Legislator Case Law & Legislation
1316/2017 AI generated

1316/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1316/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2077/2011 μη οριστική και 5732/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6896/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/11/2015 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1316/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.

Keywords

AI generated
extraordinary marital contribution participation in matrimonial property surplus marriage allowance post-divorce maintenance calculation wages for housework imputed spousal income
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1316 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1316/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Σ., κατοίκου Γερμανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σεντεμέντε και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αρβανίτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2077/2011 μη οριστική και 5732/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6896/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/11/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 5/9/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτός ο τέταρτος λόγος της αίτησης και εν μέρει ο έκτος λόγος αυτής όπως και ο προτεινόμενος από την εισηγήτρια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 10-11-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6896/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση κατά της 5732/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια μετά εκδίκαση της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους κατά ποσοστό 23% καθώς και η υποχρέωση του τελευταίου να της καταβάλει, εντόκως, το ποσό των 63.160,30 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.

Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, λαμβάνεται δε υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 406/2003). Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες (άρθρο 1400 παρ. 3 ΑΚ).

Ο λόγος είναι προφανής, αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διάταξης, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία (ΑΠ 1357/2015). Η γονική παροχή (1509 ΑΚ) προς τον ένα σύζυγο , δεδομένου ότι ακόμη και στο βαθμό που δεν συνιστά δωρεά , δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου, δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας.

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ανάγκη, επομένως, χρηματικής αποτίμησης στην αγωγή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στο συζυγικό οίκο, υπάρχει μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού μόνο κατά το μέρος αυτό οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου (ΑΠ 1280/2014).

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014).

Για το νόμιμο και ορισμένο της αγωγής, δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών ή του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων ούτε του ύψους της συνεισφοράς της συζύγου, στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς της πέραν αυτής στην οποία υποχρεούται κατ` άρθρο 1389 ΑΚ (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1511/2005).

Αντίθετα, το παθητικό που πρέπει να αφαιρεθεί για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, αποτελεί στοιχείο ένστασης. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου.

Η αντίστοιχη αγωγική αξίωση είναι δυνατόν να στηρίζεται είτε κυρίως, είτε και επικουρικώς σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.

Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 76/1997). Ο εναγόμενος δε ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται ή περιουσία, ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1223/2007, ΑΠ 546/2009).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1495/2009).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με την από 16-11-2009 αγωγή της, ισχυρίστηκε: Ότι με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα τέλεσε νόμιμο γάμο στις 20-10-2001, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Ότι ο γάμος τους αυτός λύθηκε με την υπ' αριθ. 897/11-3-2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 20-5-2008 λόγω παραίτησης αυτών από τα ένδικα μέσα.

Ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων στον αναιρεσείοντα ανήκε, λόγω γονικής παροχής, η ψιλή κυριότητα (και στον πατέρα του η επικαρπία) ενός οικοπέδου-αγροτεμαχίου, κειμένου στον Αυλώνα, εμβαδού 3.060 τ.μ. Ότι κατόπιν κοινής συμφωνίας των τότε συζύγων αποφασίστηκε η ανέγερση στο παραπάνω οικόπεδο (αγροτεμάχιο) μίας διώροφης οικίας με στεγασμένο γκαράζ, για την οποία στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ.

…/2002 οικοδομική άδεια, κατόπιν ενεργειών της αναιρεσίβλητης, η οποία, με την ιδιότητα της τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού προέβη σε εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων, του διαγράμματος κάλυψης, τομών, τοπογραφικού του οικοπέδου, κατόψεων ορόφων, στη μελέτη του περιβάλλοντος χώρου, καθώς και σε υπολογισμό των αμοιβών.

Ότι η ανέγερση της περιγραφόμενης στην αγωγή πολυτελούς διώροφης οικίας με στεγασμένο γκαράζ άρχισε τον Απρίλιο του 2002 και αποπερατώθηκε σχεδόν στο σύνολό της τον Ιούνιο του 2005, υπό την επίβλεψη επί καθημερινής βάσης της αναιρεσίβλητης. Ότι η συνολική δαπάνη ανέγερσης ανήλθε στο ποσό των 265.069,48 ευρώ, σύμφωνα με τον πίνακα που επισυνάπτεται στην αγωγή.

Ότι τον Ιούνιο του 2004 οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στην νέα τους κατοικία, αν και αυτή είχε ακόμη ελλείψεις και υπήρχαν υπολειπόμενες εργασίες τόσο στον εσωτερικό όσο και στον εξωτερικό χώρο. Ότι η αξία του οικοπέδου (αγροτεμαχίου), κατά πλήρη κυριότητα, κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων ανερχόταν στις 9.000 ευρώ και με δεδομένο ότι ο επικαρπωτής - πατέρας του αναιρεσείοντος είχε γεννηθεί το έτος 1945, το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του εναγομένου αποτιμάται στα 6/10 της ανωτέρω αξίας, ήτοι στο ποσό των 5.400 ευρώ.

Ότι η αξία του οικοπέδου μετά της επ' αυτού ανεγερθείσης πολυτελούς διώροφης οικοδομής, κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων στις 20-5-2008, ανήλθε στο ποσό των 600.000 ευρώ, το οποίο (ποσό) δεν διαφοροποιείται κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής, λόγω του μεσολαβήσαντος μικρού διαστήματος, η δε αξία μόνου του οικοπέδου κατά τους ίδιους παραπάνω χρόνους σε 14.000 ευρώ.

Ότι κατά τους αμέσως παραπάνω χρόνους και με δεδομένο ότι ο επικαρπωτής, πατέρας του εναγομένου, έχει υπερβεί πλέον το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, η ψιλή κυριότητα του εναγομένου εφ' όλου μεν του ακινήτου (οικοπέδου και οικοδομής ) ανέρχεται στα 7/10 της όλης αξίας του, ήτοι στο ποσό των 420.000 ευρώ, επί μόνου δε του οικοπέδου στο ποσό των 9.800 ευρώ (7/10 της αξίας του).

Ότι, αν από την τελική περιουσία των 420.000 ευρώ αφαιρεθεί η αξία της αρχικής περιουσίας του εναγομένου, ύψους 9.800 ευρώ, προκύπτει το ποσό των 410.200 ευρώ, που είναι το απόκτημα του εναγομένου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ. Ότι στην αύξηση αυτή (410.200 ευρώ) της περιουσίας του εναγομένου η ενάγουσα συνέβαλε κατά το ήμισυ (50%) ως ακολούθως: 1) Με την προσφορά κεφαλαίου ποσού 60.000 ευρώ, προερχομένου από την πώληση ενός οικοπέδου, που της ανήκε κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, 2) με την παροχή ποσού 10.000 ευρώ που έλαβε ως βοήθημα από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας, 3) με την καταβολή ποσού 18.000 ευρώ , σε μερική εξόφληση των ληφθέντων δανείων προς ανέγερση της οικίας και 4) Με την παροχή των προαναφερομένων υπηρεσιών της, ως επαγγελματίας, οι οποίες (υπηρεσίες) αποτιμώνται σε 50.000 ευρώ.

Ότι η συμβολή της αυτή , ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 138.000 ευρώ (88.000 + 50.000 ευρώ), που ισούται με το ήμισυ του συνολικού κόστους κατασκευής της οικοδομής, είναι πέραν της υποχρέωσής της συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες κατ' άρθρο 1.390 ΑΚ, τις οποίες μοιραζόταν εξ ίσου με τον αναιρεσείοντα, δαπανώντας ολόκληρο το μισθό της, όπως και ο αναιρεσείων.

Ζήτησε δε, μετά επιτρεπτή μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 205.100 ευρώ λόγω της κατά το ήμισυ συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του, άλλως, επικουρικά, ότι αυτός υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 136.000 ευρώ που ισούται με την τεκμαιρόμενη, κατά το ένα τρίτο (1/3), συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του, αμφότερα δε τα ποσά με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, άλλως, επικουρικά, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της μεταβιβάσει την κυριότητα του 1/2 ή, επικουρικά, του 1/3 εξ αδιαιρέτου, του δικαιώματός του της ψιλής κυριότητας επί του προπεριγραφέντος ακινήτου, και άλλως, όλως επικουρικά, σε περίπτωση απόρριψης των προηγουμένων βάσεων της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 138.000 ευρώ, το οποίο διέθεσε για την ανέγερση της οικοδομής, πιστεύοντας στη διατήρηση του γάμου της και στη δημιουργία οικογένειας, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του.

Με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο η αγωγή, κατά το μέρος που ασκείται αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με βάση την πραγματική άλλως την τεκμαρτή συμβολή της στα αποκτήματα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους (κατά το οποίο και προσβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης), είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα στοιχεία, που κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 του ΑΚ είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της, τα οποία και εξειδικεύονται επαρκώς. Ειδικά δε, ως προς την αξία της τελικής περιουσίας του αναιρεσείοντος, αναφέρεται στην αγωγή, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, η αξία της (ήτοι της ψιλής κυριότητας της διώροφης οικίας με στεγασμένο γκαράζ) κατά το χρόνο γένεσης της αξίωσης, δηλαδή κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, η οποία , σύμφωνα με την αγωγή συνέπιπτε με την αξία της κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και ανερχόταν σε 410.200 ευρώ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο για την μη απόρριψη ως αόριστης της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ άλλου, απορριπτέος αλλά ως απαράδεκτος είναι ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ανεπαρκείς και αόριστες αιτιολογίες, αιτιάται το Δικαστήριο για την μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης. Και αυτό διότι η εν λόγω παράβαση προϋποθέτει έρευνα επί της ουσίας της υπόθεσης.

ΙV) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 15/2006, Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον, εκάστοτε, εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013, ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

V) Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην Ηλιούπολη Αττικής στις 20 Οκτωβρίου 2001 ... Ο γάμος των διαδίκων, από τον οποίον αυτοί δεν απέκτησαν τέκνα, δεν εξελίχθηκε ομαλά και στο τέλος Μαρτίου 2007 επήλθε η διάσταση τους ...

Τελικά ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθ. 897/11-03-2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 20 Μαΐου 2008. Κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου τους, στις 20-10-2001, ο εναγόμενος είχε την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, χωρίς κτίσματα, κείμενου στη θέση "…" της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Αυλώνα Αττικής, εκτάσεως 3.060 τ.μ., άρτιου και οικοδομήσιμου, την οποία απέκτησε από γονική παροχή του πατέρα του Σ.

Σ., παρακρατήσαντος υπέρ αυτού το δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής του, δυνάμει του υπ' αριθ. .../08-02-2001 συμβολαίου γονικής παροχής αγροτικού ακινήτου κατά ψιλή κυριότητα της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αττικής Ά. Α. Χ., νομίμως μεταγραφέντος. Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται ότι η αξία της ψιλής κυριότητας, για την καταβολή του φόρου, υπολογίστηκε σύμφωνα με το αντικειμενικό σύστημα αξιών ακινήτων στο ποσό των 2.019.600 παλαιών δραχμών, ήδη 5.926,92 ευρώ.

Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο η ενάγουσα ήταν κυρία, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου, εκτάσεως 3.612,05 τ.μ., κείμενου στη θέση "…", επίσης στην περιφέρεια του Δήμου Αυλώνα Αττικής. Επειδή η ενάγουσα, ως τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός που είναι, δηλαδή απόφοιτος των Τ.Ε.Ι. και όχι των Α.Ε.Ι., σε λιγότερο από ένα μήνα μετά τον γάμο τους, τον Νοέμβριο του 2001, διορίστηκε στον Δήμο Αυλώνας Αττικής, απεφάσισε από κοινού με τον εναγόμενο, τότε σύζυγο της, να ανεγείρουν ιδιόκτητη κατοικία στο οικόπεδο του τελευταίου.

Μετά την υπ' αριθ. πρωτ. … / 23-04-2002 αίτηση που υπέβαλαν αμφότεροι οι διάδικοι, εκδόθηκε από το Πολεοδομικό Γραφείο Καπανδριτίου Αττικής η υπ' αριθ. .../26-06-2002 άδεια οικοδομής για "νέα διώροφη κατοικία" επί της οδού …, ως αναγράφεται στην πρώτη σελίδα αυτής. Οι εργασίες ανέγερσης της κατοικίας άρχισαν τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 και τελείωσαν τον μήνα Μάϊο του 2004 ...

Το μόνο που δεν ολοκληρώθηκε είναι ο περιβάλλων χώρος της διώροφης κατοικίας, δηλαδή η αυλή της, που παραμένει αδιαμόρφωτος, ως αποδεικνύεται από την φωτογραφία της που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος ... Μετά την αποχώρηση της ενάγουσας από την ανωτέρω συζυγική κατοικία, στο τέλος Μαρτίου 2007, ο εναγόμενος συνέχισε να κατοικεί μόνος σε αυτήν μέχρι τις 20 Μαΐου 2009, όταν τέλεσε δεύτερο γάμο με την Μαρία Τσαντήλα, από τον οποίον απέκτησαν δύο (2 ) δίδυμα άρρενα τέκνα ...

Κατά τον κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της αξίας των αποκτημάτων του εναγομένου, που είναι αυτός της πρώτης συζητήσεως της από 16-11-2009 αγωγής της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ... στις 21 Φεβρουαρίου 2011, ο εναγόμενος συνέχιζε να διατηρεί την ανωτέρω διώροφη κατοικία - μεζονέτα, υφίσταται δηλαδή το απόκτημα στην περιουσία του.

Συγκεκριμένα, ενώ η αρχική περιουσία του κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων στις 20 Οκτωβρίου 2001 ήταν η ψιλή κυριότητα του οικοπέδου, κατ' ακριβή χαρακτηρισμό και όχι αγροτεμαχίου (αφού ήδη στο υπ' αριθ. ... / 2001 συμβόλαιο γονικής παροχής αναφέρεται ότι το "αγροτεμάχιο" είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, επομένως πρόκειται περί οικοπέδου) χωρίς κτίσματα επ' αυτού, η τελική περιουσία του κατά τον χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων στις 20 Μαΐου 2008 καθώς και αυτόν της πρώτης συζητήσεως της αγωγής στις 21 Φεβρουάριου 2011 αποτελείτο από την ψιλή κυριότητα τόσον του οικοπέδου όσον και της επ' αυτού ανεγερθείσης διώροφης μεζονέτας.

Για τον καθορισμό της αύξησης της περιουσίας του πρέπει να ευρεθεί η αξία της αρχικής και η αξία της τελικής περιουσίας, με τιμές του χρόνου πρώτης συζητήσεως της αγωγής, και να αφαιρεθεί η μικρότερη αξία από την μεγαλύτερη. Η ενάγουσα, στη σελίδα 11 της αγωγής της εκτιμά την αξία του οικοπέδου (άνευ κτισμάτων) του εναγομένου, εκτάσεως 3.060 τ.μ., σε 9.000 ευρώ.

Η εκτίμηση αυτή είναι προφανώς λανθασμένη και εκτός πραγματικότητας, διότι βάσει αυτής το τετραγωνικό μέτρο έχει αξία : 9.000 : 3.060 = 2,94 ευρώ, ούτε καν τρία ( 3,00 ) ευρώ. Οι δύο τεχνικές εκθέσεις εκτίμησης του ακινήτου, με την μεζονέτα πλέον επ' αυτού, που η ίδια η ενάγουσα προσκομίζει και επικαλείται, δηλαδή η από 21-05-2008 τεχνική έκθεση εκτίμησης του Σ.

Γ., πολιτικού μηχανικού - εκτιμητή, και η από 21-07-2008 τεχνική έκθεση εκτίμησης της Δ. Τ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού του ... (....) - εκτιμήτριας, στο κεφάλαιο 6. των εκθέσεων τους με τον τίτλο "ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ" αναφέρουν με την ίδια διατύπωση : "Η ΕΜΠ. ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡ/ΧΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ 2002 ΗΤΑΝ : ΥΛΙΚΗ = 3060 X 30 Ε/μ2 = 91.800 Ε, ΔΗΛ.

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΞΙΑ = 90.000 Ε." Αυτή είναι η πραγματική αξία της πλήρους κυριότητας του οικοπέδου κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων, γεγονός που επιβεβαιώνει με την κατάθεση του και ο μάρτυρας του εναγομένου, πατέρας του, ο οποίος, χωρίς να είναι ειδικός, προσεγγίζει την ανωτέρω αξία, και σε σχετική ερώτηση : "Ποία ήταν η αξία του τότε που το παραχωρήσατε στον γιό σας;" απαντά. "Ήταν μία αξία πάνω από 100.000, 120.000 περίπου γιατί είναι δύσκολα τα κτήματα για οικοδομή στην Αυλώνα" ...

Με δεδομένο ότι ο πατέρας του εναγομένου, που είναι ο ισόβιος επικαρπωτής του ακινήτου, έχει γεννηθεί το έτος 1945, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας του εναγομένου αποτιμάται στα 6/10 της αξίας του όλου ακινήτου, ήτοι : 90.000 X 6 : 10 = 54.000 ευρώ. Αυτή είναι η αξία της αρχικής περιουσίας του εναγομένου κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων ( 20-10-2001 ).

Κατά τον χρόνο πρώτης συζητήσεως της αγωγής, στις 21 Φεβρουάριου 2011, εννέα χρόνια και τέσσερις μήνες αργότερα, όταν η οικονομική κρίση που πλήττει την Ελλάδα βρισκόταν στον πρώτο χρόνο της, επί του πάλαι ποτέ ακάλυπτου οικοπέδου υπήρχε κτισμένη επί επτά, σχεδόν, χρόνια (από τον μήνα Μάιο του 2004 ) μία πολυτελής, διώροφη μεζονέτα, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο, στον οποίο υπάρχει ο προθάλαμος, η σαλοτραπεζαρία, το καθιστικό, το γραφείο, η κουζίνα και οι λοιποί βοηθητικοί χώροι, επιφανείας 96,72 τ.μ., από τους ημιυπαίθριους χώρους, επιφανείας 25,72 τ.μ., οι οποίοι έχουν κλειστεί, κατά παγία νεοελληνική πρακτική, και χρησιμοποιούνται ως χώροι κατοικίας ( βλ.

την από 25-01-2011 έκθεση εκτίμησης ακινήτου, την οποία υπογράφει ο Σ. Ε. Τ., της εταιρίας εκτίμησης ακινήτων "... Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Ε.Ε.", προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εναγόμενο, στο φύλλο 5 αυτής, υπό την επικεφαλίδα "Αναλυτική Περιγραφή Κτίσματος"), από τον παραπλεύρως του κεντρικού κτιρίου ευρισκόμενο ενιαίο χώρο στάθμευσης (γκαράζ), ο οποίος είναι στρωμένος με πλακίδια και διαθέτει ένα W.C., επιφανείας 76,72 τ.μ.

και από τον πρώτο (Α'), πάνω από το ισόγειο, όροφο, στον οποίον υπάρχουν τρία (3) υπνοδωμάτια, εκ των οποίων το ένα το κυρίως υπνοδωμάτιο ( MASTER BEDROOM ) και ένα ακόμα μπάνιο, επιφανείας 89,10 τ.μ. Στον πρώτο όροφο υπάρχει ένας ακόμη ημιυπαίθριος χώρος, επιφανείας 9,62 τ.μ., που έχει κλειστεί και χρησιμοποιείται ως κατοικία.

Κατ' αυτά η διώροφη μεζονέτα έχει συνολική, κατοικήσιμη επιφάνεια : 96,72 + 25,72 + 89,10 + 9,62 = 221.16 τ.μ, πλέον του χώρου σταθμεύσεως, επιφανείας 76,72 τ.μ. Η ποιότητα της μεζονέτας ως πολυτελούς, εκτός του ότι την χαρακτηρίζει έτσι η ενάγουσα στη τρίτη σελίδα της αγωγής της, προκύπτει από τις τρεις (3) φωτογραφίες, μικρού μεγέθους, ήτοι διαστάσεων 8 εκατοστών περίπου X 6 εκατοστά, που είναι τυπωμένες στο τελευταίο φύλλο της από 25-01-2011 έκθεσης εκτίμησης ακινήτου της εταιρίας εκτίμησης ακινήτων "...

Ε. Ε.", οι οποίες απεικονίζουν η υπ' αριθ. ένα(1) την εξωτερική όψη της διώροφης κατοικίας, η υπ' αριθ. δύο(2) το σαλόνι και η υπ' αριθ. τρία (3) το υπνοδωμάτιο, καθώς και από τις άλλες δύο (2) τεχνικές εκθέσεις εκτίμησης ακινήτου, του Σ. Γ. και της Δ. Τ., στις οποίες αμφότεροι χαρακτηρίζουν την ποιότητα κατασκευής πολύ καλή και τον βαθμό συντήρησης των κτισμάτων εξαίρετο (κατά τον χρόνο συντάξεως των εκθέσεων αυτών, στις 21-05-2008 και στις 21-07-2008, αντίστοιχα).

Για την εκτίμηση της εμπορικής αξίας του όλου ακινήτου το Δικαστήριο προκρίνει να στηριχθεί στα μεγέθη που αναφέρονται στην από 25-01-2011 έκθεση εκτίμησης ακινήτου της εταιρίας εκτίμησης ακινήτων "... Ε.Ε." για τον λόγο ότι αυτή συντάχθηκε στις 25-01-2011 που απέχει χρονικά μόλις ένα μήνα από τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στις 21-02-2011 και επομένως είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Σύμφωνα με αυτήν, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε : 3.060 τ.μ. X 45,00 ευρώ το τ.μ. = 137.700 ευρώ, η αξία της κατοικήσιμης επιφάνειας της μεζονέτας σε 221,16 τ.μ. X 1.600 ευρώ το τ.μ. = 353.856 ευρώ και η αξία του ενιαίου χώρου στάθμευσης σε 76,72 τ.μ. X 500 ευρώ το τ.μ. = 38.360 ευρώ, ήτοι συνολική εμπορική αξία στις 21-02-2011 ύψους 529.916 ευρώ.

Για να υπάρχει δυνατότης συγκρίσεως πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα στην αγωγή της εκτιμά την αξία του όλου ακινήτου σε 600.000

ευρώ, όπως και η μία από τις δύο (2) τεχνικές εκθέσεις εκτίμησης ακινήτου που αυτή επικαλείται και προσκομίζει, η από 21-05-2008 έκθεση του Σ. Γ., ενώ η δεύτερη έκθεση, η από 21-07-2008 της Δ. Τ. την εκτιμά σε 570.000 ευρώ. Η αξία του αποκτήματος του εναγομένου δεν είναι η ανωτέρω αξία που αφορά την πλήρη κυριότητα του ακινήτου αλλά η αξία της ψιλής κυριότητας αυτού, την οποίαν έχει αυτός, και με δεδομένο ότι ο επικαρπωτής πατέρας του, που γεννήθηκε το έτος 1945, έχει υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, η αξία της ψιλής κυριότητας ισούται με τα 7/10 της αξίας του όλου ακινήτου, ήτοι: 529.916 και για λόγους στρογγυλοποίησης 530.000 ευρώ X 7 : 10 = 371.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό αποτελεί την τελική περιουσία του εναγομένου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1.400 ΑΚ. Αναγόμενη στον ίδιο χρόνο της 21ης Φεβρουάριου 2011 η αξία του οικοπέδου ανέρχεται, ως προαπεδείχθη, στο ποσό των 137.700 ευρώ. Η ψιλή κυριότητα αυτού, που είναι η αρχική περιουσία του εναγομένου, ανέρχεται στα 7/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας, ήτοι: 137.700 X 7 : 10 = 96.390 ευρώ.

Από το ποσό των 371.000 ευρώ, που αποτελεί την τελική περιουσία του εναγομένου, πρέπει να αφαιρεθεί η ανωτέρω προσδιορισθείσα αξία της αρχικής περιουσίας του, ύψους 96.390 ευρώ, και έτσι προκύπτει διαφορά ποσού : 371.000 ευρώ - 96.390 ευρώ = 274.610 ευρώ. Αυτό το ποσό είναι το απόκτημα του εναγομένου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ.

Με τις από 27-03-2014 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ο εναγόμενος - εφεσίβλητος επαναφέρει τον ισχυρισμό του, τον οποίο εκτενώς αναπτύσσει στο κατ' άρθρο 254 παρ. 2 ΚΠολΔ υποβληθέν σημείωμα του, με ημερομηνία 02-01-2012, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τον οποίο από την ανωτέρω αξία του αποκτήματος του πρέπει να αφαιρεθεί το άθροισμα των δύο ( 2 ) στεγαστικών δανείων, ποσού 117.388,00 ευρώ το πρώτο και ποσού 45.000 ευρώ το δεύτερο, που έλαβε για να ανεγείρει την μεζονέτα, το οποίο αποτελεί χρέος της τελικής περιουσίας του.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι από την αξία του αποκτήματος πρέπει να αφαιρεθεί το απλήρωτο ποσό των δανείων στις 31-12-2006, όταν η ενάγουσα - εκκαλούσα σταμάτησε να συμμετέχει στη πληρωμή των δόσεων των δανείων, τα οποία ανέρχονταν στα ακόλουθα ποσά : το πρώτο, στο ποσό των : 117.390,00 - 7.787,76 = 109.602.24 ευρώ και το δεύτερο στο ποσό των : 45.000 - 2.906,06 = 42.093,94 ευρώ και συνολικά στο ποσό των : 109.602.24 + 42.093,94 = 151.696,18 ευρώ, άλλως το ποσό των 146.957,44 ευρώ, στο οποίο ανέρχονταν η συνολική εκ των δύο δανείων οφειλή του στις 31-07-2009, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη κίνηση του μηνός Ιουλίου 2009 του δανειακού λογαριασμού του στη Τράπεζα ..., στην οποία μετέφερε το ποσό των δύο δανείων από την αρχική δανειοδότρια τράπεζα με την επωνυμία "..." για να πληρώνει μικρότερη δόση.

Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι ο εναγόμενος - εφεσίβλητος δεν επικαλείται το ύψος των δύο (2) στεγαστικών δανείων κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής στις 21 Φεβρουάριου 2011, ούτε προσκομίζει βεβαίωση της εκ μεταφοράς των δανείων πιστώτριας τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα ...", από την οποία να προκύπτει το ακριβές, υπόλοιπο ποσό των δύο (2) δανείων που όφειλε αυτός την ανωτέρω ημερομηνία ( 21-02- 2011).

Το κόστος κατασκευής της πολυτελούς μεζονέτας ανήλθε, κατά την αγωγή, στο ποσό των 265.069,48 ευρώ, σύμφωνα με τον "συνοπτικό προϋπολογισμό" του κόστους αυτού στη σελίδα 4 της αγωγής και τον αναλυτικότερο που περιλαμβάνεται στις επόμενες τέσσερις σελίδες, 5 έως 8 της αγωγής. Η ενάγουσα - εκκαλούσα όμως δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό της αυτόν, διότι δεν προσκομίζει τα νόμιμα παραστατικά αγοράς υλικών και εκτέλεσης εργασιών (τιμολόγια - αποδείξεις παροχής υπηρεσιών), το άθροισμα των οποίων ισούται με το ισχυριζόμενο κόστος των 265.069,48 ευρώ.

Μόνη η κατάθεση της μάρτυράς της Ε. Σ., η οποία γνωρίζει ό,τι καταθέτει από συζητήσεις της ενάγουσας και της μητέρας της, φίλης της μάρτυρα, ότι η ανέγερση αυτού του σπιτιού κόστισε γύρω στα 280.000 με 270.000 ευρώ ..., δεν αποτελεί επαρκές και αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο για ένα ποσό, το οποίο αποδεικνύεται ασφαλώς μόνον εκ των προαναφερθέντων εγγράφων.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε, από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, του Σ. Σ., πατέρα του, και του Κ. Μ., γαμπρού του, κατοίκων αμφοτέρων …, οι οποίοι είναι πιο αξιόπιστοι μάρτυρες από την μάρτυρα της ενάγουσας, ότι το κόστος κατασκευής της μεζονέτας και ο πορισμός των αναγκαίων χρημάτων, σε συνδυασμό με τις ομολογίες της ενάγουσας - εκκαλούσας στη σελίδα εννέα (9) της αγωγής της, έγινε ως εξής : 1) Κατά την έναρξη των εργασιών κατασκευής, τον Σεπτέμβριο του έτους 2002, ο προαναφερθείς πατέρας του εναγομένου δώρισε στους τότε έγγαμους διαδίκους 60.000 ευρώ- και όχι μόνο 40.000 ευρώ, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα - για να ξεκινήσουν την ανοικοδόμηση, 2) Περί το τέλος του έτους 2002 ο εναγόμενος έλαβε ένα πρώτο στεγαστικό δάνειο, ύψους 117.390,00 ευρώ, από την τράπεζα με την επωνυμία "...".

Εγγυητής μπήκε ο πατέρας του, η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ήταν τριάντα (30) έτη και συμφωνήθηκε περίοδος χάριτος, δηλαδή απαλλαγή από την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων, επί ένα έτος. Η μηνιαία δόση αποπληρωμής του δανείου, που άρχισαν να καταβάλλουν από κοινού οι διάδικοι, τότε σύζυγοι, από τον μήνα Ιανουάριο του 2004, ανήλθε στο ποσό των 650,00 ευρώ, και 3) Κατά μήνα Φεβρουάριο του 2004 ο εναγόμενος έλαβε και δεύτερο στεγαστικό δάνειο, από την ίδια τράπεζα, προς αποπεράτωση της πολυτελούς μεζονέτας, ύψους 45.000 ευρώ.

Η διάρκεια αποπληρωμής και του δανείου τούτου συμφωνήθηκε σε τριάντα (30) έτη, με μηνιαία δόση αποπληρωμής ύψους 350 ευρώ. Το ύψος της συνολικής μηνιαίας δόσης που αρχικά πλήρωναν και οι δύο διάδικοι ανήλθε στο ποσό των : 650 + 350 = 1.000 ευρώ. Το συνολικό κόστος κατασκευής της μεζονέτας ανήλθε, κατά τα προαποδειχθέντα, σε : 60.000 + 117.390 + 45.000 = 222.390 ευρώ.

Η ενάγουσα - εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι στο ανωτέρω κόστος κατασκευής της μεζονέτας και στη δι' αυτής επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου -εφεσίβλητου, πρώην συζύγου της, συνέβαλε με τους εξής τέσσερις (4) τρόπους ... : 1) Δια της καταβολής μετρητών χρημάτων, ποσού 60.000 ευρώ, στο τέλος του μηνός Οκτωβρίου 2004, το οποίο αυτή πορίστηκε από την πώληση του ημίσεως εξ αδιαιρέτου που της ανήκε ενός οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 3.612,05 τ.μ., κειμένου στη θέση "…" του Αυλώνα Αττικής, εντός της ζώνης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του Αυλώνα.

Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στην πώληση αυτή, μαζί με τον έτερο συνιδιοκτήτη του οικοπέδου, αναγκάστηκε να προβεί επειδή η κατασκευή της μεζονέτας δεν είχε ακόμη τελειώσει ( αν και παράλληλα ισχυρίζεται ότι μαζί με τον εναγόμενο είχαν εγκατασταθεί, "πρόχειρα, βέβαια", στη νέα κατοικία τους τον Ιούνιο του 2004 ) και τα χρήματα από τα δύο (2) δάνεια είχαν εξαντληθεί.

Ότι η πώληση έλαβε χώρα στις 21 Οκτωβρίου 2004 δυνάμει του υπ' αριθ. ... / 2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αττικής Ά. Χ., ότι εισέπραξε τίμημα (για το μερίδιο της) ύψους 76.500 ευρώ και ότι από το ποσό αυτό διέθεσε 60.000 ευρώ για την εξόφληση των οφειλών της κατασκευής μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο και περαιτέρω για την κάλυψη των οικοδομικών εργασιών που απέμεναν μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της οικοδομής.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους : 1) Όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, η κατασκευή της μεζονέτας είχε τελειώσει πλήρως - πλην της διαμόρφωσης της αυλής και του κήπου- από τον Μάιο του έτους 2004, όταν και εγκαταστάθηκαν οι διάδικοι οριστικά σε αυτήν, όπως συνομολογεί εμμέσως και η ενάγουσα, και επομένως δεν υπήρχε ανάγκη για την εξεύρεση και άλλων χρημάτων, και μάλιστα πέντε (5) μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 2004. 2) Η ενάγουσα - εκκαλούσα, αν και επικαλείται το υπ' αριθ. ... / 2004 πωλητήριο συμβόλαιο τόσο στην αγωγή της όσο και στις προτάσεις της ότι το προσκομίζει ..., εν τούτοις δεν το προσκομίζει, ούτως ώστε να μη μπορούν να αποδειχθούν το αναγραφόμενο ως εισπραχθέν τίμημα από την ίδια και τον έτερο συνιδιοκτήτη και να μη μπορεί, στη συνέχεια, το Δικαστήριο να κρίνει αν το ποσό των 76.500 ευρώ που ισχυρίζεται ότι εισέπραξε, από το οποίο έδωσε τα 60.000 ευρώ, ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα ή όχι, με δεδομένο το δίδαγμα της κοινής πείρας ...

ότι επί πωλήσεως ακινήτων στην Ελλάδα όλοι οι συναλλασσόμενοι δηλώνουν στο συμβόλαιο μικρότερο του πραγματικού τιμήματος, προς αποφυγή καταβολής του αναλογούντος φόρου. 2) Δια της καταβολής μετρητών χρημάτων ποσού 10.000 ευρώ, από το συνολικό ποσό των 12.889,22 ευρώ το οποίο αυτή είχε εισπράξει ως βοήθημα οικογενειακής ή επαγγελματικής αυτοτέλειας από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας και το ποσό των 10.000 ευρώ αυτή είχε αποταμιεύσει.

Και αυτός ο ισχυρισμός είναι απορριπτέος, κατά πρώτον ως αόριστος διότι η ενάγουσα - εκκαλούσα δεν διευκρινίζει σε ποιό χρονικό σημείο της ανέγερσης της οικοδομής (στην αρχή, στο τέλος ή ενδιαμέσως) διέθεσε το ποσό των 10.000 ευρώ - όπως διευκρινίζει για το ανωτέρω ποσό των 60.000 ευρώ από την πώληση του οικοπέδου της- και κατά δεύτερον, και κυρίως, ως αναπόδεικτος (ουσιαστικά αβάσιμος), διότι η ενάγουσα ουδόλως αποδεικνύει την είσπραξη και τον χρόνο αυτής του ισχυριζόμενου βοηθήματος των 12.889,22 ευρώ.

Αν και στις από 27-03-2014 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, στη σελίδα 10 αυτών, επικαλείται ως προσκομιζόμενο σχετικό υπό τον αριθμό 4. "Την από 16-01-2009 βεβαίωση του ΜΕΤΟΧΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ. ΣΧΕΤ. Α1", εν τούτοις δεν το προσκομίζει. Και το σχετικό αυτό και το μνημονευθέν υπό 1) υπ' αριθ. ... / 2004 συμβόλαιο, αν και επικαλούμενα ως προσκομιζόμενα από την ενάγουσα - εκκαλούσα, δεν υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας. 3) Δια της καταβολής, κατά το ήμισυ, των δόσεων των δύο στεγαστικών δανείων που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση της οικοδομής, επί τρία έτη, συνολικού ποσού : ( 3 έτη X 12 μήνες = ) 36 X ( 1.000 : 2 = ) 500 = 18.000 ευρώ.

Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται αληθής, τόσο επειδή τον συνομολογεί ο εναγόμενος - εφεσίβλητος ... όσον και επειδή το καταθέτει ο μάρτυρας γαμπρός του Κ. Μ. στην υπ' αριθ. ... / 26-01-2011 ένορκη βεβαίωσή του ... 4) Δια της παροχής των υπηρεσιών της, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, για την ανέγερση της διώροφης μεζονέτας, ως τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός που είναι, απόφοιτος των Τ.Ε.Ι.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι υπό την προαναφερθείσα επαγγελματική ιδιότητά της προέβη μόνη της σε όλες τις διαδικασίες εκπόνησης των σχεδιαγραμμάτων και των λοιπών εγγράφων, απαραίτητων για την έκδοση της οικοδομικής αδείας, πλην των στατικών. Ότι εκπόνησε το σύνολο των αρχιτεκτονικών σχεδίων, το διάγραμμα κάλυψης, τομές και τοπογραφικό οικοπέδου, κατόψεις ορόφων, μελέτη περιβάλλοντος χώρου και το τεύχος υπολογισμού αμοιβών.

Ότι εκτός των ανωτέρω μελετών αυτή είχε την επίβλεψη του έργου καθ' όλο το χρονικό διάστημα της κατασκευής του, η οποία διήρκεσε σχεδόν δυόμισι χρόνια. Ότι η απασχόλησή της αυτή με την επίβλεψη του έργου ήταν πλήρης και διαρκούσε, κατά μέσον όρο, επί πέντε (5) ώρες ημερησίως, με την επί τόπου πρωινή, μεσημεριανή ακόμη και την απογευματινή μετάβασή της στην οικοδομή.

Ότι η παροχή των υπηρεσιών της που προπεριγράφτηκαν αποτιμάται στο ποσό των 50.000 ευρώ, με το οποίο αυτή ισχυρίζεται ότι συνέβαλε στη κατασκευή της μεζονέτας. Από το φωτοαντίγραφο της υπ' αριθ. ... / 26-06- 2002 αδείας οικοδομής, αποτελούμενης από τρεις (3) σελίδες, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα - εκκαλούσα, αποδεικνύεται ότι αυτή συνέταξε α) την αρχιτεκτονική μελέτη, β) τη μελέτη πυροπροστασίας και γ) τη μελέτη ύδρευσης - αποχέτευσης της διώροφης κατοικίας ενώ τη μελέτη του φέροντα οργανισμού την συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Δ.

Σ. και την μελέτη του καυσίμου αερίου ο τότε σύζυγός της και νυν εναγόμενος - εφεσίβλητος Ι. Σ., με την ιδιότητα του ηλεκτρολόγου - μηχανολόγου, αποφοίτου του Πολυτεχνείου Θεσσαλονίκης. Από την ίδια αυτή άδεια οικοδομής αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα ορίστηκε ως επιβλέπουσα μηχανικός για την γενική επίβλεψη του έργου και την επίβλεψη του φέροντα οργανισμού.

Την επίβλεψη αυτή η ενάγουσα την έκανε, κατά την διάρκεια των είκοσι ενός μηνών που διήρκεσε η ανέγερση της διώροφης μεζονέτας, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 μέχρι τον Μάιο του έτους 2004 - και όχι δυόμισι ετών ή 30 μηνών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται -, μετά το πέρας της οκτάωρης καθημερινής εργασίας της στον Δήμο Αυλώνας, όπου εργάζεται από τον μήνα Νοέμβριο του 2001, δηλαδή κατά τις απογευματινές ώρες, για την διάρκεια δύο έως τριών ωρών, του εργασίμου, για το Δημόσιο, πενθημέρου από Δευτέρα έως και Παρασκευή, και επί πεντάωρο περίπου τα πρωινά του Σαββάτου, διότι τα Σάββατα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ...

είναι μεν αργία για το Δημόσιο, όχι όμως για τον ιδιωτικό τομέα και ειδικά για τις οικοδομές, στις οποίες οι απασχολούμενοι, από τον οικοδόμο μέχρι τον μηχανικό, εργάζονται επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα. Το κατατεθέν από την μάρτυρά της στο ακροατήριο, στη προσπάθειά της να στηρίξει τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί καθημερινής παροχής εργασίας της επί πεντάωρο στην ιδιωτική οικοδομή της ιδίας και του τότε συζύγου της, ότι αυτή, ως δημόσιος υπάλληλος στον Δήμο Αυλώνας Αττικής, είχε την ευχέρεια να φεύγει από την εργασία της για να επιβλέπει την οικοδομή της, είναι αβάσιμο και απορριπτέο.

Για την ανωτέρω αποδειχθείσα εργασία της, την εκπόνηση των μελετών και την επίβλεψη της οικοδομής, η ενάγουσα - εκκαλούσα δικαιούται αμοιβής, η οποία σε καμία περίπτωση, έστω και αν είναι απόφοιτη των Τ.Ε.Ι. και όχι των Α.Ε.Ι. (αλλά έχουσα δικαίωμα σύνταξης των μελετών και επίβλεψης του έργου), δεν ανέρχεται στο ελάχιστο ποσό των 5.058,73 ευρώ μόνον, ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, στηριζόμενος στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτόν φωτοαντίγραφα των εγγράφων που συνυποβλήθηκαν στη Πολεοδομία Καπανδριτίου Αττικής για την έκδοση της άδειας οικοδομής, με αριθμούς σχετικών 25 έως 29.

Τελευταίο στη δέσμη αυτή εγγράφων είναι και το σχετικό με αριθμό 29, με τον τίτλο "Συγκεντρωτικοί πίνακες αμοιβών", που φέρει την υπογραφή και την επαγγελματική σφραγίδα της ενάγουσας, αλλά ουδεμία υπογραφή και σφραγίδα φέρει στη θέση "Έγινε έλεγχος, ημερομηνία, ο υπάλληλος", στο οποίο η αμοιβή της ανέρχεται στο ποσό των 5.058,73 ευρώ.

Τα αναγραφόμενα στα έγγραφα αυτά ποσά, μεταξύ των οποίων και η αμοιβή της ενάγουσας, όπως εύστοχα επισημαίνει αυτή στη κατατεθείσα στις 30-12-2011 προσθήκη - αντίκρουση της κατά τη συζήτηση της αγωγής της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 23-01-2012, αποτελούν τα ελάχιστα ποσά αμοιβών και κόστους κατασκευής που έχουν θεσπιστεί από το κράτος για φορολογικούς λόγους.

Αυτό προκύπτει και από το αναγραφόμενο στο πρώτο έγγραφο της δέσμης εγγράφων του εναγομένου, με αριθμό σχετικού 25, που φέρει τον τίτλο "ΑΡΧΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ 1", και στο οποίο ρητά επισημαίνεται ότι το αναγραφόμενο ποσό, ως κόστος της οικοδομής, των 57.159 ευρώ αποτελεί το ελάχιστο κόστος της οικοδομής σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

υπ' αριθ. ΠΟΑ. 1277 / 94. Η εύλογη αγοραία αμοιβή της ενάγουσας προκύπτει από το έγγραφο του συγκεντρωτικού πίνακα αμοιβών που η ίδια προσκομίζει και επικαλείται με αριθμό σχετικού A3. Σύμφωνα με αυτό δικαιούται συγκεντρωτικά, δηλαδή και για την εκπόνηση της μελέτης και για την επίβλεψη, όπως αναγράφονται οι σχετικές αμοιβές χωριστά σε δύο στήλες, για τα αρχιτεκτονικά 28.160,99 ευρώ, για την παθητική πυροπροστασία 1.354,72 ευρώ, για την ύδρευση 1.813,23 ευρώ και για την αποχέτευση 1.813,23 ευρώ και αθροιστικά 33.142,17 ευρώ.

Η συνολική συμβολή της ενάγουσας στο κόστος κατασκευής της μεζονέτας ανέρχεται, κατά τα ανωτέρω, στο ποσό των: 18.000 ευρώ ( οι δόσεις των δανείων ) + 33.142,17 ευρώ ( μελέτη και επίβλεψη) = 51.142,17 ευρώ. Ως ποσοστό επί του συνολικού κόστους κατασκευής των 222.390 ευρώ η συμβολή της ανέρχεται σε 22,996%, ήτοι σε 23%. Με βάση αυτό το ποσοστό θα υπολογιστεί η αποδοτέα στην ενάγουσα συμμετοχή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, η οποία ανέρχεται, όπως υπολογίστηκε ανωτέρω, στο ποσό των 274.610 ευρώ (ψιλή κυριότητα του οικοπέδου και της επ' αυτού ανεγερθείσης μεζονέτας ).

Επειδή το ανωτέρω αποδειχθέν ποσοστό του 23% υπολείπεται του ποσοστού του 50%, δηλαδή του ημίσεως της αξίας της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου, που ζητεί η ενάγουσα με την κύρια βάση της αγωγής της, που στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής της, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια το Δικαστήριο να εξετάσει την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής, ανερχομένης στο ένα τρίτο ( 1 / 3 ) της επαύξησης, άλλως στο 33% αυτής.

Η επικουρική αυτή βάση της αγωγής πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των : 274.610 X 23% = 63.160,30 ευρώ ως αξία της συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως".

VΙ) Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, εσφαλμένως μεν συμπεριέλαβε στην τελική περιουσία του εναγομένου - αναιρεσείοντος και την ψιλή κυριότητα του οικοπέδου, επί του οποίου ανηγέρθη η διώροφη οικοδομή με το στεγασμένο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, εφόσον κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, την 20-10-2001, το περιουσιακό αυτό στοιχείο (ψιλή κυριότητα του οικοπέδου) είχε περιέλθει στον αναιρεσείοντα με γονική παροχή, οπότε δεν υπήρχε συμβολή σ' αυτό της αναιρεσίβλητης ώστε να υπολογιστεί στην τελική περιουσία του αναιρεσείοντος (1400 ΑΚ).

Δεδομένου όμως ότι στη συνέχεια το Δικαστήριο κατά τον υπολογισμό της αξίας της τελικής περιουσίας αφαίρεσε την αξία της ψιλής κυριότητας του ως άνω οικοπέδου είναι άνευ έννομης επιρροής ο συνυπολογισμός του ως περιουσιακό στοιχείο στην τελική περιουσία. Το ισχυριζόμενο από τον αναιρεσείοντα ότι το Δικαστήριο υπολόγισε την αξία της γης δύο φορές δηλαδή "...

μία ως αγροτεμάχιο και μία ως αξία του συνόλου του ακινήτου, στην οποία εμπεριέχεται και η αξία της γης.." δεν ευσταθεί, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται μεν η αξία της ψιλής κυριότητας του συνόλου του ακινήτου (ήτοι οικοπέδου και κτισμάτων), ανερχόμενη, σύμφωνα με την απόφαση, σε 371.000 ευρώ, το ποσοστό όμως της συμβολής της αναιρεσίβλητης (23%) στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος υπολογίστηκε μετά την αφαίρεση από το ως άνω ποσό της αξίας της ψιλής κυριότητας του οικοπέδου (96.390 ευρώ) και συγκεκριμένα υπολογίστηκε επί του ποσού των 274.610 (371.000 - 96.390) ευρώ.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης (όπως κακή εκτίμηση της έκθεσης εκτίμησης της εταιρείας ...). Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, για τον εξεύρεση της αξίας της τελικής περιουσίας του αναιρεσείοντος , προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ, καθόσον, ενώ κρίσιμος χρόνος , σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, είναι αυτός της άσκησης της από 16-11-2009 με αρ.

κατ. 261/12-1-2010 αγωγής, έλαβε υπόψη του ως χρόνο εκείνον της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο (21-2-2011). Αυτό δε έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι επιφέρει ενδεχομένως μεταβολή στην αξία της τελικής περιουσίας, από τη σύγκριση της οποίας με την αρχική περιουσία προκύπτει η αύξηση της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου και το ποσοστό της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση αυτή.

Πρέπει, επομένως, κατά πρόταση της εισηγήτριας, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 1400 ΑΚ. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων , υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο ότι με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του περί αφαίρεσης από την αξία της τελικής περιουσίας του των ποσών των ανεξόφλητων στεγαστικών δανείων, τα οποία έλαβε για την ανέγερση της επίδικης οικοδομής, με συνέπεια αυτή (τελική περιουσία) να φαίνεται μεγαλύτερη όπως και η συμμετοχή της αναιρεσίβλητης στην αύξησή της κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος, καθόσον το Εφετείο με εσφαλμένες αιτιολογίες κατέληξε σε απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού αυτού, λαμβάνοντας υπόψη ως κρίσιμο χρόνο για την ανεύρεση του ύψους των ανεξόφλητων δανείων αυτόν της πρώτης συζήτησης της αγωγής (21-2-2011) και όχι εκείνον της άσκησης της αγωγής, που θεωρείται ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας.

Με τον έκτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο ότι κατά τον υπολογισμό της αξίας της τελικής περιουσίας δεν αφαίρεσε α) την χρηματική δωρεά του πατέρα του, ύψους 60.000 ευρώ, που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση των κτισμάτων, και β) την αξία της ψιλής κυριότητας του οικοπέδου, αν και προερχόταν από γονική παροχή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι βάσιμος, καθόσον, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο με τις προτάσεις, το δε Δικαστήριο δέχεται ότι το ως άνω ποσό αποτελούσε δωρεά του πατέρα του αναιρεσείοντος και ως προς τους δύο συζύγους , που σημαίνει ότι τουλάχιστον το ήμισυ αυτού (30.000 ευρώ) αποτελεί παθητικό, δεν αφαιρέθηκε (κατά το μέρος που αναλογούσε στον αναιρεσείοντα) για να εξευρεθεί η τελική καθαρή περιουσία αυτού (αναιρεσείοντος).

Κατά το δεύτερο όμως σκέλος του , ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, η αξία της ψιλής κυριότητας του οικοπέδου δεν συνυπολογίστηκε στην αξία της τελικής περιουσίας του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί κατά τα ως άνω η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6896/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ