η χρήση τους με κάποιο άλλο τρόπο και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Περαιτέρω, για την αποκατάσταση των κακώσεών του και για την αποφυγή μη αναστρέψιμων καταστάσεων, ο ενάγων απαιτείται να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις και συγκεκριμένα σε χειρουργική αρθροσκοπική μηνισκεκτομή του έσω μηνίσκου δεξιού γόνατος και σε χειρουργική συνδεσμοπλαστική σκαφομηνοειδούς συμβολής και μετεγχειρητικά σε φυσιοθεραπείες.
Τη χειρουργική μέθοδο, ως τη μόνη ενδεδειγμένη για τον παραπάνω σκοπό, προτείνουν όλοι οι γιατροί που τον εξέτασαν, και συγκεκριμένα τόσο οι θεράποντες νοσοκομειακοί και ιδιώτες, όσο και ο πραγματογνώμονας (βλ. την από 27-8-2010 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού- ορθοπαιδικού του Γενικού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών Ι.
Γ., την από 1-3-2016 ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη χειρουργού - ορθοπαιδικού -τραυματιολόγου Γ. Β. και την υπ' αριθμ. 65/2018 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Χ. Β.). Η άποψη που υποστηρίζεται από τον τεχνικό σύμβουλο της εναγόμενης χειρουργό - ορθοπαιδικό Μ. Λ., ότι οι παραπάνω σωματικές βλάβες αντιμετωπίζονται κυρίως συντηρητικά και όχι με χειρουργικές επεμβάσεις (βλ.
το από 23-10-2018 ιατρικό σημείωμά του), δεν ευσταθεί, διότι η συντηρητική αποκλειστικά αντιμετώπιση αφορά κυρίως πολύ μικρές βλάβες και όχι ρήξεις και διαστάσεις συνδέσμων ή ηλικιωμένους ασθενείς που λόγω των συνοδών παθήσεων δεν μπορούν να χειρουργηθούν και όχι νέα άτομα που είναι ενεργητικά, ασκούν απαιτητικά από άποψη σωματικής κατάστασης επαγγέλματα και επιθυμούν να αθλούνται, όπως ο ενάγων.
Άλλωστε, η συντηρητική μέθοδος δοκιμάστηκε στον ενάγοντα και απέτυχε να τον βοηθήσει. Η εφαρμογή της μεθόδου αυτής για μεγάλο χρονικό διάστημα οφείλεται στην προοδευτική επιδείνωση των ενοχλημάτων του. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι οι παραπάνω επεμβάσεις πρέπει να πραγματοποιηθούν σε ιδιωτικά νοσοκομεία του εξωτερικού, που διαθέτουν υπερσύχρονα, εξελιγμένα και πρωτότυπα μηχανήματα, εφαρμόζουν επαναστατικές μεθόδους και χρησιμοποιούν καινούργια συνθετικά υλικά, και ειδικότερα η πρώτη στο ιδιωτικό νοσοκομείο "Μ." στην Γερμανία και η δεύτερη στο ιδιωτικό Νοσοκομείο "L.
Η. C." στο Λονδίνο της Μεγάλης Βρετανίας, για να έχουν καλύτερα αποτελέσματα. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι επεμβάσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν με επιτυχία στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, τέτοιες επεμβάσεις πραγματοποιούνται επί 30 και πλέον χρόνια στη χώρα, έχει αποκτηθεί γνώση και εμπειρία για την άρτια εκτέλεσή τους, εφαρμόζονται σύγχρονες μέθοδοι και υλικά και υπάρχουν πλήρως εξοπλισμένα, στελεχωμένα και ασφαλή (από μικροβιολογικές λοιμώξεις, άλλες επιπλοκές κλπ) κέντρα (σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές κλπ).
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την από 2-11-2018 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος γιατρού του ενάγοντα χειρούργου - ορθοπαιδικού - τραυματιολόγου Γ. Β., ο οποίος αναφέρει ότι τα τελευταία 12 χρόνια πραγματοποιήθηκαν στην ιδιωτική αρθροσκοπική μονάδα "….." στην Πάτρα, από τον ίδιο και τους συνεργάτες του, περισσότερες από 1.000 αρθροσκοπικές επεμβάσεις για την αντιμετώπιση μικτών συνδεσμικών κακώσεων ή μόνο κακώσεων του οπισθίου κέρατος του μηνίσκου και 100 χειρουργικές επεμβάσεις για την αντιμετώπιση της αστάθειας καρπού, με ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Η άποψη του παραπάνω γιατρού και του πραγματογνώμονα Χ. Β. ότι οι επεμβάσεις αυτές στην Ελλάδα θα έχουν αβέβαια αποτελέσματα για τον ενάγοντα και η σύστασή τους να πραγματοποιηθούν σε εξειδικευμένα κέντρα στο εξωτερικό, δεν δικαιολογείται επαρκώς και δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Και τούτο, διότι δεν διαπιστώθηκαν και δεν αναφέρονται από αυτούς κάποια συμπτώματά του, που να προσδίδουν στις εν λόγω επεμβάσεις ιδιαίτερη δυσκολία, περιπλοκότητα και επισφάλεια, πέρα από αυτά που καθιστούν την χειρουργική αντιμετώπισή τους επιβεβλημένη έναντι της συντηρητικής.
Οσον αφορά το κόστος των χειρουργικών επεμβάσεων σε ιδιωτικό θεραπευτήριο στη χώρα και των μετεγχειρητικών φυσιοθεραπειών από τον πραγματογνώμονα Χ. Β. υπολογίζεται: α) για την αρθροσκοπική επέμβαση αποκατάστασης του έσω μηνίσκου στο συνολικό ποσό των 8.800 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 300 ευρώ για δαπάνη προεγχειρητικού ελέγχου, 900 ευρώ για δαπάνη εξόδων χειρουργείου και νάρκωσης, 600 ευρώ για δαπάνη νοσηλείας δύο ημερών, 500 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 3.000 ευρώ για αμοιβή ομάδας ορθοπεδικών χειρουργών (χειρουργού και βοηθού), 500 ευρώ για δαπάνη αλλαγής τραύματος και πο:ρακολούθησης και 3.000 για δαπάνη φυσιοθεραπείας για 60 ημέρες (50 ευρώ ημερησίως), β) για την αποκατάσταση της αστάθειας της δεξιάς πηχεοκαρπικής, με χειρουργικό καθαρισμό της άρθρωσης - συρραφή του σκαφομηνοειδούς συνδέσμου και συγκράτηση του σκαφοειδούς και μηνοειδούς οστού με βελόνες Κirschner, στο συνολικό ποσό των 9.100 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 300 ευρώ για δαπάνη προεγχειρητικού ελέγχου, 900 ευρώ για δαπάνη εξόδων χειρουργείου και νάρκωσης, 900 ευρώ για δαπάνη νοσηλείας τριών ημερών, 500 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 3.000 ευρώ για αμοιβή ομάδας ορθοπεδικών χειρουργών (χειρουργού και βοηθού), 500 ευρώ για δαπάνη αλλαγής τραύματος και παρακολούθησης και 3.000 για δαπάνη φυσιοθεραπείας για 60 ημέρες (50 ευρώ ημερησίως).
Περαιτέρω, από τον γιατρό Γ. Β. υπολογίζεται: α) για την αρθροσκοπική επέμβαση αποκατάστασης του έσω μηνίσκου στο συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 2.500 ευρώ για δαπάνη προεγχειρητικού ελέγχου,δαπάνη εξόδων χειρουργείου και νοσηλείας τεσσάρων ημερών, 500 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 3.500 ευρώ για αμοιβή χειρουργού και βοηθού και 3.500 ευρώ για δαπάνη μετεγχειρητικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης -ιατρικής παρακολούθησης αλλαγών φυσικοθεραπειών και β) για την αποκατάσταση της αστάθειας της δεξιάς πηχεοκαρπικής στο συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 4.500 ευρώ για δαπάνη προεγχειρητικού ελέγχου, εξόδων χειρουργείου και νοσηλείας πέντε ημερών, 500 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 5.000 ευρώ για αμοιβή χειρουργού και βοηθού και 5.000 ευρώ για δαπάνη μετεγχειρητικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης - ιατρικής παρακολούθησης- αλλαγών - φυσιοθεραπειών.
Τέλος, από το ¬ιδιωτικό θεραπευτήριο M. H., υπολογίζεται: α) για την αρθροσκοπική επέμβαση αποκατάστασης του έσω μηνίσκου στο συνολικό ποσό των 21.500 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 9.500 ευρώ για δαπάνη προεγχειρητικού ελέγχου, δαπάνη εξόδων χειρουργείου και νοσηλείας πέντε ημερών, 1.000 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 5.000 ευρώ για αμοιβή χειρουργού, 1.000 ευρώ για αμοιβή βοηθού χειρουργού και 5.000 ευρώ για δαπάνη μετεγχειρητικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης - ιατρικής παρακολούθησης- αλλαγών φυσικοθεραπειών και β) για την αποκατάσταση της αστάθειας της δεξιάς πηχεοκαρπικής στο συνολικό ποσό των 24.000 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 11.000 ευρώ για δαπάνη προεγχειρητικού ελέγχου, εξόδων χειρουργείου και νοσηλείας έξι ημερών, 1.000 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 6.000 ευρώ για αμοιβή χειρουργού, 1.000 ευρώ για αμοιβή χειρουργού και 5.000 ευρώ για δαπάνη μετεγχειρητικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης - ιατρικής παρακολούθησης- αλλαγών - φυσιοθεραπειών (βλ.
την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο από 25-11-2019 ιδιωτική γνωμάτευση του παραπάνω κέντρου). Λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι στον ζημιούμενο, ακόμη και αν έχει επαρκή ασφαλιστική κάλυψη, ανήκει η ελεύθερη επιλογή θεράποντος γιατρού και νοσοκομείου, ο οποίος μπορεί να ζητήσει τη μεγαλύτερη δαπάνη για την επιλογή ακριβότερου νοσοκομείου και γιατρού, αν λόγοι ταχύτερης ή καλύτερης αντιμετώπισης της κατάστασής του το δικαιολογούν, β) ότι αποδίδονται σ' αυτόν μόνο τα εύλογα έξοδα θεραπείας, δηλ.
αυτά που κρίνονται σκόπιμα και όχι όσα γίνονται από υπερβολική πρόνοια, γ) ότι από τα δεδομένα της περίπτωσης του ενάγοντος και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν προέκυψε ότι η επιλογή των πλέον δαπανηρών ιδιωτικών θεραπευτηρίων και γιατρών θα συμβάλλει στην ταχύτερη (αφού από αυτά συστήνεται μεγαλύτερη διάρκεια νοσηλείας) και στην καλύτερη αντιμετώπιση της υγείας του, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός δικαιούται, για την πραγματοποίηση των παραπάνω επεμβάσεων και φυσιοθεραπειών σε ιδιωτικό θεραπευτήριο της χώρας και με γιατρούς της εμπιστοσύνης του, τα παρακάτω ποσά:
α) για την αρθροσκοπική επέμβαση αποκατάστασης του έσω μηνίσκου το συνολικό ποσό των 7.600 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 300 ευρώ για δαπάνη προεγχειρητικού ελέγχου, 900 ευρώ για δαπάνη εξόδων χειρουργείου και νάρκωσης, 600 ευρώ για δαπάνη νοσηλείας δύο ημερών, 500 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 3.000 ευρώ για αμοιβή ομάδας ορθοπεδικών χειρουργών (χειρουργού και βοηθού), 500 ευρώ για δαπάνη αλλαγής τραύματος και παρακολούθησης και 1.800 για δαπάνη φυσιοθεραπείας επί 60 ημέρες (30 ευρώ ημερησίως Χ 60 ευρώ) β) για την αποκατάσταση της αστάθειας της δεξιάς πηχεοκαρπικής, το συνολικό ποσό των 7.900 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 300 ευρώ για δαπάνη προεγχειρητικού ελέγχου, 900 ευρώ για δαπάνη εξόδων χειρουργείου και νάρκωσης, 900 ευρώ για δαπάνη νοσηλείας τριών ημερών, 500 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου, 3.000 ευρώ για αμοιβή ομάδας ορθοπεδικών χειρουργών (χειρουργού και βοηθού), 500 ευρώ για δαπάνη αλλαγής τραύματος και παρακολούθησης και 1.800 ευρώ για δαπάνη φυσιοθεραπείας επί 60 ημέρες (30 ευρώ ημερησίως) και όχι μεγαλύτερα ποσά, τα οποία μόνο σε υπερβολική πρόνοιά του μπορούν να αποδοθούν.
Εφόσον έχει πρόθεση και δικαιολογημένο ενδιαφέρον να πραγματοποιήσει τις εν λόγω ιατρικές πράξεις, η δαπάνη τους, που αναφέρεται σε μελλοντική ζημία, πρέπει να του επιδικαστεί, αφού η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της είναι προσδιορισμένη εκ των προτέρων και απλώς η πραγμάτωσή της ανάγεται σε μελλοντικό χρόνο.
Υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος λόγω μη μείωσης της ζημίας του από την επιλογή ακριβότερων θεραπευτηρίων και γιατρών, που προβλήθηκε προφορικά με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά και με τις προτάσεις της στην πρώτη συζήτηση, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς περιέχει όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωση και δικαστική αξιολόγησή του στοιχεία και επαναφέρεται στο Δικαστήριο τούτο αδιαίρετα ως σύνολο μαζί με την αγωγή (......) αλλά και με τις προτάσεις της.
Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι οι παραπάνω υπολειμματικές βλάβες που παρουσιάζει είναι, μετά από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από το ατύχημα, οριστικές, του προκαλούν μόνιμη αναπηρία, η οποία θα επηρεάσει δυσμενώς την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη, δεδομένου ότι δεν θα μπορεί να εκτελεί μάχιμες υπηρεσίες, να λαμβάνει μέρος σε αγωνίσματα των σωμάτων ασφαλείας και των ενόπλων δυνάμεων (σκοποβολής κλπ), να εργάζεται μετά την σύνταξή του ως συνοδός υψηλών προσώπων - οργανωτής μέτρων ασφαλείας, να εκτελεί γεωργικές εργασίες στα κτήματα και στους κήπους του, να οδηγεί διαφόρων κατηγοριών οχήματα (αγροτικά, επιβατικά), να ασχολείται με αθλήματα (κολύμβηση, στίβο κ.α.) και να συμμετάσχει σε πολυήμερα ταξίδια αναψυχής, θα λαμβάνει για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα φαρμακευτική αγωγή για την ανακούφιση των σωματικών και ψυχικών συμπτωμάτων του, θα δυσκολεύεται να συνάπτει σχέσεις με το άλλο φύλο και θα υπολείπεται γενικά έναντι των συναδέλφων και των συνομηλίκων του.
Ωστόσο από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει από τώρα με βεβαιότητα ότι η παραπάνω αναπηρία του ενάγοντος είναι μόνιμη, δηλ. διαρκής και οριστική εφ' όρου ζωής του, που προϋποθέτει η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ για την παροχή ανάλογης χρηματικής παροχής, δεδομένου ότι αυτός θα υποβληθεί στο μέλλον στις προαναφερόμενες χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες θα επιφέρουν βελτίωση (αν όχι ίαση) των συμπτωμάτων του και δεν μπορεί να διαγνωστεί από το στάδιο αυτό τι είδους, βαθμού, σπουδαιότητας και χρονιότητας ατέλειες, σωματικές και ψυχικές, θα του απομείνουν και πως αυτές θα επιδρούν στους παραπάνω τομείς της ζωής του.
Το δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετικό συμπέρασμα από τις κρίσεις του γιατρού Γ. Β. και του πραγματογνώμονα Χ. Β., ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις δεν θα αποκαταστήσουν πλήρως τις βλάβες του ενάγοντα και ότι δεν θα τον καταστήσουν απολύτως υγιή όπως ήταν πριν το ατύχημα αντίστοιχα, διότι ο πρώτος δεν κάνει καμία ειδικότερη αναφορά σε καταστάσεις που θα συνεχίσουν να τον ταλαιπωρούν μετά από τις επεμβάσεις αυτές και ο δεύτερος αναφέρει το μεγάλο χρονικό διάστημα της αποθεραπείας των κακώσεων με φυσικοθεραπείες και φαρμακευτική αγωγή (το οποίο όμως κατά τον υπολογισμό του συνολικού κόστους των επιβεβλημένων πράξεων προσδιορίζει σε 60 ημέρες) και τις πιθανές μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθέν το κονδύλιο της ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω αναπηρίας, χωρίς να δημιουργείται εκ του λόγου αυτού δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για οριστική τομή της διαφοράς επί της ουσίας. Τέλος, ο ενάγων από τον τραυματισμό του δοκίμασε πόνο, στενοχώρια και ταλαιπωρία και επομένως υπέστη ηθική βλάβη.
Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την ηλικία του ενάγοντος (19 ετών), τη φύση και τη βαρύτητα του τραυματισμού του, τη βλάβη που επήλθε στη σωματική και ψυχική υγεία του, το είδος του επαγγέλματος του, την διάρκεια της ανικανότητάς του για εργασία, την διάρκεια της αποθεραπείας του, την ανάγκη υποβολής του σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις στο μέλλον και την κοινωνική και οικονομική κατάστασή του, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι έχει ιδιαίτερα εισοδήματα από την εργασία του ή από άλλη πηγή και αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία (η κοινωνική και οικονομική κατάσταση της δεύτερης εναγόμενης δεν λαμβάνεται υπόψη διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική), κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί, ως χρηματική του ικανοποίηση, το ποσό των 27.000 ευρώ, το οποίο είναι εύλογο κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο και δεν υπερτερεί ούτε υπολείπεται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα παραπάνω προσδιοριστικά κριτήρια.
Στο ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 30 ευρώ, το οποίο ο ενάγων επιφυλάχθηκε να ζητήσει στην ποινική δίκη σε βάρος της πρώτης εναγόμενης. Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγόμενη έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 42.950 (450+7.600+7.900+27.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή του αιτήματος της δεύτερης εναγόμενης περί εξαίρεσής της από την επιδίκαση του αυξημένου τόκου επιδικίας, διότι η αγωγή περιέχει κυρίως κονδύλια που επιδικάζονται κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 ΑΚ) και συνεπώς ευλόγως αυτή αντιδικεί ως προς το ύψος τους, το οποίο είχε υποβάλλει προφορικά με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά και με τις προτάσεις της στην πρώτη συζήτηση, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με αναφορά του παραπάνω λόγου της εξαίρεσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με τις εκκαλούμενες αποφάσεις, έκρινε όμοια ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, το είδος των σωματικών βλαβών του ενάγοντος, την αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης για την πρόκληση του ατυχήματος, την έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος για την πρόκληση του ατυχήματος και για την έκταση των σωματικών βλαβών του, την ύπαρξη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος για τη μη μείωση της ζημίας του, το κονδύλιο της καταστροφής των προσωπικών ειδών του και το κονδύλιο των τόκων επιδικίας, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι πρώτος, δεύτερος (κατά τα λοιπά σκέλη του), τρίτος και τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος), από τους λόγους της πρώτης έφεσης και οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος, όγδοος, ένατος και ενδέκατος από τους λόγους της δεύτερης έφεσης, με τους οποίους του αποδίδονται οι πλημμέλειες αυτές, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Αντίθετα, το παραπάνω Δικαστήριο που με τις αποφάσεις του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της βελτιωμένης τροφής, αντί να το δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμο για το ποσό των 450 ευρώ, που δέχθηκε εν μέρει το κονδύλιο των μελλοντικών ζημιών για το ποσό των 11.900 ευρώ, αντί των 15.500 (7.600+7.900) ευρώ, που δέχθηκε εν μέρει το κονδύλιο της πρόσθετης αποζημίωσης λόγω αναπηρίας για το ποσό των 40.000 ευρώ, αντί να το απορρίψει ως προώρως ασκηθέν και που δέχθηκε εν μέρει το κονδύλιο της ηθικής βλάβης για το ποσό των 30.000 ευρώ, αντί των 27.000 ευρώ, υπέπεσε στα παραπάνω σφάλματα, γι' αυτό ο τέταρτος (κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος) από τους λόγους της πρώτης έφεσης και ο τρίτος και ο έκτος (κατά το Λ σκέλος) από τους λόγους της δεύτερης έφεσης, με τους οποίους του αποδίδονται οι πλημμέλειες αυτές, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.
Μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις ως ουσιαστικά βάσιμες και να εξαφανιστούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς τις διατάξεις τους που κρίθηκαν εσφαλμένες και για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου και ως προς υπόλοιπες διατάξεις τους (.....), αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, που θα καθορισθεί εξαρχής, απορριπτομένου του δέκατου λόγου της δεύτερης έφεσης ως αλυσιτελούς.
Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση για κατ' ουσίαν εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ) και αφού θεωρηθεί ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς την πρώτη εναγόμενη, να κριθεί αυτή ορισμένη και νόμιμη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, με έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδάφιο. β, 340, 346, 914, 928, 929, 931 και 932, ΑΚ 2, 4, 9, 10 του ν.ΓΠΝ/1911,2, 4, 10, ν. 489/1976, 70, 176 και 191 ΚΠολΔ και οι ισχυρισμοί της εναγόμενης αυτής περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, στην έκταση του τραυματισμού του, και στη μη μείωση των ζημιών του και περί εξαίρεσης από την επιδίκαση τόκων επιδικίας, ορισμένοι και νόμιμοι, με έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 2 ν. 4055/2012.
Τέλος, αφού απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι ο ισχυρισμοί της δεύτερης εναγόμενης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού του και ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο καταστροφής των προσωπικών ειδών της αγωγής, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος λόγω μη μείωσης της ζημίας του και εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγόμενη έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 42.950 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία αυτές, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 368/2019 οριστική απόφαση και την υπ' αριθ. 2465/2017 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 20-6-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη είναι υπόχρεη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (42.950) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο αφού έκρινε ότι για την αντιμετώπιση των σωματικών κακώσεων του παθόντος δεν ήταν αναγκαία η μετάβασή του στην αλλοδαπή και ότι η κατάσταση της υγείας του μπορούσε να αντιμετωπισθεί στην Ελλάδα, στη συνέχεια, απέρριψε κατ` ουσίαν το αγωγικό κονδύλιο "για την καταβολή δαπανών νοσηλείας στο εξωτερικό του αναιρεσείοντος".
Η κρίση αυτή του Εφετείου αποτελεί ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση, διέλαβε δε το Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 298, 929 και 281 ΑΚ, που εφαρμόστηκαν.
Περαιτέρω δεν στέρησε αυτήν (απόφαση) νόμιμης βάσης, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κρίνοντας ειδικότερα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ως άνω σωματικές κακώσεις του αναιρεσείοντος μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ιατρικώς και στην Ελλάδα, εφόσον η αναγκαιότητα μετάβασης του στο εξωτερικό δεν αιτιολογείται τόσον από την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, όσο και από τις λοιπές σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις.
Δεν ήταν δε αναγκαίο να παρατεθούν στην προσβαλλομένη άλλα πραγματικά περιστατικά, και δη, αν υφίσταται εξειδικευμένο προσωπικό, μηχανήματα συνθετικά υλικά και τεχνογνωσία αντίστοιχη αυτής που διαθέτουν τα νοσηλευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, που μπορούν να οδηγήσουν στην πλήρη αποκατάσταση των παθόντων μελών του, εφόσον, κατά τις παραδοχές, οι εν λόγω εγχειρήσεις πραγματοποιούνται στην Ελλάδα από τριακονταετίας και οι Έλληνες ιατροί διαθέτουν τις σχετικές επιστημονικές γνώσεις, ενώ και στα Ελληνικά νοσοκομεία υφίσταται η σχετική υποδομή προς αντιμετώπιση αυτών των σωματικών βλαβών.
Οι σχετικές ανέλεγκτες κρίσεις του Εφετείου αποτελούν το συμπέρασμα μετά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων. Ήτοι με τις εν λόγω κρίσεις του, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, στο ζήτημα της δυνατότητας αντιμετώπισης των σωματικών βλαβών που υπέστη ο αναιρεσείων από τα ελληνικά νοσηλευτικά ιδρύματα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, η απόρριψη δε του αιτήματός του, περί διενέργειας των σχετικών χειρουργικών επεμβάσεων στην αλλοδαπή, κρίθηκε ότι προβλήθηκε από υπερβάλλουσα πρόνοια, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα.
Το αν, επιβάλλεται η μετακίνηση αυτή στην αλλοδαπή, κρίνεται αντικειμενικά και όχι κατά την προσωπική αντίληψη του παθόντος, όπως εν προκειμένω.
Συνεπώς, το Εφετείο επί του θέματος αυτού διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και, συνεπώς, οι αναφερόμενοι στην αίτηση συλλήβδην πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 (και όχι 12 ή 10, όπως εσφαλμένως εκτίθεται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Η κρίση του Εφετείου ότι για τις εν λόγω χειρουργικές επεμβάσεις απαιτούνται τα ποσά των 7.600 και 7.900 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία και επιδίκασε (άρθρο 929 ΑΚ, ως δαπάνες στις οποίες θα υποβληθεί στο μέλλον ο αναιρεσείων), είναι πλήρως και σαφώς αιτιολογημένη, κατέληξε δε το Εφετείο στα εν λόγω ποσά, αφού εξετίμησε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Δεν ήταν υποχρεωμένο να αποδεχθεί, στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, τα όσα αναφέρονται στις σχετικές βεβαιώσεις του νοσηλευτικού ιδρύματος Μ. Η., όσον αφορά το κόστος των εν λόγω χειρουργικών επεμβάσεων στο ως άνω θεραπευτήριο.
Συνεπώς και ο ένατος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στους προαναφερομένους λόγους είναι απαράδεκτες, όπως επίσης η προβαλλόμενη με τον δέκατο ένατο λόγο αναίρεσης πλημμέλεια της απόρριψης του κονδυλίου της καταστροφής των ενδυμάτων και του ωρολογιού του, με τον ισχυρισμό ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρος, τους συλλογισμούς και το έγγραφο (ότι εκτινάχθηκε βίαια), δεδομένου ότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως των εν λόγω ισχυρισμών στο άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, αλλά και στον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία υπέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση της καταχρηστικότητας των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για διενέργεια των χειρουργικών επεμβάσεων στην αλλοδαπή, όμως δεν επανέφερε την ένστασή της ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης. 'Ητοι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγμα το οποίο η εναγομένη δεν είχε προβάλει νομίμως ενώπιόν του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή υπέβαλε τη σχετική ένσταση προς αντίκρουση της έφεσης του εκκαλούντος αναιρεσείοντος, δεν μπορούσε δε να προβάλει τον σχετικό ισχυρισμό με λόγο έφεσης, εφόσον το σχετικό αίτημα αυτού (αναιρεσείοντος) είχε απορριφθεί και ως νικήσασα διάδικος, όσον αφορά το κεφάλαιο τούτο, δεν είχε έννομο συμφέρον να διαλάβει και σχετικό λόγο στην έφεσή της.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 322/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη.
Όπως δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και όταν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του και επίσης αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.
Όμως, ως προς τις επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, που περιέχονται στις βεβαιώσεις αυτές, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα ευρήματα που αναφέρονται στις εν λόγω βεβαιώσεις, έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, όπως, άλλωστε, ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔ και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές επιστημονικές γνώσεις (ΑΠ 302/2020, 1660/2009).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο χειρουργός ορθοπεδικός ιατρός Χ. Β., ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 2456/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επίσης, ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη την ιατρική γνωμάτευση του ιατρού-ορθοπεδικού Γ.Β. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους έγγραφα, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Όσον αφορά την πλημμέλεια που αποδίδει στην προσβαλλομένη ο αναιρεσείων ότι αυτή δεν απέδωσε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τη βεβαίωση του ιατρού Γ.Β. την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο τελευταίος ότι αυτές έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον δεν ελέγχεται αναιρετικά, δεδομένου ότι με αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη οι εν λόγω βεβαιώσεις των ιατρών έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από τον συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.
Όσον αφορά όμως τις σχετικές επιστημονικές εκτιμήσεις των συντακτών των πιο πάνω γνωματεύσεων (όπως εν προκειμένω οι κρίσεις του πραγματογνώμονος που συστήνει οι επεμβάσεις να γίνουν στην αλλοδαπή), που αποτυπώνονται στα παραπάνω έγγραφα, εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση απόδοσης απ` αυτό στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα αποδεικτικής δύναμης μικρότερης από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει γι` αυτά ο νόμος.
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η εκ των αρ. 11γ, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης και οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ομοίως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η εκ των αρ. 11γ (ορθότερο και όχι από τον αρ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και αφορούν την ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Χ. Β. και την ιατρική βεβαίωση του ιατρού Γ.Β., είναι αβάσιμοι, σύμφωνα με την αιτιολογία που παρατέθηκε ανωτέρω και σύμφωνα με την οποία οι σχετικές επιστημονικές εκτιμήσεις των συντακτών των πιο πάνω γνωματεύσεων που αποτυπώνονται στα παραπάνω έγγραφα, εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προκύπτει ότι "...η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προκλήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, σύμφωνα με τις απόψεις της ιατρικής αλλά και κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" εξάλλου, νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθ` όσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους.
Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ` όσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και επηρεάζει το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποίαν προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.
Το ποσόν του επιδικαζόμενου κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως αλλά και της ηλικίας του παθόντος. Είναι πρόδηλον ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ αξίωση είναι διαφορετική τόσον από την αξίωση της διάταξης του άρθρου 929 ΑΚ για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, όσον και από την κατ` άρθρο 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση εκάστης εξ αυτών δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μίας των υπολοίπων (ΑΠ 306/2022, ΑΠ 929/2020, ΑΠ 158/2016). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 11γ και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια καθόσον προέβη σε κακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη την ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Γ.
Β., από την οποία προέκυπτε μόνιμη ψυχιατρική βλάβη ποσοστού 30-67% και απέρριψε το αίτημά του για την επιδίκαση αποζημίωσης, ενώ διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες απορρίπτοντας την αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι τα σχετικά κονδύλια απορρίφθηκαν από το Εφετείο, ως προώρως ασκηθέντα και, συνεπώς, δεν ερευνήθηκαν κατ` ουσίαν, ώστε να ιδρυθεί η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1751/2017 ΑΠ 140/2010).
Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί ότι το Εφετείο με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογεί ότι "από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει από τώρα με βεβαιότητα ότι η παραπάνω αναπηρία του ενάγοντος είναι μόνιμη, δηλ. διαρκής και οριστική εφ' όρου ζωής του, που προϋποθέτει η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ για την παροχή ανάλογης χρηματικής παροχής, δεδομένου ότι αυτός θα υποβληθεί στο μέλλον στις προαναφερόμενες χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες θα επιφέρουν βελτίωση (αν όχι ίαση) των συμπτωμάτων του και δεν μπορεί να διαγνωστεί από το στάδιο αυτό τι είδους, βαθμού, σπουδαιότητας και χρονιότητας ατέλειες, σωματικές και ψυχικές, θα του απομείνουν και πως αυτές θα επιδρούν στους παραπάνω τομείς της ζωής του.
Το δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετικό συμπέρασμα από τις κρίσεις του γιατρού Γ. Β. και του πραγματογνώμονα Χ. Β., ότι οι χειρουργικές επεμβάσεις δεν θα αποκαταστήσουν πλήρως τις βλάβες του ενάγοντος και ότι δεν θα τον καταστήσουν απολύτως υγιή όπως ήταν πριν το ατύχημα αντίστοιχα". Με τις προαναφερόμενες παραδοχές το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε από το Εφετείο ως προώρως ασκηθέν.
Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι η απόρριψη της αξίωσης αυτής ως πρόωρης, δεν δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του αναιρεσείοντος σε μελλοντική δίκη, διότι δεν πρόκειται για τομή διαφοράς (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013).
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δέκατος λόγος αναίρεσης, αλλά και οι δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 11γ, ΚΠολΔ, καθόσον επαναλαμβάνεται ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τις μειωμένες δυνατότητες που αυτός θα έχει στο μέλλον, καθώς επίσης ότι δεν έλαβε υπόψη 1) την ιατρική γνωμάτευση του Β., 2) την ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Χ.
Β., εφόσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα σχετικά κονδύλια απορρίφθηκαν από το Εφετείο, ως προώρως ασκηθέντα και, συνεπώς, δεν ερευνήθηκαν κατ` ουσίαν. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο όγδοο λόγους αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι κατά κακή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ και παραβιάζοντος την αρχή της αναλογικότητας του επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των 27.000 ευρώ, στέρησε δε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού δεν έλαβε υπόψη την περιουσιακή κατάσταση τόσον αυτού όσο και υπαίτιας οδηγού, τις συνθήκες ατυχήματος, το ότι η η υπαίτια οδηγός αδιαφόρησε για τις προκληθείσες σ' αυτόν σωματικές βλάβες εκ του ατυχήματος και δεν του συμπαραστάθηκε, καθώς επίσης δεν έλαβε υπόψη την έκταση των σωματικών του βλαβών.
Το ως άνω ποσό, όπως ισχυρίζεται, είναι καταφανώς χαμηλό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Με αυτά, τα οποία ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης στο ποσό των 27.000 ευρώ δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στον αναιρεσείουντα χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της Ν. Μ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε- 3934 Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, αναφέρεται ρητά στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, στην αποκλειστική υπαιτιότητα της προαναφερομένης οδηγού και στις σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους της (προσβαλλομένη) εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.
Συνεπώς, η προσβαλλομένη ως προς το αίτημα αυτό ουδόλως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Επομένως, οι ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος όγδοος λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02-04-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από τον νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με τον νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι` αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στον δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με τον νόμιμο ή τον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση αυτά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, ο τόκος υπερημερίας πρέπει να επιδικάζεται κατ` εξαίρεση μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1059/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγόμενη έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 42.950 (450+7.600+7.900+27.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή του αιτήματος της δεύτερης εναγόμενης περί εξαίρεσής της από την επιδίκαση του αυξημένου τόκου επιδικίας, διότι η αγωγή περιέχει κυρίως κονδύλια που επιδικάζονται κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του άρθρου 932 ΑΚ) και συνεπώς ευλόγως αυτή αντιδικεί ως προς το ύψος τους, το οποίο είχε υποβάλλει προφορικά με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά και με τις προτάσεις της στην πρώτη συζήτηση, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με αναφορά του παραπάνω λόγου της εξαίρεσης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονείτο για την απόρριψη με την πρωτόδικη απόφαση του αιτήματός του για την επιδίκαση των ποσών που αιτείτο με τον τόκο επιδικίας και όχι υπερημερίας, λόγω της μη εύλογης αντιδικίας. Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα με το να επιδικάσει τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την, κατά τα ανωτέρω, αντικατάστασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτού, καθόσον δέχθηκε, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης αυτής από την επιδίκαση τόκων επιδικίας, ήτοι δέχθηκε ότι συντρέχει το εύλογο της αντιδικίας (το οποίο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, είναι το μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας) και, ως εκ τούτου, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ, την οποία το Εφετείο, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, ορθώς εφάρμοσε.
Επομένως, ο εικοστός αναιρετικός λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-5-2021 αίτηση του Ι. Ν. για αναίρεση της υπ` αριθ. 6693/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ