Legislator Case Law & Legislation
1316/2019 AI generated

Supreme Court orders joinder of appeals, rejects untimely restitution request, and dismisses unjust enrichment claim.

Case Number 1316/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered the joinder of two appeals filed by the Foundation and the individual defendants against a lower court decision. While the Court upheld the appeal filed by the Foundation, it dismissed the appeal filed by the individual defendants and rejected their claim for unjust enrichment. The Court further rejected the Foundation's late request for restitution of seized funds due to procedural timeliness violations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; Articles 579 and 179 of the Code of Civil Procedure: Joinder of appeals is mandatory when parties share a common legal interest; appeals must be filed within the statutory period; requests for restitution must be submitted before the hearing concludes to be admissible; claims for unjust enrichment are dismissed if the underlying contract remains valid and enforceable.

Keywords

AI generated
joinder of appeals procedural timeliness restitution of property unjust enrichment claim Code of Civil Procedure seizure of accounts legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 246 and 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1316 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1316/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς Ιδρύματος, Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κωστούλα, που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1)Ν. Γ. του Μ., 2)Π. Μ. του Μ. - Ά., 3)Κ. Κ. του Δ. και 4)Β. Ζ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκιβιάδη Οικονόμου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 288/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3054/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 24/7/2017 αίτησή του και οι αναιρεσείοντες με την από 21/12/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της δικής τους αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος την παραδοχή της δικής του αίτησης, καθένας δε την απόρριψη της αιτήσεως των αντιδίκων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των υπό κρίση από 24ης Ιουλίου 2017 και 21ης Δεκεμβρίου 2017 αιτήσεων αναιρέσεως του κοινωφελούς ιδρύματος - νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία "Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού" και των Ν.

Γ. του Μ., Π. Μ. του Μ. - Ά., Κ. Κ. του Δ. και Β. Ζ. του Α. αντιστοίχως, με τις οποίες προσβάλλεται η υπ' αριθμόν 3054/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' όσον λόγω της μεταξύ τους συναφείας διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης. Επειδή, οι αναιρεσείοντες της ως άνω από 21ης Δεκεμβρίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως άσκησαν κατά του κοινωφελούς ιδρύματος "Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού" την από 30ής Δεκεμβρίου 2014 αγωγή, με την οποία επικαλούμενοι ότι κατά μήνα Σεπτέμβριο 2009 ανέλαβαν δια συμβάσεως με την κοινοπραξία "...

Α.Ε. - … Α.Ε. - ΙΜΕ - Β' ΦΑΣΗ" την εκπόνηση διαφόρων αρχιτεκτονικών μελετών προς ανέγερση συγκροτήματος κτηρίων επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού επί της οδού ..., την οποία είχε αναλάβει υπεργολαβικώς η εν λόγω κοινοπραξία, και ότι εντεύθεν έχουν απαίτηση κατά του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού ποσού 2.316.210,98 άλλως 1.160.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ ως υπόλοιπο αντιστοίχως της κατά νόμον οφειλομένης άλλως της συμφωνηθείσης αμοιβής αυτών, εζήτησαν την επιδίκαση του ποσού των 2.316.210,98 άλλως 1.160.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, βάσει συμβάσεως υπέρ τρίτου, άλλως αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, άλλως αναιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, άλλως της διατάξεως του άρθρου 700 ΑΚ, άλλως των αρχών της καλής πίστεως και της απαγορεύσεως καταχρήσεως δικαιώματος, άλλως της διατάξεως του άρθρου 379 ΑΚ, άλλως δικαίας κρίσεως, άλλως αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Εξεδόθη η υπ' αριθμόν 288/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή κατά την κυρία βάση αυτής ως προς το επικουρικώς ζητηθέν ποσόν των 1.160.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Κατά της εν λόγω αποφάσεως το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού και οι ενάγοντες άσκησαν τις από 19ης Ιανουαρίου 2016 και 21ης Ιανουαρίου 2016 εφέσεις αντιστοίχως, αιτούμενοι, το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, την απόρριψη καθ' ολοκληρίαν της αγωγής, οι δε ενάγοντες, την επιδίκαση του ποσού των 2.316.210,98 ευρώ πλέον ΦΠΑ.

Μετά συνεκδίκαση των εν λόγω εφέσεων εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση των εναγόντων, ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απερρίφθη η αγωγή βάσει του περιεχομένου αυτής ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς την κυρία και την πρώτη επικουρική βάσεις αυτής και ως μη νόμιμη ως προς τις λοιπές επικουρικές βάσεις, εκτός της βάσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή ως προς το ποσόν των 290.000 ευρώ ως προς έκαστον ενάγοντα (συνολικώς 1.160.000 ευρώ) πλέον ΦΠΑ.

Εν συνεχεία, το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού και οι ενάγοντες άσκησαν τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως. Οι εν λόγω αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος αναφέρεται αποκλειστικώς στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη.

Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη κατ' ουσίαν την έφεση του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η κυρία βάση της αγωγής, εκ της συμβάσεως υπέρ τρίτου, και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απέρριψε την εν λόγω βάση ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως βάσει του περιεχομένου της αγωγής, χωρίς να προβεί ως προς αυτήν σε ουσιαστική κρίση, ενώ έκρινε νόμιμη την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής και εδέχθη εν μέρει αυτήν κατ' ουσίαν. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως των ως άνω εναγόντων προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής, εκ της συμβάσεως υπέρ τρίτου, με την επίκληση πλημμελειών του αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου του αφορώντος την βάση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ο ως άνω όμως λόγος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται συμφώνως προς τα ανωτέρω, αφού το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως απαράδεκτη, χωρίς να προβεί σε ουσιαστική κρίση ως προς αυτήν.

Συνεπώς, ο εν λόγω λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο την αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.

Προκειμένου να είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω ωρισμένος ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα, το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου, και να αναφέρεται η συγκεκριμένη φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη, ώστε να εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, καθ' όσον μάλιστα ο Άρειος Πάγος, κατ' αρχήν, με την εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση των αναιρετικών λόγων βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.

Υπό αντίθετη εκδοχή, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση περί του παραδεκτού και της βασιμότητος των λόγων αναιρέσεως, αλλά και η υποχρέωση της ανασύρσεως και διατυπώσεως αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά παράβαση της απορρεούσης από την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ βασικής δικονομικής αρχής της διαθέσεως, κατά την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων και αποφασίζει βάσει των πραγματικών ισχυρισμών και των αιτήσεων αυτών.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως των ως άνω εναγόντων προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού κατέστη πλουσιώτερο εις βάρος των εναγόντων κατά το ποσόν των 1.160.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, στο οποίο ανήρχετο η συμφωνηθείσα αμοιβή, αντί του ζητουμένου με την αγωγή ποσού των 2.316.210,98 ευρώ πλέον ΦΠΑ, παρεβίασε τις διατάξεις του Π.Δ. 696/1974 περί των κατωτάτων ορίων αμοιβών μηχανικών. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις, τις οποίες φέρεται ότι παρεβίασε το Μονομελές Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ως άνω από 21ης Δεκεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως και συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, κατά την οποία, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", προκύπτει ότι η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου ως και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότης της αιτίας αποτελούν στοιχεία του πραγματικού πάσης απαιτήσεως εξ αδικαιολόγητου πλουτισμού, συνεπώς, εάν δεν επήλθε πλουτισμός από την περιουσία άλλου ή επί ζημία αυτού ή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Παρέπεται ότι, εάν η περιουσιακή μετακίνηση γίνεται βάσει συμβάσεως, ο πλουτισμός, ο οποίος προκαλείται από την εν λόγω μετακίνηση, στηρίζεται στη δικαιοπρακτική βούληση, η οποία συνιστά νόμιμη αιτία διατηρήσεως του πλουτισμού απορρέουσα από την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, η οποία διαπνέει όλο το περιουσιακό δίκαιο, οπότε οι τυχόν αξιώσεις κατά του πλουτίσαντος δύνανται να επιδιωχθούν βάσει αγωγής στηριζομένης στην σύμβαση και όχι στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής, μόνον όταν δεν υφίσταται αξίωση βάσει της συμβάσεως.

Εάν όμως η περιέχουσα την βούληση περί περιουσιακής μετακινήσεως δικαιοπραξία εν συνεχεία ανατραπεί, ως συμβαίνει επί ακυρώσεως, υπαναχωρήσεως κλπ, η νόμιμη αιτία διατηρήσεως του πλουτισμού αίρεται και γεννάται εντεύθεν αξίωση αποδόσεως της ωφελείας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 410 και 411 ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Αν κάποιος δεχτεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί να απαιτήσει να καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε" και "Ο τρίτος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας απ' αυτόν που υποσχέθηκε, αν προκύπτει τέτοια θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης", προκύπτει ότι, εάν συμφωνηθεί παροχή προς τρίτον, μόνον ο δανειστής - δέκτης της υποσχέσεως δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη - υποσχεθέντα να εκπληρώσει την παροχή προς τον τρίτο, ενώ ο ίδιος ο τρίτος δεν δικαιούται να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής (μη γνησία σύμβαση υπέρ τρίτου), εκτός εάν τούτο προκύπτει από την θέληση των συμβαλλομένων - υποσχεθέντος και δέκτου της υποσχέσεως - ή συνάγεται από την φύση και τον σκοπό της συμβάσεως (γνησία σύμβαση υπέρ τρίτου).

Ο υποσχεθείς και ο τρίτος δεν συνδέονται δια συμβατικής σχέσεως, ενώ ο υποσχεθείς και ο δέκτης της υποσχέσεως συνδέονται δια της συμβάσεως υπέρ τρίτου, η οποία περιέχει και την αιτία, ένεκα της οποίας ο υποσχεθείς καταβάλλει στον τρίτο. Εάν η σύμβαση υπέρ τρίτου ανατραπεί και ο υποσχεθείς έχει καταβάλει την παροχή προς τον τρίτο, υφίσταται περιουσιακή μετακίνηση χωρίς νόμιμη αιτία και ο υποσχεθείς δύναται να αναζητήσει το καταβληθέν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ, εάν υφίσταται έγκυρη σύμβαση υπέρ τρίτου και ο πλουτισμός του τρίτου προήλθε από την περιουσία ή επί ζημία του υποσχεθέντος, ο πλουτισμός δεν είναι αδικαιολόγητος.

Εξ άλλου, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν η αίτηση αναιρέσεως περιλαμβάνει πλείονες λόγους και με την παραδοχή ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι λοιποί λόγοι, εκτός εάν δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον.

Από τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως.

Τούτο συμβαίνει, όταν οι δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, όσες δεν θίγονται από την αναιρετική απόφαση, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς ως προς τα καταστάντα εκκρεμή μετά την αναίρεση κεφάλαια της αποφάσεως.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Το εναγόμενο ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού" με την από 6.10.2006 διακήρυξη δημοπρασίας προκήρυξε διεθνή ανοικτό διαγωνισμό με το σύστημα που περιλαμβάνει μελέτη και κατασκευή με κατ' αποκοπή εργολαβικό αντάλλαγμα, για την επιλογή αναδόχου του έργου με τίτλο "ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΕΩΝ, ΚΕΝΤΡΟ ΤΕΧΝΩΝ, ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΑΔΡΑΣΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΛΠ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΒΑΣΕΩΝ ΤΟΥ".

Με την υπ' αρ. ….12.2006 απόφαση του ΔΣ του εναγόμενου μειοδότρια και ανάδοχος του διαγωνισμού ανακηρύχθηκε η κοινοπραξία με την επωνυμία "... ΑΤΕ", η οποία υπέγραψε την από 29.12.2006 εργολαβική σύμβαση. Στη συνέχεια η προαναφερόμενη κοινοπραξία με το από 28.6.2007 υπεργολαβικό συμφωνητικό ανέθεσε την εκτέλεση του ως άνω έργου στην κοινοπραξία με την επωνυμία "...

ΑΕ - ΙΜΕ Β' ΦΑΣΗ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ/Ξ ... - Β' ΦΑΣΗ", η τελευταία δε συνήψε με τους ενάγοντες και την Α. Δ. (η οποία δεν είναι ενάγουσα), οι οποίοι αποτελούσαν μέλη της ομάδος αρχιτεκτόνων ... το από 17.9.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης μελέτης (σύμβαση υπέρ τρίτου), δυνάμει του οποίου οι τελευταίοι ανέλαβαν την εκπόνηση των επί μέρους αρχιτεκτονικών μελετών που αναφέρονται στο συνημμένο στη σύμβαση ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1.

Με το ως άνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε όπως η ομάδα αρχιτεκτόνων ... εκπονήσει τη μελέτη σε πλήρη συνεργασία με τους μελετητές των λοιπών επί μέρους μελετών του έργου και ως "συντονιστής" της συνολικής μελέτης του έργου, υπό τον άμεσο έλεγχο, την εποπτεία και τις οδηγίες του Project Manager του έργου, ο οποίος θα οριστεί από τον κύριο του έργου (εναγόμενο) και ο οποίος αποτελεί όργανο του τελευταίου, έναντι αμοιβής 2.662.930 ευρώ, η οποία αντιστοιχεί σε κατασκευαστικό προϋπολογισμό έργου 89.933.588 ευρώ.

Ως Project Manager του έργου ορίστηκε από το εναγόμενο η εταιρία "... ΑΤΕ". Οι ενάγοντες, ως ομάδα αρχιτεκτόνων ..., εκπόνησαν όλες τις εργασίες {συμβατικές} που τους ανατέθηκαν με την παραπάνω από 17.9.2007 σύμβαση, τις τροποποιητικές εργασίες για τις οποίες τους δόθηκε προφορική εντολή από τον Project Manager (... ATE), που ενεργούσε ως όργανο του τρίτου, δηλαδή του κυρίου του έργου και τις εξωσυμβατικές εργασίες που τους ανατέθηκαν από τον άνω Project Manager.

Συγκεκριμένα εκπόνησαν όλες τις αρχιτεκτονικές μελέτες, προμελέτες και οριστικές και τροποποι-ήσεις αυτών, σχέδια κατόψεων, όψεων, τομών, κτηριολογικά προγράμματα, τρισδιάστατες απεικονίσεις, μακέτες κλπ επί του κτηρίου 56, κτηρίου 6 μουσείο παιδιών, κτηρίου 6 …, κτηρίου 7 και 8 - κέντρου τεχνών, κτηρίου 7 και 8 σπηλιάς, στοάς της γραφής.

Επίσης εκτέλεσαν μελέτη θεματικών ενοτήτων και μονοπάτι της μυθολογίας - προμελέτη στοιχείων εικαστικής σημασίας μεγάλης και μικρής κλίμακας με άξονα την ελληνική ιστορία και το ελληνικό τοπίο, μελέτη ανάδειξης και μεταφοράς αρχαιοτήτων "ΡΩΜΑΪΚΗΣ - ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΓΡΟΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΛΙΜΝΙΟΥ" σε κοινόχρηστο χώρο (…), μελέτη ανάδειξης αρχαιολογικού ευρήματος "ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΠΑΤΗΤΗΡΙ" στην περιοχή λίμνης και υπαιθρίων διαμορφώσεων στο τμήμα προς την οδό …, τροποποιήσεις σταδίου αρχιτεκτονικής οριστικής μελέτης ερευνητικού κέντρου, προμελέτη αίθριου θεάτρου - θόλου κτηρίου γραφείων και όψης θόλου επί της οδού …, προσχέδια πεζοδρόμου … και αντίστοιχης όψης, προσχέδια κτηρίου 9, τρισδιάστατο μοντέλο παρουσιάσεων για το σύνολο του ελληνικού κόσμου, μελέτη λογοτύπων για τον ελληνικό κόσμο και τα κτήρια που περιλαμβάνει, τροποποίηση … - γενικού σχεδίου ανάπτυξης.

Με το από 24.6.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ του κυρίου του έργου - εναγομένου και αναδόχου κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" λύθηκε η μεταξύ τους υπογραφείσα εργολαβική σύμβαση χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η εκτέλεση του έργου ενώ όσα επί μέρους τμήματα του έργου είχαν ήδη εκτελεσθεί, μεταξύ των οποίων και εκείνα που περιλαμβάνονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1, που εκτέλεσαν οι ενάγοντες, παραδόθηκαν και παραλήφθηκαν από τον κύριο του έργου (Ι.Μ.Ε.).

Με το ίδιο δε άνω συμφωνητικό λύσης της εργολαβίας, εκχωρήθηκαν στον κύριο του έργου Ι.Μ.Ε. όλες οι απαιτήσεις από τις υπεργολαβίες, δυνάμει των οποίων είχαν αναλάβει διάφοροι τρίτοι την εκτέλεση επί μέρους εργασιών του άνω έργου και αναφέρονται αναλυτικά στο συνημμένο στην εν λόγω συμφωνία λύσης Παράρτημα 3 και ο κύριος του έργου Ι.Μ.Ε.

αναδέχθηκε τις σχετικές από τις συμβάσεις αυτές υποχρεώσεις και ενέκρινε και παρέλαβε και όλο το μέχρι τότε εκτελεσθέν έργο. Στο ως άνω συμφωνητικό λύσης της εργολαβίας όμως δεν μνημονεύεται η από 17.9.2007 υπεργολαβική σύμβαση που αφορά τους ενάγοντες. Έναντι των ανωτέρω εργασιών που εκτέλεσαν οι ενάγοντες και έλαβε το εναγόμενο, οι ενάγοντες, έναντι της συμφωνηθείσης με την κοινοπραξία εργολαβικής αμοιβής, έλαβαν μικρό μόνο μέρος της αμοιβής και συγκεκριμένα το ποσό των 312.500 ευρώ απομένοντος οφειλομένου υπολοίπου του ποσού των 1.160.000 ευρώ.

Κατά το ποσό αυτό κατέστη το εναγόμενο αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων καθόσον τούτο θα κατέβαλλε ως εργολαβική αμοιβή για ίδιες κατά ποσότητα και ποιότητα εργασίες σε άλλους αρχιτέκτονες με τις ίδιες δεξιότητες όπως οι ενάγοντες στα πλαίσια έγκυρης σύμβασης έργου.

Άλλωστε στο ποσό αυτό και το ίδιο το εναγόμενο εκτίμησε την αξία των εργασιών που εκτέλεσαν οι ενάγοντες χωρίς να λάβουν αμοιβή στα πλαίσια έγκυρης σύμβασης όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων. Επομένως το εναγόμενο εξοικονομώντας το προαναφερόμενο ποσό, ως εργολαβική αμοιβή, που θα κατέβαλλε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με έγκυρη σύμβαση, ωφελήθηκε κατά τούτο σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων, ποσό το οποίο πρέπει να τους αποδώσει το εναγόμενο κατά την διάταξη του 904 ΑΚ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, διαιρετά δηλαδή ποσό διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ στον καθένα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και επιπλέον το εναγόμενο θα πρέπει να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων τον αναλογούντα ΦΠΑ άμα τη εκδόσει του σχετικού παραστατικού ...

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσό των διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ άμα τη εκδόσει του σχετικού παραστατικού από καθένα των εναγόντων".

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εσφαλμένως εφήρμοσε, αφού, ενώ εδέχθη ότι μεταξύ της υπεργολάβου κοινοπραξίας "... ΑΕ - ΙΜΕ Β' ΦΑΣΗ" και των εναγόντων συνήφθη σύμβαση υπέρ τρίτου, του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, περί εκπονήσεως των ανατεθεισών αρχιτεκτονικών μελετών, η οποία δεν είχε εξ ωρισμένου λόγου ανατραπεί, οπότε η επακολουθήσασα παράδοση στο Ίδρυμα των εκπονηθεισών μελετών, συνιστώσα περιουσιακή μετακίνηση, δεν δύναται να θεμελιώσει απαίτηση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού έγινε εις εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως, χωρίς να μεταβιβασθούν και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις εκ της εν λόγω συμβάσεως στο Ίδρυμα, και επομένως συμφώνως προς τα ανωτέρω υφίσταται νόμιμη αιτία διατηρήσεως του πλουτισμού, εν τούτοις εδέχθη την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής και υποχρέωσε το Ίδρυμα να αποδώσει τον πλουτισμό.

Συνεπώς, ο πρώτος, εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί των δικαστικών εξόδων, ενώ παρέλκει κατά τα ανωτέρω η εξέταση των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, οι οποίοι περιέχουν αιτιάσεις ως προς την κατ' ουσίαν παραδοχή της εν λόγω βάσεως της αγωγής, ως προς την οποία η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει κατά τα ανωτέρω αναιρεθεί δυνάμει του δεκτού γενομένου λόγου.

Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο πραγματικά περιστατικά έχουν ακριβώς επικαλεσθεί και οι ενάγοντες προς θεμελίωση της ως άνω βάσεως της αγωγής, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση από το Τμήμα τούτο και να απορριφθεί η αγωγή κατά την εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής ως μη νόμιμη, να καταδικασθούν δε οι ενάγοντες ως ηττώμενοι στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό, και να συμψηφισθούν συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ τα δικαστικά έξοδα κατά το υπόλοιπο λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου.

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην προ της αναιρεθείσης αποφάσεως κατάσταση, οπότε, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, διατάσσεται κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

Η αίτηση υποβάλλεται με το αναιρετήριο ή, μέχρι της προτεραίας της συζητήσεως, με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο κατατιθέμενο στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου.

Εν προκειμένω, το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού δια των κατατεθεισών μετά την συζήτηση, την 30ή Νοεμβρίου 2018, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση της Γραμματέως του Τμήματος, προτάσεων αυτού, επικαλούμενο ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος Κ. Κ. προέβη σε κατάσχεση του τραπεζικού λογαριασμού του Ιδρύματος στην Τράπεζα EUROBANK ERGASSIAS ως προς το ποσόν των 55321 ευρώ, αιτείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και να αρθεί η επιβληθείσα κατάσχεση. Η εν λόγω αίτηση όμως έχει ασκηθεί εκπροθέσμως, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω έπρεπε οι προτάσεις του Ιδρύματος να κατατεθούν το βραδύτερο την προτεραία της συζητήσεως, συνεπώς, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των από 24ης Ιουλίου 2017 και 21ης Δεκεμβρίου 2017 αιτήσεων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3054/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 21ης Δεκεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους Ν. Γ. του Μ., Π. Μ. του Μ. - Ά., Κ. Κ. του Δ. και Β. Ζ. του Α. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Δέχεται την από 24ης Ιουλίου 2017 αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί την ως άνω απόφαση, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της από 30ής Δεκεμβρίου 2014 αγωγής, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Απορρίπτει την αίτηση του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Και

Καταδικάζει τους Ν. Γ. του Μ., Π. Μ. του Μ. - Ά., Κ. Κ. του Δ. και Β. Ζ. του Α. στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης ποσού έξι χιλιάδων διακοσίων (6.200) ευρώ, συμψηφίζει δε τα δικαστικά έξοδα κατά το υπόλοιπο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ