Supreme Court allows appeal against dismissal due to statute of limitations, ruling the lower court ignored a valid defense of abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a dismissal based on the statute of limitations, ruling that the lower court failed to consider a valid defense of abuse of right. The appellant argued that the respondent's delay in filing the appeal, combined with a prior agreement to defer its consideration, constituted an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. The court held that by ignoring this defense, the lower court committed a procedural error under Article 560 of the Code of Civil Procedure, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 560(5)(b) of the Code of Civil Procedure: When a party's delay in filing an appeal or agreement to defer its consideration creates a reasonable belief that the claim will be time-barred, the opposing party's subsequent assertion of the statute of limitations may constitute an abuse of right, requiring the lower court to consider this defense before dismissing the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1316 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1316/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου- Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2020 με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Β. Κ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης:
Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (Ο.Τ.Ε.)», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σούμπαση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.08.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2890/2017 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12.12.2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την από 12.12.2017 (με γενικό αριθμό κατάθεσης 50469/2019 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 81/2019) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-ενάγοντος κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, πλήττεται η 2890/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης από 10.07.2009 ( με γενικό αριθμό κατάθεσης 25318/2016 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 65/2016) εφέσεως και των προσθέτων λόγων της εναγομένης με τα από 30.06.2016 (αριθμός κατάθεσης 128/2016) και από 22.08.2016 (αριθμός κατάθεσης 195/2016) δικόγραφα προσθέτων λόγων, κατά της 93/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 31.08.2006 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους και μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας άνω απόφασης, η οποία είχε δεχθεί ως νόμιμη και ουσία βάσιμη την αγωγή και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 3767, 05 ευρώ, απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσία λόγω παραγραφής εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεων. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, που έχει έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 10/2012, ΑΠ 16/2006, ΑΠ 8/2001).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Ειδικότερα καταχρηστική, κατά την ανωτέρω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οφέλους ( ΑΠ 178/2020, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 2139/2009, ΑΠ 119/2009, ΑΠ 1520/2000).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ.2 και 527 περ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν από 01.01.2016 κατ’ άρθρο 591 παρ1 ΚΠολΔ και στις ειδικές διαδικασίες μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται κατά το χρόνο συζήτησης στις 09.12.2016 της από 10.07.2009 έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης της εναγομένης με τα από 30.06.2016 και 22.08.2016 δικόγραφα προσθέτων λόγων επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ότι ο εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει παραδεκτά για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη οψιγενή ισχυρισμό (ένσταση), όπως είναι και η παραγραφή εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεων του εφεσιβλήτου - ενάγοντος μισθωτού από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (άρθρα 250 αρ.17, 251, 253, 261 ΑΚ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ 1 του Ν. 4193/2013), εφόσον τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Η άσκηση του δικαιώματος επίκλησης της παραγραφής μιας αξίωσης κατ’ ένσταση, όταν γίνεται με τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα από το άρθρο 281 ΑΚ διαγραφόμενα όρια, εμπίπτει στην απαγόρευση που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή. Οπότε, στην περίπτωση επίκλησης παραδεκτά για πρώτη φορά στο Εφετείο κατ` ένσταση από τον εναγόμενο - εκκαλούντα της παραγραφής εν επιδίκία της αξίωσης του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, η καταχρηστική άσκηση από τον εναγόμενο-εκκαλούντα του δικαιώματος της παραγραφής εν επιδικία προβάλλεται παραδεκτά ως αντένσταση κατά της αποτελούσας θεσμό δημοσίας τάξεως ενστάσεως παραγραφής, με τις προτάσεις που ο εφεσίβλητος αντενιστάμενος καταθέτει κατ’ άρθρο 524 εδ.β ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591παρ.1 ΚΠολΔ στο Εφετείο ως την έναρξη της συζήτησης της έφεσης (ΑΠ 73/2019, ΑΠ 1179/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν «πράγματα» η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν «αυτοτέλεια» (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Τούτο διότι το «πραγματικό επιχείρημα», δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί, που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 107/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 701/2008).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ως προς την υποβληθείσα από την εναγομένη - εκκαλούσα, και ήδη αναιρεσίβλητη, το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετο λόγο έφεσης, ένσταση περί παραγραφής εν επιδικία της αξιώσεως του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, περί επιδικάσεως σ’ αυτόν διαφορών αποδοχών των ετών 2001 έως και 2005 από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με την εναγομένη, τα ακόλουθα:
«| Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο έφεσής, του με αριθμό κατάθεσης 51254/195/2016 δικογράφου, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποπέσει σε παραγραφή του, καθόσον από την άσκηση της έφεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλουμένη Δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 14.07.2009, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας μέχρι την 01.06.2016, οπότε ασκήθηκε η επόμενη διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ήτοι προσδιορίστηκε η συζήτηση της έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την κατάθεση σχετικής κλήσης.
Ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, εφόσον γεννήθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 527 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), τυγχάνει νόμω (άρθρο 261 παρ.2 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του Ν. 4139/2013) και ουσία βάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, με την κατάθεση της έφεσης στις 14.7.2009, (βλ.
τη συνταχθείσα υπ’ αριθμ. 392/2009 έκθεση κατάθεσης), η πενταετής κατ’ άρθρο 250 αριθμ. 17 ΑΚ, παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος από διαφορές στις αποδοχές του για τα έτη 2001 έως 2005 διακόπηκε και εκκίνησε εκ νέου στις 31.12.2009, με αποτέλεσμα να συμπληρωθεί στις 30.6.2015, πριν δηλαδή από την 1-6-2016, οπότε αντίγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου για τον προσδιορισμό της συζήτησής της (αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 65/1-6-2016).
Συνεπώς, οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, η οποία συμπληρώθηκε εν επιδικία|».
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση και τον πρόσθετο λόγο έφεσης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε δεχθεί την αγωγή, δίκασε αυτήν εκ νέου και την απέρριψε κατ` ουσία λόγω συμπληρώσεως, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, της πενταετούς παραγραφής, (του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ) της καταχθείσας σε δίκη αξιώσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για επιδίκαση διαφορών αποδοχών από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου στην εναγομένη, δεχθέν ως ουσιαστικό βάσιμο τον προβληθέντα το πρώτον με πρόσθετο λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 παρ. 2 ΚΠολΔ, προαναφερθέντα οψιγενή από το άρθρο 261 ΑΚ ισχυρισμό και όπως τούτο ίσχυε μετά από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013.
[V] Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ.5 περ.β ΚΠολΔ πλημμέλεια (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση και όχι από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ), ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της τον ουσιώδη ισχυρισμό του, και συγκεκριμένα την προταθείσα από αυτόν με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του αντένσταση περί καταχρηστικής άσκησης από την εναγομένη- εκκαλούσα κατ` ένσταση του δικαιώματος παραγραφής εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος -εφεσιβλήτου, που αυτή πρότεινε παραδεκτά για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με πρόσθετο λόγο έφεσης ως οψιγενή ισχυρισμό (άρθρο 527 περ.2 ΚΠολΔ όπως ισχύει από 01.01.2016 μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει για τον έλεγχο της βασιμότητας του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από την επισκόπηση των προτάσεων που προκατέθεσε ο ενάγων - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων στις 08.12.2016 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η συζήτηση της οποίας (έφεσης) έλαβε χώρα την 09.12.2016 και μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, αυτός προς αντίκρουση της προταθείσας παραδεκτά από την εναγομένη το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένστασης παραγραφής εν επιδικία των αγωγικών του αξιώσεων, πρότεινε παραδεκτά με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του την αντένσταση καταχρηστικής άσκησης από την εναγομένη της ένστασης παραγραφής εν επιδικία.
Για την θεμελίωση δε της εκ του άρθρου 281 ΑΚ αντένστασής του ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα:
Ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την από 31.08.2006 αγωγή του με την οποία ζητούσε τον υπολογισμό στα επιδόματα εορτών, άδειας και στις αποδοχές κανονικής άδειας των τακτικών αμοιβών από τακτική και μόνιμη εργασία Κυριακών, νυκτών και υπερωριών . Για την ίδια εργατική διαφορά ασκήθηκαν χιλιάδες αγωγές και από άλλους εργαζόμενους κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (ΟΤΕ)».
Η αγωγή του ενάγοντος καθώς και οι αγωγές των άλλων εργαζομένων έγιναν αρχικά δεκτές από τα δικαστήρια της ουσίας και στην συνέχεια με την 16/2011 απόφαση της Ολομέλειας το Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι οι εργαζόμενοι δικαιούνται να υπολογίζουν στα επιδόματα εορτών, άδειας και στις αποδοχές κανονικής άδειας τις τακτικές αμοιβές από τακτική και μόνιμη εργασία Κυριακών, νυκτών και υπερωριών.
Μέχρι την έκδοση της παραπάνω απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η εναγομένη αν και εξοφλούσε οικειοθελώς τις αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας που είχαν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές, για να αποφύγει προφανώς την πληρωμή υψηλών τόκων υπερημερίας, ασκούσε, στα πλαίσιο γενικής εντολής όλες οι δικαστικές αποφάσεις να ελέγχονται σε δεύτερο βαθμό, εφέσεις κατά των πρωτοβαθμίων αποφάσεων συνήθως στη λήξη της προθεσμίας εάν είχε επιδοθεί η έφεση, άλλως εντός τριετίας από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης.
Τις εφέσεις αυτές ουδέποτε προσδιόριζε διότι το θέμα εκκρεμούσε στον Άρειο Πάγο. Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και προκειμένου να ρυθμισθούν όλες οι εκκρεμείς δίκες, μεταξύ των οποίων και αυτή του ενάγοντος, κατόπιν πρότασης της εναγομένης, προς το δικηγόρο του ενάγοντος και τους άλλους δικηγόρους, που χειρίζοντο όμοιες υποθέσεις, για να αποφύγει η εναγομένη δικαστικά έξοδα, δικαστικές δαπάνες, παραστάσεις και χρόνο εργασίας δικηγόρων καθώς και γραμματειακής υποστήριξης, συμφωνήθηκαν στις αρχές Δεκεμβρίου 2011 τα παρακάτω:
(α) όσες εφέσεις είχαν ασκηθεί κατά προσωρινά εκτελεστών πρωτοβαθμίων αποφάσεων, που είχαν εξοφληθεί και στις οποίες δεν είχε συνυπολογισθεί η αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, να μην προσδιορισθούν και να θεωρηθούν περαιωμένες με απώτερο σκοπό να ωφεληθεί η εναγομένη αφενός από τη μη καταβολή στους ενάγοντες δικαστικών δαπανών που είχαν επιδικασθεί πρωτόδικα και δεν είχαν εξοφληθεί κατά την καταβολή του προσωρινώς εκτελεστού ποσού, αφετέρου από τα λοιπά δικαστικά έξοδα που θα εδημιουργούντο μέχρι τη συζήτηση της έφεσης.
(β) Όσες εφέσεις έχουν προσδιορισθεί και οι αποφάσεις δεν έχουν συνυπολογίσει την αποζημίωση εκτός έδρας, η εναγομένη θα παραιτείται από την έφεση, θα εξοφλεί τις πρωτόδικες αποφάσεις και θα καταβάλλει ως δικαστικά έξοδα Εφετείου 50 Ευρώ για τις εφέσεις που είχαν προσδιορισθεί και κοινοποιηθεί και 25 Ευρώ για τις εφέσεις που είχαν προσδιορισθεί από τους ενάγοντες και δεν είχαν κοινοποιηθεί.
Μετά όμως την ανωτέρω συμφωνία και πριν την προσδιορισμένη ημερομηνία εκδίκασης των παραπάνω εφέσεων, η εναγομένη ζήτησε από τους δικηγόρους των εναγόντων εργαζομένων να δεχθούν αντί παραίτησης από τις εφέσεις να ματαιώνεται η συζήτηση των εφέσεων προκειμένου να αποφευχθούν τα έξοδα παράστασης και οι μεταβάσεις των δικηγόρων στα ακροατήρια.
Υποσχέθηκε δε συγχρόνως ότι θα εξοφλούσε τις αποφάσεις κατά των οποίων είχε ασκηθεί η έφεση και η συζήτηση ματαιώθηκε για την παραπάνω αιτία. Την υπόσχεση αυτή τήρησε η εναγομένη από το 2012 μέχρι τα μέσα του έτους 2016 και στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής εξόφλησε σωρεία αποφάσεων είτε λόγω παραίτησης από την έφεση είτε λόγω ματαίωσης αυτής.
Όλως αιφνιδίως όμως τον Ιούνιο του έτους 2016 κατά παράβαση των συμπεφωνημένων η εναγομένη ανέσυρε ορισμένες εφέσεις που είχε καταθέσει το έτος 2009 και αφορούσαν εξοφλημένες προσωρινά εκτελεστές πρωτόδικες αποφάσεις, όπως η κρινόμενη υπόθεση, (για τις οποίες είχε συμφωνήσει με τους ενάγοντες εργαζομένους της να μη δικασθούν), τις προσδιόρισε το 2016 και εν συνεχεία άσκησε πρόσθετους λόγους επί των εφέσεων και ζήτησε την απόρριψη της αγωγών, συμπεριλαμβανομένης και της αγωγής του ενάγοντος, λόγω παραγραφής εν επιδικία.
Η παραπάνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης που συνίσταται αφενός στον προσδιορισμό των εφέσεων, όπως η από 10.9.2009 έφεσή της για την κρινόμενη υπόθεση, για τις οποίες μετά από δική της πρόταση είχε συμφωνηθεί να μη προσδιορισθούν και να μη δικασθούν μετά την κατάθεσή τους (οι εφέσεις) και αφορούν αγωγές που παραγράφηκαν εν επιδικία, όπως η κρινόμενη υπόθεση, και στην συνέχεια αφετέρου το αίτημά της με παραδεκτά προταθέντα πρόσθετο λόγο έφεσης να απορριφθούν οι αγωγές, όπως η κρινόμενη αγωγή του ενάγοντος, ως παραγραμμένες εν επιδικία είναι άκρως καταχρηστική παραβιάζουσα τα όρια της καλής πίστης και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος όπως αυτά οριοθετούνται από το άρθρ. 281 Α.Κ.
Και τούτο διότι:
(1) Η συμφωνία να μην προσδιορισθούν οι εφέσεις για αποφάσεις που είχαν εξοφληθεί, όπως η εκκαλουμένη, έγινε κατά πρότασης του ΟΤΕ προκειμένου αυτός να ωφεληθεί οικονομικά, αφού δεν θα κατέβαλε τα δικαστικά έξοδα και τις μετά βεβαιότητα επιδικαζόμενες δικαστικές δαπάνες υπέρ των εναγόντων, επειδή η υπόθεση είχε κριθεί αμετάκλητα από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου,
(2) Άφησε η εναγομένη- εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη να παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου 7 ετών από την ημερομηνία ασκήσεως της κρινόμενης εφέσεως (14.7.2009) μέχρι την κατάθεσή της για τον προσδιορισμό δικασίμου την 1.6.2016 και τέσσερα και μισό έτη από την συμφωνία μη προσδιορισμού των εφέσεων κατά αποφάσεων που είχαν εξοφληθεί, όπως η ένδικη, (Δεκέμβριος 2011) μέχρι την ορισθείσα δικάσιμο της κρινόμενης εφέσεως στις 23.9.201),
(3) Εάν οι εφέσεις αυτές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ένδικη, είχαν προσδιορισθεί, προ της εν επιδικία παραγραφής των αγωγών, μετά βεβαιότητας θα απορρίπτοντο, διότι το θέμα που αφορούν είχε κριθεί αμετάκλητα από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, το είχε αποδεχθεί η εναγομένη και το εφήρμοσε σε όλο το προσωπικό,
(4) Είναι αντίθετο στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η εναγομένη να εξοφλήσει χιλιάδες όμοιες αποφάσεις, να ρυθμίσει το επίδικο θέμα για όλο το προσωπικό και τώρα για ορισμένες αγωγές που έγιναν πρωτόδικα δεκτές και ασκήθηκαν εφέσεις, οι οποίες εξ' υπαιτιότητας της δεν προσδιορίσθηκαν εγκαίρως από τους ενάγοντες- εφεσιβλήτους, όπως η κρινόμενη έφεση, λόγω της μεταξύ τους συμφωνίας να μην εκδικασθούν οι εφέσεις, να επικαλείται στη συνέχεια παραγραφή εν επιδικία με απώτερο σκοπό να επανεισπράξει τα καταβληθέντα οικειοθελώς εις εξόφληση προσωρινά εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως τα οποία μετά βεβαιότητα θα πλήρωνε εάν δικαζόταν εμπρόθεσμα η αγωγή,
(5) Ο έγκαιρος προσδιορισμός της κρινόμενης εφέσεως από ενάγοντα- εφεσίβλητο απετράπη εξ' υπαιτιότητας της εναγομένης-εκκαλούσας, διότι αυτός είχε συμφωνήσει, κατόπιν πρότασης της εναγομένης, στη μη εκδίκαση της εφέσεως και
(6) Η εναγομένη - εκκαλούσα αδράνησε στον προσδιορισμό εκδίκασης της κρινόμενης εφέσεως πέρα του εύλογου χρόνου με αποτέλεσμα σύμφωνα και με τις άνω συμφωνίες να δημιουργηθεί στον ενάγοντα- εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να προσδιορίσει την έφεση για συζήτηση μετά την εν επιδικία παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων.
Ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος είναι νόμιμος (άρθρο 281 ΑΚ) και συνιστά παραδεκτά προταθείσα, κατά τα προαναφερθέντα, αντέστανση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης στην προταθείσα από αυτήν ένσταση παραγραφής εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος. Τον εν λόγω όμως παραδεκτά προταθέντα νόμιμο ισχυρισμό του ενάγοντος - εφεσιβλήτου έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του, μετά την παραδοχή ως νόμιμης και ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσας από την εναγομένη - εκκαλούσα ένστασης παραγραφής εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος- εφεσιβλήτου και περαιτέρω μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ’ ουσία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ` ουσία λόγω παραγραφής εν επιδικία. Με την κρίση του αυτή και συγκεκριμένα μη λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω αντέστανση του ενάγοντος- εφεσιβλήτου (η οποία αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια) το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 περ. β Κ.Πολ.Δ, αφού η τυχόν παραδοχή της προαναφερθείσης αντενστάσεως θα οδηγούσε στην κατάλυση του δικαιώματος της εναγομένης - εκκαλούσας να προτείνει κατ’ ένσταση την παραγραφή εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος-εφεσιβλήτου.
[VI] Ενόψει τούτων ο από τον αριθμό 5 εδ.β του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός (παρελκούσης της εξετάσεως του πρώτου λόγου) ως ουσιαστικά βάσιμος και αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη, ως ηττημένη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2890/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε δύο χιλιάδες τριακόσια(2.300) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ