Supreme Court dismisses appeal against social assistance decision for insufficient grounds and procedural non-compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public fund against a social assistance decision. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence regarding the applicant's financial needs and health issues. The court ruled that the first-instance judgment sufficiently addressed the applicant's inability to work and the spouse's health problems without requiring specific documentary proof, thereby rejecting the claim of inadequate reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 560(6) of the Code of Civil Procedure; Article 28(4) of Law 2579/1998; Article 746 of the Code of Civil Procedure; Article 8(6) of Law 3869/2010: An appeal must be rejected if the first-instance judgment adequately reasons the facts and evidence regarding the applicant's permanent inability to work and financial needs, and if the appellant fails to appear or participate properly in the appeal hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1315 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1315/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EOS Finance GmbH", όπως αντιπροσωπεύεται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕOS MATRIX (ΕΟΣ ΜΑΤΡΙΞ) ανώνυμη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις" και δ.τ. "ΕOS MATRIX ΑΕ", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ελ Χούρι, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-2014 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αργοστολίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2018 μη οριστική και 57/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023,ΑΠ 423/2023, ΑΠ 1191/2023).
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023,ΑΠ 1683/2022,ΑΠ 1544/2021).
Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του. Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2023,ΑΠ173/2022,ΑΠ 1487/2022,ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019 ΑΠ 1049/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 4-3-2022. Όπως προκύπτει από τις με αριθμό ...-2021, ...-2021,...-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ε.
Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο της 4-3-2022 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", και, "Eos Finance Gmbh" αντιπροσωπευόμενη στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "EOS MATRIX (ΕΟΣ ΜΑΤΡΙΞ) ανώνυμη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις" και διακριτικό τίτλο EOS MATRIX A.E, αντίστοιχα.
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (κατά την οποία οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ιδίου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22-9-2023).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 22-9-2023 οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών [με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", και, "Eos Finance Gmbh", αντιπροσωπευόμενης στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "EOS MATRIX (ΕΟΣ ΜΑΤΡΙΞ) ανώνυμη εταιρεία οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις" και διακριτικό τίτλο EOS MATRIX A.E,αντίστοιχα.
δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παρέστη, όμως, νομίμως και προσηκόντως ο πρώτος αναιρεσίβλητος. Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ.
γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ) Με την κρινόμενη από 27-9-2020 (με αριθμό έκθεση κατάθεσης ...-2020) αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 35/23-6-2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.
του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εφεσίβλητων και ήδη τρίτης, τετάρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", και, "Eos Finance Gmbh" αντιπροσωπευόμενη στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία EOS MATRIX (ΕΟΣ ΜΑΤΡΙΞ) ανώνυμη εταιρία ενημέρωσης και διακριτικό τίτλο "EOS MATRIX A.E", αντίστοιχα.
Για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω εφεσίβλητες, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001,ΑΠ 46/2022,ΑΠ 792/2022), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998,ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εφεσίβλητων και ήδη τρίτης, τετάρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων ως άνω ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών (με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", και, "Eos Finance Gmbh" αντιπροσωπευόμενη στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "EOS MATRIX (ΕΟΣ ΜΑΤΡΙΞ) ανώνυμη εταιρεία οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις" και διακριτικό τίτλο EOS MATRIX A.E,αντίστοιχα, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη δικάσιμο της 16-10-2019 ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας της οποίας η συζήτηση (της υπόθεσης) έγινε με επίσπευση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", καθώς επίσης και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές (οι απολιπόμενες) παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ως προς τις ανωτέρω (εφόσον είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με την ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 448/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 208/2020). Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης κατά της δημοσιευθείσας την 23-6-2020 του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο (άρθρο 553 παρ. 1 σε συνδ.
με άρθρα 741 και 769 ΚΠολΔ), και ως προς τις ανωτέρω δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με κατάθεσή της στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση (την 30-9-2020). Τούτο, διότι η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, λόγω της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης εντός του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών, το οποίο, κατά το άρθρο 18 του ν. 4684/2020, περί περιορισμού των δικαστικών διακοπών για το έτος 2019-2020, περιορίστηκε από 16-7-2020 έως την 31-8-2020 εντός του οποίου έλαβε χώρα η επίδοση αυτής στις 17-7-2020 (βλ.
τη σημείωση του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Μ., στο επικαλούμενο αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης), σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ, αφού, από την εκκίνηση της προθεσμίας την 1-9-2020 (μετά τη λήξη των δικαστικών διακοπών) μέχρι την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης (στις 30-9-2020) δεν παρήλθε η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, καθώς και της παράτασης αυτής για άλλες επιπλέον τριάντα (30) ημέρες.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Ο πρώτος αναιρεσίβλητος με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου από 18-8-2014 και με αρ. καταθ. 16/20-8-2014 αίτησή του κατά των ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών του με την υπαγωγή του στη διαδικασία του ν. 3869/2010, καθώς και την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανέβαλλε τη συζήτηση της αίτησης, προκειμένου να κλητευθεί η πιστώτρια εταιρεία με την επωνυμία "Eos Finance Gmbh", όπως αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία EOS MATRIX (ΕΟΣ ΜΑΤΡΙΞ) και διακριτικό τίτλο EOS MATRIX A.E. Ακολούθως, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με κλήση του αιτούντα και συζητήσεως γενομένης, το Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 57/2019 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" με την από 6-5-2019 και με αρ. καταθ. 26/6-5-2019 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Το τελευταίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης (18-8-2014), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης, δηλαδή, όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.
Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη.
Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1190/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό, δε, της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1329/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1035/2021).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ. 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 656/2021).
Κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος) γεννήθηκε το ..., είναι παντρεμένος με τη Ν.
Κ. και πατέρας δυο ενηλίκων τέκνων, του Α. (...), ηλικίας ... ετών και του Σ.-Ε., (...) ηλικίας ... ετών. Είναι συνταξιούχος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας με μηνιαίο εισόδημα ανερχόμενο στο καθαρό ποσό των 1.047,40 ευρώ (βλ. το από 6-9-2018 ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης μηνός Σεπτεμβρίου 2018). Επίσης, ο αιτών λαμβάνει μέρισμα από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού, ανερχόμενο στο ποσό των 98,07 ευρώ (βλ.
το αναλυτικό φύλλο ενημέρωσης του ΜΤΣ μηνός Σεπτεμβρίου 2018) και επικουρική σύνταξη ανερχόμενη στο ποσό των 94 ευρώ (βλ. το έγγραφο ανάλυσης πληρωμής επικουρικής σύνταξης από το Ε.Τ.Ε. Α.Ε. Π μηνός Σεπτεμβρίου 2018). Επομένως, το συνολικό μηνιαίο εισόδημα εκείνου ανέρχεται στο ποσό των 1.239,47 ευρώ. Άλλη πηγή εισοδήματος, πέραν των ανωτέρω, προερχόμενων εκ της σύνταξής του, δεν διαθέτει ο αιτών.
Ο αιτών, κατά το έτος 2008 (οικονομικό έτος 2009) είχε συνολικά εισοδήματα ύψους 23.065,96 ευρώ, κατά το έτος 2009 (οικονομικό έτος 2010) εισοδήματα ύψους 23.832,46 ευρώ, το έτος 2010 (οικονομικό έτος 2011) εισοδήματα ύψους 22.350,51 ευρώ, το έτος 2011(οικονομικό έτος 2012) εισοδήματα ύψους 21.130,33 ευρώ, το έτος 2012 (οικονομικό έτος 2013) εισοδήματα ύψους 20.010,44 ευρώ, το έτος 2013 (οικονομικό έτος 2014) εισοδήματα ύψους 16.338,23 ευρώ, για το έτος 2014 εισοδήματα ύψους 17.094,48, το έτος 2015 εισοδήματα ύψους 17.059,62 ευρώ, το έτος 2016 εισοδήματα ύψους 16.785,04 ευρώ, το έτος 2017 εισοδήματα ύψους 17.199,07 ευρώ.
Η σύζυγος του αιτούντα Ν. Κ. είναι 44 ετών και είχε εισόδημα μόνο κατά το έτος 2013, συνολικού ύψους 974,65 ευρώ, ενώ, κατά τα προηγούμενα και επόμενα έτη στερείτο εισοδημάτων, είναι δε εγγεγραμμένη στο μητρώο του ΟΑΕΔ... Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει, με την ιδιότητα του οφειλέτη, τα παρακάτω χρέη, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 188.433,31 ευρώ: (1) Από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη):
α) καταναλωτικό δάνειο (αρ. λογ. ...) με υπόλοιπο οφειλής την 15-1-2016 ποσό 6.488,66 ευρώ, β) καταναλωτικό δάνειο (αρ. λογ. ...) με υπόλοιπο οφειλής την 15-1-2016 ποσό 15.414,59 ευρώ (2) Από την ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, δυνάμει της υπ' αρ. ... σύμβασης (αρ. λογ. ...) καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 22-2-2016 ποσό 3.066,94 ευρώ (3) Από τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, δυνάμει της υπ' αρ. ...
σύμβασης πιστωτικής κάρτας (αρ. λογ. ...) πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής την 29-3-2016 ποσό 3491,28 ευρώ. Η ως άνω οφειλή μεταβιβάστηκε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ.
Σημειώνεται ότι η εν λόγω απαίτηση είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με υποθήκη Α' Τάξης για ποσό 127.000 ευρώ, εις βάρος ενός διαμερίσματος ισογείου υπό στοιχείο (Γ), εμβαδού 64,38 τ.μ, κείμενο σε οικόπεδο στα ..., το οποίο ανήκει στον αιτούντα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή σε ποσοστό 100% και αποτελεί την κύρια κατοικία του. (4) Από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (ήδη αναιρεσείον):
α) Δυνάμει της από 03-11-2008 σύμβασης στεγαστικού δανείου (αρ. λογ. ...) στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής την 10-9-2018 ποσό 147.013,99 ευρώ. Η δε δόση που υποχρεούτο να καταβάλλει ο αιτών μηνιαίως για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω οφειλής ανερχόταν αρχικά περίπου στο ποσό των 639 ευρώ και κατόπιν ρύθμισης επιμήκυνσης του αιτούντος με την πιστώτρια το 2012, περίπου στο ποσό των 319 ευρώ.
β) Δυνάμει της από 2009 σύμβασης δανείου μικροεπισκευών-μικροβελτιώσεων (αρ. λογ. ...) δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής την 10-9-2018 ποσό 12.597,85 ευρώ. Στα ανωτέρω δάνεια, η μηνιαία δόση τους παρακρατείτο από το μισθό του αιτούντος και στη συνέχεια από το ποσό της σύνταξής του, επομένως, μέχρι και την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης δεν εμφανίζονται ληξιπρόθεσμες οφειλές. (5) Από τη χορήγηση της πιστωτικής κάρτας Alpha Visa με αρ. ...
με εμφανιζόμενο την 06-04-2015 υπόλοιπο οφειλής ποσό 7.911,21 ευρώ. Η εν λόγω οφειλή εκχωρήθηκε νόμιμα στην εταιρεία, "EOS Finance GmbH" (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), η οποία, στα πλαίσια της κρινόμενης αίτησης, πρότεινε στον αιτούντα πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της οφειλής αυτής με καταβολή ποσού 800 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη από 06-04-2015 βεβαίωση οφειλής και ρύθμισης). (6) Από τη χορήγηση του υπ' αρ. ...
δανείου Citybank με εμφανιζόμενο την 30-03-2015 υπόλοιπο οφειλής 4.753,71 ευρώ. Η εν λόγω οφειλή είχε αρχικώς εκχωρηθεί από την τράπεζα Citibank προς την εταιρεία "Fv-1 INC" και εν συνεχεία εκχωρήθηκε νόμιμα στην εταιρεία "EOS Finance GmbH", η οποία, στα πλαίσια της κρινόμενης αίτησης, πρότεινε στον αιτούντα πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της οφειλής αυτής με καταβολή ποσού 1000 ευρώ (βλ.
προσκομιζόμενη από 30-03-2015 βεβαίωση οφειλής και ρύθμισης). ......9. Αποδείχθηκε, δε, ότι, περί το έτος 2013, ο αιτών έπαυσε να εξυπηρετεί τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του. Σημειώνεται, δε, πως, αναφορικά με τις οφειλές που είχε αναλάβει απέναντι στο εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον), οι οφειλόμενες δόσεις κατακρατούνταν από το μισθό του και στη συνέχεια από τη σύνταξή του.
Το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της έφεσής του προβάλλει ότι δεν υφίσταται εκ μέρους του αιτούντος η μόνιμη, γενική και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του αιτούντος. Ο λόγος αυτός προβάλλεται παραδεκτώς και είναι νόμω βάσιμος, στηριζόμενος στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010. Πρέπει, επομένως, για την εκτίμηση της ουσιαστικής του βασιμότητας, να γίνει αντιπαραβολή ανάμεσα στα μέσα πληρωμής (μετρητά από οποιαδήποτε πηγή και άμεση ρευστοποιήσιμη περιουσία) που διέθετε ο αιτών - νυν πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) με τις (μηνιαίες) δαπάνες που χρειάζονταν για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του και για την παράλληλη πληρωμή των δόσεων προς τους δανειστές του, προκειμένου να κριθεί αν ο πρώτος εφεσίβλητος μπορούσε να ανταποκριθεί ταυτόχρονα σ' αυτά, ώστε να μην περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και μάλιστα κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και εφόσον επιβεβαιωθεί ότι όντως υφίστατο η εν λόγω αδυναμία (κατά την κατάθεση της αίτησης) να ερευνηθεί αν η εν λόγω κατάσταση συνεχίστηκε και κατά τον χρόνο συζήτησης στο ακροατήριο...
αποδείχθηκε ότι, τα εισοδήματα του αιτούντος μειώθηκαν αρκετά, ιδίως ύστερα από την συνταξιοδότησή του, ανερχόμενα, ετησίως, περίπου στο ποσό των 17.200 ευρώ, σε σχέση με το έτος 2009 (που είχαν ανέλθει στο ποσό των 23.065,96 ευρώ) όταν και ανέλαβε τον κύριο όγκο των οφειλών του, ήτοι, κατήρτισε με το εκκαλούν σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου για την αγορά της κύριας κατοικίας του.
Επίσης, η σύζυγος του αιτούντος, η οποία από τον Ιούλιο του 2014 άρχισε να εμφανίζει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα φλοιώδη ατροφία στην περιοχή των μετωπιαίων λοβών και στη συνέχεια, εξαιτίας αυτού, αστάθεια βάδισης και κορμού, αλλά και από οργανική συναισθηματική διαταραχή, οδήγησαν στην αδυναμία εκείνης να εργασθεί και στην περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση του αιτούντος.
Αλλά και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, αυξήθηκαν οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών, λογαριασμών ΔΕΚΟ, παρεχομένων υπηρεσιών, ο συντελεστής φορολογίας φυσικών προσώπων κλπ. Επομένως, αποδείχθηκε, ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αίτησης, αλλά και κατά τη συζήτηση αυτής, ο αιτών δεν είχε τη δυνατότητα να καλύπτει τις βιοτικές ανάγκες εκείνου και της συζύγου του, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 1.000 ευρώ, αλλά και να εξοφλεί το σύνολο των οφειλών του προς τους πιστωτές του (το οποίο ανερχόταν τότε τουλάχιστον στο ποσό των 1300-1400 ευρώ και ειδικώς για τα καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες επιβαρυνόταν συνεχώς με τόκους υπερημερίας και έξοδα).
Επιπροσθέτως, εκείνος και η σύζυγός του δεν είχαν άλλη πηγή εισοδημάτων ή κάποιο περιουσιακό στοιχείο που θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν για την εξόφληση των οφειλών τους. Ο αιτών ύστερα από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησής του, προέβη την 7-4-2015 σε καταβολή 800 ευρώ προς την πέμπτη εφεσίβλητη (ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) και εξόφλησε την υπό στοιχεία 5 οφειλή του (βλ.
το από 10-09-2018 έγγραφο πρότασης διαγραφής χρέους λόγω εξόφλησης της EOS MATRIX προς την εταιρεία ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΕ), καθώς και την 30-03-2025 σε καταβολή 1.000 ευρώ προς την ίδια εφεσίβλητη και εξόφλησε και την υπό στοιχεία 6 οφειλή (βλ. το από 20-04-2018 έγγραφο πρότασης διαγραφής χρέους λόγω εξόφλησης της EOS MATRIX προς την εταιρεία ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΕ).
Το γεγονός αυτό, όμως, δεν συνιστά από μόνο του ένδειξη περί της έλλειψης αδυναμίας πληρωμών από τον αιτούντα (...). Μάλιστα, δεν κρίνεται ότι η καταβολή των ανωτέρω ποσών των 800 και 1.000 ευρώ μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στις οφειλές των λοιπών πιστωτών του αιτούντος. Λαμβανομένης υπόψη, ειδικότερα, της προεκτεθείσας μείωσης των εισοδημάτων του πρώτου των εφεσιβλήτων, της ανάγκης κάλυψης των βιοτικών αναγκών εκείνου και της συζύγου του, και της έλλειψης άλλης σταθερής πηγής εισοδήματος ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας, με εξαίρεση το χρησιμοποιούμενο ως πρώτη κατοικία και ανήκον κατά ποσοστό 100% σε εκείνον ακίνητό του, ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του.
Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, καθότι με τα προαναφερθέντα μηνιαία έσοδά του, τόσο κατά το χρόνο συζήτησης σε πρώτο βαθμό όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, δε δύναται να εξυπηρετήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του.
Εν προκειμένω δεν πρόκειται περί απλής δυσχέρειας στην αποπληρωμή των βαρυνουσών αυτών οφειλών, αλλά για πλήρως αποδεικνυόμενη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών ληξιπρόθεσμων οφειλών του, λόγω μείωσης του συνολικού εισοδήματός του. Η ανωτέρω, δε κατάσταση κρίνεται στάσιμη και δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο μέλλον, αν ληφθούν υπόψη ιδίως η ηλικία του αιτούντος, τα προβλήματα υγείας της συζύγου του, αλλά και η κακή παρούσα οικονομική συγκυρία.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε τα ίδια, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος έφεσης από το εκκαλούν τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε τη με αριθμό 57/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η με αρ. καταθ. 161/20-8-2014 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου.
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, διότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο με ελλιπή, άλλως ανεπαρκή, αιτιολογία δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Ειδικότερα, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι:
σε αυτήν ουδόλως εκτίθενται, άλλως δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα παρακάτω ζητήματα, που (κατά την άποψή του) ασκούν ουσιώδη επιρροή, προκειμένου να εκτιμηθεί η σχέση ρευστότητας του αιτούντα και των οφειλών του, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων του, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο : 1) α) "το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύζυγος του αιτούντος ήταν άνεργη, ώστε να προκύπτει αιτιολογημένα ότι,κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, αυτή δεν εργαζόταν και ότι το οικογενειακό εισόδημα ταυτιζόταν με το ατομικό εισόδημα του αιτούντος", β) δεν παρατίθενται, για την εξαγωγή του συμπεράσματος, συγκεκριμένα έγγραφα (π.χ χρονολογημένη βεβαίωση από τον ΟΑΕΔ ή χρονολογημένη κάρτα ανεργίας), ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία περί τούτου, από ποιο χρονικό σημείο η σύζυγος του αιτούντος ήταν άνεργη, και έως πότε, ούτε αναφέρεται αν η τελευταία λάμβανε επίδομα ανεργίας από τον αρμόδιο φορέα, 2) α) συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τα προβλήματα υγείας, που εμφάνισε η σύζυγος του αιτούντα, με παραπομπή σε χρονολογημένες ιατρικές γνωματεύσεις ή άλλα στοιχεία, από τα οποία θα προέκυπτε τεκμηριωμένα ο χρόνος εμφάνισης αυτών και ο χαρακτήρας αυτών ως πρόσκαιρων ή μονιμότερων, β) "δεν εξετάστηκε σε ποιο βαθμό επέδρασαν τα προβλήματα υγείας αφενός στην αδυναμία της να συνεισφέρει στην κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών και κατά πόσο αυξήθηκαν οι βιοτικές τους ανάγκες εξαιτίας αυτών των προβλημάτων, αφετέρου στην αδυναμία της να εξεύρει εργασία, καθόσον ουδόλως εκτιμήθηκε αν έχει διαπιστωθεί με ιατρικές γνωματεύσεις η ανικανότητά της να εργαστεί και σε καταφατική περίπτωση κατά ποιο ποσοστό (π.
χ δεν αναφέρεται τυχόν ποσοστό αναπηρίας ή κρίση επ' αυτού από αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή Ασφαλιστικού Φορέα)", 3) α) "Η μελλοντική ρευστότητα του αιτούντος, καθώς δεν ελήφθη υπόψη ότι το καθεστώς ανεργίας της συζύγου, αλλά και η κατάσταση υγείας της θα μπορούσαν μελλοντικά να μεταβληθούν και η ίδια να ανεύρει εργασία, ιδίως αν ληφθεί υπόψη και η ηλικία της και να συνεισφέρει έτσι στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την πληρωμή των χρεών του συζύγου της, με αποτέλεσμα να μην περιγράφεται ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αιτούντος και της συζύγου του συνεκτιμωμένων και των απαιτούμενων δαπανών για την καλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας", β) "Δεν κρίθηκε αν η σύζυγος είναι σε θέση να ανεύρει εργασία ή όχι ώστε το Δικαστήριο συγκρίνοντας τη μηνιαία δόση με τα εισοδήματα του αιτούντος καθώς και με το ποσό των βιοτικών του αναγκών, να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων αλλά και για να κρίνει την εξέλιξη της ρευστότητάς του στο εγγύς μέλλον".
Ωστόσο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ.
Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, εκθέτοντας στο αιτιολογικό όλα τα αναγκαία για την εφαρμογή της περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των δεκτών γενομένων.
Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανελέγκτως: α) ότι η συνολική οφειλή του αιτούντα, ανέρχεται στο ποσό των 188.433,31 ευρώ, β) ότι ο κύριος όγκος των οφειλών ανελήφθη το έτος 2009, γ) ότι το μηνιαίο ποσό που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανείων, ανέρχεται στο ποσό των 1300-1400 ευρώ μηνιαίως, δ) ότι οι βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της συζύγου του, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης και της συζήτησης αυτής, ανέρχονταν στο ποσό των 1000 ευρώ μηνιαίως, ε) ότι το ποσό αυτό δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί από το οικογενειακό εισόδημα, το οποίο από το έτος 2009, που ανερχόταν στο ποσό των 23.832,46 ευρώ,μειώθηκε σταδιακά και κατά το έτος 2017 ανερχόταν στο ποσό των 17.199,07 ευρώ.
Επιπρόσθετα, για να κριθεί η τυχόν συνεισφορά της συζύγου του αιτούντα, το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι η τελευταία: ι) καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα από το έτος 2009 έως το έτος 2017, είχε εισόδημα μόνο κατά το έτος 2013, συνολικού ύψους 974,65 ευρώ, ενώ κατά τα προηγούμενα και επόμενα έτη στερείτο εισοδημάτων και ήδη είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο του ΟΑΕΔ, ιι) από το έτος 2014 άρχισε να εμφανίζει προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα φλοιώδη ατροφία στην περιοχή των μετωπιαίων λοβών και στη συνέχεια, εξαιτίας αυτού, αστάθεια βάδισης και κορμού, αλλά και οργανική συναισθηματική διαταραχή, τα οποία οδήγησαν αφενός στην αδυναμία εκείνης να εργασθεί και αφετέρου στην περαιτέρω οικονομική επιβάρυνση του αιτούντα.
Κατόπιν τούτων, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αιτούντα γενική, μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, η οποία συνεχίζεται μέχρι τη συζήτηση της αίτησης ενώπιόν του και δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο μέλλον, αν ληφθούν υπόψη η ηλικία του αιτούντα, τα προβλήματα υγείας της συζύγου του, αλλά και η κακή παρούσα οικονομική συγκυρία.
Πλέον συγκεκριμένα σχετικά με τις υπό τα στοιχεία 1α, 3 α και β αβάσιμες αιτιάσεις, στην προσβαλλόμενη αναφέρεται με σαφήνεια ο χρόνος εργασίας της συζύγου του αιτούντα και το ύψος του εισοδήματος αυτής, ενώ προσδιορίσθηκαν επακριβώς και οι χρόνοι της ανεργίας αυτής, όπως και ο χρόνος εμφάνισης και το είδος των προβλημάτων υγείας της,ώστε σε συνάρτηση και με τις προσδιορισθείσες πλήρως βιοτικές ανάγκες, το ύψος των οφειλών, την ηλικία του αιτούντος, τα εισοδήματα του και την οικονομική συγκυρία, να εξάγεται πλήρως και αιτιολογημένα το συμπέρασμα περί μόνιμης και γενικής αδυναμίας, μη δυναμένης επίσης να βελτιωθεί μελλοντικά.
Επίσης, σχετικά με τις υπο στοιχείο 1 β, 2α και β αιτιάσεις, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται πλήρως η ανεργία όπως και το πρόβλημα υγείας της συζύγου του αιτούντα και η εξ αυτού αδυναμία της να εργασθεί, χωρίς να απαιτείται η αναφορά των επικαλουμένων εγγράφων του ΟΑΕΔ και ιατρικών εγγράφων από τα οποία προκύπτουν τα παραπάνω, αφού, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Επομένως, δεν συντρέχει η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της ανεπάρκειας αιτιολογιών, απορριπτομένου ως αβασίμου του μοναδικού λόγου αναίρεσης του αναιρεσείοντος. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παράβασης της άνω ουσιαστικής διάταξης, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναίρεσης παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' αρθρ. 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 (ΑΠ 1190/2023,ΑΠ 545/2023, ΑΠ 1050/ 2021, ΑΠ 1047/2021).
Τέλος, δεν ορίζεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.
β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 810/2021ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 35/23-6-2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ