Legislator Case Law & Legislation
1316/2011 AI generated

1316/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1316/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1316/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ούτε προβλέπονται αντίστοιχοι αυτών από τις παρατεθείσες στην αρχή της παρούσης διατάξεις του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1316 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1316/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΣΕΛΟΝΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΑΡΤΗ EUROFISH HELLAS ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΙΧΘΥΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROFISH HELLAS - ΑΣΤΑΡΤΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραντώνη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ζ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Φόρτωμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4172/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5417/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 13-5-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ο δε λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Με βάση τ' ανωτέρω οι κατωτέρω λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως: α) πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.), β) πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ.), γ) δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.17 [πράγματι δε αριθ.19] Κ.Πολ.Δ.), δ) τρίτος (από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.), ε) τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.16 Κ.Πολ.Δ.), στ) τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ.) και ζ) τέταρτος κατά το τρίτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 5417/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε επί εφέσεων των διαδίκων κατά της 4172/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και συνακόλουθα δεν παρέχονται κατ' αυτής οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ούτε προβλέπονται αντίστοιχοι αυτών από τις παρατεθείσες στην αρχή της παρούσης διατάξεις του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Κατά το εδ.α του άρθρου 904 Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ.β περ.α του ίδιου άρθρου η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά τις πιο πάνω διατάξεις προϋποθέσεις της αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού και συνακόλουθα στοιχεία της σχετικής αγωγής είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας (Α.Π. 493/2010). Αντίθετα δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός σώζεται, ο οποίος συνιστά ένσταση του εναγομένου, στηριζόμενη στο άρθρο 909 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 294/ 1981, Α.Π. 1468/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (πράγματι δε 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 904 και 905 Α.Κ. (από τις οποίες προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη και βάσιμη η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει αφενός μεν να υπάρχει πλουτισμός του εναγομένου, αφετέρου δε ο πλουτισμός αυτός να σώζεται) δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσιβλήτου παρά το ότι η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αυτή (η αναιρεσείουσα) δεν έλαβε ποτέ το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 10.226,49 ευρώ και φυσικά δεν το κατέχει.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του κατά το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι στην αγωγή και στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται ότι ο πλουτισμός της σώζεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι στοιχείο της βάσεως της αγωγής, ενώ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, το αντίστροφο, ήτοι ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται, αποτελεί στοιχείο ενστάσεως του εναγομένου από το άρθρο 909 Α.Κ., τέτοια δε ένσταση δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι προέβαλε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Κατά τα λοιπά ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για τους εξής λόγους: Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 7-2-2005 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι με αυτήν η αναιρεσίβλητη είχε ισχυρισθεί συνοπτικά ότι κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-2002 μέχρι 24-6-2003 είχε αγοράσει από την αρχικά εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσείουσα, διάφορες ποσότητες ιχθύων με συνολικό συμφωνημένο τίμημα 20.396,31 ευρώ και ότι έναντι του τιμήματος της κατέβαλε τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά και συνολικά το ποσό των 30.622,80 ευρώ, με αποτέλεσμα η αρχικά εναγομένη να καταστεί πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της κατά το επί πλέον του οφειλομένου καταβληθέν αχρεωστήτως ποσό των 10.226,49 ευρώ, ζήτησε δε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Εξάλλου από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής συνοπτικά: Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-2002 μέχρι 22-7-2003 η αναιρεσίβλητη αγόρασε από την αρχικά εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, διάφορες ποσότητες ιχθύων αντί συνολικού συμφωνημένου τιμήματος 20.921,19 ευρώ.

Ότι η αναιρεσίβλητη, εκτός από το ποσό των 16.022,80 ευρώ που εμφανίζεται στη σχετική καρτέλα την οποία τηρούσε η αρχικά εναγομένη, έχει καταβάλει στην τελευταία δια του υπαλλήλου της Γ. Γ. και το ποσό των 14.600 ευρώ για το οποίο εκδόθηκαν από αυτόν οι αναφερόμενες αποδείξεις, δηλαδή συνολικά της έχει καταβάλει το ποσό των 30.622,80 ευρώ.

Ότι ο ισχυρισμός της αρχικά εναγομένης περί εικονικότητας των τελευταίων αυτών αποδείξεων είναι αβάσιμος, διότι η προσκομισθείσα για την απόδειξή του από 13-11-2003 έγγραφη δήλωση του πρώην υπαλλήλου της Γ. Γ. (με την οποία αυτός δηλώνει ότι, παρά την έκδοση των ανωτέρω αποδείξεων, δεν είχε εισπράξει από την αναιρεσίβλητη όλα τα αναγραφόμενα σ' αυτές ποσά αλλά μόνο εκείνο των 5.000 ευρώ) εκτός της αοριστίας της, είναι και αντιφατική.

Ότι συνεπώς η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αρχικά εναγομένη αχρεωστήτως το ποσό των 10.226,49 ευρώ, αφού τελικώς δεν παραδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ποσότητα ιχθύων πέραν αυτής που μνημονεύεται στα εκδοθέντα τιμολόγια, η δε αρχικά εναγομένη κατά το εν λόγω χρηματικό ποσό κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσιβλήτου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσιβλήτου κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της τελευταίας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 και 905 Α.Κ. αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τόσο στην αγωγή της αναιρεσιβλήτου όσο και στην προσβαλλόμενη απόφασή του παρατίθενται όλα τα αναφερόμενα στην αρχή αυτής της σκέψεως στοιχεία τα οποία αποτελούν προϋποθέσεις της αξιώσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2010 αίτηση για αναίρεση της 5417/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ