Legislator Case Law & Legislation
1316/2016 AI generated

1316/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1316/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1316/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Keywords

AI generated
insufficiently substantiated submissions new legal argument staged action pleas in law statement of claim insufficiently substantiated grievance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1316 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1316/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. - Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Σαϊτάνη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 87/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Ο. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 432/2016.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ’ ενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφ’ ετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.

Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως κ.λ.π ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοια του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 2805/2015 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και τον κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για κάθε μια και συνολικώς επτά (7) μηνών).

Στο σκεπτικό του το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβαθμίου δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος με άλλους συγγενείς του είχε ασκήσει εμπράγματη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε 135/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, που διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και διορίστηκε πραγματογνώμονας ο εγκαλών Ε.

Ο.. Ο τελευταίος συνέταξε την από 27-12-2005 πραγματογνωμοσύνη που κατέθεσε στο δικαστήριο. Για τα αναφερόμενα στην πραγματογνωμοσύνη ο κατηγορούμενος μήνυσε τον νυν εγκαλούντα για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, κατηγορία για την οποία κηρύχθηκε αθώος ο νυν εγκαλών με την 188/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω.

Στην από 19-8-2008 μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κω ο κατηγορούμενος ανέφερε όσα περιλαμβάνονται στο διατακτικό λεπτομερώς. Τα αναφερόμενα ήταν ψευδή, διότι το μεν ποσό των 1.800 ευρώ που καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο πραγματογνώμονα ήταν μέρος της συμφωνημένης αμοιβής, ως προκαταβολή και το ποσό των 900 ευρώ που απαίτησε και καταβλήθηκε μεταγενέστερα, πριν την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης, συμπλήρωσε το ποσό της συμφωνημένης αμοιβής του, το οποίο είχε δικαίωμα να απαιτήσει.

Στη δε πραγματογνωμοσύνη ο νυν κατηγορούμενος ανέφερε τα συμπεράσματα του από την έρευνα που πραγματοποίησε, χρησιμοποιώντας τις λέξεις "θεωρώ" και "κατά την άποψη μου", δηλαδή ήδη ενδοιαστικών φράσεων που ενέχουν αμφιβολία, δεδομένου του δυσχερούς αντικειμένου της πραγματογνωμοσύνης (παλαιοί και δυσανάγνωστοι τίτλοι ιδιοκτησίας, αλλεπάλληλες μεταβιβάσεις) εκφράζοντας τη γνώμη του σύμφωνα με τα ευρήματα - όπως κρίθηκε και με την άνω 188/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω - και χωρίς να διαστρέφει την πραγματικότητα σε βάρος της πλευράς των εναγόντων (μεταξύ των οποίων ο νυν κατηγορούμενος) και υπέρ των εναγομένων.

Τέλος ο εγκαλών ήταν για χρόνια ο μοναδικός αγρονόμος - τοπογράφος στην ... και συχνά διοριζόταν πραγματογνώμονας, αλλά και τεχνικός σύμβουλος σε θέματα σχετικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα και χαίρει εκτίμησης των συμπολιτών του. Η μνεία στην από 19-8-2008 μηνυτήρια αναφορά για ποινικά "εγκλήματα" είτε από τον μηνυόμενο (ήτοι τον νυν εγκαλούντα) είτε άλλους συμμέτοχους σ’ αυτά, "που ενδεχομένως συνιστούν άνομες ενέργειες από κυκλώματα που μαστίζουν από χρόνια την ...", είναι μεν αόριστη ως προς τους άλλους τρίτους, αλλά σαφώς αναφέρεται στον εγκαλούντα - γεγονός που αρνείται ο κατηγορούμενος στην απολογία του, ισχυριζόμενος ότι δήθεν στράφηκε κατά παντός υπευθύνου, - και είναι ψευδής, διότι ουδέποτε αποδείχθηκε ανάμειξη του νυν εγκαλούντος σε άνομες ενέργειες από κυκλώματα.

Τα άνω ψεύδη, ο κατηγορούμενος, εν γνώσει της αναλήθειας, συμπεριέλαβε στην άνω μηνυτήρια αναφορά με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του νυν εγκαλούντος για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα, όπως και πράγματι ο τελευταίος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω και αθωώθηκε με την 188/2011 απόφαση του δικαστηρίου αυτού.

Τα ίδια ψεύδη, που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος στην άνω μηνυτήρια αναφορά, εν γνώσει της αναληθείας τους και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του νυν "εγκαλούντος και με τη θέληση να τα ισχυριστεί ενώπιον τρίτων, έγιναν δε γνωστά από τρίτους’ (τους εισαγγελείς, γραμματείς που ασχολήθηκαν με τη μηνυτήρια αναφορά) και προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη του νυν εγκαλούντος.

Κατά συνέπειαν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης για όσα, όπως ανωτέρω, ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος σε βάρος του νυν εγκαλούντος στην από 19-8-2008 μηνυτήρια αναφορά και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".

Στην συνέχεια δε τον κήρυξε ένοχο, κατά πιστή μεταφορά, του ότι "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ομόφωνα ΕΝΟΧΟ του ότι: Στην Κω, στις 19-8-2008, εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς άλλον ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν και ειδικότερα με την από 19-8-2008 μηνυτήρια αναφορά του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κω εν γνώσει της αναλήθειας αυτού, καταμήνυσε τον νυν εγκαλούντα Ε.

Ο. ότι : "από τη μέρα της ορκωμοσίας του και εντεύθεν επικαλείτο διαρκώς φόρτο. εργασίας μέχρι το έτος 2004 που ζήτησε 1800 ευρώ προκειμένου να καταθέσει την έκθεσή του. Αφού έλαβε το ποσό που ζήτησε και πάλι επικαλείτο τον ίδιο λόγο εξαναγκάζοντας μας να του αποστείλουμε εξώδικη διαμαρτυρία για την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης.

Κατόπιν δε αυτών των γεγονότων, ο κ. Ε. Ο. απαίτησε το ποσό των 900 ευρώ προκειμένου να την καταθέσει ενώ όπως προκύπτει από την παράδοση αυτή είχε συνταχθεί από τον ίδιο στις 27-12-2005. Αφού έλαβε και το επιπλέον ποσό μη δυνάμενοι να ενεργήσουμε διαφορετικά δεδομένου ότι είχαν περάσει έξι xρόνια, κατέθεσε την πραγματογνωμοσύνη το 2006, η οποί βρίθει, γέμει, αναληθειών, ψευδολογιών και διαστρέφει την πραγματικότητα σε βάρος μας κάϊ υπέρ των-εναγομένων.

Στο πλαίσιο της διανοιγείσης αυτής (πολιτικής) δίκης θα αντικρουστεί και η ψευδής αυτή πραγματογνωμοσύνη, η οποία μετ’ αναβολή είχε ορισθεί για συζήτηση στις 3-6-2008. Αυτό όμως που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αξιότιμε κύριε Εισαγγελέα, είναι η διάπραξη ποινικών εγκλημάτων είτε από το μηνυόμενο, είτε από άλλους συμμέτοχους σ’ αυτά.

Εγώ στα πλαίσια της αμύνης και της υπεράσπισης των δικαιωμάτων μου κατά τη διαδικασία της πολιτικής δίκης εντόπισα κάποια ποινικά ενδιαφέροντα πράγματα, τα οποία ενδεχομένως συνιστούν άνομες ενέργειες από κυκλώματα που μαστίζουν για χρόνια τη νήσο της ...". Έπραξε δε αυτό, προκειμένου να προκαλέσει την καταδίωξη του για την ανωτέρω πράξη, όπως και επέτυχε, αφού κατόπιν της εγκλήσεώς του σχηματίστηκε εις βάρος του ποινική δικογραφία για την πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω.

2. Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Ε. Ο., ο οποίος είχε προβεί στη σύνταξη έκθεσης πραγματογνωμοσύνης για αστική υπόθεση του νυν κατηγορουμένου, εν γνώσει του ψευδώς γεγονότα τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Ειδικότερα :

Α) Στην Κω, στις 19-8-2008, ισχυρίσθηκε και διέδωσε για τον Ε. Ο. όσα αναλυτικά αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο. Δηλαδή ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων, των δικαστικών υπαλλήλων, του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κω και όσων έλαβαν εν συνεχεία γνώση των ανωτέρω για τον εγκαλούντα, όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως - πραγματογνώμονα, εν γνώσει του γεγονότα παντελώς ψευδή, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν στο μέγιστο βαθμό την τιμή και την υπόληψη του.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως του μηνυτή Ε.

Ο., για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά απεδείχθησαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14, 26 παρ. 1 27 παρ. 1 εδ. α’ και 2, 229 παρ. 1 και 362 - 363 του ΠΚ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα αναφέρονται στη προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ήταν ψευδές, το περιεχόμενο της προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Κω από 19-8-2008 μηνυτήριας αναφοράς του αναιρεσείοντος, με την οποίαν κατεμήνυσε τον μηνυτή Ε. Ο. ενώπιον του εισαγγελέως πλημμελειοδικών Κω, ότι διέπραξε ποινικά αδικήματα, ότι ο αναιρεσείων τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, ότι τον κατεμήνυσε προκειμένου να επιτύχει την ποινική δίωξη του για ποινικά αδικήματα και ότι, επί πλέον, το ίδιο αυτό ψευδές γεγονός, το οποίον ισχυρίσθηκε ενώπιον των λαβόντων γνώση του περιεχομένου της μηνύσεως του αυτής εισαγγελέως πλημμελειοδικών Κω, γραμματέως της εισαγγελίας πλημμελειοδικών Κω κ.α., ήταν προς τούτο πρόσφορο και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του μηνυτού αυτού Εκτίθεται ο τρόπος, με τον οποίο, αφ’ ενός μεν επεδίωξε την άσκηση κατά του μηνυτού - εγκαλούντος ποινικής διώξεως για ποινικά αδικήματα (εγκλήματα), ήτοι υποβάλλοντας, για την υπό το ανωτέρω περιεχόμενο πράξη αυτή, που του απέδιδε, μήνυση στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών Κω, αφ’ ετέρου δε ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα τα ως άνω ψευδή γεγονότα, ενώπιον τρίτων που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του.

Ακόμη από τις ως άνω παραδοχές, βάσει των οποίων έκρινε, συνάγεται η περαιτέρω παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο αναιρεσείων εγνώριζε ότι ήσαν ψευδή τα ανωτέρω εις βάρος του μηνυτού καταγγελθέντα και δυσφημιστικώς διαδοθέντα υπ’ αυτού, και το ψευδές τους το εγνώριζε, ως αναγόμενα στην διατυπωθείσα ιδίαν περί αυτών αυτού προσωπική αντίληψη.

Το δικαστήριο αιτιολογεί περαιτέρω τον δόλο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου με τις παραδοχές που εκθέτει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, ότι αφ’ ενός μεν υπέβαλε την εν γνώσει του ψευδή αυτή μήνυση στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Κω με τον μοναδικό και αποκλειστικό σκοπό να προκαλέσει την υπό του τελευταίου, ως αρμοδίου προ τούτο, ποινική δίωξη του εν προκειμένω μηνυτού για αξιόποινες πράξεις, ως εκείνη της ψευδορκίας πραγματογνώμονος, για την οποίαν, κατά τις οικείες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο τελευταίος παραπέμφθηκε και αθωώθηκε με την υπ’ αριθμ. 188/2011 απόφαση του δικαστηρίου αυτού.

Αφ’ ετέρου δε (αιτιολογεί περαιτέρω τον δόλο του), ότι επίσης εν γνώσει ψεύδους τους τελών, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την ως άνω μήνυση του ενώπιον των εισαγγελέως, γραμματέως και λοιπών προσώπων, που έλαβαν γνώση αυτής, τα προεκτεθέντα γεγονότα που του καταμαρτυρούσε, με βάση τα οποία ισχυριζόταν ενώπιον τους ότι αυτός είχε τελέσει ποινικά αδικήματα, ως εκείνο της ψευδορκίας πραγματογνώμονος, και τα οποία (γεγονότα αυτά) μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ως ανθρώπου και αγρονόμου τοπογράφου, γεγονός που επίσης εγνώριζε ο αναιρεσείων.

Καθ’ όσον αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, δεν διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολόγησε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: α) για ποιο λόγο είναι ψευδής ο ισχυρισμός του ότι ο εγκαλών ζήτησε για να καταθέσει την πραγματογνωμοσύνη το ποσό των 900 ευρώ, πλέον του συμφωνηθέντος, β) για ποιο λόγο είναι ψευδές το υπ’ αυτού (αναιρεσείοντος) καταμηνυόμενο ότι η πραγματογνωμοσύνη του μηνυτού - εγκαλούντος δεν είναι σαφής και με ασφαλή κρίση και γ) πώς ο ίδιος (αναιρεσείων) εγνώριζε ότι ήταν ψευδές ότι ο μηνυόμενος συμμετείχε σε κυκλώματα διαπράξεως εγκλημάτων, είναι αλυσιτελείς και απορριπτέες, αφού οι σχετικές περί αυτών αναφορές εγένοντο μόνον διηγηματικώς και κατ’ ουδέν επηρεάζουν τις ως άνω παραδοχές της περί τελέσεως υπ’ αυτού ποινικών αδικημάτων για την οποίες και κηρύχθηκε ένοχος.

Ταύτα συνάγονται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το μεν ότι είναι αληθές, ότι ο μηνυτής εζήτησε το ανωτέρω ποσό ως αμοιβή του επειδή το εδικαιούτο, το δε γιατί ως εκ της σχετικής παραδοχής προκύπτει και εκτίθεται στην ανωτέρω μήνυση του αναιρεσείοντος, το καταμηνυόμενο με την ανωτέρω μήνυση του περιστατικό, δεν ήταν ότι η πραγματογνωμοσύνη του μηνυτού - εγκαλούντος δεν ήταν σαφής και με ασφαλή κρίση, πράγμα για το οποίο επεφυλάσσετο να την αντικρούσει ο αναιρεσείων στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια, ουδέ η συμμετοχή του σε κυκλώματα διαπράξεως εγκλημάτων, αλλά η διάπραξη υπό μόνου του εγκαλούντος ποινικών αδικημάτων.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι, με τους οποίους υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του δικαστηρίου ως προς το τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο, περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης στην εκτίμηση των πραγμάτων κρίσεως του δικαστηρίου και είναι εκ τούτου απαράδεκτοι.

Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29-2-2006, κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: ... από 26-2-2016 δήλωση του Θ. - Σ. Λ. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 87/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29-2-2016, κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: ... από 26-2-2016 δήλωση του Θ. - Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 87/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ