Legislator Case Law & Legislation
1316/2014 AI generated

1316/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1316/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2009 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3087/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4934/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2013 αίτησή του. Εκδόθηκε η 2146/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την από 12-3-2013 αίτηση για αναίρεση της 4934/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, λόγω της μη παρελεύσεως της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επανέφερε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την 30-12-2013 κλήση - αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1316/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, παραδεκτώς απευθύνεται κατά της αναγκαίας αυτής ομοδίκου του αναιρεσείοντος δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, εφόσον στις επικαλούμενες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως διαλαμβάνεται υπέρ της τελευταίας δυσμενής για τον αναιρεσείοντα διάταξη, φερόμενο αναληθώς κατ' αυτόν ως μισθωτή και εκείνη ως εγγυήτρια, πραγματικής μισθώτριας της ίδιας και της εταιρείας της "Γ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1316 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1316/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Φίλανδρου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Σ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Συλλούρη και κατέθεσε προτάσεις και 2. Ε. συζ. Ι. Β., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2009 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3087/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4934/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2013 αίτησή του. Εκδόθηκε η 2146/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την από 12-3-2013 αίτηση για αναίρεση της 4934/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, λόγω της μη παρελεύσεως της προθεσμίας ανακοπής ερημοδικίας ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επανέφερε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την 30-12-2013 κλήση - αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 28-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου ως προς όλα τα μέρη του και του τρίτου λόγους της από 30-12-2013 κλήσης-αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών λόγων, και την αναίρεση της υπ' αριθ. 4934/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 7949/13-2-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνιση και συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ 2, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτής (άρθρ. 576 παρ 2 ΚΠολΔ), με την ιδιότητα της αναγκαίας ομοδίκου του αναιρεσείοντος όπως αυτό κρίθηκε με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 2146/2013 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά και εμπρόθεσμα ασκήθηκε στις 31-12-2013 μετά τη απόρριψη ως απαράδεκτης της προγενέστερης από 12-3-2013 με αριθ. κατάθεσης 179/2013 αίτησης του ίδιου αναιρεσείοντος με την υπ' αριθ. 2146/2013 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 533§1 και 76 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι η αναιρεσιβληθείσα υπ'α ριθ4934/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα επί κοινής εναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντος και κατά της εγγυήτριας αυτού και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς την τελευταία που δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, (χωρίς τότε δηλαδή στην προηγούμενη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου) να προκύπτει η επίδοση προς αυτής της Εφετειακής αποφάσεως.

Σημειώνεται ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως δεν εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 555 ΚΠολΔ και την απαγορευόμενη δι' αυτού δεύτερη αναίρεση κατά της αυτής αποφάσεως, δοθέντος ότι η προηγούμενη 179/12-3-2013 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν τη τελεσιδικία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τη συνεναγόμενη του ήδη αναιρεσείοντος και αναγκαία αυτού ομόδικο δεύτερη των αναιρεσίβλητων και επομένως δεν υπήρχε σχετικό δικαίωμα, λόγο για τον οποίο και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 2146/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, παραδεκτώς απευθύνεται κατά της αναγκαίας αυτής ομοδίκου του αναιρεσείοντος δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, εφόσον στις επικαλούμενες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως διαλαμβάνεται υπέρ της τελευταίας δυσμενής για τον αναιρεσείοντα διάταξη, φερόμενο αναληθώς κατ' αυτόν ως μισθωτή και εκείνη ως εγγυήτρια, πραγματικής μισθώτριας της ίδιας και της εταιρείας της "Γ.

Β. και ΣΙΑ ΕΠΕ". Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας οι απόντες ομόδικοι καλούνται υποχρεωτικώς στη συζήτηση του ενδίκου μέσου (ΚΠολΔ 76§3) και η άσκηση του ενδίκου μέσου από κάποιον από τους διαδίκους έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς (ΚΠολΔ 76§4). Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 599, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Από τη διάταξη αυτή και εκείνες των άρθρων 584 και 585 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στην επαγγελματική μίσθωση του π.δ.34/1995, προκύπτει ότι λόγω της σχετικότητας του ενοχικού δικαιώματος του μισθωτή (άρθρ. 287 ΑΚ), εάν ο εκμισθωτής συμφωνήσει με περισσότερους μισθωτές διαδοχικά την εκμίσθωση του ίδιου ακινήτου, μισθωτής καθίσταται τελικά εκείνος στον οποίον παραδόθηκε το πράγμα και ικανοποιήθηκε η αξίωση του για την παράδοσή του με βάση την αρχή της προλήψεως, ενώ οι τυχόν άλλοι μισθωτές του δεν ικανοποιήθηκαν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 επ.

Α.Κ. (Α.Π. 518/2011). Στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής εκ μέρους μισθωτή κατά εκμισθωτή για την εκπλήρωση της υποχρέωσης του από τη σύμβαση μισθώσεως για παράδοση του εκμισθωθέντος ακινήτου, η εκ μέρους του εκμισθωτή προβολή πραγματικής αδυναμίας παροχής από το γεγονός ότι το ίδιο ακίνητο εκμισθώθηκε ήδη και παραδόθηκε προγενέστερα σε άλλο τρίτο μισθωτή συνιστά καταλυτική ένσταση της αγωγής.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 παρ.1 Α.Κ., 5 παρ.1 και 44 του π.δ. 34/1995 συνάγεται ότι η σύμβαση εμπορικής μίσθωσης μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία, η οποία υπάρχει και όταν πριν από την παρέλευση του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στην εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βεβαίας χρονολογίας.

Κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας, η οποία μπορεί να είναι και σιωπηρή ενέχει η εκούσια παράδοση από το μισθωτή του μισθίου στον εκμισθωτή και η εκ μέρους του τελευταίου παραλαβή του (Α.Π. 998/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η δεύτερη εναγομένη που δεν παρουσιάστηκε στην παρούσα διαδικασία, ούτε σε αυτή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δικάζεται ερήμην, διατηρούσε επιχειρήσεις με αντικείμενο την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, λειτουργούσε σε δύο ιατρικά κέντρα στην περιοχή της Αθήνας, ένα στην πλατεία Κάνιγγος και ένα στο Μαρούσι.

Προκειμένου να επεκτείνει τις επιχειρήσεις της, αρχές του 2004, η δεύτερη εναγομένη ήλθε σε συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος έχει την ιδιότητα του φυσίατρου με τον οποίο συμφώνησε να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει στο όνομα αυτού, εφόσον μόνο ιατρός μπορεί να λάβει σχετική άδεια λειτουργίας, ένα φυσικοθεραπευτήριο.

Ο εναγόμενος έθεσε στη διάθεση αυτού του σκοπού όλα τα στοιχεία του και τον ΑΦΜ του, καθώς και κάθε απαραίτητη ενέργεια του, προκειμένου να εκδοθεί στο όνομα του η απαραίτητη άδεια λειτουργίας του φυσικοθεραπευτηρίου από τη Νομαρχία Αθηνών. Ο εναγόμενος υπέβαλε την υπ’ αρ..../21-2-05 αίτηση του προς την παραπάνω υπηρεσία, καθώς και τα απαραίτητα δικαιολογητικά.

Ειδικότερα, στα τελευταία περιλαμβάνονται τα σχετικά έγγραφα της αρμόδιας πολεοδομίας που αφορούν στην αλλαγή χρήσης του διαμερίσματος όπου θα στεγαζόταν το φυσικοθεραπευτήριο, τα σχετικά σχεδιαγράμματα της πολιτικού μηχανικού Ζ. Κ. που ανέλαβε το έργο αυτό, καθώς και μισθωτήριο συμφωνητικό για τη μίσθωση του εν λόγω χώρου.

Πιο συγκεκριμένα, με το από 15-2-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων εκμίσθωσε στον πρώτο εναγόμενο ένα διαμέρισμα, επιφανείας 113,3 τ.μ., που βρίσκεται στην Αθήνα, στην πολυκατοικία της ... αρ. 197, στο τέταρτο όροφο αυτής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αποκλειστικά ως φυσιατρείο, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών με έναρξη την 15-2-2004 και λήξη την 14-2-2007.

Το μηνιαίο μίσθωμα που ορίστηκε σε 1.100 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου από 3,6%, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό εκείνο του τιμάριθμου συν δύο μονάδες αν αυτό υπερβαίνει το 5%, διαφορετικά θα αναπροσαρμόζεται με ποσοστό 5%, συμφωνήθηκε να καταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα. Για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης ο εναγόμενος μισθωτής κατέβαλε στον ενάγοντα, ως εγγύηση, δύο μισθώματα από 1.100 ευρώ, ποσό που συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται σε κάθε αύξηση του μισθώματος.

Επίσης συμφωνήθηκε με το 14° όρο της σύμβασης μισθώσεως, η μη εμπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος, ως και κάθε άλλης σχετικής με τη μίσθωση δαπάνης ή η παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους του συμφωνητικού να παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως και μονομερώς τη μίσθωση και να αποβάλει το μισθωτή από το μίσθιο και επιπλέον στις περιπτώσεις αυτές να καταπίπτει ως ποινική ρήτρα υπέρ του εκμισθωτή η εγγύηση που δόθηκε.

Ακόμη συμφωνήθηκε οι λογαριασμοί κάθε είδους παροχών κοινής ωφελείας, όπως επίσης και κάθε προβλεπόμενη κοινόχρηστη δαπάνη να βαρύνουν το μισθωτή, δεδομένου ότι ο μισθωτής έλαβε γνώση των όρων του κανονισμού της πολυκατοικίας όπου ευρίσκεται το μίσθιο, τους οποίους αποδέχθηκε. Στο μισθωτήριο αυτό συμφωνητικό συμβλήθηκε ως τρίτη και υπέγραψε η δεύτερη εναγομένη, η οποία εγγυήθηκε αλληλέγγυα και εις ολόκληρο με το μισθωτή εναγόμενο την καλή τήρηση και εφαρμογή των όρων της σύμβασης μισθώσεως.

Μετά από αυτές τις διαδικασίες και διατυπώσεις και την υποβολή των παραπάνω εγγράφων - δικαιολογητικών, χορηγήθηκε στο όνομα του εναγομένου από τη Νομαρχία Αθηνών η υπ' αρ. πρωτ. .../23-3-05 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας φυσικοθεραπευτηρίου στο παραπάνω μίσθιο διαμέρισμα. Έξω από την πόρτα του φυσικοθεραπευτηρίου, αλλά και στην είσοδο της πολυκατοικίας τοποθετήθηκε επιγραφή ως εξής: "Επιστημονικό Φυσικοθεραπευτηριο Α.

Γ. Μ. Ιατρός Αποκατάστασης". Στο όνομα του εναγομένου εκδόθηκε και το τιμολόγιο αγοράς των απαιτουμένων ιατρικών μηχανημάτων (βλ. δελτίο αποστολής - τιμολόγιο αρ. 220/2-2-2005). Παραλλήλως, ο εναγόμενος συμβλήθηκε με την εταιρεία "Γ. Β. και Σία ΕΠΕ", της οποίας διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος είναι η δεύτερη εναγομένη, με βάση το από 28-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Με αυτό έγινε αποδεκτό ότι η εταιρεία, όπως παρίσταται και εκπροσωπείται έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητας της την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και ειδικότερα υπηρεσιών φυσικοθεραπείας και ιατρικής αποκατάστασης και για το σκοπό αυτό διατηρεί στις εγκαταστάσεις της στη Λεωφόρο ... αρ. 197 πλήρη φυσιοθεραπευτικό εξοπλισμό, προκειμένου δε να λειτουργήσουν αυτά απαιτείται η στελέχωση και διεύθυνση του φυσιοθεραπευτικού τμήματος από ιατρό φυσίατρο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται αποκλειστικά η άδεια λειτουργίας.

Ο εναγόμενος που έχει την παραπάνω ιδιότητα και τα προσόντα προς τούτο, δέχθηκε την ανάληψη και διεύθυνση της λειτουργίας του φυσικοθεραπευτηρίου και δήλωσε ότι θα προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την έκδοση της προβλεπόμενης άδειας λειτουργίας αυτού στο όνομα του, ώστε μετά την έκδοση αυτής να είναι ο μόνος υπεύθυνος της λειτουργίας του φυσικοθεραπευτηρίου κατά το νόμο.

Συμφωνήθηκε επίσης οι συμβάσεις διενέργειας φυσιοθεραπευτικών πράξεων - συνεδριών με τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία και οργανισμούς να υπογράφονται και από τους δύο συμβαλλομένους, ανέλαβε δε ο εναγόμενος να υποβάλει τα σχετικά έγγραφα στα ασφαλιστικά ταμεία και οργανισμούς προκειμένου να εισπράττει τις σχετικές αμοιβές, τις οποίες ανέλαβε να αποδίδει στην ως άνω εταιρεία.

Ακόμη συμφωνήθηκε η κατώτερη μηνιαία αμοιβή του εναγομένου - ιατρού να είναι το χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ και η εταιρεία να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές του στο ΤΣΑΥ ανά εξάμηνο. Μετά τις εργασίες επισκευής, ανακαίνισης, διαρρυθμίσεων και βαφών που έγιναν στο μίσθιο για την αλλαγή χρήσης αυτού ως φυσικοθεραπευτήριο και τη λήψη της σχετικής άδειας, όπως προαναφέρθηκε, το τελευταίο άρχισε να λειτουργεί στο επί της ...

αρ. 197 μίσθιο διαμέρισμα περίπου στα τέλη Μαρτίου 2005 (βλ. ένορκη βεβαίωση της μάρτυρας Φ. Κ., γραμματέως της εναγομένης). Μετά από αυτά τα περιστατικά που έγιναν δεκτά, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος μισθωτής και αν δεν υπέγραψε στη θέση του μισθωτή, όπου υπάρχει υπογραφή της εναγομένης, αντισυμβαλλομένης του, γνώριζε το γεγονός αυτό και δέχθηκε να υπογράψει αυτή κατ' εντολή του, καθόσον συμφώνησε και ανέλαβε ως ιατρός φυσίατρος να υποβληθεί σε όλες τις διατυπώσεις για τη λήψη της άδειας λειτουργίας φυσικοθεραπευτηρίου, στις οποίες περιλαμβάνεται η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μισθώσεως του χώρου όπου αυτό θα στεγάζεται και επιπρόσθετα αυτός υπέβαλε τα σχετικά δικαιολογητικά στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών, μεταξύ των οποίων και το υπογεγραμμένο από την εναγομένη από 15-2-2004 συμφωνητικό μίσθωσης.

Επομένως, όσα η εξαδέλφη της εναγομένης, Π. Α., καταθέτει στην υπ' αριθμ. .../14-11-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου Χαλανδρίου Αναστασίας Λάφη, ότι δηλαδή αυτός δεν γνώριζε τίποτα και ότι από τότε που έδωσε τα στοιχεία του δεν ασχολήθηκε ξανά και περίμενε να εκδοθεί η άδεια για να δουλέψει, δεν πείθουν και κρίνεται ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

Διότι αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος παράλληλα και συναφώς με τη συγκεκριμένη συνεργασία που ανέπτυξε με την εναγομένη επιχειρηματία, η οποία αποτυπώνεται στο από 28-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, έφερε και την ιδιότητα του μισθωτή έναντι του ενάγοντος εκμισθωτή. Περί αυτού σαφώς καταθέτε; στην υπ' αρ. .../21-10-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Ζωής Κουρούμαλη ο ένοικος της πολυκατοικίας όπου το μίσθιο, Α.

Κ., ο οποίος αναφέρει ότι ο εναγόμενος μισθώνει το φυσικοθεραπευτήριο και δεν καταβάλλει κοινόχρηστα για μεγάλο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί πρόβλημα στη λειτουργία της πολυκατοικίας. Σημειώνεται επ' αυτού, ότι προηγούμενες του ένδικου διαστήματος αποδείξεις πληρωμής των μισθωμάτων εκδόθηκαν στο όνομα του εναγομένου.

Ο εναγόμενος επικαλείται το από 11-9-2003 μισθωτήριο συμφωνητικό που, πριν από το ένδικο, είχε καταρτίσει η εταιρεία "Γ. Β. και Σία Ε.Π.Ε." με τον ενάγοντα για το ίδιο μίσθιο διαμέρισμα, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς της εταιρείας και το με αναφορά αυτό καταρτισθέν από 11-4-2005 συμφωνητικό υπεκμίσθωσης μεταξύ της εταιρείας ως υπεκμισθώτριας και του εναγομένου ως υπεκμισθωτή, υποστηρίζοντας ότι η πραγματική μισθωτική σχέση υφίσταται μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας της και του ενάγοντος, στην οποία αυτός δεν μετέχει.

Όμως, οι δημιουργούμενες ως άνω με τα συμφωνητικά αυτά έννομες σχέσεις είναι ανεξάρτητες, αφορούν τα σε αυτά συμβαλλόμενα μέρη και δρουν παράλληλα με την ένδικη σχέση μίσθωσης, το κύρος της οποίας δεν θίγεται, ούτε επηρεάζεται, εφόσον η τελευταία δεν έχει λυθεί με κάποιο νόμιμο τρόπο. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος αποχώρησε από το ένδικο μίσθιο και δημιούργησε ιδιωτικό ιατρείο με βάση την υπ' αριθμ.

πρωτ. 28195/1 7-12-2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών στην οδό ... 386 και ... 111 (5ος όροφος), δεν έχει κάποια επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, υφισταμένης και μη λυθείσας εισέτι της σχέσης μισθώσεως μεταξύ του ενάγοντος ως εκμισθωτή και του εναγομένου ως μισθωτή. Άλλωστε, όπως ισχυρίζεται και ο εκκαλών, χωρίς νόμιμο δικαίωμα συμφωνήθηκε η με το από 11-4-2005 συμφωνητικό υπεκμίσθωση, εφόσον αυτή με όρο του από 11-9-2003 συμφωνητικού ήταν απαγορευμένη.

Μετά από όλα αυτά τα περιστατικά που αποδείχθηκαν και τις ως άνω παραδοχές, δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός άρνησης της γνησιότητας της υπογραφής του εναγομένου ως μισθωτή στο μισθωτήριο συμφωνητικό. Έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε αυτόν, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, αφού γίνουν δεκτοί οι σχετικοί δεύτερος και πέμπτος λόγοι της έφεσης, ως κατ' ουσίαν βάσιμοι, να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη.

Η ένδικη σύμβαση μισθώσεως μετά τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου διαρκείας της, παρατάθηκε αναγκαστικά ως υπαγόμενη στις διατάξεις των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995 (βλ. άρθρο 2 παρ.1β αυτού) και ο εναγόμενος μισθωτής που κάνει ανενόχλητη χρήση του μισθίου, δεν κατέβαλε τα μισθώματα της μισθωτικής περιόδου από 15-3-2007 έως 15-3-2009, τα οποία ανέρχονται σε συνολικό ποσό 34.601,65 ευρώ, δεδομένου ότι με βάση τον ως άνω συμφωνηθέντα όρο αναπροσαρμογής, το μίσθωμα του έτους 2007 ανερχόταν με το χαρτόσημο σε 1.334,33 ευρώ μηνιαίως, αυτό του έτους 2008 με το χαρτόσημο ανερχόταν σε 1.413,05 ευρώ μηνιαίως και αυτό του έτους 2009 ανερχόταν με το χαρτόσημο σε 1.483,71 ευρώ μηνιαίως, όπως δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά (1.334,33 επί 11 + 1.413,05 επί 12 + 1.483,71 επί 2).

Επιπλέον, ο εναγόμενος έχει συμπληρώσει την αρχικά δοθείσα εγγύηση των 2.200 ευρώ κατά 264 ευρώ τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης και οφείλει τη διαφορά που δεν έχει καταβάλλει μετά την περαιτέρω αύξηση του μισθώματος από 400,30 ευρώ, όπως υπολογίζεται στην αγωγή και δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Επίσης, αν και υποχρεούται από τη μισθωτική σύμβαση στην καταβολή των αναλογούντων στο μίσθιο κοινοχρήστων δαπανών της επί της Λεωφ. ...

αρ. 197 πολυκατοικίας, έχει αφήσει απλήρωτες τις κοινόχρηστες δαπάνες των εξής μηνών: Μαρτίου 2007 από 101,44 ευρώ, Απριλίου 2007 από 66,05 ευρώ, Μαΐου 2007 από 35,77 ευρώ, Ιουνίου - Σεπτεμβρίου 2007 από 120.78 ευρώ, Οκτωβρίου 2007 από 28,57 ευρώ, Νοεμβρίου 2007 από 80,72 ευρώ, Δεκεμβρίου 2007 από 149,83 ευρώ, Ιανουαρίου 2008 από 172,82 ευρώ, Φεβρουαρίου 2008 από 108.79 ευρώ, Μαρτίου 2008 από 46,65 ευρώ, Απριλίου 2008 από 80,52 ευρώ, Μαΐου 2008 από 33,80 ευρώ, Ιουνίου - Σεπτεμβρίου 2008 από 112 ευρώ, Οκτωβρίου 2008 από 28,01 ευρώ, Νοεμβρίου 2008 από 61,62 ευρώ, Δεκεμβρίου 2008 από 80,84 ευρώ, Ιανουαρίου 2009 από 105,63 ευρώ, Φεβρουαρίου 2009 από 78,97 ευρώ και Μαρτίου 2009 από 65,81 ευρώ, συνολικού ποσού 1.558,62 ευρώ.

Όπως επίσης και τη δαπάνη ηλεκτρικού ρεύματος του μισθίου από 342 ευρώ, περιόδου κατανάλωσης από 29-10-2008 έως 27-2-2009, όπως αποδεικνύεται από το σχετικό λογαριασμό της ΔΕΗ που προσκομίζεται. Μετά από αυτά και τη μη πληρωμή εκ μέρους του μισθωτή των αναλαμβανομένων με την ένδικη σύμβαση μισθώσεως, σύμφωνα με τον όρο της σύμβασης μισθώσεως που αναπτύχθηκε παραπάνω, ο ενάγων εκμισθωτής κατήγγειλε τη μίσθωση με την αγωγή και ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου.

Εκτός αυτών, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, πρέπει, η δοθείσα στα χέρια του ενάγοντος εγγύηση των 2.464 ευρώ να καταπέσει υπέρ του τελευταίου λόγω της εκ μέρους του παράβασης των όρων της μίσθωσης. Κατόπιν όλων αυτών και κρατούμενης και εκδικαζομένης της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, πρέπει, η αγωγή, που στηρίζεται κατά νόμο στις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 595, 596, 597, 599, 608, 609, 361, 481, 847, 848, 340, 341, 346 Α.Κ., για την οποία προσκομίζεται η βεβαίωση του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου κατ' άρθρο 81 παρ.3 ν.2238/1994 (βλ.

αρ. πρωτ. 16374/21-10-2009 βεβαίωση του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ ΚΑ' Αθηνών) και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο δικαστικό ένσημο (βλ. παράβολα Α222582, Α211456, Α211455, ΑΟ45669), να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη. Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, όπως και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτόν να αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου.

Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε ολόκληρο καθένας να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 36.902,57 ευρώ (34.601,65+400,30 + 1.558,62 + 342) με το νόμιμο τόκο, για τα δεδουλευμένα μηνιαία μισθώματα από τότε που καθένα κατέστη απαιτητό και για τα λοιπά ποσά, για τα οποία δεν υπάρχει δήλη ημέρα, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Επιπλέον, πρέπει να οριστεί ότι έχει καταπέσει η δοθείσα εγγύηση υπέρ του εκμισθωτή ενάγοντος".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 574 έως 576 ΑΚ, 5, 44 και 45 του π.δ.34/1995. Εξ άλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση ούτε την απαιτούμενη αιτιολογία και δεν καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των ίδιων πιο πάνω εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες που εμφανίζουν λογικά κενά και αντιφάσεις.

Ειδικότερα: 1) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος δυνάμει του από 11-9-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως εκμίσθωσε προς την εταιρεία με την επωνυμία "Β.Β. και Σία ΕΠΕ" το ένδικο μίσθιο διαμέρισμα επί της ... 197 στην Αθήνα για επαγγελματική χρήση συναφή προς τον εταιρικό σκοπό της παροχής ιατρικών υπηρεσιών φυσικοθεραπείας και ιατρικής αποκατάστασης και ότι στο ίδιο διαμέρισμα η μισθώτρια εταιρεία διατηρούσε έκτοτε την έδρα της, γεγονός που υποδηλώνει πραγματική παράδοση προς εκείνη της χρήσεως του ένδικου μισθίου, στη συνέχεια δέχεται και ότι το ίδιο μίσθιο ακίνητο με την μεταγενέστερη από 15-2-2004 σύμβαση μισθώσεως εκμισθώθηκε προς τον αναιρεσείοντα εναγόμενο γιατρό για την εγκατάσταση φυσικοθεραπευτηρίου.

Ενώ δε, όπως ήταν αναγκαίο κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, θα έπρεπε να δέχεται η προσβαλλόμενη ότι η προγενέστερη κατά χρόνο από 11-9-2003 μίσθωση λύθηκε κατ' οιονδήποτε τρόπο με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία μεταξύ των μερών εκείνης της σύμβασης, που είχε υλοποιηθεί με μεσολαβήσασα πραγματική παράδοση της κατοχής του μισθίου προς την μισθώτρια εταιρεία και την εγκατάσταση της σ' αυτό με τη μεταφορά της έδρας της, ώστε να δικαιολογείται πλέον η σύναψη της νέας ένδικης μεταγενέστερης μίσθωσης, αντίθετα η προσβαλλόμενη δέχεται ότι οι δύο μισθώσεις είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και δρουν παράλληλα, 2) ενώ δέχεται ότι στο ένδικο μίσθιο ακίνητο εγκαταστάθηκε από τις 15-2-2004 ο αναιρεσείων ιατρός στη συνέχεια δέχεται ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος με το μεταγενέστερο από 28-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό δηλαδή μετά παρέλευση έτους και πλέον από την σύναψη κατά την 15-2-2004 της ένδικης μίσθωσης συμφώνησε με την προαναφερθείσα αρχική μισθώτρια εταιρεία, που διατηρούσε μέχρι τότε την έδρα της στο ίδιο μίσθιο ακίνητο, να αναλάβει την διεύθυνση της λειτουργίας του φυσικοθεραπευτηρίου με μηνιαία αμοιβή 1500 ευρώ, παράλληλα δε δέχεται η προσβαλλόμενη ότι και τα δύο αυτά συμφωνητικά ήταν ανεξάρτητα μεταξύ τους και λειτουργούσαν παράλληλα, χωρίς να θίγεται το κύρος της από 15-2-2004 ένδικης μίσθωσης, που δεν είχε λυθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, χωρίς όμως παράλληλα να διευκρινίζει η προσβαλλόμενη εάν εξακολουθούσε να ισχύει και η αρχική από 11-9-2003 μίσθωση.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο και κατά τρία μέρη του και τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλομένης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στον καταθέσαντα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρο 183 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4934/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου (με αριθ 3683756, 3683757, 2853043, 057506, 057507 και 057471/2013 διπλότυπα), που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στον καταθέσαντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ