1316/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1674/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7470/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδωνα Τέντες ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1316/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο δικαιούχος (πωλητής), επομένως, μέχρι την κοινοποίηση προς αυτόν του γεγονότος του ανοίγματος της πιστώσεως και της αποδοχής της δεν συνδέεται συμβατικά με την πιστώτρια τράπεζα. Κατ΄ακολουθίαν, η τελευταία δεν έχει έναντι αυτού συμβατική υποχρέωση να του κοινοποιήσει το άνοιγμα της πιστώσεως. Τυχόν δε παράλειψή της, έστω και υπαίτια, να πράξει τούτο δεν γεννά αξίωση αποζημιώσεως του δικαιούχου έναντι της τράπεζας από σύμβαση.
Full text
Απόφαση 1316 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1316/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".........", που εδρεύει στα Channel Islands, Frances House, Sir William House, St Peter Port Guernsey και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από το ................., ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Νικόλαο Κουτρουμπή.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1674/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7470/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδωνα Τέντες ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη σύμβαση της τραπεζικής ενέγγυας πιστώσεως, που ρυθμίζεται στα άρθρα 25 έως 34 του ν.δ. της 17-7/13.8.1923 και σκοπεί στην εξυπηρέτηση της διατοπικής αγοραπωλησίας, ο οφειλέτης (αγοραστής) συμφωνεί με την τράπεζα (πιστώτρια) να ανοίξει πίστωση υπέρ του δικαιούχου (πωλητή), που αντιστοιχεί στο τίμημα της πωλήσεως, και να καταβάλει το ποσό της πιστώσεως στον τελευταίο, αφού παραλάβει από αυτόν και ελέγξει τα σχετικά με τα πωλούμενα εμπορεύματα έγγραφα.
Η πιστώτρια (τράπεζα) υποχρεούται έναντι του οφειλέτη να κοινοποιήσει προς τον δικαιούχο την πίστωση που ανοίχθηκε, με την εκ μέρους δε του τελευταίου αποδοχή της πιστώσεως καταρτίζεται (το πρώτον) μεταξύ αυτών σύμβαση, που παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα να εισπράξει το ποσό της πιστώσεως. Η σύμβαση αυτή είναι ανεξάρτητη από τη σύμβαση μεταξύ της πιστώτριας και του οφειλέτη.
Ο δικαιούχος (πωλητής), επομένως, μέχρι την κοινοποίηση προς αυτόν του γεγονότος του ανοίγματος της πιστώσεως και της αποδοχής της δεν συνδέεται συμβατικά με την πιστώτρια τράπεζα. Κατ΄ακολουθίαν, η τελευταία δεν έχει έναντι αυτού συμβατική υποχρέωση να του κοινοποιήσει το άνοιγμα της πιστώσεως. Τυχόν δε παράλειψή της, έστω και υπαίτια, να πράξει τούτο δεν γεννά αξίωση αποζημιώσεως του δικαιούχου έναντι της τράπεζας από σύμβαση.
Περίπτωση ευθύνης της τράπεζας έναντι του δικαιούχου, πηγάζουσα από τη μεταξύ αυτής και του οφειλέτη σύμβαση, κατ΄ εξαίρεση από την αρχή της σχετικότητας της ενοχής, λόγω, ειδικότερα, μετακινήσεως της οικονομικής αξίας της παροχής, δεν συντρέχει εν προκειμένω. Διότι η κύρια παροχή, στην οποία αναφέρεται η (δευτερογενής) αξίωση προς αποζημίωση είναι η έναντι του οφειλέτη (αγοραστή) υποχρέωση προς ειδοποίηση του δικαιούχου της πιστώσεως (πωλητή), τα συμφέροντα του οποίου (οφειλέτη-αγοραστή) δεν είναι ξένα προς την εν λόγω παροχή, δεδομένου ότι έχει και αυτός ίδιον συμφέρον προς εκπλήρωσή της, προκειμένου να ολοκληρωθεί η βασική συναλλαγή, στην εξυπηρέτηση της οποίας αποβλέπει η πίστωση, ήτοι η διατοπική πώληση.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ για να γεννηθεί ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη.
Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, μεταξύ άλλων, και από την αρχή της καλής πίστεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 Α.Κ. Καλή πίστη κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων είναι η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που επιδεικνεύει ο χρηστός και εχεύρων συναλλασσόμενος κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις.
Συνιστά δε κριτήριο συμπεριφοράς, που έχει αναχθεί σε κανόνα δικαίου. Κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις ο συναλλασσόμενος πρέπει, κατ΄ αρχήν, να επιδεικνύει ενδιαφέρον για την ουσιαστική επίτευξη του σκοπού της ενοχής και να μην αδιαφορεί για τα έννομα αγαθά των άλλων. Στην περίπτωση ωστόσο της τραπεζικής ενέγγυρας πιστώσεως δεν γεννάται υποχρέωση της τράπεζας έναντι του υπέρ ού έλαβε εντολή να ανοίξει την πίστωση απορρέουσα από την αρχή της καλής πίστεως, να ειδοποιεί αυτόν για το άνοιγμα της πιστώσεως.
Διότι υποχρέωση ειδοποιήσεώς του, πηγάζουσα από τη μεταξύ τους συμβατική σχέση, την οποία πρόκειται να εξυπηρετήσει η πίστωση, έχει κατ΄ αρχήν ο άμεσα με αυτόν συνδεόμενος οφειλέτης (αγοραστής), ενώ και ο ίδιος ο δικαιούχος (πωλητής), γνωρίζοντας ήδη ή δυνάμενος να πληροφορηθεί την τράπεζα με την οποία συναλλάσσεται ο αντισυμβαλλόμενός του, να επιμεληθεί και να πληροφορηθεί εγκαίρως για το άνοιγμα της πιστώσεως, ώστε να ασκήσει τα δικαιώματά του.
Επομένως, για την προστασία του συμφέροντος του να λάβει γνώση του ανοίγματος της πιστώσεως δεν υπάρχει ανάγκη αναγνωρίσεως ίδιας έναντι αυτού υποχρεώσεως της τράπεζας κατ΄ εφαρμογή της αρχής της καλής πίστεως. Συνακολούθως, η παράλειψη της τράπεζας στην οποία ο οφειλέτης (αγοραστής) έδωσε εντολή να ανοίξει τραπεζική ενέγγυα πίστωση να κοινοποιήσει στον υπέρ ου την πίστωση αυτή δεν γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι με την, από 6-6-2002, σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της, εδρεύουσας στο Βέλγιο, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FN JERSTAL SA", η ενάγουσα, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην αντισυμβαλλομένη της τα αναφερόμενα στην αγωγή υλικά κατεδαφίσεως, αντί συνολικού τιμήματος 609.540 δολλαρίων ΗΠΑ.
΄Οτι παράδοση των πωληθένων εμπορευμάτων θα γινόταν τμηματικά και, θα άρχιζε μέχρι την 30-10-2000. 'Ότι το τίμημα του εμπορεύματος θα καταβαλλόταν με το άνοιγμα τραπεζικής ενέγγυας πιστώσεως, ότι θα ήταν πληρωτέο στην ενάγουσα εντός πέντε ημερών από την κατάθεση σην πιστώτρια τράπεζα των αναφερόμενων στη σύμβαση εγγράφων και ότι οι ανωτέρω χρόνοι τμηματικής παράδοσης θα ίσχυαν υπό τον όρο ανοίγματος της ενέγγυας πίστωσης και θέσης στη διάθεση της ενάγουσας των βεβαιώσεων εισαγωγής μέχρι 10-7-2000, ενώ κάθε καθυστέρηση θα παρέτεινε ανάλογα το χρόνο παράδοσης. 'Ότι, επίσης, συμφωνήθηκε ότι ο χρόνος παράδοσης των εμπορευμάτων θα ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης πωλήσεως, ώστε, σε περίπτωση καθυστέρησης, αν η αγοράστρια εταιρεία θεωρούσε ότι ήταν αδύνατη η άρση ή ο έλεγχος της καθυστέρησης τότε θα είχε το δικαίωμα να πάρει όλα τα μέτρα που θεωρούσε κατάλληλα, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος να υπαναχωρήσει της συμβάσεως, και να επιβάλει στην πωλήτρια-ενάγουσα ποινή 2% για κάθε εβδομάδα καθυστέρησης με βάση την αξία του υλικού που καθυστέρησε να παραδοθεί, η οποία (ποινή) δεν θα υπερέβαινε συνολικά το 10%.
Περαιτέρω, εκθέτει η ενάγουσα ότι, ύστερα από εντολή της αγοράστριας εταιρείας προς την εδρεύουσα στο Βέλγιο τράπεζα με την επωνυμία COMMERZBANK ανοίχθηκε από την τελευταία η από ........ τραπεζική ενέγγυα πίστωση, την οποία αυτή προώθησε αυθημερόν προς την ανταποκρίτριά της εναγόμενη τράπεζα. ΄Οτι, μετά τη σχετική εντολή-ανάθεση, η εναγομένη, ως μεσολαβούσα τράπεζα, ανέλαβε την υποχρέωση ιδίας, αυτοτελούς και οριστικής δέσμευσης έναντι της ενάγουσας για εξυπηρέτηση της ως άνω με αριθμό ..........
συμβάσεως πωλήσεως δια της επιβεβαιώσεως της, με αριθμό ........... τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης, μεταβιβάσιμης και ανέκκλητης υπέρ της ενάγουσας μέχρι του ποσού των 609.540 δολαρίων ΗΠΑ, με την αποστολή στην εκδότρια βελγική τράπεζα σχετικού τηλεομοιοτυπικού μηνύματος. Ότι η εναγομένη όφειλε, σύμφωνα με τους "ομοιόμορφους κανόνες και συνήθεις επί εμπορικών πιστώσεων", να προβεί αμέσως στην έγγραφη αναγγελία του ανοίγματος της πιστώσεως προς την ενάγουσα, προκειμένου να αρχίζει η λειτουργία της αγοραπωλησίας και να ξεκινήσει η προώθηση των υλικών προς το Βέλγιο.
Ότι η αγοράστρια εταιρεία "..........", η οποία σύμφωνα με τα συμφωνημένα είχε εγκαίρως ανοίξει την άνω πίστωση, αφού επικοινώνησε με την ενάγουσα στις 31-7-2000 και διαπίστωσε ότι η τελευταία δεν είχε ακόμη ξεκινήσει την εκτέλεση της σύμβασης, κάνοντας χρήση του άνω όρου της σύμβασης πωλήσεως και κρίνοντας ότι ήταν αδύνατη η άρση ή ο έλεγχος της καθυστέρησης παράδοσης υπαναχώρησε από τη σύμβαση και ανακάλεσε την εντολή ανοίγματος ενέγγυας πίστωσης προς την εκδότρια τράπεζα COMMERZBANK. 'Ότι η ενάγουσα δεν είχε αρχίσει την εκτέλεση της σύμβασης πωλήσεως με την εταιρεία "............" διότι δεν είχε λάβει καμμία ειδοποίηση από την εναγομένη για το άνοιγμα της πιστώσεως.
΄Οτι στην ανάκληση της άνω πιστώσεως, η οποία γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη, συνήνεσε και η δικαιούχος ενάγουσα προκειμένου να μη διαταραχθούν οι εμπορικές της σχέσεις με την αγοράστρια εταιρεία, αλλά και να μη θεωρηθεί ότι καθυστέρησε-ενδεχομένως και σε συμπαιγνία με την εναγομένη- προς το σκοπό της επιμηκύνσεως του συμβατικού χρόνου παραδόσεως των υλικών.
΄Οτι η εναγομένη ως εντολοδόχος μεσολαβούσα τράπεζα κατά παράβαση της υποχρεώσεώς της που απέρρεε από τη σύμβαση πιστώσεως, άλλως κατά παράβαση της ανατεθείσης σε αυτή εντολής και κατά παράβαση των διεπόντων τη σύμβαση ενέγγυας πίστωσης, "ομοιόμορφων κανόνων και συνηθειών επί εμπορικών πιστώσεων" και ενεργώντας υπαίτια (βαρειά αμέλεια) αντίθετα προς την καλή πίστη, δεν προέβη πάραυτα στην έγγραφη αναγγελία του ανοίγματος της πιστώσεως προς την ενάγουσα για να αρχίσει η λειτουργία της αγοραπωλησίας και να ξεκινήσει η προώθηση των υλικών προς το Βέλγιο, αλλά εβράδυνε υπαίτια, με αποτέλεσμα να υποστεί η ενάγουσα τις ειδικώς αναφερόμενες αποθετικές και θετικές ζημίες.
Με βάση αυτά, και επικαλούμενη επί πλέον ότι κατά παρέκκλιση της αρχής της σχετικότητας των ενοχών και σύμφωνα με την καλή πίστη αυτή ως τρίτη, η οποία υπέστη ζημία από την παράλειψη της εναγομένης να εκπληρώσει την έναντι της εντολέως εταιρείας "..........." συμβατική υποχρέωσή της για γνωστοποίηση της πιστώσεως και ως φορέας της οικονομικής αξίας της κύριας παροχής, ζήτησε, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 220.894 δολ.ΗΠΑ ή το κατά την ημέρα της εξοφλήσεως σε δραχμές ή ευρώ ισάξιό τους, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, τόσο κατά τη βάση της από τη σύμβαση όσο και κατά την εμπεριεχόμενη σ'αυτή επάλληλη βάση εκ της αδικοπραξίας δεν είναι νόμιμη.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια και έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη κατ΄ αμφότερες τις βάσεις της, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 επ., 200, 281 και 288 ΑΚ.
Συνεπώς, ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλος του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος, Κατά τη γνώμη αυτή, οι τράπεζες, λόγω της σημαντικής θέσεως που κατέχει το τραπεζικό σύστημα στην εν γένει οικονομική διαδικασία και τη δυνατότητάς του να επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας της χώρας, έχουν αναχθεί σε θεσμό δημοσίου συμφέροντος, το γεγονός δε αυτό δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις ως προς το μέτρο της εκ μέρους τους τηρήσεως της συναλλακτικής ευθύτητας και φρονήσεως κατά την ανωτέρω έννοια.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος των τραπεζικών στη διαδικασία διεξαγωγής του διεθνούς εμπορίου, όπου η ανάγκη εξευρέσεως τρόπου ασφαλούς διακανονισμού των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των συναλλασσομένων δημιούργησε το θεσμό της τραπεζικής ενέγγυας πιστώσεως, για τον οποίο έγινε λόγος ανωτέρω. Και πράγματι, στο πλαίσιο των σχέσεων που δημιουργούνται κατά τη λειτουργία της πιστώσεως αυτής, οδικαιούχος (πωλητής), μέχρι την κοινοποίηση προς αυτόν του γεγονότος του ανοίγματος της πιστώσεως και της αποδοχής της δεν συνδέεται συμβατικά με την πιστώτρια τράπεζα.
Και κατ΄ακολουθίαν, η τελευταία δεν έχει έναντι αυτού συμβατική υποχρέωση να του κοινοποιήσει το άνοιγμα της πιστώσεως. Ενόψει όμως της κατά τα ανωτέρω θέσεως των τραπεζών στην διεξαγωγή των οικονομικών συναλλαγών και ειδικότερα της μονοπωλιακής θέσεως που έχουν αυτές στη διαδικασία διεξαγωγής του διεθνούς εμπορίου, με την οιονεί αναγκαστική διαμεσολάβησή τους στο πλαίσιο του προαναφερομένου εμπορικού θεσμού της τραπεζικής ενέγγυας πιστώσεως, η καλή πίστη επιβάλλει όπως, αν ανοιχθεί τέτοια πίστωση, οι τράπεζες ειδοποιούν εντός ευλόγου χρόνου τον αγοραστή για το υπέρ αυτού άνοιγμα της πιστώσεως.
Με την εντολή που δίδει ο οφειλέτης στην πιστώτριας τράπεζα για το άνοιγμα της πιστώσεως ενεργοποιείται μία συναλλακτική διαδικασία στην προοπτική της οποίας εμπίπτει και η ειδοποίηση του δικαιούχου, που παρέχει σ'αυτόν τη δυνατότητα να θεμελιώσει, με την παρέμβασή του (αποδοχή), συμβατικό δεσμό μεταξύ αυτού και της τράπεζας και δημιουργείται έτσι μία προσυμβατική κατάσταση, ανάλογη με αυτή της συναλλακτικής επαφής που μπορεί να γεννήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 187 ΑΚ προσυμβατική ευθύνη.
Η υπαίτια παράλειψη, επομένως, της τράπεζας να ειδοποιήσει τον υπέρ ου έλαβε εντολή να ανοίξει τραπεζική ενέγγυα πίστωση συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, παράλειψη, από την οποία, αν συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, μπορεί να γεννηθεί αξίωση αποζημιώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι, κατά την εμπεριεχόμενη σ'αυτή επάλληλη βάση εκ της αδικοπραξίας, νόμω βάσιμη.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη κατ΄αμφότερες τις βάσεις της, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 επ., 200, 281 και 288 ΑΚ και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση τον αναιρετικό αυτό λόγο, είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Επομενως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς που στήριζαν βάση αδικοπραξίας αφού απέρριψε τη βάση αυτή δεχόμενο ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν θεμελιώνεται αξίωση από αδικοπραξία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2004 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..........." για αναίρεση της 7470/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ