Legislator Case Law & Legislation
1316/2022 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to state material factual assumptions in the appeal petition.

Case Number 1316/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal petition as inadmissible because the appellant failed to state the critical factual assumptions underlying the lower court's decision. Although the appellant alleged violations of civil code interpretation rules and procedural articles, the petition merely copied excerpts from the first-instance proceedings without summarizing the specific facts the lower court relied upon to reject the claim. The court ruled that without these essential factual premises, the alleged legal errors could not be substantively examined.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure. An appeal petition is inadmissible if it fails to state the critical factual assumptions of the challenged decision, rendering the alleged legal errors unreviewable.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal factual assumptions Civil Code interpretation Code of Civil Procedure substantive review appellant burden lower court decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1316 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1316/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο - Δημήτριο Κρεμμύδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Καλαϊτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15800/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1879/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως η τελευταία διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την 525/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).

Επομένως η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από τη δικαστήριο της ουσίας και κατά συνέπεια για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 482/2010, ΑΠ 516/2009, ΑΠ 838/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς την εφαρμογή του, αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι προπαρετεθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 37/2021, 355/2020, 1165/2019, 881/2019, 1658/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "...Η εναγομένη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, η εκδοθείσα οριστική εγκριτική υπ' αρ.46024/ΥΠΕ/5/01113/Ε/Ν.3299/2004/17-9-2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 2121/1-10-2009), με την οποία εγκρίθηκε οριστικά η ένταξη του κατατεθειμένου από την ενάγουσα επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3299/2004, είναι παράνομη και εκδόθηκε κατόπιν "εξαπάτησης" εκ μέρους της ενάγουσας, για το λόγο ότι, στις 4-6-2009, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της ως άνω οριστικής εγκριτικής απόφασης, έλαβε χώρα νομοθετική αλλαγή, ήτοι με την υπ' αρ. 24208/4-6-2009 απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης με τίτλο "Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού" (ΦΕΚ 1138/11-6-2009- Τεύχος Β'), σε όλες τις τουριστικά αναπτυσσόμενες περιοχές, είχε περιοριστεί η μέγιστη πυκνότητα των κλινών ανά στρέμμα, από 10, 12 και 15 κλίνες/στρέμμα, σε 8, 9 και 10 κλίνες/στρέμμα αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να μειωθεί η δυναμικότητα της υπό ανέγερση ξενοδοχειακής της μονάδας από 140, (που ήταν ο αρχικός σχεδιασμός της εναγομένης), σε 112 κλίνες (14 στρέμματα X 8 κλίνες/στρέμμα).

Ο ως άνω ισχυρισμός της εκκαλούσας περί του παρανόμου της έκδοσης της οριστικής εγκριτικής υπουργικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε βάσει της από 28-8-2008 αίτησης ένταξης και κατόπιν της έκδοσης της από 3-11-2008 Προέγκρισης Βεβαίωσης Επιλεξιμότητας, ισχυρισμό τον οποίο συνδέει με την, προηγηθείσα της οριστικής έγκρισης, νομοθετική αλλαγή της πυκνότητας κλινών ανά στρέμμα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε, αφού αυτή εκδόθηκε, επί αιτήσεως υποβληθείσας με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, για την οποία είχε ήδη εκδοθεί προέγκριση και είχε όλα τα χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης, παράγουσας έννομες συνέπειες, χωρίς να έχει προσβληθεί, πολλώ μάλλον δεν αποδείχτηκε ότι, η έκδοση της ως άνω εγκριτικής απόφασης συνδέεται με παράνομες ενέργειες της ενάγουσας εργολάβου εταιρίας συμβούλων.

Περαιτέρω, η εναγομένη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, η αλλαγή της δυναμικότητας της υπό ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας από 140 κλίνες σε 112, μετέβαλε δραματικά τα επιχειρηματικά της δεδομένα και θα επηρέαζε αρνητικά την περαιτέρω βιωσιμότητα της επιχείρησής της, ενώ η ενάγουσα όφειλε να την-προειδοποιήσει για την επερχόμενη νομοθετική μεταβολή.

Ο ισχυρισμός της αυτός, τον οποίο επαναφέρει με λόγο έφεσης, θα μπορούσε να προβληθεί ως λόγος για τη μη περαιτέρω υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης, για την οποία, με την επίδικη σύμβαση, προβλέφθηκε άλλη αμοιβή της ενάγουσας, ποσού ίσου με 1,40% επί της εγκριθείσας επιχορήγησης. Σε κάθε όμως περίπτωση, κρίνεται αβάσιμος, για τους ακόλουθους λόγους:

α) δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ένδικη αξίωση (συμφωνηθείσα αμοιβή αυτής της φάσης της σύμβασης) και τη συμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, καθώς, η παροχή χωροταξικών, πολεοδομικών και λοιπών σχετικών πληροφοριών και συμβουλών, δεν αποτελούσε αντικείμενο του αναληφθέντος από αυτήν έργου, όπως αυτό λεπτομερώς προσδιορίστηκε στο από 22-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Αντιθέτως, τις σχετικές υπηρεσίες είχε αναλάβει να προσφέρει στην εναγομένη το αρχιτεκτονικό γραφείο με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ 75 ΕΠΕ", λαμβάνοντας αμοιβή ποσού 35.000 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη με ημερομηνία 28- 12-2009 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του ανωτέρω αρχιτεκτονικού γραφείου).

Η δε ενάγουσα, καίτοι δεν αποτελούσε ρητή συμβατική υποχρέωσή της, στις 5-5-2009, " μόλις ενημερώθηκε για την επικείμενη αλλαγή του χωροταξικού σχεδιασμού, φρόντισε να ενημερώσει σχετικά το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, καλώντας τον να επισπεύσει τις διαδικασίες αδειοδοτήσεων (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενη από την ενάγουσα φαξ με ημερομηνία αποστολής 5-5-2009), προκειμένου να προλάβει χρονικά την υπαγωγή του επενδυτικού έργου στο προηγούμενο νομικό καθεστώς, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης β) στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν αναφέρεται ως παραγωγικό δικαιοπρακτικό θεμέλιο αυτής και ως δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων μερών, ή έστω της εναγομένης, η συγκεκριμένη δυναμικότητα κλινών (140), αναφορά η οποία θα οδηγούσε ενδεχομένως στην κρίση ότι, τα μέρη απέβλεψαν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης, γ) η απόκλιση των 20 ποσοστιαίων μονάδων (20%) στη δυναμικότητα του ξενοδοχείου, (διαφορά 28 κλινών -112- επί των 140 του αρχικού σχεδιασμού της εναγομένης), σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν συνιστά απολύτως καθοριστική παράμετρο της βιωσιμότητας της επιχείρησης, ούτε την επηρεάζει δραματικά, όπως επικαλείται αβασίμως, αλλά πέραν αυτού, η υλοποίηση ή μη της επένδυσης εκ μέρους της εναγομένης δεν ασκεί έννομη επιρροή στο δικαίωμα της αμοιβής της ενάγουσας για τη συγκεκριμένη φάση του εκτελεσθέντος έργου της, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, με ρητό συμβατικό όρο προβλέφθηκε και συμφωνήθηκε ότι, η αμοιβή της, (ποσοστού 3,4% επί του συνολικού ύψους της επιχορήγησης του επενδυτικού σχεδίου), στην 1η φάση του επιδίκου έργου, ήταν ανεξάρτητη από την ενδεχόμενη πρόθεση του εργοδότη περί υλοποίησης ή μη της επένδυσης, δ) ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, λόγω της ιδιότητάς του ως αντιπροέδρου της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών-Αττικής (Ε.Ξ.Α.Α.) και μέλους του διοικητικού συμβουλίου του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ξ.Ε.Ε.) επί σειρά ετών (βλ.προσκομιζόμενες από την ενάγουσα εκτυπώσεις από την ιστοσελίδα του Ε.Ε.Ε.

και της Ε.Ξ.Α.Α.), προδήλως γνώριζε ότι επρόκειτο να επέλθει μεταβολή του πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και παρά ταύτα, δεν αιτήθηκε απόσυρση του φακέλου για την υπαγωγή του επενδυτικού έργου της εναγομένης στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου, πριν από την έκδοση της με αριθμό 46024/ΥΠΕ/5/ 01113/Ε/Ν.3299/ 2004/17- 9-2009 εγκριτικής απόφασης, προκειμένου, τουλάχιστον, να αποφύγει την ενοχική υποχρέωσή του, καταβολής της ένδικης αμοιβής της ενάγουσας...''.

Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παρόλο που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέγνωσε (εμμέσως) ασάφεια ως προς το νόημα του με το άρθρο 3 αρ. 2 του από 22 Ιουλίου 2008 καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνηθέντος όρου, κατά τον οποίο, " Σε περίπτωση λήψης επίσημης έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου τότε, και μόνο τότε, θα καταβληθεί από τον Εργοδότη στην Ανάδοχο ποσό ίσο με 3,40% επί του συνολικού ύψους της επιχορήγησης του επενδυτικού προγράμματος που θα εγκριθεί, συμπεριλαμβανομένης και της τυχόν αναπροσαρμογής κόστους του επενδυτικού προγράμματος...

ανεξαρτήτως από ενδεχόμενη πρόθεση του Εργοδότη περί υλοποίησης ή μη της επένδυσης", καθότι για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση αναζήτησε στοιχεία εκτός του γράμματος της επίμαχης συμφωνίας, όπως για παράδειγμα το "παραγωγικό δικαιοπρακτικό θεμέλιο αυτής", η "δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων μερών ή έστω της εναγομένης" τα "διδάγματα της κοινής πείρας" και το "επικληθέν και προσκομισθέν από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό" και συνακόλουθα παραβίασε ευθέως τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες με τη μη εφαρμογή τους.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας του ανωτέρω όρου της μεταξύ των διαδίκων από 22 Ιουλίου 2008 συμβάσεως, σχετικά με την αναληφθείσα συμβατικά υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, πλην των άλλων, περί "λήψης επίσημης έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου" της αναιρεσείουσας και την υποχρέωση αυτής για την καταβολή της συμφωνηθείσης για το στάδιο αυτό του έργου αμοιβής, το οποίο (στάδιο), κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκτελέστηκε, ούτως ώστε να έπρεπε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Οι αναφερόμενες δε κατά τη θεμελίωση του ερευνόμενου λόγου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορούν την κρίση του Εφετείου σχετικά με τον υπ' αυτής προβληθέντα ισχυρισμό περί βιωσιμότητος της επιχείρησής της από τον περιορισμό της μέγιστης πυκνότητας των κλινών ανά στρέμμα, που αφορά όμως το τελικό στάδιο υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου από την ίδια και για το οποίο συμφωνήθηκε αμοιβή 1,40% επί της εγκριθείσης επιχορήγησης και δεν συνέχονται ούτε σχετίζονται με την προβαλλόμενη δήθεν εσφαλμένη ερμηνεία του προαναφερόμενου όρου της συμβάσεως, που αφορά το στάδιο της έγκρισης της επιχορήγησης.

Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, σχετικά με την, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ερμηνεία και το νόημα του ως άνω συμφωνηθέντος όρου, αλλά και την αληθή βούληση των συμβληθέντων μερών, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς το σαφές περιεχόμενο του ανωτέρω όρου και συνακόλουθα ως προς τη μη συνδρομή κενού ή ασάφειας, και επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 KΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι` αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/2014).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 KΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 KΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 KΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο ( ΑΠ 826/2021, 761/2020, 403/2019, 582/2018, 1705/2008).

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 180/2014). Περαιτέρω από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.

Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017).

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 675/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας " τον νομίμως προβληθέντα αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό μας ότι ''δεν εξετέλεσε η αντίδικος το αναληφθέν (β' φάση), με το από 22/7/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, έργο, το οποίο αφορούσε τη λήψη επίσημης (νόμιμης) έγκρισης ίδρυσης ξενοδοχείου 5 αστέρων και 140 κλινών''", που είχε προβάλλει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της εφέσεώς της, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 ΚΠολΔ, την οποία ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητος της με αρ.

πρωτ. 46024/ΥΠΕ/5/01113/Ε/Ν.3299/2004/17-9-2009 εγκριτικής του επενδυτικού σχεδίου υπουργικής αποφάσεως, από την οποία ως πρόκριμα εξαρτάται η διάγνωση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς και συγκεκριμένα, αν οφείλεται ή όχι στην αναιρεσίβλητη-ενάγουσα αμοιβή κατ' άρθρο 3 αρ. 2 του μεταξύ των ιδιωτικού συμφωνητικού. Ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι τον ως άνω πραγματικό ισχυρισμό της, που προέβαλε με τους πρώτο και τέταρτο λόγους εφέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τον είχε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως εναγόμενη, ούτε όπως είχε προτείνει αυτόν ενώπιον του αυτού δικαστηρίου ή ότι πρόκειται για νέο πραγματικό ισχυρισμό που μπορούσε παραδεκτά να τον προτείνει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως εκκαλούσα με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο αυτής καθότι συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρότεινε τον ως άνω ισχυρισμό με τις υποβληθείσες προτάσεις της , οι οποίες επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με τις ακόλουθες αναφορές, ότι : 1) "Πράγματι στις 4-6-2009, πριν δηλαδή την υποτιθέμενη κατά την αντίδικο υπαγωγή μου στις διατάξεις του νόμου 3299/2004 με την 46024/ΥΠΕ/5/01113/Ε/Ν.3299/2004/17-9-2009, απόφαση, με την 24208/4-6-2009..... "έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Εκπτώσεων αυτού"....η μέγιστη πυκνότητα των κλινών ανά στρέμμα περιορίζεται από 10, 12 και 15 κλίνες/στρέμμα σε 8, 9, 10 κλίνες /στρέμμα.

Για το λόγο λοιπόν αυτό δεν θα μπορούσε να ανεγερθεί ξενοδοχειακή μονάδα 140 κλινών (14 στρέμματα χ 10) αλλά μόνον 112 κλινών (14 στρέμματα χ 8).Την μεταβολή αυτή, η οποία είναι κρίσιμης σημασίας για τη βιωσιμότητα της ξενοδοχειακής μονάδας που επρόκειτο να δημιουργηθεί, η αντίδικος είχε την υποχρέωση να την επισημάνει τόσο σε μένα όσο και στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών,......αλλά και σε κάθε περίπτωση εκείνο που είχε αναλάβει ως έργο ήταν οι ενέργειες για την σύννομη υπαγωγή στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004 επενδυτικού σχεδίου για τη δημιουργία συγκεκριμένης ξενοδοχειακής μονάδας 140 κλινών και όχι βέβαια 112.

Η αντίδικος θα έπρεπε έγκαιρα να με ενημερώσει, ώστε να κρίνω κατά πόσον θέλω ή όχι να πραγματοποιήσω την επένδυση υπό τους νέους όρους.......αλλά και το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών ουδέποτε θα εξέδιδε την απόφασή του με την οποία δήθεν επιχορηγεί επένδυση 140 κλινών αν και τούτο είναι παράνομο, αφού στο υπό κρίση αγροτεμάχιο επιτρέπονται μόνον 112 κλίνες. 2).

Η αντίδικος σκόπιμα δεν προέβη στις ανωτέρω ενέργειες διότι γνώριζε ότι με 112 κλίνες η επένδυση δεν θα ήταν βιώσιμη, θα ήταν ζημιογόνα, οπότε ούτε από εμένα θα ήταν επιθυμητή η πρόοδος της, αλλά και το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών δεν θα την ενέκρινε.....3) Βεβαίως δε τέτοια έγκριση ουδέποτε θα μπορούσε να επιτευχθεί σύννομα, αφού οι επιτρεπόμενες από το νόμο κλίνες ανά στρέμμα ήταν λιγότερες από αυτές που προβλεπόταν από το επιχειρηματικό σχέδιο...4) Παρά ταύτα η αντίδικος αποσκοπώντας και μόνον στην είσπραξη από εμένα της αμοιβής της ουδέν έπραξε ώστε τελικά εξαπατώντας τόσον εμένα όσο και το Ελληνικό Δημόσιο πέτυχε να εκδοθεί κατά ευθεία παραβίαση αυτού η 46024/ΥΠΕ/5/01113/Ε/Ν.3299/2004/17-9-2009 απόφαση γνωρίζοντας βέβαια ότι η προγραμματισθείσα επένδυση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί..5) Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι η αντίδικος γνώριζε ότι τελικά ουδέποτε είχε λάβει νόμιμη έγκριση για την υπαγωγή μου στις διατάξεις του ν. 3299/2004 και ότι εν παση περιπτώσει η υποτιθέμενη έγκριση ήταν μη υλοποιήσιμη, δηλαδή ουδέποτε θα μπορούσε να ληφθεί η σχετική, δήθεν χάριν στις ενέργειες της επιτευχθείσα, επιχορήγηση...

Συνεπώς η αδυναμία πραγματοποίησης της επένδυσης, αφού αυτή αντέκειτο στο ισχύον νομοκανονιστικό πλαίσιο καθιστά την δήθεν "έγκριση" άνευ αντικειμένου και παράνομη....6) Επειδή σύμφωνα με τα ανωτέρω ουδέποτε η αντίδικος εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση για τη "λήψη επίσημης έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου" ώστε να δικαιούται την αμοιβή που διεκδικεί αφού αφενός σύμφωνα με το νόμο δεν ήταν δυνατή η έγκριση του συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου και αφετέρου ουδέποτε πραγματοποιήθηκε η κατάθεση όλων των απαιτουμένων δικαιολογητικών ώστε να ληφθεί η έγκριση αυτή.", και τον ισχυρισμό αυτόν επανέφερε παραδεκτώς ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς της, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εναγομένη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι, η εκδοθείσα οριστική εγκριτική υπ' αρ.46024/ΥΠΕ/5/01113/Ε/Ν.3299/2004/17-9-2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 2121/1-10-2009), με την οποία εγκρίθηκε οριστικά η ένταξη του κατατεθειμένου από την ενάγουσα επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3299/2004, είναι παράνομη και εκδόθηκε κατόπιν "εξαπάτησης" εκ μέρους της ενάγουσας, για το λόγο ότι, στις 4-6-2009, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της ως άνω οριστικής εγκριτικής απόφασης, έλαβε χώρα νομοθετική αλλαγή, ήτοι με την υπ' αρ. 24208/4-6-2009 απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης με τίτλο "Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού" (ΦΕΚ 1138/11-6-2009- Τεύχος Β'), σε όλες τις τουριστικά αναπτυσσόμενες περιοχές, είχε περιοριστεί η μέγιστη πυκνότητα των κλινών ανά στρέμμα, από 10, 12 και 15 κλίνες/στρέμμα, σε 8, 9 και 10 κλίνες/στρέμμα αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να μειωθεί η δυναμικότητα της υπό ανέγερση ξενοδοχειακής της μονάδας από 140, (που ήταν ο αρχικός σχεδιασμός της εναγομένης), σε 112 κλίνες (14 στρέμματα X 8 κλίνες/στρέμμα).

Ο ως άνω ισχυρισμός της εκκαλούσας περί του παρανόμου της έκδοσης της οριστικής εγκριτικής υπουργικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε βάσει της από 28-8-2008 αίτησης ένταξης και κατόπιν της έκδοσης της από 3-11-2008 Προέγκρισης Βεβαίωσης Επιλεξιμότητας, ισχυρισμό τον οποίο συνδέει με την, προηγηθείσα της οριστικής έγκρισης, νομοθετική αλλαγή της πυκνότητας κλινών ανά στρέμμα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε, αφού αυτή εκδόθηκε, επί αιτήσεως υποβληθείσας με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, για την οποία είχε ήδη εκδοθεί προέγκριση και είχε όλα τα χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης, παράγουσας έννομες συνέπειες, χωρίς να έχει προσβληθεί, πολλώ μάλλον δεν αποδείχτηκε ότι, η έκδοση της ως άνω εγκριτικής απόφασης συνδέεται με παράνομες ενέργειες της ενάγουσας εργολάβου εταιρίας συμβούλων ''.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε τον προαναφερθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που είχε προβάλλει με τους σχετικούς λόγους εφέσεως, με την ως άνω διπλή αιτιολογία ότι, η προαναφερόμενη εγκριτική του επενδυτικού σχεδίου της αναιρεσείουσας υπουργική απόφαση, δεν ήταν παράνομη, καθώς, 1) ως ατομική διοικητική πράξη, εκδοθείσα υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης, παράγουσα έννομες συνέπειες, χωρίς να έχει προσβληθεί, και 2) δεν αποδείχθηκε ότι η έκδοση της εγκριτικής αυτής απόφασης συνδέεται με παράνομες ενέργειες (απατηλή συμπεριφορά) της ενάγουσας εργολάβου εταιρίας συμβούλων.

Με τον ανωτέρω δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την πρώτη αιτιολογία της. Πλην, όμως, ούτε με τον ίδιο λόγο ούτε με άλλο λόγο αναίρεσης, προσβάλλεται η δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Έτσι, όμως, με την αναίρεση πλήττεται μόνο η μία αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τις δύο, οι οποίες αυτοτελώς στηρίζουν το σχετικό πόρισμά της ότι η προαναφερθείσα εγκριτική υπουργική απόφαση δεν είναι παράνομη και συνεπώς η αναιρεσείουσα οφείλει το αιτούμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό, ως αμοιβή αυτής από το εκτελεσθέν έργο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενη απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Πρέπει δε, έτι περαιτέρω, να σημειωθεί ότι οι αναφορές στο λόγο αυτό της αιτήσεως αναιρέσεως ότι, η ως άνω εγκριτική υπουργική απόφαση της οριστικής ένταξης του επενδυτικού σχεδίου της αναιρεσείουσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3299/2004, για την δημιουργία ξενοδοχειακής μονάδος 140 κλινών και 59 δωματίων, εκδοθείσα μετά την έκδοση της με αρ 24208/4-6-2009 απόφασης της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης με τίτλο "'Εγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού", με την οποία περιοριζόταν η μέγιστη πυκνότητα των κλινών ανά στρέμμα, με συνέπεια να μειώνεται η δυναμικότητα της υπό ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδος της αναιρεσείουσας από 140 του αρχικού σχεδιασμού σε 112 κλίνες και έτσι να καθίσταται μη υλοποιήσιμη η εκδοθείσα εγκριτική υπουργική απόφαση, σχετίζονται με τον έλεγχο, από το ως άνω αρμόδιο διοικητικό όργανο, του προβλεπομένου από το άρθρο 6 περ.

β του ν. 3299/2004 κριτηρίου αξιολόγησης της επένδυσης της αναιρεσείουσας και ειδικότερα αυτού της βιωσιμότητας αυτής, ο οποίος αφορά την ουσιαστική κρίση του οργάνου αυτού, η οποία όμως, εκφεύγει του από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπίπτοντος ελέγχου της ατομικής διοικητικής πράξεως ( Ολ.ΑΠ 1/2018) και συνεπώς ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 KΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 KΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος και αυτεπάγγελτα, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του KΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά απαιτείται να προσδιορίζονται και τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαιτούνται, για να στοιχειοθετεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 748/2013).

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αρ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 856/2020). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλομΑΠ 9/1997, ΑΠ 166/2016, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1462/2019).

Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 586/2020, 856/2020, 892/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτή υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διαλαμβανόμενες πλημμέλειες. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα: προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι, ενώ προέβαλλε νομίμως και παραδεκτώς, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (με τις προτάσεις της), όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της εφέσεώς της), κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τον αυτοτελή της ισχυρισμό, ότι "ουδέν οφείλουμε στην αντίδικο επειδή η έναντι μας παροχή της κατέστη αδύνατη μετά την έκδοση της επίμαχης εγκριτικής απόφασης του επενδυτικού σχεδίου, προβάλαμε δηλαδή όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, γνωρίζοντας και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο ("jura novit curia"), όφειλε να τα έχει υπαγάγει ορθά στον εν προκειμένω εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του άρθρου 380 ΑΚ ", το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, α) του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον δεν εφάρμοσε τον κρίσιμο ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 380 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής του και β) του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή της αυτό ισχυρισμό, ο οποίος είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ` ουσία απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως κατ` ουσία βάσιμη), υπό τα οποία συντελέσθηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επί μέρους λόγων αναίρεσης.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο τα κατ' επιλογήν της ιδίας αποσπάσματα των εκ των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατατεθέντων προτάσεών της και των σχετικών με την έφεσή της προβληθέντων λόγων εφέσεως, τα οποία, κατ' αυτήν , περιέχουν και συγκροτούν τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της, την διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και στο τι αφορά το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αντίθετο συμπέρασμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Ιανουαρίου 2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1879/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ