Supreme Court allows appeal against dismissal of cargo handler's claim for employee wages due to legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the first-instance dismissal of his civil claim. The appellant, a cargo handler, argued that the lower court erred in rejecting his claim for employee wages by incorrectly requiring a professional license that only applies to shared-use premises. The court found that the lower court misapplied labor law provisions regarding the definition of an employee versus a contractor. Consequently, the Supreme Court annulled the specific portion of the lower court's decision denying wages for the relevant period and remanded the case for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a lower court's dismissal of a claim for employee wages based on a misinterpretation of labor law provisions constitutes a violation of substantive law grounds for appeal, warranting the annulment of the contested decision and remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1316 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1316/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκε η 374/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/10/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 7/1/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του έκτου λόγου αναιρέσεως και την παραδοχή των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 7149/11-12-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 18-1-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των προμνημονευομένων αποφάσεων (Ολ.ΑΠ 45/1987). Για να ιδρυθεί δε ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως θα πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, ενώ η παραβίαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με τον προκείμενο λόγο (αλλά μπορεί να θεμελιώσει κάποιον από τους λόγους των αριθ. 2-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω).
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνεπάγεται το νομικά αβάσιμο της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως μη νόμιμης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ή το αντίστοιχό του άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 1254/1949 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων των περί φορτοεκφορτώσεων νόμων", όπως οι παρ. 2 και 3 αυτού αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1082/1980, ορίζεται ότι "1 Ως φορτοεκφορτωτική εργασία ξηράς νοείται η εκ του σημείου εναποθέσεως ή αποθηκεύσεως παντός προς μεταφοράν ή μετακίνησιν εμπορεύματος ή είδους φόρτωσις επί οιουδήποτε μεταφορικού μέσου, η εκ τούτου εκφόρτωσις εις αποθήκας, εργοστάσια, καταστήματα και λοιπά σημεία και σταθμούς αποθέσεως ή αποθηκεύσεως των ειδών τούτων και τανάπαλιν.
Προσέτι η παρ ' αυτών τούτων των εργατών μεταφορά των εν λόγω ειδών, ως και η στοιβασία, ζύγισις, ταξινόμησις και διαλογή αυτών, οσάκις απαιτείται να ενεργηθή αύτη. 2. Αι κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου φορτοεκφορτωτικαί εργασίαι, αι πραγματοποιούμεναι εις χώρους κοινής χρήσεως, διενεργούνται αποκλειστικώς παρ' εργατών, εφοδιασμένων δι' επαγγελματικού βιβλιαρίου φορτοεκφορτωτού ξηράς. 3.
Ως χώροι κοινής χρήσεως δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου θεωρούνται: α) Οι υπό των άρθρων 966 και 967 του Α.Κ. χαρακτηριζόμενοι ως κοινόχρηστοι χώροι ή προοριζόμενοι εις την εξυπηρέτησιν δημοσίων, δημοτικών ή κοινοτικών σκοπών. Προς τοιούτους χώρους εξομοιούνται και οι χώροι ή τα καταστήματα των αγορών χονδρικής πωλήσεως λαχανικών, οπωρών ή σφαγίων, έστω και αν την χρήσιν τούτων έχουν ιδιώται και β) Οι χώροι των οποίων η κατά προορισμόν χρήσις συνίσταται εις την συγκέντρωσιν, εναπόθεσιν, αποθήκευσιν ή αποταμίευσιν πάσης φύσεως αγαθών, των οποίων την χρήσιν έχουν το Δημόσιον, τα Ν.Π.Δ.Δ., οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ..., ανεξαρτήτως του εις ποίον ανήκουν τα φορτοεκφορτωνόμενα εμπορεύματα ή είδη".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στην πόλη του Βόλου την 10.10.2006 μεταξύ αυτού και του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, προσλήφθηκε από τον τελευταίο - που διατηρεί επιχείρηση γενικών μεταφορών και μετακομίσεων στη θέση Λάμια του Δημοτικού Διαμερίσματος Διμηνίου Μαγνησίας - για να εργαστεί στην ανωτέρω επιχείρηση ως "υπάλληλος γραφείου" και ότι στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης εργασίας προσέφερε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του εναγομένου, για μεν το χρονικό διάστημα από 10.10.2006 έως και 31.12.2006 ως "υπάλληλος γραφείου" (σύμφωνα δηλαδή με την ειδικότητα για την οποία αυτός προσλήφθηκε) και στη συνέχεια, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 01.01.2007 έως και 10.04.2007, ως "φορτοεκφορτωτής", κατά τις ημέρες και ώρες που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, οπότε και υποχρεώθηκε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του.
Ζήτησε δε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 9.007,50 €, για διαφορές αποδοχών, για αμοιβή για υπερεργασία, ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες καθώς και για την εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου, για επιδόματα εορτών (Δώρο Χριστουγέννων έτους 2006 και Δώρο Πάσχα έτους 2007) και για αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του.
Το κονδύλιο για κάθε επί μέρους αιτία ζήτησε σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904επ. ΑΚ). Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή σε σχέση με τη σύμβαση εργασίας φορτοεκφορτωτή ξηράς, που ενδιαφέρει εν προκειμένω ήταν νόμιμη και το Ειρηνοδικείο, που την απέρριψε ως μη νόμιμη για το λόγο ότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε ότι ήταν εφοδιασμένος με επαγγελματικό βιβλιάριο φορτοεκφορτωτή και ως εκ τούτου η σύμβασή του ήταν άκυρη, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του Ν.Δ. 1254/1949, αφού τέτοιο βιβλιάριο απαιτείται μόνο για τους εργαζομένους σε χώρους κοινής χρήσεως κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 966 και 967 ΑΚ και λοιπούς χώρους περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή παρείχε τις υπηρεσίες του ως φορτοεκφορτωτής εντός και εκτός του καταστήματος του εναγομένου.
Ομοίως, νόμιμη ήταν η αγωγή και κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως αρκούσε να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται περαιτέρω και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟλΑΠ 23/2003) και ο αναιρεσείων με την αγωγή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, ζήτησε σε περίπτωση μη ευδοκιμήσεως της κυρίας βάσεως της αγωγής του για οποιοδήποτε λόγο, την ικανοποίηση των αξιώσεών του, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επομένως, οι ενιαίως εξεταζόμενοι συναφείς πρώτος δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔικ είναι βάσιμοι. Βάσιμος είναι επίσης και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή για το λόγο ότι δέχθηκε ότι η απασχόλησή του ως φορτοεκφορτωτή, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι εργασία εργάτη (άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3514/1928, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953) και ως εκ τούτου δεν δικαιούται αποδοχές κλπ υπαλλήλου για το κρίσιμο διάστημα από 1-1-2007 έως 10-4-2007, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής ο αναιρεσείων ζήτησε την ικανοποίηση των αξιώσεών του με βάση τις νόμιμες αποδοχές της ΕΓΣΣΕ.
Μετά την παραδοχή των λόγων αυτών, αποβαίνει αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αυτή απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια για το από 1-1-2007 έως 10-4-2007 χρονικό διάστημα, κατά τα οποία ο αναιρεσείων εργάστηκε ως φορτοεκφορτωτής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 374/2009 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ