Legislator Case Law & Legislation
1316/2006 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling on non-retroactive application of new labor law regarding employee transfer.

Case Number 1316/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding the retroactive application of a new labor law. The lower court had rejected the plaintiff's claim that the new law should apply retroactively to his transfer, arguing it would violate his economic freedom. The Supreme Court reversed this, holding that the new law did not retroactively alter the legal basis for the transfer decision made under the old law. Consequently, the case was remitted for further trial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Article 2 of the Civil Code; Article 77 of the Constitution: A law that is not truly retroactive applies only from its publication, excluding pseudo-interpretative laws but not laws that regulate consequences arising from pre-existing legal relationships without violating constitutional rights.

Keywords

AI generated
non-retroactive application labor law transfer constitutional rights economic freedom legal basis alteration

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Civil Code
Article 77 of the Constitution
Article 20 paragraphs 1 and 3 of Law 2414/1996
Article 22 paragraph 1 of the Constitution
Article 4 paragraphs 1, 5 and 22 paragraph 1 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
Case 86/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1316 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1316/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ» (Ε.ΥΔ.Α.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο. Του αναιρεσίβλητου: ................................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ανδρέου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 191/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιουνίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 21-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 2 Α.Κ., ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στη γνήσια αναδρομή, η οποία συντρέχει όταν ο νόμος ρυθμίζει έννομες σχέσεις ή συνέπειες, που γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής του και δεν αφορά τη μη γνήσια αναδρομή, η οποία υπάρχει όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει (τροποποιεί ή καταργεί) έννομες συνέπειες, που γεννήθηκαν μετά την έναρξη της εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, οπότε δεν πρόκειται πράγματι περί αναδρομής.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 77 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι « νόμος, που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός, ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του», αποκλείει την αναδρομικότητα του ψευδοερμηνευτικού νόμου, όχι όμως και τον αναδρομικό νόμο, εφόσον με αυτόν δεν θίγονται συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαι8ώματα (ΑΠ 86/1997).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 εδ.

α' και 3 εδ. α', γ' του Ν. 2414/1996, επιτρέπεται η μετάταξη των εργαζομένων στα Ναυπηγεία Ελευσίνος ΑΕ, ανεξαρτήτως ηλικίας αυτών, σε όλες τις υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων α' εως και στ' του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 9 του Ν. 2266/1994. Οι μετατασσόμενοι κατατάσσονται σε βαθμό ανάλογο με τα προσόντα τους και τον χρόνο προϋπηρεσίας, που έχει αναγνωρισθεί από τα Ναυπηγεία Ελευσίνος ΑΕ και σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα του κλάδου, στον οποίο μετατάσσονται και σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους.

Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσόμενου, που έχει αναγνωρισθεί από τα Ναυπηγεία Ελευσίνος ΑΕ, θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής του κατάστασης. Ακολούθως, κατά το άρθρο 20 παρ. 3 εδ. α' και 5 του Ν. 2515/1997, οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 2414/1996 κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά προσόντα τους και τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών μέχρι πλήρους εξισώσεως τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης.

Οι διατάξεις της παρ. 3 ισχύουν και για όλους τους υπαλλήλους, που μεταφέρονται ή μετατάσσονται, ως και αυτούς που έχουν μεταφερθεί ή μεταταγεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και μισθοδοτούνται με τις αποδοχές της θέσης, από την οποία προέρχονται. Με τις διατάξεις αυτές προβλέφθηκε αρχικά ότι θεωρείται ως συνολικός χρόνος πραγματικής υπηρεσίας των μετατασσομένων υπαλλήλων εκείνος που έχει αναγνωρισθεί από τα Ναυπηγεία Ελευσίνος ΑΕ, στη συνέχεια όμως καταργήθηκε η άνω διάταξη, που προέβλεπε τούτο, με το Ν. 2515/1997 και προβλέφθηκε ως χρόνος υπηρεσίας των μετατασσομένων, αλλά και των μεταταγέντων υπαλλήλων, εκείνος στην εν λόγω εταιρία και όχι εκείνος που είχε αναγνωρισθεί ως προϋπηρεσία από την εταιρία αυτή.

Έτσι, ο Ν. 2515.1997 προσέδωσε ρητά στον εαυτό του αναδρομική δύναμη, ήτοι πρόκειται περί αναδρομικού νόμου, αφού στην καθιερούμενη με αυτόν ρύθμιση περιέλαβε και τους μεταταγέντας υπαλλήλους, ως προς τους οποίους πλέον θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας εκείνος που διήνυσαν ως υπάλληλοι στην ανωτέρω εταιρία και όχι εκείνος που είχε αναγνωρισθεί απ'αυτή ως προϋπηρεσία.

Στην προκείμενη περίπτωση, το μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 28-9-1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ναυπηγεία Ελευσίνος ΑΕ», και έκτοτε απασχολήθηκε σ' αυτή με την ειδικότητα του εργοδηγού σχεδιαστή μέχρις ότου η τελευταία υπήχθη σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 46 του Ν. 1892/1990, όπως τροπ.

Με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991. Ακολούθως, ο ενάγων υπέβαλε αρμοδίως την από 19-6-1996 αίτηση περί μετατάξεώς του και στη συνέχεια, με βάση την υπ' αριθμ. ΔΙ 6γ/05/246/Γ/12-5-1997 απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης, Εσωτερικών και Αποκέντρωσης και Ανάπτυξης μετετάγη την 26-5-1997 στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία.

Με την ανωτέρω απόφαση ο ενάγων κατετάγη σε προσωρινή προσωποπαγή θέση με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του εργοδηγού σχεδιαστή, η οποία θέση συστάθηκε αυτοδικαίως και πρόκειται να καταργηθεί με την αποχώρηση αυτού κατά οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την κατάταξη του ενάγοντος στο οικείο μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας ΔΕ, η εναγομένη δεν έλαβε υπόψη τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στην προηγούμενη εργοδότιδά του εταιρία «Ναυπηγεία Ελευσίνος ΑΕ», που περιελάμβανε και την αναγνωρισμένη απ'αυτή προϋπηρεσία του ενάγοντος πριν από την πρόσληψή του από την ίδια και ανέρχεται συνολικά σε δέκα επτά (17) έτη και πέντε (5) μήνες.

Έτσι, η εναγομένη προέβη στην κατάταξη του ενάγοντος αρχικά στο εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 7ου βαθμού, την 1-4-1996 στον 4ο βαθμό της κατηγορίας ΜΕ 14 με αποδοχές 3ου βαθμού, καταβλητέες για την κατηγορία ΜΕ 24 και την 1-4-1994 με αποδοχές 1ου βαθμού, μετά την προσθήκη ενός βαθμού όλου του προσωπικού της κατά δύο έτη, σύμφωνα με τον Κανονισμό του προσωπικού της.

Κατόπιν αυτών, το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2414/1996 και όχι εκείνες του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2515/1997 διότι η τελευταία αυτή ρύθμιση ίσχυσε μετά την υποβολή της αιτήσεως μετάταξης του ενάγοντος και δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, να έχει αναδρομική δύναμη, γιατί διαφορετικά θα παραβίαζε την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του τελευταίου, αφού θα μετέβαλε τις προϋποθέσεις του νόμου, με βάση τις οποίες αποφάσισε να υποβάλει την αίτηση μετατάξεώς του.

Στη συνέχεια δε το Μονομελές πρωτοδικείο Δέχθηκε κατά ένα μέρος της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ότι ο χρόνος προϋπηρεσίας αυτού, που αναγνωρίσθηκε από την εταιρία «Ναυπηγεία Ελευσίνος ΑΕ», θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του στην αναιρεσείουσα για όλα τα θέματα τη ς υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασης αυτού.

Η μετάταξη όμως του αναριεσιβλήτου από την τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση ανωτέρω εταιρεία στο ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο έγινε κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων στα πλαίσια της προβλεπόμενης από το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος προστασίας της εργασίας, με σκοπό την διασφάλιση του δικαιώματος αυτού στην εργασία και η μεταβολή που επέφερε η παραπάνω διάταξη του Ν. 2515/1997 στον τρόπο υπολογισμού της προύπηρεσίας του, αφενός ήταν γενική για όλους τους μεταταγέντες και μετατασσομένους και αφετέρου εξασφάλιζε σ'αυτούς τις τυχόν ανώτερες αποδοχές που ελάμβαναν στην υπό εκκαθάριση εταιρεία, χωρίς να παραβιάζει την οικονομική και επαγγελματική του ελευθερία.

Και τούτο, διότι η υποβολή από αυτόν της προβλεπόμενης στο νόμο για την πραγματοποίηση της μετατάξεώς του αιτήσεως δεν αποτελούσε επιλογή που αποφάσισε, σταθμίζοντας τις προϋποθέσεις με τις οποίες θα γινόταν η μετάταξή του, αλλά χρήση της θεσπιζόμενης ειδικώς για τους εργαζόμενους στην τεθείσα υπό εκκαθάριση εταιρεία προνομιακής μετατάξεως που θα διασφάλιζε τη συνεχή απασχόλησή του.

Η διάταξη, άρα, του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 2515/1999 και κατά το μέρος που αναφέρεται στους ήδη μεταταγέντες μισθωτούς, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος ή σε οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διάταξη και συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας που δέχθηκε το αντίθετο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου λόγου αυτής. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 191/2003 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100)ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ