Supreme Court partially allows appeal against promotion decision due to insufficient reasoning and contradictory facts regarding employee qualifications.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance court's decision denying a civil servant's promotion. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and contained contradictory findings regarding his professional qualifications compared to other candidates. The court ruled that the second-instance judgment lacked a legal basis for its conclusion and suffered from internal inconsistencies, necessitating a remand for re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 535, 536 para. 2, 559 no. 19, 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; If a second-instance court fails to provide sufficient reasoning or contains contradictory findings regarding the facts essential to the decision, the appeal is partially allowed and the case is remanded for re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1316 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1316/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Παπαδόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2122/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8768/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 8-5-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, οι, τρίτος και τέταρτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. .... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...... προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου κατά την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο (18-9-2007), καθώς και της από 24-9-2007 κλήσεως του αναιρεσείοντος με πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μετά τη παραδοχή κάποιου λόγου εφέσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως.
Σε περίπτωση δε που κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλ' επεκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις της αγωγής, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή, η δε έρευνα των βάσεων που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οίκοθεν, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκαταστάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβαθμίου.
Επομένως, για την εξέταση αυτή δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο αναιρεσείων με την από 9-12-2003 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζητούσε: 1) να αναγνωριστεί το δικαίωμα του να προαχθεί από το βαθμό του Υποδιευθυντή Α στο βαθμό του Διευθυντή, με αρχαιότητα, κυρίως από 1-1-1997.
άλλως από 1-1-1998, άλλως από 1-1-1999, άλλως από 1-1-2000, άλλως επικουρικώς από 1-1-2002 συνεπεία παρακωλύσεως πληρώσεως της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του εναντίον της καλής πίστεως (κύρια βάση), διαφορετικά, συνεπεία καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης για προαγωγή των υπαλλήλων της (επικουρική βάση). 2) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 45.077,53 ευρώ, άλλως 39.550,51 ευρώ, άλλως 33.857,43 ευρώ, άλλως 27.626,04 ευρώ, άλλως 21.445,26 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και 3) να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου. Το Εφετείο κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων - ενάγων κατά της εν λόγω απόφασης, εξαφάνισε αυτήν, κρατώντας δε την υπόθεση κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, ενώ την επικουρική βάση αυτής, η οποία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν είχαν αχθεί νομίμως ενώπιον του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στηριζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΙΙΙ. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα, έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Περαιτέρω, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή.
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζόμενου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζόμενου των συμβατικώς προβλεπομένων στον κανονισμό ή τον οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.
Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανα του που ορίζονται στον κανονισμό, παρέλειψαν αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του.
Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με ισχύ νόμου) είτε το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ ΑΠ 32/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων στην από 9-12-2003 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξέθετε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα τον προσέλαβε την 8-7-1970 και ότι ως υπάλληλος της σε οργανική θέση από την 1-1-1994 κατέχει δυνάμει της υπ' αριθμ. 9207/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών το βαθμό του Υποδιευθυντή Α του λογιστικού κλάδου.
Ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1997, 1998, 1999, 2000 και 2002 για την πλήρωση των κενών θέσεων στο βαθμό του Διευθυντή τα αρμόδια όργανα της εναγομένης τον παρέλειψαν, ενώ προήγαγαν τους αναφερόμενους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, έναντι των οποίων ο ίδιος υπερείχε καταφανώς κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, συνιστώσα και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του, υπέστη αποθετική ζημία και ηθική βλάβη.
Για τους λόγους αυτούς ζητούσε: 1) να αναγνωριστεί το δικαίωμα του να προαχθεί από το βαθμό του Υποδιευθυντή Α στο βαθμό του Διευθυντή, με αρχαιότητα, κυρίως από 1-1-1997. άλλως από 1-1-1998. άλλως από 1-1-1999, άλλως από 1-1-2000, άλλως επικουρικώς από 1-1-2002 συνεπεία παρακωλύσεως πληρώσεως της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του εναντίον της καλής πίστεως (κύρια βάση), διαφορετικά, συνεπεία καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης για προαγωγή των υπαλλήλων της (επικουρική βάση). 2) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 45077,53 ευρώ, άλλως 39550,51 ευρώ, άλλως 33857,43 ευρώ, άλλως 27626,04 ευρώ, άλλως 21445,26 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και 3) να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη, έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68, 70, 117, 118, 119, 111, 216 Κ.Πολ.Δ, 281, 330, 341, 293,298, 299, 57, 59 ΑΚ και 2, 3, 4, 5, 9, 18, 30, 31, 32, 36, 37 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος καταρτίστηκε με την από 3-9-1975 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθμ.
ΥΑ 41073/5572/75 (ΦΕΚ Β' 1048/24.9.1975) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος. Απέρριψε δε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, ως προς όλα τα αιτήματα της με την οποία ο ενάγων ζητούσε τον έλεγχο της παραλείψεως της προαγωγής του με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Με την ως άνω απορριπτική κρίση του, ως προς την κύρια βάση της αγωγής το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 201, 207 και 22 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή μόνο στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ και όχι στην περίπτωση όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου όπως στην κρινόμενη περίπτωση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς να λάβει υπόψη του τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι, το πιστοποιητικό της εταιρίας INTERFACE-BUSINES & INFORMATION TRAINING, από το οποίο προέκυπτε ότι το Μάρτιο του 1996 είχε παρακολουθήσει εξειδικευμένο σεμινάριο πάνω στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καθώς και βεβαίωση του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών και Του Φροντιστηρίου αγγλικών ΟΜΗΡΟΣ, από τις οποίες προέκυπτε η γνώση της γαλλικής και αγγλικής γλώσσας.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε, έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα παραπάνω και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 28/1997, Ολ ΑΠ 30/1997). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 30, 31 και 32 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης τράπεζας, οι προαγωγές των υπαλλήλων της τράπεζας αυτής για τον ταμειακό και λογιστικό κλάδο, από το βαθμό του τμηματάρχη και άνω γίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο ύστερα από εισήγηση του γενικού διευθυντή και εφόσον:
α) υπάρχει, αν πρόκειται για προαγωγή σε οργανική θέση, κενή θέση, β) ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τρία έτη πραγματικής υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, ήτοι στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α', αν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του Διευθυντή, και γ) ο κρινόμενος για προαγωγή έχει τα προσόντα για την ανώτερη θέση και γενικά έχει επιδείξει στην άσκηση της υπηρεσίας του ικανοποιητική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία.
Οι προαγωγές από το βαθμό του τμηματάρχη Β' και άνω γίνονται μόνο κατ' εκλογή, μία φορά το χρόνο και ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους. Η κρίση του διοικητικού συμβουλίου ως άσκηση διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια από την άποψη της αντιθέσεως προς το άρθρο 281 ΑΚ, η οποία συντρέχει, υπό τη μορφή της πρόδηλης υπερβάσεως των ορίων της καλής πίστεως, όταν παραλειφθεί να προαχθεί υπάλληλος που καταφανώς υπερτερεί ως προς υπηρεσιακά προσόντα έναντι συναδέλφου του.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτήν δέχτηκε, σε σχέση με τον έλεγχο παραλείψεως του αναιρεσείοντος κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999 μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε την 8-7-1970 από την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου με βαθμό δόκιμου λογιστή.
Εξελίχθηκε βαθμολογικά και από 1-1-1994 κατέχει δυνάμει της υπ' αριθμ. 9207/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών το βαθμό του Υποδιευθυντή Α' και είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς. Παρακολούθησε εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια για θέματα τραπεζικών εργασιών κατά τα έτη 1979-1996. Τοποθετήθηκε και υπηρέτησε στη Διοίκηση (Διεύθυνση-Προσωπικού ως υπάλληλος από 8-7-1970), στο Δίκτυο (Κεντρικό Κατάστημα Τμήμα Καταθέσεων ως υπάλληλος από 25.11.1976 και Τμήμα Πιστοδοτήσεων ως υπάλληλος από 1-10-1977), στη Διοίκηση (Διεύθυνση Διοικητικού- Προσωπικού ως υπάλληλος από 1-10-1977), στη Διοίκηση (Διεύθυνση Διοικητικού Προσωπικού ως υπάλληλος από 6-7-1978 με προσωρινό δικαίωμα Β' υπογραφής μόνο για το χρονικό διάστημα 22-6-1981-10-7-1981 λόγω θερινών διακοπών), στο Δίκτυο (Κεντρικό Κατάστημα Τμήμα πιστοδοτήσεων ως υπάλληλος από 17-12-1981), στη Διοίκηση (Διεύθυνση Πίστεως ως υπάλληλος από 18-11-1982), στο Δίκτυο (Κατάστημα Αμπελοκήπων-Τμήμα Οικονομικών και Διοικητικών Λειτουργιών ως υπάλληλος από 6-12-1982, Κατάστημα Χαλανδρίου Τμήμα Οικονομικών και Διοικητικών Λειτουργιών ως προϊστάμενος από 28-11-1983 και Τμήμα Πιστοδοτήσεων ως προϊστάμενος από 2-6-1986 με δικαίωμα Β υπογραφής, Κατάστημα Σταδίου ως υποδιευθυντής από 9-12-1995 με δικαίωμα Α υπογραφής.
Κατάστημα Χαλανδρίου ως υποδιευθυντής από 9-1-1996 με δικαίωμα Α υπογραφής, Κατάστημα Νέας Ερυθραίας ως υποδιευθυντής από 19-2-1996 και ως υποδιευθυντής Πελατείας από 11-3-1996 με δικαίωμα Α υπογραφής, Κατάστημα Αμπελοκήπων ως υποδιευθυντής από 12-8-1996 με δικαίωμα Α υπογραφής, Κατάστημα Κολοκοτρώνη ως διευθυντής από 27-10-2000 με δικαίωμα Α υπογραφής, Αποχώρησε δε από την υπηρεσία το έτος 2004.
Κατά την υπηρεσία του στο κατάστημα Αμπελοκήπων ως υποδιευθυντής "διαπιστώνονται σοβαρές αποκλίσεις από τον προϋπολογισμό του έτους 1997, ιδιαίτερα στον τομέα εσόδων του Καταστήματος" και στο κατάστημα Κολοκοτρώνη ως διευθυντής "εφιστάται η προσοχή του σε ότι αφορά τις διαδικασίες λειτουργίας του Ταμείου του Καταστήματος", ακόμη "την 9-2-1990 μετά την 10η πρωινή και μέχρι το τέλος της απασχολήσεως του απουσίαζε αδικαιολόγητα".
Δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες και συγκεκριμένα την Αγγλική και Γαλλική όπως επικαλείται.... Δεν έχει ποινές. Δεν γνωρίζει από χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών "προς όφελος των υπηρεσιών της εναγομένης", όπως επικαλείται. Με τα φύλλα ποιότητος αξιολογήσεως των υπαλλήλων της εναγομένης αξιολογείται ως "εξαίρετος"συνεχώς εκτός από τα έτη 1995 και 1996 που αξιολογήθηκε ως "πολύ καλός" και μετά από διόρθωση που έγινε από τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Κρίσεως Δελτίων Αξιολογήσεως, κρίθηκε και κατά τα έτη αυτά ως "εξαίρετος".
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του διευθυντή από το βαθμό του υποδιευθυντή Α, ο ενάγων παραλείπεται, ενώ προάγονται οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του, Γ1 και Γ2 τους οποίους ο ίδιος προτείνει προς σύγκριση με την αγωγή, οι οποίοι είχαν τα εξής υπηρεσιακά προσόντα:
α) Ο Γ1, έχει γενική Υπηρεσιακή αρχαιότητα την 2-7-1969 και Ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α την 1-1-1997 και απολυτήριο εξαταξίου Γυμνασίου. Παρακολούθησε έξι επιμορφωτικά σεμινάρια για θέματα τραπεζικών εργασιών, στα έτη 1979-1996. τοποθετήθηκε και υπηρέτησε στο Δίκτυο (Κατάστημα Νίκαιας Πειραιώς από 1-5-1975 ως προϊστάμενος λογιστηρίου, από 1-11-1982 ως προϊστάμενος καταθέσεων και από 2-6-1986 ως υποδιευθυντής, κατάστημα Αιγάλεω ως υποδιευθυντής από 5-6-1990), στη Διοίκηση (Διεύθυνση Μάτκετιγκ και Δημοσίων Σχέσεων από 1-1-1997 ως διευθυντής, Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών ως Διευθυντής από 12-10-1999 με δικαίωμα Α υπογραφής).
Στα φύλλα ποιότητος αξιολογείται ως "εξαίρετος" συνεχώς. Δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες και από χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Έχει την ποινή της στερήσεως αποδοχών 10 ημερών, την για αυθαίρετη απουσία από τα καθήκοντα του, την 14-6-1994. Από τη σύγκριση των υπηρεσιακών προσόντων του ενάγοντος και του Γ1, μέχρι τον κρίσιμο χρόνο 1-1-1999, ο ενάγων έναντι αυτού του συγκρινόμενου, είναι ισοδύναμος ως προς την αξιολόγηση, υπερτερεί ως προς την Ε.Υ.Α κατά 3 έτη, το πτυχίο ΑΕΙ και τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων, ενώ υστερεί ως προς τη Γ.Υ.Α.
κατά ένα έτος και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων (από το έτος 1983 ο ενάγων, από το έτος 1975 ο συγκρινόμενος). β) Ο Γ2, έχει Γ.Υ.Α την 28-1-1971 και Ε.Υ.Α στο βαθμό του υποδιευθυντή Α την 1-1-1995, με πτυχία ΑΒΣΠ και Θεολογίας. Παρακολούθησε 13 επιμορφωτικά σεμινάρια για θέματα τραπεζικών εργασιών στα έτη 1979-1996. τοποθετήθηκε και υπηρέτησε στη Διοίκηση (Διεύθυνση Πληροφορικής ως προϊστάμενος με δικαίωμα Β υπογραφής από το έτος 1985, Διευθυντής Εργασιών και Καταστημάτων ως υποδιευθυντής από 28-2-1994, Διεύθυνση Προϋπολογισμού, Απολογισμού και Κοστολογήσεως ως διευθυντής από 10-10-1997, Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών ως υποδιευθυντής από 5-7-1999, αποχώρησε δε από την υπηρεσία την 31-12-2002.
Στα φύλλα ποιότητας αξιολογείται συνεχώς ως "εξαίρετος" και αναφέρεται ως "εργατικός, ικανός και ηθικός υπάλληλος". Δεν έχει ποινές. Δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες και χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Από τη σύγκριση των υπηρεσιακών προσόντων του ενάγοντος και του Γ2, μέχρι τον κρίσιμο χρόνο 1-1-1999, ο ενάγων έναντι αυτού του συγκρινόμενου, υπερτερεί ως προς τη Γ.Υ.Α (6 μήνες) και την Ε.Υ.Α.( 1 έτος), είναι ισοδύναμος ως προς την αξιολόγηση, ενώ υστερεί ως προς τον αριθμό των πτυχίων Α.Ε.Ι., τον αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων (από το έτος 1983 ο ενάγων, από το έτος 1985 ο συγκρινόμενος).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος μεταξύ άλλων και έναντι των παραπάνω ομοιοβάθμων συναδέλφων του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα προς σύγκριση προσόντα των ως άνω συγκρινομένων, αφού ενώ δέχεται ότι ο πρώτος συγκρινόμενος κατείχε το βαθμό του υποδιευθυντή από 1-1-1997 και ως εκ τούτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-1-1999) δεν είχε συμπληρώσει στον εν λόγω βαθμό τον απαιτούμενο, από το άρθρο 32 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, χρόνο παραμονής του στον παραπάνω βαθμό (τριετία), ουδέν αναφέρει για την κατά παρέκκλιση της ως άνω διατάξεως του Οργανισμού παράτυπη προαγωγή του Γ1.
Εξάλλου, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1983, ενώ ο δεύτερος συγκρινόμενος Γ2 από το έτος 1985, στη συνέχεια δέχεται ότι ο ενάγων υστερεί αυτού ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων κατά δύο έτη. Έτσι όμως, με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
αφού δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την μη τήρηση των πιο πάνω διατάξεων του Οργανισμού Προσωπικού που έχει ισχύ νόμου, ενώ λόγω των αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ουσιαστικά προσόντα του δευτέρου συγκρινόμενου δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Επομένως, οι τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πιο πάνω κεφάλαια αυτής, ήτοι κατά το μέρος που κρίθηκε ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ο αναιρεσείων δεν υπερτερεί καταφανώς των προτεινομένων από αυτόν προς σύγκριση και προαχθέντων κατά τις κρίσεις του έτους 1999, ομοιοβάθμων συναδέλφων του, Γ1 και Γ2 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 8768/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά τα άνω κεφάλαια στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ