Supreme Court dismisses appeal against appellate court's finding of will validity due to insufficient evidence of duress.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to uphold a will's validity. The appellants argued the testator was coerced, citing new documents and notarized certificates, but the court found these arguments vague and irrelevant to the appellate court's established evidence evaluation. The court ruled that the appellate court's assessment of evidence was legally binding and could not be re-examined without specific grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2) and 561(21) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's evaluation of evidence is final and binding, and appeals must cite specific grounds affecting the outcome rather than vague challenges to the assessment of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1316 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1316/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Α. του Ι., 2) Ά. Α. του Ι., κατοίκων ... Αττικής, 3) Μ.-Ε. Α. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, 4) Γ. Κ. του Ι. και Α. Γ. του Ε. συζ. Γ. Κ., κατοίκων ... Αττικής, αμφοτέρων υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων από κοινού την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Μ. Κ. του Γ., 5) 41Π. Α. του Ι. και Λ. Δ. του Δ., κατοίκων ... Αττικής, αμφοτέρων υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων από κοινού την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ό. Α. του Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Ντουματσά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων 1) Ζ. συζ. Ε. Χ., το γένος Κ. και Γ. Τ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Φ. Τ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ζωής Σπυροπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-04-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14-11-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3653/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4889/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι και η Χ. χήρα Σ. Π. άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών την από 02-04-2013 αγωγή για ακύρωση ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω απειλής του διαθέτη. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 3653/2015 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ως προς τους έξι (6) πρώτους από τους εναγομένους, την δέχθηκε δε ως ουσία βάσιμη ως προς την 7η και 8ο από τους εναγομένους, λόγω της ερημοδικίας τους και του από αυτήν συναγομένου τεκμηρίου της ομολογίας. Κατ’ αυτής ασκήθηκε από την δεύτερη Ζ. Τ. και τρίτο Φ. Τ. των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτους η από 15-06-2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 4889/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής την δέχθηκε ως βάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
[Α] Κατά το άρθρο 150 του ΑΚ «όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βουλήσεως με απειλή, η οποία ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλον ή από τρίτον, έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία». Κατά δε το άρθρο 151 του ίδιου Κώδικα, «η απειλή πρέπει, στις συγκεκριμένες συνθήκες, να προξενεί φόβο σε έμφρονα (γνωστικό) άνθρωπο και να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων τα οποία συνδέονται μαζί του στενότατα».
Από τις διατάξεις των άνω άρθρων σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 1782 παρ.1 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την ακύρωση διαθήκης, η οποία συντάχθηκε υπό το κράτος απειλής, που ασκήθηκε παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών, απαιτείται αφενός μεν απειλή σοβαρή, ήτοι ψυχολογική βία που να προκαλεί υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, αφετέρου δε η απειλή αυτή να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, την σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων που συνδέονται στενότατα με αυτόν, και να υφίσταται εξακολουθητικώς, και μετά τη σύνταξη της διαθήκης, μέχρι το θάνατο του διαθέτη, ώστε να μην μπορεί αυτός να την ανακαλέσει, υπάρχει δε τέτοια απειλή και όταν κάποιος απειλεί ασθενή ότι θα τον εγκαταλείψει μόνο (του) κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του (ΑΠ 784/2016, ΑΠ 2189/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Στις 23-08-2012 απεβίωσε στην Αθήνα ο Ν. Τ. του Φ., κάτοικος εν ζωή … Αττικής. Πλησιέστεροι συγγενείς του αποβιώσαντος είναι οι ενάγοντες και δη η πρώτη εξ αυτών είναι αδελφή του, ενώ η δεύτερη και ο τρίτος είναι τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Κ. Τ.. Ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλειπε την από 05-12-2011 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια δυνάμει της 444/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μετά από αίτηση που κατέθεσε η Ό. σύζυγος Ι. Α., πρώτη εναγόμενη, με την ιδιότητά της ως ορισθείσας από τον αποβιώσαντα ως εκτελέστριας της ως άνω διαθήκης. Σύμφωνα με την ανωτέρω διαθήκη ο διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμους του τους εξής:
1) Την αδελφή του Χ. χήρα Σ. Π., πρώτη ενάγουσα, στην οποία κατέλειπε την εξοχική κατοικία του στην νήσο ..., άπαντα τα απορρέοντα από την κληρονομική μερίδα του θανόντος αδελφού τους Ζ. Τ., καθώς και μία οριζόντια ιδιοκτησία (γραφείο) κείμενο επί της οδού ... στην …, με την ρητή υποχρέωση να τα μεταβιβάσει στην συνέχεια στην κόρη της Δ. Π.,
2) Τον Ι. Α., δεύτερο εναγόμενο και ήδη θανόντα, ο οποίος προέβη σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, νομίμως μεταγραμμένης στον τόμο … και με αρ. … του υποθηκοφυλακείου Πειραιά (βλ. με αρ. …/08.6.2013 συμβολαιογραφική πράξη δήλωσης αποδοχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαρίας Λιώνη), στον οποίο κατέλειπε: α) το με αρ. 4 διαμέρισμα του εβδόμου (Ζ) τέταρτης (Δ) εσοχής ορόφου, επιφάνειας 57,05 τετραγωνικών μέτρων, σε οικοδομή που βρίσκεται επί της οδού ... β) το υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, καθώς και την υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκη, επιφάνειας 70,01 και 4,00 τ.μ. αντίστοιχα που βρίσκονται σε οικοδομή επί της οδού ... στην Δημοτική Ενότητα … του Δήμου ...,
3) Την ανήλικη Μ. Γ. Κ., η οποία εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από τους έχοντες την γονική μέριμνα γονείς της και οι οποίοι προέβησαν για λογαριασμό της σε αποδοχή κληρονομιάς βάσει της …/08.06.2013 συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης αποδοχής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραμμένης, στην οποία κατέλειπε το με αριθμό Β-4 διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 51,00 τ.μ., επί οικοδομής κείμενης επί της οδού ...,
4) Τον Ά. Α., τρίτο εναγόμενο, ο οποίος προέβη σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς δυνάμει της …/8.6.2013 συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης αποδοχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στον οποίο κατέλειπε: α) το υπό στοιχείο Γ- 4 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 51,00 τ.μ., επί οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ..., β) το υπό στοιχείο Γ-3 διαμέρισμα του τρίτου πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 51,00 τ.μ., επί οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ... και γ) το με αριθμό 9-γ διαμέρισμα του ΣΤ πατώματος, επιφάνειας 47,44 τ.μ., επί οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ...,
5) Την Μ. - Ε. (Μ.) Α., τέταρτη εναγόμενη, η οποία προέβη σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς δυνάμει της …/08.06.2013 συμβολαιογραφικής πράξης δήλωσης αποδοχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στην οποία κατέλειπε: α) το υπό στοιχείο 11-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου πάνω από το ισόγειο, επιφάνειας 68,00 τ.μ., επί οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ..., β) το υπό στοιχείο (Π) διαμέρισμα του στ1 ορόφου πάνω από το ισόγειο ορόφου (εσωτερικό), επιφάνειας 46,00 τ.μ., επί οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ... και γ) το με αριθμό (2) διαμέρισμα του υπογείου, επιφάνειας 32,50 τ.μ., επί οικοδομής στην συμβολή των οδών ...,
6) Την ανήλικη Ό. Π. Α., στην οποία κατέλειπε τό υπό στοιχεία 1-3 διαμέρισμα του ισογείου μίας οικοδομής κείμενης επί της οδού ... της Δημοτικής Ενότητας ...,
7) Την Σ. Π. του Γ., στην οποία κατέλειπε την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου που βρίσκεται στο Δήμο ..., ενός μικρού παταριού επί της οδού ..., καθώς και ενός διαμερίσματος επί της οδού ..., την επικαρπία των οποίων θα έχει ο γιος της Γ. Π.
Ο Ν. Τ. εξασκούσε το επάγγελμα του λογιστή και είχε δημιουργήσει αρκετά μεγάλη περιουσία σε ακίνητα και τραπεζικές καταθέσεις, όμως είχε μία ιδιαιτερότητα, ήταν ομοφυλόφιλος, και εξουσιαζόταν από τα πάθη του, όπως κατέθεσαν μετά λόγου γνώσεως συγγενείς του (βλ. σελ. 7 των πρακτικών, κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων Δ.
Π., ανεψιάς του θανόντος, καθώς και την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ενάγοντες …/14 ένορκη βεβαίωση). Έφερνε φίλους στο σπίτι του και ένας από αυτούς ήταν ο Ι. Α., με τον οποίο συνδέθηκε για διάστημα άνω των σαράντα ετών, από τις αρχές του 1970, ο οποίος ασκούσε σε αυτόν ψυχολογική και συναισθηματική επιρροή και προσπαθούσε να τον αποκλείσει από την οικογένειά του, ώστε να ωφελείται ο ίδιος και η δική του οικογένεια από την περιουσία του Ν.
Τ.. Κατά τη διάρκεια του βίου του ο τελευταίος είχε πωλήσει αρκετά διαμερίσματα, το τίμημα από τις πωλήσεις αυτές όμως καρπωνόταν ο Ι. Α., ενώ μετά την κάθε πώληση ο Ν. Τ. τηλεφωνούσε στη Δ. Π. μετανιωμένος και της έλεγε «πάλι μου πήραν, πάλι τα έδωσα τα λεφτά, δεν αντέχω αυτή την κατάσταση, μη με αφήσεις να το ξανακάνω», όμως την επόμενη φορά επανελάμβανε την ίδια συμπεριφορά.
Κατά το τελευταίο έτος πριν τον θάνατο του ο Ν. Τ. παρουσίασε πολλά και σοβαρά προβλήματα υγείας, ένεκα των οποίων νοσηλεύθηκε σε διάφορα νοσοκομεία. Συγκεκριμένα ήταν βαρύς καπνιστής με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια. Στις 07-11-2011 εισήχθη στο Νοσοκομείο «Η ΣΩΤΗΡΙΑ» με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ενώ ακολούθως μεταφέρθηκε στο Κωνσταντοπούλειο Νοσοκομείο Νέας Ιωνίας «Η ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ» με διάγνωση αναπνευστική ανεπάρκεια, οξύ πνευμονικό οίδημα σε έδαφος σοκ (καταπληξίας) και μεταβολικής οξέωσης.
Διασωληνώθηκε άμεσα στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και παρέμεινε διασωληνωμένος από 07-11-2011 έως και 11-11-2011. Στη συνεχεία μεταφέρθηκε στην καρδιολογική κλινική του ιδίου Νοσοκομείου επί πενθήμερο λόγω του εμφράγματος του μυοκαρδίου. Στις 19-11-2011 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών «Η ΣΩΤΗΡΙΑ» με διάγνωση πνευμονία (αριστερού πνεύμονα), οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια.
Έλαβε αντιβιοτική και βρογχοδιασταλτική αγωγή καθώς και την φαρμακευτική αγωγή που του είχε συσταθεί από την καρδιολογική κλινική, υπεβλήθη σε φυσιοθεραπείες αναπνευστικού και κινησιοθεραπεία. Εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 25-11-2011 με οδηγίες για επαναληπτικές εξετάσεις, κατ' οίκον φυσιοθεραπείες αναπνευστικού, κινησιοθεραπεία και τακτική παρακολούθηση από καρδιολόγο και πνευμονολόγο.
Η υγεία του, όταν εξήλθε, δεν ήταν καλή, δεν μπορούσε να κινηθεί, ούτε και να πιάσει κουτάλι για να φάει. Ο Ν. Τ. μεταφέρθηκε από τον Ι. Α. στην κατοικία του, ιδιοκτησίας του πρώτου, ευρισκόμενης στον πρώτο όροφο οικοδομής στη … και στην οδό ..., όπου διέμενε πολλά χρόνια χωρίς να καταβάλλει μίσθωμα ο Ι. Α., ενώ στο διαμέρισμα του ισογείου διέμεναν και διαμένουν η σύζυγος του Ό.
και τα τέκνα του Μ. Ε. (Μ.) Α. και Α. Α., χωρίς και αυτοί να καταβάλλουν μίσθωμα. Στο διαμέρισμα αυτό διέμεινε ο Ν. Τ. από την 25-11-2011 μέχρι 16-12-2011. Στις 03-12-2011 διακομίστηκε με ασθενοφόρο ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ, μόλις όμως συνήλθε τον μετέφερε αυθημερόν ο Ι. Α. πίσω στην οικία του χωρίς να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις και να νοσηλευτεί.
Στο παραπάνω χρονικό διάστημα (25-11-2011 έως 16-12-2011) με την υγεία του στην κατάσταση που περιγράφεται ανωτέρω, συνέταξε ο Ν. Τ. την προσβαλλόμενη διαθήκη. Εκείνο το χρονικό διάστημα επισκεπτόταν τον αδελφό της η Χ. Π., πρώτη ενάγουσα, μαζί με τη θυγατέρα της, σε μία δε από τις επισκέψεις τους κατά την αποχώρησή τους άκουσε η πρώτη των ανωτέρω τον Ι.
Α., χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει ότι ακούγονται τα λεγόμενά του, να υβρίζει τον Ν. Τ. και στη συνέχεια να του λέει να μη "γράψει" τίποτα σε αυτές, εννοώντας τη Χ. Π. και τη θυγατέρα της, να κάνει αυτό που του λέει εκείνος, γιατί αλλιώς δεν θα τον φροντίσει και θα τον σκοτώσει του (βλ. σελ. 8 και 9 των πρακτικών, κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων Δ.
Π.), λίγο δε πριν το θάνατο του είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την τρίτη ενάγουσα και της είχε πει ότι φοβάται για τη ζωή του και ότι θέλουν να "γράψει" την περιουσία του στους "Α. (επίθετο)", αλλιώς θα τον αφήσουν να πεθάνει (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους ενάγοντες …/14 ένορκη βεβαίωση).
Ο Ν. Τ. είχε και στο παρελθόν εκμυστηρευτεί στην ανεψιά του Δ. Π. ότι ο Ι. Α. είναι παλιάνθρωπος, να μην τον βλέπουν "που κάνει την παρθένα" και ότι ο ίδιος (Ν. Τ.) περνάει δύσκολα μαζί του (βλ. σελ. 8 και 9 των πρακτικών). Οι ανωτέρω απειλές υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ήταν ικανές να προξενήσουν φόβο σε γνωστικό άνθρωπο, αφού σε περίπτωση πραγματοποιήσεώς τους θα έθεταν σε κίνδυνο άμεσο και σπουδαίο την κλονισμένη υγεία του αποβιώσαντος και κατά συνέπεια την ίδια του τη ζωή.
Ειδικότερα ο αποβιώσας έχοντας ήδη ιδιαίτερα επιβαρυμένη υγεία και ως εκ του λόγου αυτού εξάρτηση από τον Ι. Α., ένιωσε φόβο για την πραγματοποίηση της απειλής του, αφού αυτός διέμενε μαζί του και τον περιέθαλπε κατά κύριο λόγο κατά τη διάρκεια της αποθεραπείας του, έχοντας περιέλθει σε αδυναμία να αντισταθεί.
Υπό το κράτος των απειλών αυτών ο αποβιώσας εξαναγκάσθηκε να συντάξει εκεί παρά τη θέλησή του την από 05-12-2011 διαθήκη, με την οποία η οικογένεια του Ι. Α. εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος στο μεγαλύτερο ποσοστό της περιουσίας, χωρίς να εξηγείται ο λόγος αποκλεισμού από την κληρονομιά της δεύτερης και του τρίτου ενάγοντος, τα οποία είναι τέκνα προαποβιώσαντος αδελφού του, με τα οποία ο αποβιώσας διατηρούσε άριστες σχέσεις.
Ακολούθως ο Ι. Α. εισήγαγε τον Ν. Τ. στην "Πρότυπη Μονάδα Ηλικιωμένων" (γηροκομείο), που εδρεύει στη Νίκαια, όπου διέμεινε από την 16-12-2011 μέχρι και την 16-06-2012 και η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε. Στις 16-06-2012, όμως, μεταφέρθηκε στο διαμέρισμα της οδού ..., όπου και βρέθηκε νεκρός σε κατάσταση σήψης στις 23-08-2012, ενώ οι ενάγοντες ανέλαβαν την τελετή της εξόδιου ακολουθίας.
Υπό τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη, εφόσον συνιστά προϊόν απειλής τελεσθείσας από τον Ι. Α., ο οποίος στη συνέχεια, αφού κατάρτισε ο αποβιώσας τη διαθήκη, τον εγκατέλειψε, αφού τον μετέφερε σε οίκο ευγηρίας και στη συνέχεια στην οικία του, όπου και αποβίωσε αβοήθητος.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή ως βάσιμου του περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων λόγου της κρινόμενης έφεσης της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού δε εξαφάνισε την εκκληθείσα 3653/2015 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσία και κήρυξε άκυρη την επίδικη από 05-12-2011 ιδιόγραφη διαθήκη του Ν.
Τ. του Φ., που απεβίωσε στις 23-08-2012, κρίνοντας ότι είναι προϊόν απειλής προς τον διαθέτη. Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες, που προαναφέρθηκαν, και δη εκείνη του άρθρου 151ΑΚ, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, οι δε διαλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις ότι εφάρμοσε την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη με λιγότερα στοιχεία, δεχόμενο την επίμαχη διαθήκη ως προϊόν απειλής ,που έγινε σε μη γνωστικό άνθρωπο, είναι αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη - αναληθή προϋπόθεση, καθόσον, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης προκύπτει, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ένδικη διαθήκη ήταν αποτέλεσμα απειλής προς τον διαθέτη, χωρίς, ωστόσο, να διαλάβει και την παραδοχή ότι ο διαθέτης δεν ήταν γνωστικός, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, ως προς τις άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμος, οι δε διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
[Β] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει:
α) την συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, ΑΠ 651/2010),
β) τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης,
γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και
δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005). Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 57/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες επικαλούμενοι, κατά λέξη, τα εξής: "η αναιρεσιβαλλόμενη έχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς από την μία δέχεται ότι ήταν ένας ανήμπορος άνθρωπος με σοβαρότατα προβλήματα υγείας κάνοντας δεκτή την κατάθεση της μάρτυράς τους Δ.
Π. - η οποία έχει πει σε πάρα πολλά σημεία της κατάθεσής της ότι ο διαθέτης δεν ήταν σε καλή κατάσταση (σελίδα 13 των πρακτικών η μάρτυρας καταθέτει ότι ο διαθέτης μέχρι τις 25-11 δεν είχε την χρήση του λογικού του - άρα πως επανήλθε μετά και παράλληλα πως βίωνε τις απειλές όταν δεν έχεις επαφή με το περιβάλλον;) έλεγε ότι δεν είχε πνευματική διαύγεια (από την άλλη δέχεται ότι ο διαθέτης ήταν γνωστικός άνθρωπος, κάτι το οποίο συνιστά εμφανή αντίθεση!).
Η προσβαλλόμενη δέχεται στην σελίδα 8 ότι ο "Ι. Α., με τον οποίο συνδέθηκε για διάστημα άνω των σαράντα ετών, από τις αρχές του 1970, ο οποίος ασκούσε σε αυτόν ψυχολογική και συναισθηματική επιρροή και προσπαθούσε να τον αποκλείσει από την οικογένεια του ώστε να ωφελείται ο ίδιος και η δική του οικογένεια από της περιουσία του Ν.
Τ." αλλά από την άλλη και όλως αντιφατικά, δέχεται στην σελίδα 9 ότι "Εκείνο το χρονικό διάστημα επισκεπτόταν τον αδερφό της η Χ. Π., πρώτη ενάγουσα, μαζί με την θυγατέρα της, σε μία δε από τις επισκέψεις τους [...]". Στις αιτιολογίες της δηλαδή η προσβαλλόμενη δέχεται ότι από την μία ο Ι. Α. προσπαθούσε να αποκλείσει τον διαθέτη από τους συγγενείς του, από την άλλη όμως επέτρεπε στους συγγενείς αυτών να τον επισκέπτονται σε καθημερινή βάση! Αυτό όμως δεν συμβαδίζει με την κοινή λογική καθώς όταν έναν άνθρωπο τον εξουσιάζεις, τον απειλείς και τον κρατάς "όμηρο" δεν αφήνεις τους συγγενείς του να τον επισκέπτονται.
Η απόφαση, όμως, πρέπει να αναιρεθεί καθώς δεν έχει νόμιμη βάση αφού οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκής σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και κατά κύριο λόγο για το ζήτημα της απειλής, την οποία έκανε δεκτή χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις και χωρίς να υπάρχει αιτιολογία. Συγκεκριμένα, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο υφίσταται που να είναι αδιάσειστο για το θέμα της ύπαρξης απειλών και μάλιστα σε γνωστικό άνθρωπο.
Μοναδικό στοιχείο είναι η κατάθεση της μάρτυρος Δ.Π., η οποία βρίθει αντιφάσεων - με κυριότερο όλων ότι αρχικά στο δικόγραφο της εισαγωγικής δίκης - αναφερόταν ως αυτήκοος μάρτυς των δήθεν απειλών που εκτόξευε ο Ι. Α. - και εν συνεχεία ενώπιον του ακροατηρίου από αυτήκοος μάρτυρας έγινε εκ μεταφοράς μάρτυρας, αφού δεν μπορούσε να υποστηρίξει το αρχικό ψέμα - ότι δηλαδή τα είχε ακούσει και η ίδια.
Αυτή η αλλαγή στην στάση της ήταν έντονη και στο ποινικό δικαστήριο".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, έτσι, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, και επί πλέον δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση ως άκυρης της ένδικης διαθήκης, επειδή είναι προϊόν απειλής του διαθέτη, παρά μόνο, όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ'επιλογή αποσπασματικές παραδοχές αυτής.
[Γ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1120/2018, ΑΠ 644/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ισχυρίζονται, κατά λέξη ότι: «Η αναιρεσιβαλλόμενη - έκανε δεκτή την έφεση των αντιδίκων και περαιτέρω την αγωγή αυτών - δεχόμενη τον ισχυρισμό περί απειλών και εξουσιάσεως πάνω σε αυτόν, με την αιτιολογία ότι "κατά την διάρκεια του βίου του ο τελευταίος είχε πωλήσει αρκετά διαμερίσματα, το τίμημα από τις πωλήσεις αυτές όμως καρπωνόταν ο Ι. Α. ενώ μετά την κάθε πώληση ο Ν. Τ. τηλεφωνούσε στην Δ. Π. μετανιωμένος και της έλεγε "πάλι μου πήραν, πάλι τα έδωσα τα λεφτά, δεν αντέχω αυτήν την κατάσταση, μη με αφήνεις να το ξανακάνω", όμως την επόμενη φορά επαναλάμβανε την ίδια συμπεριφορά». Η προσβαλλόμενη δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό, κάνοντας δεκτό ότι ο Ι. Α. «εκμεταλλευόταν τον διαθέτη, ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ Ο Ι. Α. ΕΛΑΒΕ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΝ! ΚΑΝΕΝΑ ΚΑΤΑΘΕΤΗΡΙΟ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ, ΚΑΜΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΧΡΗΜΑΤΩΝ, ΤΙΠΟΤΑ!!!».
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και, συνεπώς, απορριπτέος διότι, υπό την επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία καθεαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν αφορά σε "πράγμα", κατά την έννοια που εκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, δηλαδή, σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος να έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που να αφορά στην ακύρωση της ιδιόγραφης διαθήκης λόγω απειλής του διαθέτη.
[Δ] Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008), δηλαδή, επί ισχυρισμού λυσιτελούς στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2002).
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον κατά την περίπτωση γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, είναι η μη λήψη υπόψη ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οσάκις αυτή επιτρέπεται, που συνιστά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα (ΑΠ 574/2018, ΑΠ 767/2011).
Επίσης, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.
Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007).
Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρ.559 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 551/2013, 58/2008).
Εξάλλου, αν ο Αρειος Πάγος από την επισκόπηση των προτάσεων του Εφετείου διαπιστώσει ότι δεν έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου, που ο αναιρεσείων προτείνει ως παραβίαση, ο ανωτέρω, από τον αριθμοί 11 γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, λόγος απορρίπτεται κατ'ουσία (ΑΠ 1373/2015). Ειδικότερα προκειμένου για δικαστική ομολογία, που, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί και είναι εκείνη που γίνεται από τον ίδιο διάδικο προφορικώς ή εγγράφως σε κάθε στάση της δίκης, με τα διαλαμβανόμενα έγγραφα ή και με τις προτάσεις, ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ή εντεταλμένου δικαστηρίου, λαμβάνεται, δε, υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει αυτήν υπόψη, για να ιδρύσει τον από το αρθ. 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, την ομολογία που έκανε ο αναιρεσίβλητος, να την αποδεικνύει από το περιεχόμενο των προτάσεων που πρέπει να προσκομίσει (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία (ΑΠ 1139/2009, 661/2009).
Ως προς, δε, την εξώδικη ομολογία πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκλησή της στο δικαστήριο της ουσίας και ότι είχε προσκομισθεί το έγγραφο, στο οποίο αυτή περιεχόταν, εκτός εάν στην απόφαση βεβαιώνεται ότι έγινε ομολογία και παρά ταύτα δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 1573/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια της παραπάνω διατάξεως, τα αποδεικτικά μέσα και η εκτίμηση των καταθέσεων μαρτύρων, γιατί ανήκουν στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1534/2017, 87/2013, 1449/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την περιεχομένη, στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατάθεση, κατά την ακροαματική διαδικασία, της εξετασθείσας με επιμέλειά τους μάρτυρος ανταπόδειξης Α.
Κ., καθώς και την ομολογία των αντιδίκων τους, "ότι αφότου ο διαθέτης βγήκε από το γηροκομείο και επέστρεψε στην οικία του σταμάτησαν να τον επισκέπτονται, γιατί φοβόντουσαν την περιοχή, όπου αυτός κατοικούσε, καθόσον ήταν κακόφημη". Ο ανωτέρω λόγος, ως προς την παραπάνω αιτίαση, είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, ήτοι η εκτίμηση της καταθέσεως μάρτυρα και η ομολογία δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει την επικαλούμενη από τον άνω αριθμό 8β' πλημμέλεια.
Η διαλαμβανόμενη στον ίδιο τέταρτο (πρώτο μέρος) αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη, στα πρακτικά συνεδριάσεως της πρωτοβάθμιας δίκης, ένορκη κατάθεση, κατά την ακροαματική διαδικασία, της μάρτυρος ανταπόδειξης Α. Κ., πέραν της αοριστίας της, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση από τους εναγομένους - εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου, της άνω ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης, κρίνεται, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι δεν έγινε επίκλησή της στο Δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο), από τους εφεσιβλήτους ήδη αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου τους.
Επίσης, η διαλαμβανόμενη στον ίδιο ως άνω τέταρτο (δεύτερο μέρος) αναιρετικό λόγο, ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την πιο πάνω ομολογία, είναι απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση από τους εναγομένους - εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου, της επικαλούμενης ομολογίας των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, καθώς και αν αυτή ήταν δικαστική ή εξώδικη, ενώ , εφόσον επρόκειτο για εξώδικη ομολογία δεν αναφέρεται ότι είχε προσκομισθεί το έγγραφο, στο οποίο αυτή περιεχόταν.
Σε κάθε περίπτωση η πιο πάνω αιτίαση κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι δεν έγινε επίκληση αυτής (ομολογίας) στο Δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις τους από τους εφεσιβλήτους ήδη αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου τους.
Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο ως άνω τέταρτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, από τους ίδιους ως άνω αριθμούς, ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός, ότι αν απειλούνταν η ζωή του τόσα χρόνια από εμάς και τον εξαναγκάζαμε να κάνει μεταβιβάσεις και να λαμβάνουμε το αντίτιμο της αγοραπωλησίας (κάτι που δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο), αφενός θα τον είχαμε εξαναγκάσει να μας μεταβιβάσει πρωτίστως το σπίτι στο οποίο διαμέναμε τόσα χρόνια, αφετέρου να καταστήσει τον Ι.
Α. ή και οποιονδήποτε από τους λοιπούς, συνδικαιούχους στους τραπεζικούς του λογαριασμούς! Επίσης στα τόσα χρόνια θα μπορούσε να τους έχει αποβάλει από τα ίδια του τα σπίτια! Δεν έλαβε υπόψη του ότι με την διαθήκη του τιμούσε και άλλα πρόσωπα πλην της οικογένειας του Ι. Α., όπως την Σ. Π. και τον Γ. Π., τους οποίους δεν γνωρίζαμε και εάν όντως θέλαμε να του "φάμε" την περιουσία δεν θα τον κληρονομούσαν και αυτοί.
Οι αντίδικοι επικαλούνται διαρκώς και έγινε δεκτό και από το Δικαστήριο, εσφαλμένα και χωρίς να υφίσταται καμία απόδειξη, ότι ο Ν. Τ. «απειλούνταν διαρκώς και ήταν στα χέρια μιας αδίστακτης σπείρας [...] οι οποίοι όμως αν και το γνώριζαν αυτό δεν προέβησαν ούτε σε μία καταγγελία, ούτε σε μία μήνυση ούτε σε καμία αναφορά ενώπιον αστυνομικών ή διατακτικών αρχών, αφήνοντας τον πολυαγαπημένο τους συγγενής να "κινδυνεύει" αλλά τα θυμήθηκαν όλα αυτά μόνο όταν ήρθε η ώρα να κληρονομήσουν!!!»
Συνεπώς, το δικαστήριο μη εκτιμώντας σωστά την όλη κατάσταση και μη κρίνοντας την σχέση των αντιδίκων με τον διαθέτη, εσφαλμένα έκανε δεκτή την έφεσή τους και την αγωγή τους", είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι στο σύνολο του απορριπτέος.
[Ε] Τέλος, με τον πέμπτο, από τον ίδιο ως άνω αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής ακυρώσεως της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, α) προηγούμενες χειρόγραφες διαθήκες του διαθέτη, που φανέρωναν την διαχρονική βούλησή του να τιμήσει αυτούς (αναιρεσείοντες) με την προσβαλλόμενη διαθήκη, β) φωτογραφίες που αποδεικνύουν τους ισχυρούς δεσμούς του διαθέτη, με την οικογένεια Α. και γ) τις αριθμ. …, … και …/2014 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν με επιμέλειά τους, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, των Α. Σ., Γ. Γ. και Φ. Σ., αντίστοιχα.
Ο λόγος αυτός, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" , σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα (διαθήκες, φωτογραφίες), τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, ενώ κάνει ειδική αναφορά στις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, που αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.
Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες ως αόριστες, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου ουσιώδους, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμού, προσκομίστηκαν τα άνω έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις, ούτε επίσης αναφέρουν το περιεχόμενο αυτών, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις) ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, ούτε, τέλος, καθορίζουν ποια επίδραση ασκούσαν τα αποδεικνυόμενα από τα έγγραφα αυτά γεγονότα στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 410/2016).
Οι δε διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 21ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01-01-2016).
Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/05/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 4889/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ