Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment for failure to consider argument, ruling it was actually considered and rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's final decision rejecting their property ownership claim. Although the appellant argued the lower court ignored their specific defense regarding the radar's possession, the court found the appellate court had explicitly considered and rejected this argument as substantively unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellees, and the appeal bonds were forfeited to the state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court considered the argument and rejected it for any reason, or if the alleged omission does not constitute a separate substantive claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1316 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1316/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στoν Καναδά και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δ. Τ. του Π., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Αδαμόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Σ. του Ν., ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Μακαρώνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5752/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2016/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 25/9/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1238/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2016/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 778/2011 μη οριστική και 1/2013 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/6/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 9/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης και την αναίρεση της 1/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 16.6.2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 5752/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 20.1.2004 αγωγή της περί αναγνώρισης της κυριότητας του αναφερόμενου κινητού πράγματος και καταβολής αποζημίωσης χρήσης.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006).
Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ1131/2007).
Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.
Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Με το τρίτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Η εδρεύουσα στη … πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος αυτών, έχει ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών που αφορούν δραστηριότητες σχετικές με την αεροπλοΐα, αεροπορία, αεροψεκασμούς, βομβαρδισμούς νεφών κ.λ.π., δραστηριοποιείται δε αυτή και στην Ελληνική αγορά, αυτή δε ανέλαβε κατά καιρούς να προμηθεύσει στον ...
όλη την υλικοτεχνική υποδομή που είναι απαραίτητη για την εφαρμογή εκ μέρους του προγραμμάτων ενεργητικής προστασίας των γεωργικών καλλιεργειών από τη χαλαζόπτωση. Η πρώτη εναγομένη εταιρία προκειμένου να αποκτήσει τον τεχνικό εξοπλισμό στις 15.2.1994 συνήψε με την εδρεύουσα στη ... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως με δικαίωμα προαιρέσεως αγοράς (LEASE AGREEMENT with an option to Purchase) για χρονικό διάστημα δύο ετών, ήτοι από 15.2.1994 έως 14.2.1996, δυνάμει της οποίας η τελευταία της παραχώρησε τη χρήση έξι αεροσκαφών με τα ανταλλακτικά τους, ένα πλήρες σύστημα τροποποιήσεως καιρού και τηλεμετρίας δεδομένων GPS, Μονάδα ισχύος Comstock, Δέμα οργάνων Φυσικής Νεφών, όπως ειδικότερα αυτά περιγράφονται στο παράρτημα της άνω συμβάσεως, καθώς και το επίδικο ραντάρ καιρού τύπου Enterprize WR 100-1/77 έτους κατασκευής 1985, προελεύσεως ΗΠΑ, το οποίο ήταν συναρμολογημένο και εγκατεστημένο σε φορτηγό εργοστασίου κατασκευής MERCEDES με τον παρελκόμενο εξοπλισμό του και συγκεκριμένα οθόνες ελέγχου, μονάδα μεταφοράς δεδομένων και επεξεργασίας στοιχείων τύπου δορυφορικού πιάτου.
Το μίσθωμα με βάση σχετικό όρο της συμβάσεως συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά ένα μέρος με την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής και συγκεκριμένα συμφωνήθηκε η καταβολή του ποσού των 600000 $ US (δολάρια ΗΠΑ), το υπόλοιπο δε συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μηνιαίες δόσεις ύψους 70000 $ US της κάθε μίας, αρχής γενομένης από την 15.3.1994 έως την 15.2.1996.
Με την ίδια σύμβαση παρασχέθηκε στην πρώτη εναγομένη εταιρία, και υπό τον όρο ότι αυτή θα εκπλήρωνε τους όρους της άνω συμβάσεως τους σχετικούς με την καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος, η δυνατότητα να ασκήσει η τελευταία κατά τη λήξη της συμβάσεως το δικαίωμα προαιρέσεως για την αγορά των άνω κινητών με τίμημα ύψους 1,00 $ USA.
Μετά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως το επίδικο ραντάρ μαζί με τον εξοπλισμό του καθώς και ο υπόλοιπος τεχνικός εξοπλισμός παραδόθηκαν στην ενταύθα εδρεύουσα πρώτη εναγομένη και παρέμειναν στην κατοχή της δυνάμει της προαναφερομένης έννομης σχέσης, τον ανωτέρω δε εξοπλισμό χρησιμοποιούσε η τελευταία, ως προαναφέρεται, και για την κάλυψη των αναγκών του προγράμματος περιοχές Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας που εφαρμόζει ο ....
Ειδικότερα η πρώτη εναγομένη σε διάφορες καλλιεργητικές περιόδους προέβαινε με τον εν λόγω Οργανισμό στην σύναψη συμβάσεων προμηθείας ολόκληρου του συστήματος χαλαζικής προστασίας, προκειμένου να εφαρμόζεται από τον τελευταίο το πρόγραμμα ενεργητικής προστασίας των καλλιεργειών από το χαλάζι. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στην άνω εταιρία "..." μετείχε κατά ποσοστό 50% η ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης και κατά 25% οι καναδικές εταιρίες περιορισμένης ευθύνης "511431 εταιριών αυτών της ενάγουσας και των εναγομένων και των ..." "491549 ...".
Στις 16.5.1995 συνήφθη μεταξύ των ετέρων συμβαλλομένων, που αναφέρονται στο σχετικό συμφωνητικό, εξώδικος διακανονισμός (settlement agreement). Με βάση τη σύμβαση αυτή η εταιρία "..." υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στην ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "..." αντί τιμήματος 110000 $ US τρία αεροσκάφη τύπου Cessna 340A καθώς και ένα ραντάρ καιρού τύπου Enterprize WR 100-1/77 με όλο τον εξοπλισμό του, δηλαδή το επίδικο.
Επίσης με όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "τα έξοδα αεροδρομίου προσγείωσης και ότι σχετικό προκύψει για τα τρία αεροσκάφη τύπου Cessna 340A θα βαρύνουν την ενάγουσα, όπως επίσης συμφωνήθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν "πως θα εκτελέσουν και θα παραδώσουν προς τους άλλους κάθε τιμολόγια πώλησης, αναθέσεις, αιτήματα για απονηολόγηση, όργανα και συνθήκες και θα λάβουν κάθε μέτρο που πιθανόν απαιτείται για να επιτευχθεί η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στην παρούσα.
Τα άνω κινητά, την κυριότητα των οποίων υποσχέθηκε να μεταβιβάσει η άνω εταιρία "..." στην ενάγουσα βρισκόταν στη … στην κατοχή της πρώτης εναγομένης δυνάμει της άνω συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως που είχε συνάψει η τελευταία με την προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία "...". Η ενάγουσα συνομολογεί ότι της παραδόθηκαν τα πωληθέντα αεροσκάφη όχι όμως και επίδικο ραντάρ με τον εξοπλισμό του αλλά αντίθετα ισχυρίζονται με την αγωγή ότι αυτό παρέμεινε στην κατοχή της πρώτης εναγομένης, η οποία το παρακρατεί πλέον παράνομα και αρνείται να το αποδώσει στην ενάγουσα παρά το ότι η τελευταία κατέστη κυρία αυτού δυνάμει της άνω συμβάσεως.
Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα κατά τη διάταξη του άρθρου 27 ΑΚ η νομή και τα εμπράγματα δικαιώματα ρυθμίζονται από το δίκαιο της πολιτείας που βρίσκονται και εν προκειμένω, αφού το επίδικο κινητό βρίσκεται στην Ελλάδα, εφαρμόζεται το Ελληνικό δίκαιο, κατά το οποίο για την κτήση της κυριότητας κινητού πράγματος απαιτείται παράδοση της νομής αυτού από τον μεταβιβάζοντα στον αποκτώντα.
Από τα ως άνω όμως αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε ότι η μεταβιβάσασα το επίδικο ραντάρ στην ενάγουσα παρέδωσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην τελευταία τη νομή του ώστε να επέλθει μετάθεση της κυριότητας αυτού, δοθέντος ότι για την κτήση της κυριότητας κινητού δεν αρκεί η σύναψη της σύμβασης πωλήσεως, αλλά απαιτείται και παράδοση της νομής του από τον πωλητή προς τον αγοραστή.
Άλλωστε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και από το κείμενο της προαναφερόμενης συμβάσεως, δεν προκύπτει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της άνω εταιρίας με την επωνυμία "..." και της ενάγουσας ότι παραδίδεται σ' αυτήν η νομή δια μέσου της πρώτης εναγομένης, που τελούσε κατά το χρόνο κατάρτισης της επικαλούμενης από την ενάγουσα συμβάσεως πωλήσεως στη φυσική εξουσία του πράγματος δυνάμει της προαναφερόμενης εννόμου σχέσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, ώστε να γίνει δεκτό πως παραδόθηκε η νομή του με έκταξη, ούτε αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν εν προκειμένω όλες οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για την παράδοση της νομής του εν λόγω κινητού κατά τον τρόπο αυτό.
Άλλωστε, ως προαναφέρεται, παρά το ότι με τον προαναφερόμενο όρο της άνω σύμβασης συμφωνήθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη "θα παραδώσουν τα σχετικά παραστατικά πωλήσεως...και θα λάβουν κάθε μέτρο που πιθανόν απαιτείται για να επιτευχθεί η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στην παρούσα" ουδόλως προκύπτει παράδοση της νομής του επίδικου κινητού αλλά και ούτε προβλέπεται ειδικότερα από τη σύμβαση τρόπος παράδοσης αυτού, ενώ αντίθετα γίνεται πρόβλεψη για την παράδοση των άνω αεροσκαφών".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ότι δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση της νομής του επίδικου ραντάρ στην αναιρεσείουσα, ώστε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού.
Ειδικότερα, για την πληρότητα και σαφήνεια των αιτιολογιών της, στις οποίες στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα, η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς διαλαμβάνει στις παραδοχές της ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ της πωλήτριας εταιρείας και της αναιρεσείουσας ότι παραδίδεται στην τελευταία η νομή των πωλούμενων κινητών πραγμάτων δια της κατόχου αυτών πρώτης αναιρεσίβλητης, ήτοι παράδοση της νομής με έκταξη, ούτε με οποιοδήποτε τρόπο παράδοση της νομής του ραντάρ σ' αυτήν, καθώς και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και μετά την πώλησή τούτων στην αναιρεσείουσα παρέμεινε στην κατοχή τους με βάση τη σχέση της χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχε με την πωλήτρια αυτών.
Δεν ήταν, δε, αναγκαίο να αιτιολογεί την παραδοχή της γιατί δεν υπήρξε παράδοση της νομής του ραντάρ, μολονότι υπήρξε παράδοση των αεροσκαφών, ούτε γιατί δεν δέχθηκε υποκατάσταση της αναιρεσείουσας στη θέση του εκμισθωτή του ραντάρ μετά την αγορά του, αφού η σύμβαση της πώλησης του κινητού αυτού πράγματος δεν έχει άμεση συνέπεια την υποκατάσταση στη μισθωτική σχέση, και την απόκτηση της νομής, ώστε να ολοκληρωθεί η απόκτηση της κυριότητας.
Επίσης, δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε τη νομή του ραντάρ σε σχέση με εκείνη της απόκτησης της νομής των αεροσκαφών, αφού το Εφετείο δεν δέχεται συμφωνία έκταξης της νομής με τη σύμβαση πώλησης των πωλούμενων πραγμάτων, αλλά υλική παράδοση των αεροσκαφών για τα οποία υπήρχε πρόβλεψη στο συμφωνητικό πωλήσεως για την παράδοσή τους.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αφορούν τη διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 977, 513 και 1034 ΑΚ και επομένως, ο περί του αντιθέτου ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 513 και 1034 ΑΚ προκύπτει ότι, για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος, δεν αρκεί η σύναψη της σύμβασης πώλησης, αλλά απαιτείται και παράδοση της νομής του από τον πωλητή στον αγοραστή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ, συνάγεται ότι για την παράγωγη κτήση της νομής κινητού πράγματος με ειδική διαδοχή, όπως συμβαίνει στην πώληση, απαιτείται αφενός μεν συμφωνία του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος για τη μεταβίβαση της νομής, αφετέρου (υλική) παράδοση αυτής, όροι που αποτελούν μία ενιαία δικαιοπραξία.
Έτσι, η μεταβίβαση της νομής, όταν το πράγμα βρίσκεται στη νομή του πωλητή, γίνεται με την πραγματική υλική παράδοση του πωληθέντος κινητού πράγματος με τη βούληση του έως τώρα νομέα πωλητή στον αγοραστή που το αποκτά. Αρκεί μόνο η συμφωνία μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή για την κτήση της νομής από τον τελευταίο, υπό την προϋπόθεση ότι ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
Όταν όμως το κινητό πράγμα της πώλησης δεν το κατέχει ο νομέας αυτού πωλητής, αλλά τούτο βρίσκεται στην κατοχή τρίτου, ο οποίος έχει την κατοχή του στο όνομα του νομέα, με βάση κάποια έννομη σχέση που τον συνδέει με αυτόν (όπως είναι η μίσθωση, το χρησιδάνειο, η παρακαταθήκη κλπ), η μεταβίβαση της νομής γίνεται κατά τους όρους του άρθρου 977 ΑΚ.
Κατά τη διάταξη αυτή "παράδοση σ' εκείνον που αποκτά υπάρχει και όταν συμφωνηθεί ανάμεσα σ' αυτόν και τον έως τώρα νομέα να παραμείνει ο τελευταίος ή τρίτος στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση. Σ' αυτή την περίπτωση έναντι του τρίτου μεταβιβάζεται η νομή στον αποκτώντα αφότου γνωστοποιηθεί αυτό στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα".
Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η μεταβίβαση της νομής με αντιφώνηση, αλλά και με έκταξη, στην περίπτωση που την κατοχή του μεταβιβαζομένου πράγματος έχει τρίτος. Στην τελευταία περίπτωση για να θεωρηθεί ότι υπάρχει παράδοση της νομής του πωλούμενου κινητού πράγματος στον αγοραστή από τον πωλητή, απαιτείται α) συμφωνία μεταξύ του νομέα πωλητή και του αγοραστή ότι στην κατοχή του πράγματος θα παραμείνει, στο όνομα πλέον του αποκτώντος, ο τρίτος, με βάση την ίδια σχέση που υπήρχε μεταξύ αυτού και του μέχρι τώρα νομέα πωλητή, β) η συμφωνία αυτή για τη μεταβίβαση της νομής να γνωστοποιηθεί από τον μέχρι τώρα νομέα πωλητή στον τρίτο που το κατέχει.
Αν συντρέξουν αυτές οι προϋποθέσεις, η συμφωνία ισοδυναμεί με παράδοση της νομής στον αποκτώντα αγοραστή, ο οποίος αποκτά πλέον και την ενοχική αγωγή κατά του τρίτου για απόδοση του πράγματος. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή ο τρίτος θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση "ορισμένη έννομη σχέση", η οποία μπορεί να είναι μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη κλπ.
Η σχέση αυτή είναι η ίδια που συνέδεε αυτόν με τον έως τώρα νομέα και όχι οποιαδήποτε άλλη σχέση. Σ' αυτή δε την περίπτωση έναντι του τρίτου μεταβιβάζεται η νομή στον αποκτώντα αφότου γνωστοποιηθεί αυτό στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα ή και από τον αποκτώντα ενεργούντα ως πληρεξουσίου του έως τώρα νομέα.
Παρέπεται ότι αν μεταξύ του έως τώρα νομέα και του αποκτώντος δεν συμφωνηθεί τίποτα σχετικά με την κατοχή του τρίτου ή αν η αντίστοιχη γνωστοποίηση προς τον τρίτο δεν λάβει χώρα, ο αποκτών δεν μπορεί να αντιτάξει τη νομή του επί του πράγματος έναντι του τρίτου και γι' αυτό δεν είναι σε θέση να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (ΑΠ 615/2014).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στην περίπτωση της έκταξης, ο τρίτος παραμένει στην κατοχή του πράγματος, με βάση την ίδια έννομη σχέση που υπήρχε μεταξύ αυτού και του έως τώρα νομέα πωλητή, αφού με τη συμφωνία που καταρτίζεται μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή για την πώληση του πράγματος και την παραμονή του τρίτου στην κατοχή αυτού, δεν μπορεί να μεταβληθεί η έννομη αυτή σχέση που αφορά τρίτον και όχι τους συμβαλλόμενους.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα και αντίστοιχα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΑΠ 142/2015).
Στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και επί πλέον, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναίρεσης, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 977 ΑΚ, διότι δέχθηκε ότι προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η συμφωνία μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος να παραμείνει στην κατοχή του πωληθέντος πράγματος ο τρίτος με βάση την ίδια σχέση που υπήρχε με τον έως τώρα νομέα, μολονότι η αληθινή έννοια της αναφοράς της διάταξης με "ορισμένη έννομη σχέση", είναι ότι η σχέση αυτή θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε έννομη σχέση από τις αναγνωριζόμενες στο δίκαιο είτε ρητά κατονομαζόμενες είτε στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 361 ΑΚ.
Αποτέλεσμα δε αυτού του σφάλματός της ήταν να περιορίσει τον αριθμό των εννόμων σχέσεων με βάση τις οποίες θα μπορούσε ο τρίτος να παραμείνει στην κατοχή του πράγματος, να αποκλείσει το ενδεχόμενο συμφωνίας παραμονής αυτού με άλλη σχέση και έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση να δεχθεί ότι δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις παραδόσεως της νομής με έκταξη στην αναιρεσείουσα και να απορριφθεί η αγωγή της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις, δεχόμενο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι η αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 977 ΑΚ, είναι ότι ο τρίτος, κάτοχος του πωλούμενου κινητού πράγματος, θα παραμείνει στην κατοχή αυτού με βάση την ίδια σχέση που συνέδεε αυτόν και τον μεταβιβάζοντα και όχι με οποιαδήποτε άλλη σχέση.
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω οι παραδοχές της, σωστά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του πωληθέντος κινητού πράγματος, δηλαδή του επίδικου ραντάρ, παρά την πώλησή του σ' αυτήν από την κυρία τούτου εταιρία με την επωνυμία "...", επειδή δεν υπήρξε υλική παράδοση της νομής του, ούτε παράδοση αυτού με έκταξη, αφού δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ της πωλήτριας και της αναιρεσείουσας ότι παραδίδεται στην τελευταία η νομή αυτού δια μέσου της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία βρισκόταν στην κατοχή του πωληθέντος με βάση τη σχέση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, συμφωνία άλλωστε, που ουδόλως επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Κατά το άρθρο 614 ΑΚ, όταν πρόκειται για μίσθωση ακινήτου που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, αν ο εκμισθωτής κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μεταβιβάσει σε τρίτο την κυριότητα του μισθίου, ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, εκτός αν έγινε αντίθετη συμφωνία στο μισθωτήριο έγγραφο.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η μίσθωση να αφορά ακίνητο και όχι κινητό πράγμα. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 620 ΑΚ, και στη μίσθωση αγροτικού κτήματος, αλλά, κατά τη διάταξη του άρθρου 638 του ίδιου Κώδικα, και στη μίσθωση άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 614 και 638 ΑΚ και έτσι δεν δέχθηκε ότι αυτός υπεισήλθε στα δικαιώματα της μίσθωσης του μισθίου κινητού πράγματος ήτοι του Radar και του εξοπλισμού του, ώστε να αποκτήσει τη νομή αυτού.
Με το συναφές δε τρίτο μέρος του ίδιου λόγου, αποδίδει στην απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό που προέβαλε με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι με τη μεταβίβαση σ' αυτήν του ραντάρ, υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση αυτού και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αναζήτησης του αποκτηθέντος μισθίου, ως νέος νομέας του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά το πρώτο μέρος του καθόσον πρόκειται για μίσθωση κινητού πράγματος επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι άνω διατάξεις και όχι για μίσθωση ακινήτου ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου που αποδίδει καρπούς ή άλλα ωφελήματα, στην οποία αυτές αναφέρονται. Ενόψει δε της μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών δεν είναι νόμιμος ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός περί υπεισέλευσης της αναιρεσείουσας στη μισθωτική σχέση του ραντάρ που υπήρχε μεταξύ της πωλήτριας τούτου και της αναιρεσίβλητης ώστε να αποκτήσει, συνεπεία της πώλησης, τη θέση της εκμισθώτριας και νομέα αυτού.
Επομένως, η παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του τον ανωτέρω μη νόμιμο ισχυρισμό και συνεπώς ισχυρισμό μη ουσιώδη που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 687/2017, ΑΠ 323/2017).
Η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις ή να αποφανθεί επί κάθε είδους αυτοτελών ισχυρισμών που αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εκείνο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου ( ΑΠ 436/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και με στοιχ. Δ, η αναιρεσείουσα πλήττει την απόφαση επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτής, όπως προβλήθηκε με το δεύτερο λόγο της έφεσης, περί της υποκαταστάσεώς της στην υφιστάμενη μεταξύ πωλήτριας-εκμισθώτριας και αναιρεσίβλητων μισθωτική σχέση.
Όμως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται ποια αίτηση, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, έμεινε αδίκαστη, καθώς και το περιεχόμενο αυτής αίτησης όπως υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη και αν παραδεκτά μπορούσε να προβάλει αυτή στο Εφετείο με λόγο έφεσης για πρώτη φορά, αφού δεν ισχυρίζεται ότι είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Άλλωστε το Εφετείο, με τις εκτεθείσες παραδοχές του, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, ως προς όλα τα αιτήματά της, παρόλο που στις αιτιολογίες δεν αναφέρεται ειδικά με τη συγκεκριμένη αίτηση. Εξάλλου, ο προβληθείς με το δεύτερο λόγο της έφεσης ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση του επίδικου ραντάρ με την πώλησή του σ'αυτή από την εκμισθώτρια, είναι, κατά τα αναπτυχθέντα ανωτέρω, μη νόμιμος, εφόσον πρόκειται για μίσθωση κινητού πράγματος και η τυχόν παράλειψη που αποδίδει στην απόφαση η αναιρεσείουσα αφορά σε μη νόμιμο ισχυρισμό, που συνεπώς δεν είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει (ΑΠ 516/2016).
Ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο αυτό στον Άρειο Πάγο προκειμένου να διαπιστωθεί, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενο αυτού, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 205/2015). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ανέγνωσε εσφαλμένα το προσκομισθέν νόμιμα με επίκληση από 16.5.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό με τίτλο "συμφωνητικό διακανονισμού" και δέχθηκε ότι από το κείμενο αυτού δεν προκύπτει οποιαδήποτε συμφωνία περί παραδόσεως της νομής στην αναιρεσείουσα διαμέσου της πρώτης αναιρεσίβλητης που ήταν στην κατοχή του πωληθέντος ραντάρ, καθώς και ότι δεν προβλέπεται ειδικότερα τρόπος παράδοσης αυτού, ενώ το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο παραθέτει, είναι διαφορετικό, με αποτέλεσμα, στηριζόμενη η προσβαλλομένη απόφαση κυρίως στο έγγραφο αυτό να καταλήξει σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και να απορρίψει την ασκηθείσα έφεσή της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η αναιρεσείουσα, που δεν κατέθεσε προτάσεις στο Δικαστήριο, δεν προσκόμισε το προσβαλλόμενο έγγραφο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ώστε, σε σύγκριση με τις παραδοχές της απόφασης για το περιεχόμενο που του προσέδωσε, να καταστεί εμφανές αν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος που ανάγεται στην ανάγνωσή του.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1651/2012).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίστηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο τουλάχιστον ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1731/2010, ΑΠ 1417/2009).
Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους (ΑΠ 376/2004), για τις ένορκες δε βεβαιώσεις και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 970/2010, ΑΠ 1386/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του 1) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π. Β. ενώπιον του Ανακριτή Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, 2) την ένορκη βεβαίωση του ίδιου μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σ. Δ. και 3) το από 23.5.1995 συμφωνητικό, τα οποία είχε προσκομίσει νόμιμα με επίκληση η αναιρεσείουσα και από τα οποία προέκυπτε η απόκτηση από αυτήν της κυριότητας του επίδικου ραντάρ.
Όμως, από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλομένης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αλλά και το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, μολονότι δεν μνημονεύει η προσβαλλομένη όλα τα έγγραφα ειδικά και δεν τα αξιολογεί χωριστά, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και την κατάθεση του μάρτυρα Π.
Β. ενώπιον του Ανακριτή Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και το από 23.5.1995 συμφωνητικό, που εξειδικεύονται στον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το μέρος τούτο είναι αβάσιμος. Εξάλλου, σχετικά με την επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση, η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει επαρκώς αυτήν με τον αριθμό της και την ημερομηνία λήψεως, ούτε επικαλείται σαφώς ότι υπήρξε εμπρόθεσμη εντός 24 ωρών κλήτευση των αντιδίκων της για τη λήψη αυτής, αφού αορίστως αναφέρει ότι η κλήση σ' αυτούς "επιδόθηκε νομίμως, όπως φαίνεται από τις υπ' αριθμούς εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α.
Π.", ήτοι χωρίς να διευκρινίζει ότι επιδόθηκε εμπρόθεσμα ή να προσδιορίζει την ημερομηνία επίδοσης για τη διαπίστωση της εμπρόθεσμης κλήτευσης. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου δεν προκύπτει σαφής επίκληση συγκεκριμένης ένορκης βεβαίωσης. Ειδικότερα, στα τμήματα που με το αναιρετήριο αναφέρεται για την επίκληση ενώπιον του Εφετείου της ένορκης βεβαίωσης, ήτοι τον αριθμό 21 των σχετικών που προσκομίζει και αναφέρονται στην οικεία κατάσταση, αναφέρεται η "από 10.5.2004 ένορκη εξέταση ενώπιον του ανακριτή Δ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης του μάρτυρά μου Π.
Β." και όχι ένορκη βεβαίωση αυτού, στην τρίτη σελίδα των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, αναφέρεται επίσης στην "ένορκη κατάθεση του μάρτυρά μου Β. Π., την οποία και τώρα επικαλούμαι και προσκομίζω (σχετ. 27)" και όχι σε ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αυτού, ενώ στη δεύτερη σελίδα της προσθήκης των προτάσεων αυτών αναφέρει ότι "σχετικώς με την προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων και εμμαρτύρων αποδείξεων ήτοι της ενόρκου βεβαιώσεως του μάρτυρά μας Π.
Β. (σχετ. 43)", χωρίς να αναφέρεται παντάπασι ο αριθμός της ένορκης βεβαίωσης, η ημερομηνία λήψεως αυτής, το όργανο ενώπιον του οποίου δόθηκε και η τυχόν κλήτευση των αντιδίκων. Τα ίδια και στην αναφορά στη σελίδα 16 των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου όπου αναφέρει "σχετική με τα άνω θέματα.... είναι η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά μου, την οποία προσκομίζω και επικαλούμαι", παραθέτοντας στη συνέχεια περιεχόμενο ένορκης βεβαίωσης.
Επομένως, ο ανωτέρω πέμπτος λόγος της αναίρεσης κατά το τελευταίο τούτο μέρος του είναι απαράδεκτος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των συναφών αιτημάτων πραγματικά περιστατικά.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 49/2012).
Με το έτερο μέρος του πέμπτου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα παραπονείται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της που νόμιμα είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφέρει ενώπιόν του με λόγο εφέσεως, ότι είχε παραλάβει τη νομή του πωληθέντος Radar, αλλά με άλλη συμφωνία μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης κατόχου αυτού, τούτο παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη στην κατοχή της αναιρεσίβλητης με σκοπό τη μελλοντική τους συνεργασία στην εκμετάλλευσή του, οι οποίοι ήταν πλέον απλοί κάτοχοι, ασκούντες την κατοχή επ' ονόματι της αναιρεσείουσας, με σύμβαση κατά το άρθρο 361 ΑΚ, άλλως με σύμβαση παρακαταθήκης ως θεματοφύλακες, ισχυρισμός που θεμελιώνει την απόκτηση του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας του πωληθέντος, ουσιώδους για την έκβαση της δίκης.
Όμως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό περί παραλαβής της νομής του ραντάρ που πρότεινε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της κτήσης της κυριότητας αυτού, την αναγνώριση της οποίας ζητούσε με την αγωγή της, όμως τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Τα υπόλοιπα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, σχετικά με το λόγο παραμονής του ραντάρ στην κατοχή της αναιρεσίβλητης, δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά επιδιώκουν να δικαιολογήσουν το λόγο για τον οποίο, παρά την επικαλούμενη παραλαβή της νομής του, παρέμεινε το πωληθέν ραντάρ στην κατοχή της αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 16.6.2014 αίτηση για αναίρεση της 1/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 126/2014 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, οι αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.6.2014 αίτηση της εταιρείας με την απωνυμία "..." για αναίρεση της 1/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ