Supreme Court joins two appeals and allows one while dismissing the other regarding unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court joined two concurrent appeals and supplementary arguments regarding a final judgment on unjust enrichment. The appellant's claim was dismissed as unfounded and inadmissible, while the appellee's appeal was accepted. Consequently, the contested lower court decision was annulled in part and remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may join and try together multiple pending cases between the same or different parties to facilitate proceedings and reduce costs, and it may dismiss an appeal as inadmissible if it challenges a non-reviewable court finding on evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1315 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1315/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κοντοζαμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: τελούσης υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στον Κορυδαλλό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Αποστολίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2012 αγωγή της τελούσης υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1585/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2019 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2019 αίτησή του και τους από 10-8-2020 προσθέτους αυτής λόγους και η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 26-7-2019 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ. κατά της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και οι από 10-8-2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής και β) η από 18-6-2020 αίτηση αναίρεσης της εν λόγω εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος της υπό στοιχείο α' αίτησης. Οι αιτήσεις αυτές, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ' αριθμ. 160/2019, απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, όπως νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά έχουν ασκηθεί και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναίρεσης (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ.3, 569 παρ. 2 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συναφείς και επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Α. Επί της από 26-7-2019 αίτησης αναίρεσης:
Η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. (ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 1773/2007, ΑΠ 16/2008).
Στην περίπτωση, όμως, πλουτισμού ενός προσώπου σε βάρος της περιουσίας άλλου χωρίς νόμιμη αιτία, στην οποία συντρέχουν και οι όροι της αδικοπραξίας, υπάρχουν παράλληλα τόσο η αξίωση από την αδικοπραξία, όσο και η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οπότε μπορεί να υφίσταται παράλληλη ευθύνη τόσο κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η πρώτη διάταξη δεν είναι επικουρική απέναντι στη δεύτερη, δεδομένου ότι θα υπάρχει συρροή νομικών βάσεων μιας και της αυτής αξίωσης, στο βαθμό που το αίτημα και με τις δύο βάσεις θα συμπίπτει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση.
Η πλήρωση δηλαδή της διαλυτικής αίρεσης έχει ως συνέπεια την ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας και την υποχρέωση των μερών να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν δοθείσες παροχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 1616/2014). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι κατά την έρευνα του νόμω βασίμου της αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρείας, παραβίασε τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου είναι επιβοηθητική, ασκούμενη όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ζήτησε με την κύρια βάση της αγωγή της να υποχρεωθεί ο ίδιος να της καταβάλει το ποσό των 117.400 ευρώ, λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία του είχε δοθεί το ποσό αυτό και ότι με την επικουρική βάση της αγωγής της ζήτησε να της καταβάλει το ίδιο ποσό με βάση την επικαλούμενη με την αγωγή αδικοπραξία σε βάρος της.
Ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 202, 904 και 914 ΑΚ, ακολούθως δε, έκανε δεκτή την αγωγή κατά την κύρια βάση της, παραβιάζοντας έτσι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, η οποία μόνο επικουρικά μπορούσε να ασκηθεί, εφόσον υπήρχε κατά την αγωγή αξίωση από αδικοπραξία.
Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 18-12-2012 αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εξέθετε με αυτήν τα ακόλουθα, όσον αφορά το ανωτέρω αίτημα των 117.400 ευρώ: Ότι το Νοέμβριο του 2004 κατήρτισε με τον εναγόμενο, ο οποίος είναι συγκύριος σε ποσοστό 836/1000 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου, το με αριθμό .../2004 συμβολαιογραφικό έγγραφο, που αποτελεί τόσο προσύμφωνο πώλησης από τον τελευταίο προς την ίδια ποσοστού 111/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου αυτού, όσο και προσύμφωνο προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου με περιεχόμενο την ανέγερση οικοδομής εκ μέρους αυτής (ενάγουσας) με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ότι μέρος της ανωτέρω συμφωνίας τους ήταν ότι ο εναγόμενος θα εξασφάλιζε τη συναίνεση των δύο θυγατέρων του Ε. και Σ., που ήταν συγκύριες στο ίδιο ακίνητο στο υπόλοιπο ποσοστό των 164/1000 εξ αδιαιρέτου και ότι αν εκείνες δεν συναινούσαν, θα συνέπραττε αυτός στη δικαστική διαδικασία με την άσκηση σχετικής αγωγής με βάση το Ν. 1562/1985 για την ανέγερση της οικοδομής.
Ότι συμφωνήθηκε επίσης ότι σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί είτε εξώδικη είτε δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, η σύμβαση για την αντιπαροχή θα λυθεί αυτοδικαίως. Ότι με το ανωτέρω προσύμφωνο συμφωνήθηκε επίσης να περιέλθουν στον εναγόμενο οι δύο περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες ως αντάλλαγμα για την ανέγερση της οικοδομής από την ίδια με το σύστημα της αντιπαροχής, ενώ κατ' απαίτηση του τελευταίου κατέβαλε σ' αυτόν επί πλέον, επίσης ως αντάλλαγμα, και το ποσό των 117.400 ευρώ με τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο.
Ότι, τελικά, οι δύο θυγατέρες του εναγομένου ουδέποτε συναίνεσαν στην κατάρτιση οριστικού εργολαβικού συμβολαίου για την ανέγερση της πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις του εναγομένου ότι θα τις πείσει να συμπράξουν σχετικώς και ότι ο τελευταίος ταυτόχρονα αρνήθηκε επανειλημμένα να συμπράξει με αυτήν (ενάγουσα) στην προσπάθεια εκτέλεσης του σχετικού όρου του προσυμφώνου για την άσκηση αγωγής κατ' εφαρμογή του Ν. 1562/1985 για τη δικαστική διευθέτηση του ζητήματος της αντιπαροχής στο εν λόγω ακίνητο.
Ότι μετά ταύτα, ο εναγόμενος δήλωσε σ' αυτήν (ενάγουσα) το Μάιο του 2009 ότι δεν επιθυμεί να προστρέξουν από κοινού στο Ν. 1562/1985 και ότι δεν μπορεί να επέλθει δικαστική ή εξωδικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, με αποτέλεσμα να επέλθει, με βάση τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, η λύση του μεταξύ τους προσυμφώνου.
Με αυτά τα δεδομένα, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, μεταξύ των άλλων, να της καταβάλει το ποσό των 117.400 ευρώ, το οποίο του κατέβαλε ως αποζημίωση και ως αμοιβή ενόψει της αντιπαροχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεδομένου ότι μετά την πλήρωση της ανωτέρω διαλυτικής αίρεσης και της επακόλουθης λύσης της σύμβασης τα μέρη υποχρεούνται να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν δοθείσες παροχές.
Επικουρικά, ζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 117.400 ευρώ με βάση τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, καθώς, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ο τελευταίος με τις ψευδείς δηλώσεις του αρχικά ότι θα εξασφαλίσει τη συναίνεση των θυγατέρων του για την αντιπαροχή και στη συνέχεια ότι θα προστρέξουν από κοινού στο Ν. 1562/1985 για τη διευθέτηση της αντιπαροχής, καθώς και με την υπαίτια και παράνομη ματαίωση της αντιπαροχής κατά τα ανωτέρω, προκάλεσε σ' αυτήν ζημία ανερχόμενη στο ανωτέρω καταβληθέν ποσό.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 202 και 904 ΑΚ ως προς την κύρια βάση της και στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ ως προς την επικουρική της βάση. Δεν τίθεται δε στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα ουσιαστικής επικουρικότητας της εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγής, αφού η αξίωση καταβολής του ποσού των 117.400 ευρώ στηρίζεται σε δύο αυτοτελείς και διακρινόμενες μεταξύ τους νομικές βάσεις και δη, τόσο σ' αυτήν από το άρθρο 202 ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όσο και σ' αυτήν από το άρθρο 914 ιδίου Κώδικα.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημά της είναι νόμιμη τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική της βάση, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, δεχόμενο τη μη εφαρμογή της ουσιαστικής επικουρικότητάς της στην κρινόμενη υπόθεση, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατά τα ανωτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 630/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ?Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "....", η οποία από τον Ιούνιο του έτους 2012 τελεί υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη νομίμως από τους εκκαθαριστές της Γ.
Α. και Δ. Α., είχε εμπορική δραστηριότητα με αντικείμενο την ανέγερση πολυκατοικιών είτε με την αγορά οικοπέδων είτε με το σύστημα της αντιπαροχής. Το έτος 2004, κατόπιν επανειλημμένων συζητήσεων μεταξύ του Γ. Α. και του εναγομένου (αναιρεσείοντος) Ι. Κ., ο οποίος ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 836/1000 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου (ήτοι ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικίας), κείμενου στον Πειραιά επί της οδού ..., στη θέση ..., έκτασης κατά νεότερη καταμέτρηση 266 τ.μ., συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως ο εναγόμενος πωλήσει και μεταβιβάσει στην ενάγουσα ένα μέρος από το ποσοστό αυτό και συγκεκριμένα ποσοστό 111/1000 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί σε 30 τ.μ.
και όπως ανατεθεί στην ενάγουσα εταιρεία η ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής υπό τον πρόσθετο όρο ότι θα συναινούσαν και οι δύο θυγατέρες του εναγομένου Ε. Κ. και Σ. Κ., που ήταν οι λοιπές συγκύριες του ακινήτου κατά ποσοστό 164/1000 εξ αδιαιρέτου, άλλως, δηλαδή σε περίπτωση άρνησής τους, ο εναγόμενος θα συνέπραττε με την ενάγουσα εταιρεία, ως συνιδιοκτήτες, στη δικαστική επιδίωξη, με την άσκηση αγωγής στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, της εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 1562/1985 "περί οικοδόμησης συνιδιόκτητων ακινήτων".
Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής οι διάδικοι κατάρτισαν το προσκομιζόμενο με αριθμό .../25-11-2004 "Προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστού εξ αδιαιρέτου και προσύμφωνο προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου", που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Γιαννακοπούλου-Λέκκα, με το οποίο συμφωνήθηκαν τα εξής:
α) ότι από το ποσοστό 836/1000 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρου ακινήτου, που ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου, αυτός θα μεταβίβαζε με οριστικό συμβόλαιο πώλησης στην ενάγουσα ποσοστό συγκυριότητας, ανερχόμενο σε 111/1000 εξ αδιαιρέτου και αντιστοιχούντα σε 30 τ.μ., αντί τιμήματος που αναγράφεται στο προσύμφωνο ότι συμφωνήθηκε στο ποσό των 293.000 ευρώ, πλην όμως, η δήλωση αυτή των διαδίκων για το συμφωνηθέν τίμημα ήταν εν μέρει εικονική, αφού η πραγματική βούλησή τους ήταν το τίμημα αυτό να ανέρχεται σε 175.611 ευρώ.
Μάλιστα, ένα μέρος από το ανωτέρω αναγραφόμενο (ως συμφωνηθέν τίμημα) ποσό και συγκεκριμένα αυτό των 117.400 ευρώ καταβλήθηκε από την ενάγουσα στον εναγόμενο ως εξής: ποσό 15.619 ευρώ καταβλήθηκε σε μετρητά, ποσό 101.780,61 ευρώ καταβλήθηκε με την παράδοση δύο τραπεζικών επιταγών (ήτοι των ... και ... επιταγών που εκδόθηκαν από τις τράπεζες CITIBANK και Κύπρου, η πρώτη για ποσό 65.000 ευρώ και η δεύτερη για ποσό 36.780,61 ευρώ), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 175.611 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, που θα καταρτιζόταν εντός τριών μηνών, β) ότι ο εναγόμενος, ο οποίος, μετά την οριστική μεταβίβαση του ανωτέρω ποσοστού, θα έχει ποσοστό συγκυριότητας επί του ακινήτου 725/1000 εξ αδιαιρέτου, αναθέτει στην ενάγουσα εταιρεία, ως εργολήπτρια, το έργο της ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με οριζόντιες ιδιοκτησίες, με δαπάνες της τελευταίας, με το σύστημα της αντιπαροχής, δ) ότι σε περίπτωση ύπαρξης αντιρρήσεων εκ μέρους των θυγατέρων του εναγομένου Ε.
Κ. και Σ. Κ., ως προς την ανωτέρω συμφωνία, οι διάδικοι, ως συγκύριοι του ακινήτου, θα ασκούσαν από κοινού αγωγή κατά των θυγατέρων του εναγομένου στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο για την εφαρμογή των οριζομένων στο Ν. 1562/1985, καθώς και ότι μετά την ανέγερση της οικοδομής θα παραδίδονταν στον εναγόμενο, ως αντάλλαγμα για την αντιπαροχή αυτή, δύο διαμερίσματα, ένα στον πρώτο και ένα στο δεύτερο όροφο, επιφάνειας εκάστου 140 τ.μ.
και ε) ότι σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο οι συγκύριες θυγατέρες του εναγομένου δεν συναινούσαν στα θέματα της αντιπαροχής και δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί τελικά είτε η εξώδικη είτε η δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, τότε η συμφωνία περί αντιπαροχής θα λυόταν αυτοδικαίως. Με τον τελευταίο αυτό όρο του ανωτέρω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, ορίστηκε ότι η συμφωνία των διαδίκων περί ανέγερσης της οικοδομής από την ενάγουσα με το σύστημα της αντιπαροχής, τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της εξώδικης διευθέτησης των ζητημάτων της αντιπαροχής με τη συναίνεση των συγκυρίων θυγατέρων του εναγομένου, ή, σε περίπτωση άρνησής τους, της δικαστικής διευθέτησης των ζητημάτων αυτών με τη διαδικασία του Ν. 1562/1985.
Σημειώνεται ότι η συμφωνία μεταξύ του οικοπεδούχου και του εργολάβου περί ανέγερσης από τον τελευταίο πολυώροφης οικοδομής επί του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, τόσο για την οριστική σύμβαση, όσο και για το προσύμφωνο, αφού πρόκειται για μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω σε ακίνητο...
Στη συνέχεια, μετά τη σύνταξη και υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το με αριθμό .../22-3-2005 οριστικό συμβόλαιο πώλησης του συμφωνηθέντος ποσοστού συγκυριότητας (111/1000 εξ αδιαιρέτου) επί του εν λόγω ακινήτου ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Βενετίας Γιαννακοπούλου, με το οποίο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητας προς την ενάγουσα εταιρεία αντί τιμήματος 42.317,06 ευρώ, όπως αναγράφεται στο εν λόγω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και όχι 175.611 ευρώ, όπως αυτό είχε προσυμφωνηθεί στην πραγματικότητα, το οποίο (42.317,06 ευρώ) καταβλήθηκε σε μετρητά από την ενάγουσα στον εναγόμενο ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, χωρίς όμως να γίνει στο συμβόλαιο αυτό οιαδήποτε αναφορά για το ότι ήδη είχε καταβληθεί, για την ίδια αιτία, και το ποσό των 117.400 ευρώ κατά την υπογραφή του από 25-11-2004 προσυμφώνου, καθώς και για το ότι με το εν λόγω προσύμφωνο, είχε συμφωνηθεί και το ποσό των 175.611 ευρώ ως υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος και όχι το ποσό των 42.317,06 ευρώ, που, όπως αναγράφεται στο οριστικό συμβόλαιο, καταβλήθηκε στον εναγόμενο.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα του πραγματικά συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, αποδείχθηκε ότι η ως άνω συμφωνία των διαδίκων που διαλαμβάνεται στο με αριθμό .../25-11-2004 προσύμφωνο, καθώς και το αναφερόμενο σ' αυτό ως συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του ποσοστού συγκυριότητας 111/1000 του εναγομένου προς την ενάγουσα ήταν εν μέρει εικονικό και δεν αντιπροσώπευε πλήρως την πραγματική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία στην πραγματικότητα ήταν:
α) προσύμφωνο πώλησης του εναγομένου προς την ενάγουσα του ποσοστού των 111/1000 εξ αδιαιρέτου επί τους ως άνω ακινήτου, ώστε να καταστεί με το οριστικό συμβόλαιο πώλησης συγκυρία κατά το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας, με τίμημα ανερχόμενο στο ποσό των 175.611 ευρώ - σημειωτέον ότι το τίμημα αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί από την ενάγουσα εταιρεία επειδή το εν λόγω ακίνητο ήταν σε προνομιακή θέση στην ...
με απεριόριστη θέα στη θάλασσα, ενόψει και του ότι θεωρούσε δεδομένη την ανάληψη απ' αυτήν του έργου της ανέγερσης οικοδομής στο ακίνητο αυτό με το σύστημα της αντιπαροχής - προκειμένου, ακολούθως, ενεργώντας από κοινού με τον εναγόμενο, ως συγκύριοι, να προβούν στην άσκηση της σχετικής αγωγής του Ν. 1562/1985 κατά των θυγατέρων του εναγομένου για να επιτύχουν την ανέγερση της οικοδομής, σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τη συναίνεσή τους στην ανάθεση του έργου της ανέγερσης της οικοδομής από την ενάγουσα και β) προσύμφωνο για την ανάθεση στην ενάγουσα της ανέγερσης εξαώροφης οικοδομής στο ανωτέρω ακίνητο με υπόσχεση παράδοσης στον εναγόμενο-οικοπεδούχο του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, επιφανείας εκάστου διαμερίσματος 140 τ.μ., με την εξ αδιαιρέτου αναλογία ενός εκάστου ορόφου στο οικόπεδο, ως αντιπαροχή για τη μεταβίβαση ποσοστών του οικοπέδου στην ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία ή σε τρίτους που εκείνη θα υποδείκνυε και με επί πλέον αντάλλαγμα την άμεση, κατά την υπογραφή του από 25-1-2004 προσυμφώνου, καταβολή στον εναγόμενο του ποσού των 117.400 ευρώ, αντί για την παράδοση ενός ακόμα διαμερίσματος, γιατί ο εναγόμενος σκόπευε να προβεί στην αγορά διαμερίσματος σε άλλη περιοχή.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η κατάρτιση τους ως άνω προσυμφώνου με την εικονική αναφορά του τιμήματος του ποσού των 293.000 ευρώ έγινε μετά από απαίτηση του εναγομένου προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ. Α. και είναι πράγματι το ποσό αυτό υπερβολικό ως τίμημα πώλησης του εν λόγω ποσοστού, ενώ η πραγματική βούλησή τους ήταν το τίμημα αυτό να ανέρχεται σε 175.611 ευρώ Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται τόσο στην ένορκη κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της μάρτυρος απόδειξης Ν.
Ι., όσο και στην ένορκη βεβαίωση του Ι. Φ.υ, ο οποίος, κατά το ως άνω χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου και του οριστικού συμβολαίου πώλησης ήταν ο δικηγόρος του εναγομένου, όπως τούτο αναφέρεται και στο με αριθμό .../22-3-2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου εναρμονίζεται και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένου ότι την 8-10-2009, δηλαδή αρκετά έτη μετά από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων αγοραπωλησία, το ανωτέρω ποσοστό (111/1000) συγκυριότητας του εν λόγω ακινήτου πωλήθηκε τελικά από την ενάγουσα εταιρεία στον Γ.
Κ. αντί τιμήματος εκ ποσού 85.267,61 ευρώ, όπως αυτό αναγράφεται στο προσκομισθέν υπ' αριθμ. .../8-10-2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Βενετίας Γιαννακοπούλου. Σε κάθε δε περίπτωση, δηλαδή ακόμη και αν στο ανωτέρω συμβόλαιο δεν έχει αναγραφεί ολόκληρο το πραγματικά συμφωνηθέν τίμημα, και πάλι αυτό ουδόλως προσεγγίζει το υπερβολικό ποσό των 293.000 ευρώ, το οποίο αβασίμως επικαλείται ως πραγματικά συμφωνηθέν, ο εναγόμενος.
Άλλωστε, ο τελευταίος δεν εξηγεί το λόγο για τον οποίο στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 2005 δεν γίνεται ουδεμία αναφορά στο ήδη καταβληθέν, κατά το χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου (25-11-2004), ποσό των 117.400 ευρώ, για το οποίο μάλιστα δεν έχει καταβληθεί και ο αναλογούν φόρος μεταβίβασης ακινήτου, αφού, σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 2005, ο επιβληθείς υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου φόρος μεταβίβασης ακινήτου υπολογίστηκε και καταβλήθηκε με βάση το ποσό του αναγραφομένου τιμήματος των 42.317,06 ευρώ και όχι με βάση το πραγματικά συμφωνηθέν ποσό των 175.611 ευρώ.
Η μερική δε αυτή ακυρότητα ως προς το πραγματικό τίμημα της πώλησης (στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται, όπως προαναφέρθηκε, το ποσό των 117.400 ευρώ που καταβλήθηκε στον εναγόμενο ως αντάλλαγμα για τη συμφωνία αντιπαροχής) συνεπάγεται τη μερική ακυρότητα της ανωτέρω συμφωνίας κατά το ποσό αυτό, πλην όμως είναι έγκυρη η δεύτερη συμφωνία που περιλαμβάνεται στο εν λόγω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, περί ανάθεσης στον ενάγοντα της ανέγερσης της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής αντί ανταλλάγματος που περιλαμβάνει (πέραν της αναφερόμενης ανάληψης υποχρέωσης παράδοσης δύο διαμερισμάτων) και το ποσό των 117.400 ευρώ, η οποία (συμφωνία) καλύπτεται από την ανωτέρω εικονική συμφωνία περί του τιμήματος της πώλησης και μεταβίβασης του ποσοστού συγκυριότητας.
Είναι δε έγκυρη η συμφωνία αυτή, γιατί, όπως αποδείχθηκε, τα συμβαλλόμενα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (άρθρ. 138 ΑΚ)... , ενώ δεν συνάγεται ότι η συμφωνία δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο αυτό μέρος (άρθρο 181 ΑΚ)?. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διατείνεται ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ότι ειδικότερα, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 117.400 ευρώ από την αναιρεσίβλητη αφορούσε την αντιπαροχή για τη μεταβίβαση των ποσοστών του ακινήτου σ' αυτήν ή σε τρίτους που αυτή θα υποδείκνυε (αντί για τη μεταβίβαση ενός ακόμα διαμερίσματος) και όχι ότι αφορούσε αντίστοιχο τμήμα του τιμήματος της αγοραπωλησίας των 111/1000 του ακινήτου, δέχεται παράλληλα ότι η κατάρτιση του προσυμφώνου πώλησης με αναφερόμενο τίμημα το ποσό των 293.000 ευρώ "έγινε μετά από απαίτηση του εναγομένου προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ.
Α.". Ότι η τελευταία αυτή παραδοχή αντιφάσκει με την προηγούμενη και ότι σε κάθε περίπτωση καθιστά αμφίβολο αν τελικά κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου υπήρξε ή όχι κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων και κοινή γνώση τους ότι το ποσό των 117.400 ευρώ καταβάλλεται τελικά για την προσυμφωνημένη πώληση του ποσοστού των 111/1000 ή για την προσυμφωνημένη ανάθεση στην αναιρεσίβλητη της εργολαβίας με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, κατ' αρχάς δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου, αφού είναι διαφορετικό το ζήτημα της απαίτησης του εναγομένου-αναιρεσείοντος να αναγραφεί εικονικά στο προσύμφωνο ως τίμημα της πώλησης του ποσοστού των 111/1000 του ακινήτου στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 293.000 ευρώ, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση και διαφορετικό το ζήτημα, χωρίς το δεύτερο να αναιρεί το πρώτο, ότι το ποσό των 117.400 ευρώ που καταβλήθηκε στον εναγόμενο αφορούσε, μαζί με τις αναφερόμενες δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, το αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των ποσοστών του ακινήτου στην ενάγουσα εταιρεία ή σε τρίτους που αυτή θα υποδείκνυε, όπως επίσης έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη.
Εξ άλλου, από τις ανωτέρω αναφερόμενες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, καθίσταται αναμφίβολο, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου υπήρξε κοινή συμφωνία των διαδίκων ότι το ποσό των 117.400 ευρώ καταβάλλεται στον εναγόμενο για την προσυμφωνημένη ανάθεση στην ενάγουσα της εργολαβίας με το σύστημα της αντιπαροχής και όχι της προσυμφωνημένης πώλησης του ποσοστού των 111/1000 του ακινήτου στην ενάγουσα.
Με το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, καθώς και με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι το ποσό των 293.000 ευρώ, που αναφέρεται στο προσύμφωνο, ήταν υπερβολικό ως τίμημα πώλησης του ποσοστού των 111/1000, δεν αναφέρει στη συνέχεια ποιο θα ήταν το μη υπερβολικό τίμημα, όπως δεν εκθέτει ποια ήταν η αξία των διαμερισμάτων του πρώτου και του δευτέρου ορόφου και ποια η αξία του έτερου διαμερίσματος το οποίο θα του παρέδιδε η ενάγουσα, αντί της οποίας παράδοσης του εν λόγω ενός ακόμα διαμερίσματος, καταβλήθηκε σ' αυτόν το ποσό των 117.400 ευρώ, με αποτέλεσμα, λόγω των ελλείψεων αυτών να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης.
Ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο δεύτερος, ταυτόσημος κατά περιεχόμενο, πρόσθετος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Και τούτο διότι, η κρίση του Εφετείου για το ότι ήταν υπερβολικό ως τίμημα πώλησης του ποσοστού των 111/1000 το ποσό των 293.000 ευρώ που αναφέρεται στο προσύμφωνο, αποτελεί επιχείρημα του Δικαστηρίου που προέκυψε από τις αποδείξεις, προκειμένου να θεμελιώσει την παραδοχή του για την εν μέρει εικονικότητα του αναφερομένου τιμήματος πώλησης και επομένως δεν αποτελεί αιτιολογία της απόφασης, ώστε αυτή να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Κατά το τρίτο δε σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της σχετικής αιτιολογίας να εκτίθεται στην απόφαση η αξία των δυο διαμερισμάτων, τα οποία προσυμφωνήθηκε να περιέλθουν στον αναιρεσείοντα, ενόψει και των επί πλέον παραδοχών της απόφασης, οι οποίες προεκτέθηκαν, για το υπερβολικό του φερομένου ως τιμήματος, ενώ εξ άλλου, το Εφετείο, όπως συνάγεται από τις παραδοχές του, αναφέρει την αξία του επί πλέον διαμερίσματος, αντί του οποίου καταβλήθηκε στον εναγόμενο το ποσό των 117.400 ευρώ.
Συγκεκριμένα, από την παραδοχή του Εφετείου ότι με το προσύμφωνο συμφωνήθηκε, προκειμένου να ανατεθεί στην ενάγουσα η ανέγερση εξαώροφης οικοδομής στο ακίνητο με το σύστημα της αντιπαροχής, η παράδοση στον εναγόμενο-οικοπεδούχο, εκτός των δύο διαμερισμάτων του πρώτου και του δευτέρου ορόφου, ως επί πλέον αντάλλαγμα, και η άμεση, κατά την υπογραφή του από 25-11-2004 προσυμφώνου, καταβολή στον εναγόμενο του ποσού των 117.400 ευρώ, αντί για την παράδοση ενός ακόμα διαμερίσματος γιατί ο εναγόμενος σκόπευε να προβεί στην αγορά διαμερίσματος σε άλλη περιοχή, συνάγεται ότι το Εφετείο δέχεται ότι το ποσό αυτό των 117.400 ευρώ αντιπροσωπεύει ακριβώς την αξία του επί πλέον αυτού διαμερίσματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η απευθυντέα δήλωση βούλησης είναι εικονική, όταν ο δηλών και ο αποδέκτης είναι σύμφωνοι να μην ισχύσει σοβαρά αυτή ή να ισχύσει κατ' ουσίαν μεταξύ των ετέρα σύμβαση, καλυπτόμενη υπό αυτήν.
Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον Συμβολαιογράφου, αφού αυτός είναι εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στην δικαιοπραξία. Στην περίπτωση δε εικονικότητας μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των, κατά τον χρόνο της κατάρτισης της, συμβληθέντων, ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Για την εικονικότητα δηλαδή της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου (ΑΠ 713/2006, ΑΠ 1247/2003).
Εν προκειμένω, με το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, ενώ δέχεται ότι η καταβολή του ποσού των 117.400 ευρώ έγινε επειδή ο εναγόμενος σκόπευε να προβεί στην αγορά διαμερίσματος σε άλλη περιοχή, δεν εξηγεί για ποιο λόγο αναφέρθηκε εικονικά στο προσύμφωνο η καταβολή του ποσού αυτού ως τμήμα του τιμήματος της αγοραπωλησίας και όχι ως τμήμα του ανταλλάγματος της αντιπαροχής.
Ότι επίσης, ενώ δέχεται ότι συνέτρεξε μερική ακυρότητα ως προς το πραγματικό τίμημα της πώλησης των 111/1000 του ακινήτου και ότι από την εν λόγω εικονική συμφωνία καλύπτεται άλλη συμφωνία, δηλαδή καταβολή του ποσού των 117.400 ευρώ ως αντάλλαγμα για την ανάθεση στην ενάγουσα της ανέγερσης της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιον σκοπό εξυπηρετούσε η υποκρυπτόμενη αυτή συμφωνία.
Ισχυρίζεται, τέλος, ο αναιρεσείων με τον συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι με την καλυπτόμενη δικαιοπραξία συμφωνήθηκε να του καταβάλει η ενάγουσα το ποσό των 117.400 ευρώ, αντί για την παράδοση ενός ακόμα διαμερίσματος, "γιατί ο εναγόμενος σκόπευε να προβεί στην αγορά διαμερίσματος σε άλλη περιοχή" και ότι η παραδοχή αυτή του Εφετείου δεν μπορεί να στηρίξει της κρίση του ότι εικονικά αναφέρθηκε στο προσύμφωνο η καταβολή του ποσού αυτού ως μέρος του τιμήματος της πώλησης και όχι ως τμήμα του ανταλλάγματος της αντιπαροχής, δεδομένου ότι το ποσό αυτό θα το έπαιρνε για να προβεί στην αγορά διαμερίσματος είτε το ελάμβανε ως τίμημα είτε το ελάμβανε ως αντάλλαγμα για την αντιπαροχή.
Από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η περιεχόμενη στο προσύμφωνο συμφωνία πώλησης των 111/1000 του ακινήτου από τον εναγόμενο στην ενάγουσα με τίμημα το ποσό των 293.000 ευρώ, ήταν εν μέρει εικονική, αφού η πραγματική τους βούληση ήταν το τίμημα αυτό να ανέρχεται στο ποσό των 175.611 ευρώ.
Ότι από το φερόμενο τίμημα πώλησης των 293.000 ευρώ, ποσό 117.400 ευρώ καταβλήθηκε άμεσα από την ενάγουσα με την υπογραφή του προσυμφώνου και συγκεκριμένα εν μέρει σε μετρητά και εν μέρει με επιταγές, ενώ το υπόλοιπο ποσό του φερομένου τιμήματος και συγκεκριμένα το ποσό των 175.611 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.
Ότι στη συνέχεια, με το αναφερόμενο οριστικό συμβόλαιο, ο εναγόμενος πώλησε στην ενάγουσα τα 111/1000 του ακινήτου, αντί τιμήματος 42.317,06 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την ενάγουσα ενώπιον της συμβολαιογράφου που συνέταξε το εν λόγω συμβόλαιο και όχι αντί τιμήματος 175.611 ευρώ, όπως είχε προσυμφωνηθεί, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στο συμβόλαιο αυτό ότι για την αιτία αυτή, δηλαδή έναντι του τιμήματος της πώλησης, είχε ήδη καταβληθεί και το ποσό των 117.400 ευρώ κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, καθώς και για το ότι με το εν λόγω προσύμφωνο είχε συμφωνηθεί και το ποσό των 175.611 ευρώ ως υπόλοιπο του οφειλομένου τιμήματος και όχι το ποσό των 42.317,06 ευρώ.
Ότι η πραγματική συμφωνία των διαδίκων ήταν, α) προσύμφωνο πώλησης του εναγομένου προς την ενάγουσα του ποσοστού των 111/1000 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, έναντι τιμήματος 175.611 ευρώ και β) προσύμφωνο ανάθεσης στην ενάγουσα της ανέγερσης εξαώροφης οικοδομής στο ακίνητο με το σύστημα της αντιπαροχής, με την υπόσχεση παράδοσης στον εναγόμενο οικοπεδούχο δύο διαμερισμάτων, εμβαδού 140 τ.μ.
το καθένα και με επί πλέον αντάλλαγμα την άμεση με την υπογραφή του προσυμφώνου καταβολή στον εναγόμενο του ποσού των 117.400 ευρώ, αντί για την παράδοση ενός ακόμα διαμερίσματος, γιατί ο εναγόμενος σκόπευε να προβεί στην αγορά διαμερίσματος σε άλλη πριοχή. Ότι η κατάρτιση του προσυμφώνου με την εικονική αναφορά ως τιμήματος της πώλησης του ανωτέρω ποσοστού του ακινήτου στην ενάγουσα του ποσού των 293.000 ευρώ, έγινε μετά από απαίτηση του εναγομένου προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ.
Α., στην οποία η ενάγουσα συμφώνησε, επειδή επιθυμούσε να αναλάβει την κατασκευή της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής στο ακίνητο, επειδή αυτό βρισκόταν σε προνομιακή θέση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασής του, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας εν λόγω διάταξης, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα της μερικής εικονικότητας του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του ποσοστού των 111/1000 του ακινήτου και της υποκρυπτόμενης συμφωνίας των διαδίκων, που εξέφραζε την πραγματική τους βούληση και η οποία ήταν καθόλα έγκυρη και νόμιμη.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών να αναφέρεται και ποιον ειδικότερα σκοπό εξυπηρετούσε η υποκρυπτόμενη ως άνω συμφωνία, πέραν της εκτιθέμενης παραδοχής ότι η εικονικότητα συμφωνήθηκε με απαίτηση του εναγομένου, στην οποία συμφώνησε η ενάγουσα για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Ούτε εξ άλλου προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η περί μερικής εικονικότητας κρίση του Δικαστηρίου για το τίμημα της πώλησης των 111/1000 του ακινήτου και της υποκρυπτόμενης συμφωνίας για την καταβολή του ποσού των 117.400 ευρώ στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα αντί για την παράδοση σ' αυτόν ενός ακόμα διαμερίσματος στηρίχθηκε αποκλειστικά στην παραδοχή "γιατί ο εναγόμενος σκόπευε να προβεί στην αγορά διαμερίσματος σε άλλη περιοχή", καθόσον μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, η εικονικότητα συμφωνήθηκε με απαίτηση του αναιρεσείοντος, στην οποία συμφώνησε η αναιρεσίβλητη.
Επομένως, οι παραπάνω παραδοχές, αφενός μεν καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου (138 ΑΚ), αφετέρου δε, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινόμενη απορριπτέα ως αβάσιμη, η προβαλλόμενη με τον παραπάνω από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο κατά το τέταρτο σκέλος, αιτίαση, καθώς και αυτή με το δεύτερο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του.
Ως αβάσιμη, επίσης, πρέπει να απορριφθεί και η προβαλλόμενη με το έκτο σκέλος του τετάρτου αναιρετικού λόγου αιτίαση από το ίδιο ως άνω άρθρο, σύμφωνα με την οποία, δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για ποιο λόγο, ενώ με αυτήν γίνεται δεκτό ότι το ποσό των 117.400 ευρώ αναφέρθηκε εικονικά στο προσύμφωνο ότι καταβάλλεται ως τίμημα της πώλησης των 111/1000 του ακινήτου και όχι ως αντάλλαγμα για τη συμφωνία ανέγερσης της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, συμφωνία στην οποία τέθηκε διαλυτική αίρεση, δεν τέθηκε αντίστοιχα διαλυτική αίρεση και στο εν λόγω προσύμφωνο πώλησης.
Και τούτο διότι, για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές προαναφέρθηκαν και με βάση τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω αναφερόμενο πόρισμά του για την εν μέρει εικονικότητα του τιμήματος των 293.000 ευρώ της πώλησης, δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί επί πλέον, για ποιο λόγο παραλείφθηκε η θέσπιση διαλυτικής αίρεσης στο προσύμφωνο πώλησης, όπως τέτοια αίρεση είχε τεθεί στο ίδιο προσύμφωνο για τη συμφωνία ανέγερσης της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.
Με τον αυτόν ως άνω δεύτερο λόγο κατά το πέμπτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει τις παραδοχές του Δικαστηρίου, με βάση τις οποίες αυτό κατέληξε στην κρίση του για το υπερβολικό του τιμήματος των 293.000 ευρώ, που προσυμφωνήθηκε για την πώληση του ποσοστού των 111/1000 του ακινήτου στην ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι οι παραδοχές αυτές καθιστούν αβέβαιο το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης περί εικονικής αναφοράς του ποσού των 117.400 ευρώ ως μέρους του τιμήματος της πώλησης.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, με την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσβάλλει ουσιαστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τις αποδείξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι ενόψει των διατάξεων των άρθρων 202 ΑΚ και 1, 2, 3 και 4 Ν. 1562/1985 "περί οικοδόμησης συνιδιόκτητων ακινήτων", τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ότι επί πλέον, η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα, με αποτέλεσμα η απόφασή του να στερείται νόμιμης βάσης.
Ότι ειδικότερα: α) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι δεν υπήρχε πεδίο συνεννόησης με τις θυγατέρες του εναγομένου και ως εκ τούτου κατέστη αναγκαία η άσκηση αγωγής κατά τις διατάξεις του Ν. 1562/1985 και ότι έπρεπε να κατατεθεί πλήρης φάκελος με τις απαραίτητες τεχνικές μελέτες και σχεδιαγράμματα στο αρμόδιο δικαστήριο που θα εκδίκαζε την υπόθεση κατ' άρθρο 4 του ως άνω νόμου, ουδόλως παραθέτει στην απόφασή του τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο 4 απαιτούμενα έγγραφα, τα οποία μάλιστα έπρεπε να έχουν συνταχθεί και κατατεθεί σε συμβολαιογράφο της έδρας του δικαστηρίου πριν την άσκηση της σχετικής αγωγής.
β) Ενώ το Εφετείο αναφέρει στην απόφασή του ότι ανατέθηκε από τους διαδίκους από κοινού στο δικηγόρο Ι. Φ. η εντολή για την άσκηση της αγωγής και ότι ενώ ο δικηγόρος αυτός προέβη στη σύνταξη σχεδίου αγωγής, ο εναγόμενος καθυστερούσε να προβεί στη σύμπραξη με την ενάγουσα στην άσκηση της αγωγής, παρά τις πιέσεις του εκπροσώπου της ενάγουσας, δεν παραθέτει στη συνέχεια συγκεκριμένα στοιχεία για το φερόμενο ως "συνταχθέν" σχέδιο αγωγής, όπως δεν παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά ως προς την αορίστως και όλως ασαφώς απαιτούμενη "σύμπραξή του" στην άσκηση της αγωγής.
γ) Ενώ το Εφετείο δέχεται ως αποδειχθέν ότι ο ίδιος ζήτησε το φάκελο της υπόθεσης από τον ως άνω δικηγόρο και τον έλαβε με σκοπό να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο, δεν εκθέτει στη συνέχεια το λόγο για τον οποίο έγινε αυτό και συγκεκριμένα εάν η λήψη του φακέλου με σκοπό ανάθεσης σε άλλο δικηγόρο έγινε λόγω καθυστερήσεων του εν λόγω δικηγόρου προς άσκηση της αγωγής ή για κάποιο άλλο λόγο οφειλόμενο στο δικηγόρο αυτό και όχι στον ίδιο (τον αναιρεσείοντα).
δ) Ενώ το Εφετείο δέχεται τα αμέσως ανωτέρω, δέχεται στη συνέχεια ότι τελικά το Μάιο του έτους 2009 ο εναγόμενος δήλωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ. Α. ότι δεν επιθυμεί πλέον να ασκηθεί από κοινού από τους διαδίκους αγωγή με βάση τις διατάξεις του Ν. 1562/1985. Ότι η δήλωση αυτή ουδόλως καθιστά σαφές και βέβαιο, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, ότι πληρώθηκε με το συγκεκριμένο τρόπο η διαλυτική αίρεση, η οποία είχε ως περιεχόμενο ότι "δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί τελικά είτε η εξώδικη είτε η δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής", καθώς δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς με τη μη επίτευξη δικαστικής διευθέτησης, ενόψει μάλιστα του ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση με την απαιτούμενη πληρότητα ότι είχε ολοκληρωθεί η απαιτούμενη προεργασία για την άσκηση της αγωγής του Ν. 1562/1985, καθώς και του ότι η ίδια η απόφαση δέχεται ότι ζήτησε ο ίδιος και έλαβε το φάκελο της υπόθεσης από το δικηγόρο με σκοπό να την αναθέσει σε άλλο δικηγόρο και όχι με σκοπό να μην ασκηθεί η αγωγή.
ε) Ότι η ασάφεια και η αβεβαιότητα ως προς την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, που δέχθηκε το Εφετείο, επιτείνεται από την έτερη παραδοχή της ότι την 8-10-2009 η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε το ανωτέρω ποσοστό των 111/1000 της συγκυριότητας του ακινήτου, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται στην απόφαση εάν ο ίδιος διατήρησε την κυριότητά του ως προς το ποσοστό του, δηλαδή το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητας, ούτε εάν ανέθεσε ή όχι σε κάποιον άλλο εργολάβο την ανέγερση της οικοδομής, οπότε πλέον θα ήταν αδύνατη η άσκηση αγωγής του Ν. 1562/1985.
στ) Ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση για το εάν η δήλωσή του ότι δεν επιθυμεί να ασκηθεί αγωγή από κοινού από τους διαδίκους με βάση τις διατάξεις του Ν. 1562/1985 έγινε εγγράφως ή προφορικά, ούτε εάν μετά από τη δήλωσή του αυτή, η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη προέβη σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίδραση.
ζ) Ότι το Εφετείο συνήγαγε εξώδικη ομολογία του ιδίου, αναφέροντας στην απόφασή του ότι "άλλωστε, ο εναγόμενος είχε ικανοποιηθεί πλήρως με την έως τότε εκτελεσθείσα σύμβαση με τη μορφή που προαναφέρθηκε, όπως είχε ομολογήσει και εξωδίκως με το από 25-9-2014 έγγραφο σημείωμά του", χωρίς να αναφέρει το ακριβές περιεχόμενο της ομολογίας και μάλιστα εντελώς αντιφατικά ως προς την πλήρη ικανοποίησή του, αφού η υλοποίηση της συμφωνίας θα του απέδιδε δύο διαμερίσματα, τα οποία δεν έλαβε, γεγονός το οποίο δεν συνιστά πλήρη ικανοποίησή του.
η) Ότι, ενώ το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "εάν πράγματι ο εναγόμενος ενδιαφερόταν για την υλοποίηση της συμφωνίας σχετικά με την ανέγερση της αντιπαροχής, καθώς και την παράδοση στον ίδιο των δύο διαμερισμάτων του πρώτου και του δευτέρου ορόφου, τότε θα έπρεπε εκείνος να έχει αξιώσει την επίσπευση της διαδικασίας της αγωγής του Ν. 1562/1985 κατά των θυγατέρων του, πλην όμως αυτό ουδόλως αποδείχθηκε", στη συνέχεια αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή της ότι ο ίδιος ζήτησε το φάκελο της υπόθεσης από το δικηγόρο Φ.
με σκοπό να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο. Και θ) Ότι δεν αιτιολογείται καθόλου στην απόφαση του Εφετείου για ποιο λόγο να μην επιθυμεί την υλοποίηση της συμφωνίας, ήτοι για ποιο λόγο να μην επιθυμεί να λάβει τα δύο διαμερίσματα του πρώτου και του δευτέρου ορόφου, τα οποία χωρίς καμία απολύτως δική του δαπάνη ανέμενε να λάβει από την υλοποίηση της συμφωνίας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της: ?Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν μπόρεσε τελικά να εξασφαλίσει τη συναίνεση των δύο θυγατέρων του Σ. και Ε. για την ανέγερση της οικοδομής, με τις οποίες, άλλωστε, δεν διατηρούσε καλές σχέσεις, όπως ο ίδιος αναφέρει τούτο στις από 20-10-2015 έγγραφες προτάσεις του που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος δεν κατάφερε να πείσει τις θυγατέρες του ότι η μεταβίβαση των ποσοστών τους στην ενάγουσα ήταν συμφέρουσα και ότι θα απέφερε οικονομικό όφελος σ' αυτές. Το ανωτέρω περιστατικό αποδείχθηκε, πέραν των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και από το γεγονός ότι οι θυγατέρες του εναγομένου, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, επιβάρυναν τα ποσοστά συγκυριότητάς τους επί τους ως άνω ακινήτου με προσημειώσεις υποθηκών (βλ.
τις προσκομισθείσες δύο υπ' αριθμ. .../13-10-2015 βεβαιώσεις της Υποθηκοφύλακα Πειραιώς). Από τις εν λόγω βεβαιώσεις αποδείχθηκε ότι η μεν Σ. Κ. συναίνεσε σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ για ποσό 48.000 ευρώ, εγγραφείσα την 13-4-2006, ενώ η Ε. Κ. συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ για ποσό 250.000 ευρώ, εγγραφείσα την 7-9-2006.
Δεν είναι, άλλωστε, πειστική η από 10-10-2017 ένορκη βεβαίωση της Σοφίας Κοντού ότι "δεν πήγε στο μυαλό της" και "δεν φαντάστηκε" ότι η προσημείωση αυτή θα ήταν εμπόδιο στην αντιπαροχή. Στη συνέχεια, αφού διαπιστώθηκε και από τον ίδιο το Γ. Α. (νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας) ότι δεν υπήρχε πεδίο συνεννόησης με τις θυγατέρες του εναγομένου, κατέστη αναγκαία η άσκηση αγωγής κατά τις διατάξεις του Ν. 1562/1985 "περί οικοδόμησης συνιδιόκτητων ακινήτων" καθώς και η κατάρτιση, ενόψει της αγωγής αυτής, φακέλου αρχιτεκτονικής μελέτης της οικοδομής.
Η μελέτη αυτή ήταν αναγκαία αφενός γιατί έπρεπε να μεσολαβήσει η διαδικασία υποβολής του φακέλου στο Δήμο Πειραιώς, αφού ανέκυψε ένα πολεοδομικό ζήτημα που έπρεπε να επιλυθεί (ήτοι έγκριση από το Δήμο Πειραιά της διαμόρφωσης του κοινόχρηστου χώρου έμπροσθεν του εν λόγω ακινήτου) και αφετέρου γιατί έπρεπε να κατατεθεί πλήρης φάκελος (με τις απαραίτητες τεχνικές μελέτες και σχεδιαγράμματα) στο αρμόδιο δικαστήριο που θα εκδίκαζε την υπόθεση, κατ' άρθρο 4 του ως άνω Ν. 1562/1985.
Η τεχνική αυτή εργασία, κατόπιν ανάθεσης από την ενάγουσα, έγινε κατά το χρονικό διάστημα 2006-2008 από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Κ. Χ., ο οποίος προέβη στις εξής ενέργειες: α) αποτύπωση και μελέτη του ανωτέρω ακινήτου για σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος το έτος 2006, β) σύνταξη τεχνικής έκθεσης με συνημμένα σχέδια για κατάθεση φακέλου στο αρμόδιο γραφείο του Δήμου Πειραιά το έτος 2007, για έγκριση προσπέλασης προς το οικόπεδο για είσοδο σε θέσεις στάθμευσης, γ) κατάθεση ανανεωμένου φακέλου με νέα έκθεση και νέα σχέδια για έγκριση για τον ως άνω λόγο και στο ίδιο γραφείο του Δήμου Πειραιά το έτος 2008 και δ) σύνταξη πλήρους φακέλου αρχιτεκτονικής μελέτης για υποβολή σε δικαστήριο το έτος 2008.
Επίσης, εντός του έτους 2008 επιλύθηκε και το σχετιζόμενο με το Δήμο Πειραιά πολεοδομική ζήτημα που είχε εμφανιστεί και συγκεκριμένα η Επιτροπή Σχεδίου Πόλης του ως άνω Δήμου με το υπ' αριθμ. …/21-4-2008 πρακτικό της συναίνεσε με τη διαμόρφωση του κοινόχρηστου χώρου έμπροσθεν του ανωτέρω ακινήτου επί της ..., ενώ το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πειραιά με την υπ' αριθμ. 429/1-8-2008 απόφασή του ενέκρινε τη διαμόρφωση του κοινόχρηστου χώρου έμπροσθεν του ακινήτου αυτού.
Ακολούθως, όταν ολοκληρώθηκε ο φάκελος με τα απαιτούμενα για την άσκηση της αγωγής του Ν. 1562/1985 έγγραφα και τις απαραίτητες μελέτες, ανατέθηκε από τους διαδίκους από κοινού στο δικηγόρο Ι. Φ. η εντολή για την άσκηση της αγωγής. Όμως, ενώ ο δικηγόρος αυτός προέβη στη σύνταξη σχεδίου αγωγής, ο εναγόμενος καθυστερούσε να προβεί στη σύμπραξη με την ενάγουσα στην άσκηση της αγωγής, παρά τις πιέσεις του εκπροσώπου της ενάγουσας Γ.
Α., και στη συνέχεια, ζήτησε το φάκελο της υπόθεσης από τον ως άνω δικηγόρο και τον έλαβε, με σκοπό να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκαν και από την ένορκη βεβαίωση του προαναφερόμενου δικηγόρου Ι. Φ.υ. Αποδείχθηκε, ακόμη ότι τελικά, το Μάιο του έτους 2009, ο εναγόμενος δήλωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ.
Α. ότι δεν επιθυμεί πλέον να ασκηθεί από κοινού από τους διαδίκους αγωγή με βάση τις διατάξεις του Ν. 1562/1985. Για το λόγο αυτό, λόγω μη ευόδωσης των σχεδίων της για την ανέγερση της οικοδομής στο εν λόγω ακίνητο, στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 8-10-2009, η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, πώλησε και μεταβίβασε το ανωτέρω ποσοστό (111/1000) συγκυριότητας του ακινήτου αυτού στον Γ.
Κ., αντί αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος 85.267,61 ευρώ. Εξ άλλου, εάν πράγματι ο εναγόμενος ενδιαφερόταν για την υλοποίηση της συμφωνίας σχετικά με την ανέγερση της πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς και την παράδοση στον ίδιο των δύο προαναφερομένων διαμερισμάτων των 1ου και 2ου ορόφων, τότε θα έπρεπε εκείνος να έχει αξιώσει την επίσπευση της διαδικασίας της αγωγής του Ν. 1562/19895 κατά των θυγατέρων του, πλην όμως αυτό ουδόλως αποδείχθηκε.
Άλλωστε, ο εναγόμενος είχε ικανοποιηθεί πλήρως με την έως τότε εκτελεσθείσα σύμβαση με την μορφή που προαναφέρθηκε, όπως είχε ομολογήσει και εξωδίκως με το από 25-9-2014 έγγραφο σημείωμά του (βλ. στην 3η σελίδα αυτού), που κατατέθηκε κατά την εκδίκαση της (με αριθμ. κατ. Δικογράφου33225/1168/2014) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας εταιρείας εναντίον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ομολογία που εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία...
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα αποδείχθηκε ότι η συμφωνηθείσα στο με αριθμό .../25-11-2004 προσύμφωνο διαλυτική αίρεση πληρώθηκε το Μάιο του έτους 2009, με συνέπεια την αυτοδίκαιη λύση μόνο της συμφωνίας περί ανέγερσης της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής και τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του πλουτισμού των συμβαλλομένων μερών, χωρίς να επηρεάζεται το κύρος της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του ποσοστού συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, αφού ο σχετικός όρος δεν συνδέθηκε με τη διαλυτική αίρεση.
Δηλαδή, με την πλήρωση της διαλυτικής αυτής αίρεσης επανέρχεται η προηγούμενη κατάσταση, με συνέπεια τα μέρη να υποχρεούνται να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν παροχές κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω λήξης της αιτίας της σχετικής παροχής... Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση αποδείχθηκε ότι πλουσιότερος κατέστη ο εναγόμενος κατά το ποσό των 117.400 ευρώ, το οποίο πρέπει να αποδώσει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την 1-6-2009, αφού το Μάιο του έτους 2009 είχε πλέον καταστεί γνωστό στα συμβαλλόμενα μέρη ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση του προσυμφώνου και ότι, συνεπώς, έπρεπε να επιστραφεί η παροχή αυτή στην ενάγουσα (άρθρ. 912 εδ.
β' ΑΚ)?. Με βάση τις παραδοχές αυτός το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί τα ίδια, και συγκεκριμένα, αφού προηγουμένως δέχθηκε τη μερική εικονικότητα του προσυμφώνου ως προς το πραγματικά συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης του ποσοστού 111/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου κατά το ποσό των 117.400 ευρώ και δεχόμενο την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως προς το εν λόγω ποσό, υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό αυτό, λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης που είχε τεθεί στο προσύμφωνο της αντιπαροχής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο κατά τα ανωτέρω, διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασής του, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 202 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 904 ιδίου Κώδικα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα της πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, που είχε τεθεί στο ανωτέρω αναφερόμενο προσύμφωνο της αντιπαροχής.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης να παρατίθενται σ' αυτήν, και μάλιστα επακριβώς, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με την ανωτέρω υπό στοιχείο α' αιτίαση, καθώς και με την ταυτόσημη κατά περιεχόμενο αιτίαση του έκτου σκέλους του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, τα απαιτούμενα από το άρθρο 4 του Ν. 1562/1985 έγγραφα για την έγερση της σχετικής αγωγής, δεδομένου ότι αρκούσε η παραδοχή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, "Ακολούθως, όταν ολοκληρώθηκε ο φάκελος με τα απαιτούμενα για την άσκηση της αγωγής του Ν. 1562/1985 έγγραφα και τις απαραίτητες μελέτες...".
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι από την πιο πάνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ολοκληρώθηκε ο φάκελος με τα απαιτούμενα έγγραφα και μελέτες του Ν. 1562/1985, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι είχαν συνταχθεί όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 4 του Ν. 1562/1985 έγγραφα και επομένως, με το λόγο αυτό προσβάλλεται ουσιαστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του Δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Δεν ήταν αναγκαίο, επίσης, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων με τις ανωτέρω υπό στοιχεία β', γ', ε', στ' ειδικότερες αιτιάσεις, να παρατίθενται σ' αυτήν, ενόψει του κρίσιμου ζητήματος της πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης που δέχθηκε το Εφετείο, τα συγκεκριμένα στοιχεία του συνταχθέντος από το δικηγόρο Ι.
Φ. σχεδίου της αγωγής με βάση το Ν. 1562/1985 και τα συγκεκριμένα περιστατικά ως προς την απαιτούμενη σύμπραξη του αναιρεσείοντος στην άσκηση της αγωγής, εάν η λήψη του φακέλου από το δικηγόρο έγινε από τον αναιρεσείοντα λόγω καθυστερήσεων του εν λόγω δικηγόρου ή σε άλλο λόγο οφειλόμενο στον τελευταίο, καθόσον μάλιστα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "ο εναγόμενος καθυστερούσε να προβεί στη σύμπραξη με την ενάγουσα στην άσκηση της αγωγής, παρά τις πιέσεις του εκπροσώπου της ενάγουσας Γ.
Α. και στη συνέχεια ζήτησε και έλαβε το φάκελο της υπόθεσης από τον ως άνω δικηγόρο", εάν ο εναγόμενος-αναιρεσείων διατήρησε το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητάς του στο ακίνητο ή εάν ανέθεσε ή όχι σε άλλον εργολάβο την ανέγερση της οικοδομής και εάν η δήλωσή του ότι δεν επιθυμεί πλέον να ασκηθεί από κοινού από τους διαδίκους αγωγή με βάση το Ν. 1562/1985 έγινε εγγράφως ή προφορικώς, δεδομένου ότι, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές του Δικαστηρίου, η δήλωση αυτή έγινε προφορικά.
Δεν ήταν, επίσης, αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης να αιτιολογείται σ' αυτήν, ενόψει της προηγούμενης παραδοχής του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων δήλωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ότι δεν επιθυμεί πλέον να ασκηθεί η αγωγή με βάση το Ν. 1562/1985, για ποιο λόγο να μην επιθυμεί να λάβει τα δύο διαμερίσματα του πρώτου και του δευτέρου ορόφου, που ανέμενε να λάβει χωρίς καμία δαπάνη από την υλοποίηση της συμφωνίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων με την πιο πάνω υπό στοιχείο θ' αιτίαση.
Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, κρίσιμο ζήτημα στην προκειμένη υπόθεση ήταν η πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία προσυμφωνήθηκε η αντιπαροχή, την οποία δέχθηκε το Εφετείο με την παράθεση αλληλουχίας γεγονότων, που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του από τις αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την εξ αιτίας της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της σχετικής του δήλωσης πλήρωση της αίρεσης αυτής.
Επίσης, δεν υπάρχει καμία αντίφαση, ενόψει του συνόλου των παραδοχών του Εφετείου, μεταξύ αφενός μεν της παραδοχής του ότι ο εναγόμενος ζήτησε και έλαβε το φάκελο της υπόθεσης από το δικηγόρο με σκοπό να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο και της εν συνεχεία παραδοχής του ότι το Μάιο του 2009, ο εναγόμενος δήλωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ότι δεν επιθυμεί πλέον να ασκηθεί από κοινού από τους διαδίκους αγωγή με βάση τις διατάξεις του Ν. 1562/1985, δεδομένου μάλιστα, ότι η πρώτη παραδοχή δεν αποκλείει και δεν αναιρεί τη δεύτερη, όπως δεν υπάρχει, επίσης, για τους ίδιους ως άνω λόγους, καμία αντίφαση μεταξύ αφενός μεν της παραδοχής του Δικαστηρίου της ουσίας ότι "εάν πράγματι ο εναγόμενος ενδιαφερόταν για την υλοποίηση της συμφωνίας σχετικά με την ανέγερση της αντιπαροχής, καθώς και την παράδοση στον ίδιο των δύο διαμερισμάτων, τότε θα έπρεπε εκείνος να έχει αξιώσει την επίσπευση της διαδικασίας της αγωγής του Ν. 1562/1985 κατά των θυγατέρων του, πλην όμως αυτό ουδόλως αποδείχθηκε" και της έτερης παραδοχής του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος ζήτησε το φάκελο της υπόθεσης από το δικηγόρο Φ.
με σκοπό να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τις πιο πάνω υπό στοιχεία δ' και η' αιτιάσεις. Δεν ήταν, τέλος, αναγκαίο για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, να αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση το ακριβές περιεχόμενο της εξώδικης ομολογίας του εναγομένου-αναιρεσείοντος, την οποία το Εφετείο συνήγαγε από το από 25-9-2014 έγγραφο σημείωμά του σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, καθόσον μάλιστα το Δικαστήριο παραθέτει στην απόφασή του την εξώδικη αυτή ομολογία, εκθέτοντας συγκεκριμένα ότι "άλλωστε, ο εναγόμενος είχε ικανοποιηθεί πλήρως με την έως τότε εκτελεσθείσα σύμβαση με τη μορφή που προαναφέρθηκε, όπως είχε ομολογήσει και εξωδίκως με το από 25-9-2014 έγγραφο σημείωμά του", παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με την παραπάνω υπό στοιχείο ζ' αιτίαση.
Ούτε, άλλωστε, προκύπτει αντίφαση από την ανωτέρω συναγόμενη από το Δικαστήριο εξώδικη ομολογία ως προς την πλήρη ικανοποίηση του εναγομένου-αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα διατείνεται ο τελευταίος με την αυτήν ως άνω αιτίαση, την οποία, πλήρη ικανοποίηση, αυτός θεωρεί ότι θα επερχόταν όταν η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη θα του παρέδιδε τα δύο διαμερίσματα.
Και τούτο διότι, το Εφετείο δέχεται κατά τα προαναφερθέντα ότι "ο εναγόμενος είχε ικανοποιηθεί πλήρως με την έως τότε εκτελεσθείσα σύμβαση με τη μορφή που προαναφέρθηκε", υπονοώντας σαφέστατα ότι ήδη είχε λάβει ως αντάλλαγμα για την αντιπαροχή το ποσό των 117.400 ευρώ, και όχι ότι "είχε ικανοποιηθεί πλήρως με την εκτελεσθείσα σύμβαση".
Ως απαράδεκτος δε πρέπει να απορριφθεί στο σημείο αυτό ο συναφής τέταρτος πρόσθετος λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ έλαβε υπόψη ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα ανύπαρκτη ομολογία του από τις πιο πάνω αναφερόμενες προτάσεις του σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου ότι η κρίση του Δικαστηρίου για το αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από το ανωτέρω έγγραφο, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 297/2009, ΑΠ 815/2009).
Επομένως και συνακόλουθα με όσα προαναφέρθηκαν, οι παραπάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 202 ΑΚ, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που προϋποθέτει επέλευση πλουτισμού, ήτοι δόση ορισμένης παροχής στον πλουτίσαντα-εναγόμενο, τέτοια δε δόση δεν συνιστά η παράδοση και μόνο επιταγών προς αυτόν, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς την περαιτέρω κρίση του Δικαστηρίου ότι εισπράχθηκε απ' αυτόν το ποσό των επιταγών.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, κατά τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και αναφορικά με το ποσό των 117.400 ευρώ, έγινε δεκτό ότι, ?Μάλιστα, ένα μέρος από το ανωτέρω αναγραφόμενο (ως συμφωνηθέν τίμημα) ποσό και συγκεκριμένα αυτό των 117.400 ευρώ καταβλήθηκε από την ενάγουσα στον εναγόμενο ως εξής:
ποσό 15.619 ευρώ καταβλήθηκε σε μετρητά, ποσό 101.780,61 ευρώ καταβλήθηκε με την παράδοση δύο τραπεζικών επιταγών..., η πρώτη για ποσό 65.000 ευρώ και η δεύτερη για ποσό 36.780,61 ευρώ...? και ότι ?...αποδείχθηκε ότι πλουσιότερος κατέστη ο εναγόμενος κατά το ποσό των 117.400 ευρώ, το οποίο πρέπει να αποδώσει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την 1-6-2009, αφού το Μάιο του έτους 2009 είχε πλέον καταστεί γνωστό στα συμβαλλόμενα μέρη ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση του προσυμφώνου και ότι, συνεπώς, έπρεπε να επιστραφεί η παροχή αυτή στην ενάγουσα...?.
Από τις πιο πάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι η παραδοχή της απόφασης ότι "ποσό 101.780,61 ευρώ καταβλήθηκε με την παράδοση δύο τραπεζικών επιταγών" σαφέστατα υπονοεί ότι το εν λόγω ποσό εξοφλήθηκε με την παράδοση των δύο επιταγών, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει καμία αμφιβολία για την καταβολή του συνολικού ποσού των 117.400 ευρώ στον αναιρεσείοντα.
Συνακόλουθα, δεν τίθεται θέμα εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 904 ΑΚ, αφού αιτιολογείται επαρκώς και κατά τρόπο αναμφίβολο ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος κατά το ποσό των 117.400 ευρώ, παρά τα όσα αντίθετα και γι' αυτό αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) για το ουσιώδες ζήτημα της συνομολόγησης μεταξύ του ιδίου και της αναιρεσίβλητης διαλυτικής αίρεσης σε σχέση με τη συγκεκριμένη καταβολή του ποσού των 117.400 ευρώ.
Ότι, ειδικότερα, ενώ η απόφαση δέχεται ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του ποσού των 117.400 ευρώ ως ανταλλάγματος για την ανάθεση στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, δεν περιέλαβε σαφή και συγκεκριμένη κρίση ότι η συμφωνία τους αυτή για την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού των 117.400 ευρώ, η οποία, κατά την προσβαλλόμενη, δεν περιλήφθηκε στο προσύμφωνο προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου, συνοδευόταν από περαιτέρω συμφωνία τους ότι και η συγκεκριμένη καταβολή γίνεται υπό διαλυτική αίρεση.
Επίσης, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι, σε κάθε περίπτωση, η κρίση της προσβαλλόμενης ότι η συμφωνία τους για την καταβολή του ποσού των 117.400 ευρώ καλύπτεται από τη συμφωνία τους περί του τιμήματος της πώλησης, ήτοι καλύπτεται από μία συμφωνία στην οποία δεν έχει τεθεί διαλυτική αίρεση, αντιφάσκει πλήρως προς την οποιαδήποτε παραδοχή ότι η καταβολή του συγκεκριμένου ποσού των 117.400 ευρώ συμφωνήθηκε να γίνει με διαλυτική αίρεση.
Επί του λόγου αυτού της αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι με το .../25-11-2004 προσύμφωνο συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων τα εξής: α) Ότι από το ποσοστό 836/1000 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου, που ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αυτός ανέλαβε να μεταβιβάσει με οριστικό συμβόλαιο πώλησης στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ποσοστό συγκυριότητας ανερχόμενο σε 111/1000 εξ αδιαιρέτου, αντί αναγραφομένου στο προσύμφωνο τιμήματος 293.000 ευρώ, ένα μέρος του οποίου και συγκεκριμένα ποσό 117.400 ευρώ καταβλήθηκε στον εναγόμενο με την υπογραφή του προσυμφώνου με τον τρόπο που εκτίθεται στην προσβαλλόμενη.
β) Ότι ο εναγόμενος αναθέτει στην ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία το έργο της ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με οριζόντιες ιδιοκτησίες, με δαπάνες της και με το σύστημα της αντιπαροχής. γ) Ότι μετά την ανέγερση της οικοδομής θα παραδίδονταν από την ενάγουσα στον εναγόμενο ως αντάλλαγμα για την αντιπαροχή αυτή, δύο διαμερίσματα, ένα στον πρώτο και ένα στο δεύτερο όροφο, επιφανείας εκάστου 140 τ.μ.
δ) Ότι σε περίπτωση αντιρρήσεων εκ μέρους των δύο θυγατέρων του εναγομένου, οι οποίες ήταν συγκύριες του ακινήτου στο υπόλοιπο ποσοστό της συγκυριότητας αυτού, ως προς τη συμφωνία της αντιπαροχής, οι διάδικοι θα ασκούσαν από κοινού αγωγή για την εφαρμογή των οριζομένων στο Ν. 1562/1985. Και ε) Ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο οι θυγατέρες του εναγομένου δεν συναινούσαν στα θέματα της αντιπαροχής και δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί τελικά είτε η εξώδικη είτε η δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, τότε η συμφωνία περί αντιπαροχής θα λυόταν αυτοδικαίως.
Δέχθηκε δε το Εφετείο ότι με τον τελευταίο αυτό όρο του προσυμφώνου ορίστηκε ότι η συμφωνία των διαδίκων για την ανέγερση της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της εξώδικης διευθέτησης των ζητημάτων της αντιπαροχής, τη συναίνεση δηλαδή των θυγατέρων του εναγομένου, ή, σε περίπτωση άρνησής τους, της δικαστικής διευθέτησης των ζητημάτων αυτών με τη διαδικασία του Ν. 1562/1985.
Δέχθηκε, περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα του πράγματι συμφωνηθέντος με το ως άνω προσύμφωνο τιμήματος της πώλησης στην ενάγουσα του ποσοστού των 111/1000 του ακινήτου, ότι αυτό ήταν εν μέρει εικονικό και ότι δεν αντιπροσώπευε πλήρως την πραγματική συμφωνία των διαδίκων, η οποία στην πραγματικότητα ήταν:
α) προσύμφωνο πώλησης του εναγομένου προς την ενάγουσα του ποσοστού των 111/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου με τίμημα 175.611 ευρώ και β) προσύμφωνο ανάθεσης στην ενάγουσα της ανέγερσης εξαώροφης οικοδομής στο ακίνητο με αντάλλαγμα την παράδοση στον εναγόμενο δύο διαμερισμάτων, ένα στον πρώτο και ένα στο δεύτερο, επιφάνειας 140 τ.μ.
το καθένα και με επί πλέον αντάλλαγμα την άμεση κατά την υπογραφή του προσυμφώνου καταβολή στον εναγόμενο του ποσού των 117.400 ευρώ, αντί για την παράδοση σ' αυτόν ενός ακόμα διαμερίσματος, όπως ζήτησε ο τελευταίος. Ότι η μερική αυτή ακυρότητα, λόγω της εικονικότητας, ως προς πραγματικό τίμημα της πώλησης, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το καταβληθέν στον εναγόμενο ποσό των 117.400 ευρώ, συνεπάγεται τη μερική ακυρότητα της ανωτέρω συμφωνίας κατά το ποσό αυτό και ότι κατά τα λοιπά είναι έγκυρη η δεύτερη συμφωνία που περιλήφθηκε στο προσύμφωνο περί ανάθεσης στην ενάγουσα της ανέγερσης της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής αντί ανταλλάγματος που περιλαμβάνει, πέραν της παράδοσης στον εναγόμενο των δύο ως άνω διαμερισμάτων, επί πλέον και το ποσό των 117.400 ευρώ και η οποία δεύτερη αυτή συμφωνία καλύπτεται από την ανωτέρω εικονική συμφωνία για το τίμημα της πώλησης του ποσοστού των 111/1000 στην ενάγουσα.
Δέχθηκε δε, τέλος, το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν κατέστη δυνατή η εξώδικη ή η δικαστική διευθέτηση των ζητημάτων της αντιπαροχής για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, με αποτέλεσμα την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης του προσυμφώνου και την ανατροπή μόνο των αποτελεσμάτων της συμφωνίας της αντιπαροχής, με περαιτέρω αποτέλεσμα την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 117.400 ευρώ.
Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου καθίσταται σαφές ότι η ως άνω διαλυτική αίρεση συμφωνήθηκε μόνο στην ειδικότερη συμφωνία του προσυμφώνου για την αντιπαροχή και όχι και στη συμφωνία πώλησης του ποσοστού των 111/1000 εξ αδιαιρέτου από τον εναγόμενο στην ενάγουσα και για το λόγο αυτό το Εφετείο δέχθηκε, λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, ανατροπή των αποτελεσμάτων μόνο της συμφωνίας της αντιπαροχής.
Η ιδιαίτερη αυτή συμφωνία της αντιπαροχής, με τους ειδικότερους όρους που δέχθηκε το Εφετείο ότι πραγματικά συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους, όπως οι όροι αυτοί εκτέθηκαν ανωτέρω, καλυπτόταν στο σύνολό της με την προαναφερθείσα διαλυτική αίρεση, όπως με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες έγινε δεκτό από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, ενόψει του ενιαίου της συμφωνίας της αντιπαροχής, να περιληφθούν στην απόφαση επί πλέον αιτιολογίες ότι η συμφωνία για την καταβολή του ποσού των 117.400 ευρώ, που καταρτίστηκε στα πλαίσια της αντιπαροχής, συνοδεύεται και αυτή με μία περαιτέρω συμφωνία ότι και η συγκεκριμένη καταβολή γίνεται υπό την αυτήν ως άνω διαλυτική αίρεση, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.
Δεν υπάρχει δε καμία αντίφαση στις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι η παραδοχή του Δικαστηρίου ότι η καταβολή του ποσού των 117.400 ευρώ συμφωνήθηκε, όπως και η όλη συμφωνία της αντιπαροχής, να γίνει υπό διαλυτική αίρεση, δεν αντιφάσκει με την κρίση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία των διαδίκων για την καταβολή του ανωτέρω ποσού καλύπτεται από τη συμφωνία για την καταβολή του τιμήματος της πώλησης, δηλαδή από μία συμφωνία στην οποία δεν έχει τεθεί διαλυτική αίρεση, αν ληφθεί υπόψη ότι το Δικαστήριο δέχθηκε προηγουμένως ότι η συμφωνία για το τίμημα της πώλησης των 111/1000 στο ποσό των 293.000 ευρώ, ήταν εν μέρει εικονική και συνεπώς εν μέρει άκυρη κατά το ποσό των 117.400 ευρώ.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά τα δύο πρώτα σκέλη του περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, να παραβιασθούν εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 138, 139, 166, 180, 202, 361, 681 και 904 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Με το τρίτο σκέλος του αυτού ως άνω πρώτου πρόσθετου αναιρετικού λόγου, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "δεν συνεπάγεται ότι η συμφωνία δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο αυτό μέρος (άρθρ. 181 ΑΚ)" αντιφάσκει με την κρίση της απόφασης ότι η ίδια συμφωνία ήταν εν γνώσει των διαδίκων εικονική.
Και τούτο διότι, όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 181 ΑΚ αποτελεί η εκ μέρους των συμβαλλομένων άγνοια της ακυρότητας, ήτοι εν προκειμένω της εικονικότητας, την οποία, όμως γνώριζαν οι συμβληθέντες διάδικοι. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά τα προαναφερθέντα ότι είναι έγκυρη η δεύτερη συμφωνία που περιλαμβάνεται στο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο περί ανάθεσης στην ενάγουσα της ανέγερσης της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής αντί ανταλλάγματος που περιλαμβάνει, εκτός από την παράδοση στον εναγόμενο των δύο διαμερισμάτων, επί πλέον την καταβολή σ' αυτόν και του ποσού των 117.400 ευρώ, η οποία συμφωνία καλύπτεται από την εικονική συμφωνία για το τίμημα της πώλησης και μεταβίβασης του ποσοστού συγκυριότητας.
Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο για τη δεύτερη αυτή συμφωνία επί λέξει ότι ?Είναι δε έγκυρη η συμφωνία αυτή, γιατί, όπως αποδείχθηκε, τα συμβαλλόμενα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (άρθρο 138 ΑΚ)..., ενώ δεν συνάγεται ότι η συμφωνία δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο αυτό μέρος (άρθρο 181 ΑΚ)?.
Από τις τελευταίες αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η δεύτερη απ' αυτές (από το άρθρο 181 ΑΚ) είναι πλεοναστική και συνεπώς, ως τέτοια, δεν δημιουργεί αντίφαση σε σχέση με την πρώτη (από το άρθρο 138 ΑΚ), η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και. 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 1627/2010, ΑΠ 1348/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του τρίτου πρόσθετου αναιρετικού λόγου προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ανέγνωσε εσφαλμένα το υπ' αριθμ. .../25-11-2005 προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστού εξ αδιαιρέτου και προσύμφωνο προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ελένης Γιαννακοπούλου-Λέκκα.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι με το προσύμφωνο αυτό και όσον αφορά την τεθείσα με αυτό διαλυτική αίρεση, ορίστηκαν επί λέξει τα ακόλουθα: "Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ρητά και ανεπιφύλακτα ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο οι συγκύριες Ε. Κ. και Σ. Κ. δεν συναινέσουν στα θέματα της αντιπαροχής και δεν επιτευχθεί τελικά είτε εξώδικη είτε δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, η παρούσα σύμβαση για αντιπαροχή θα λυθεί αυτοδικαίως".
Ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά σε σχέση με τη διαλυτική αυτή αίρεση τα ακόλουθα: "...ε) ότι σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο οι συγκύριες θυγατέρες του εναγομένου δεν συναινούσαν στα θέματα της αντιπαροχής και δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί τελικά είτε η εξώδικη είτε η δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, τότε η συμφωνία περί αντιπαροχής θα λυόταν αυτοδικαίως.
Με τον τελευταίο αυτό όρο του ανωτέρω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, ορίστηκε ότι η συμφωνία των διαδίκων περί ανέγερσης της οικοδομής από την ενάγουσα με το σύστημα της αντιπαροχής, τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της εξώδικης διευθέτησης των ζητημάτων της αντιπαροχής με τη συναίνεση των συγκυρίων θυγατέρων του εναγομένου ή, σε περίπτωση άρνησής τους, τη δικαστικής διευθέτησης των ζητημάτων αυτών με τη διαδικασία του Ν. 1562/1985".
Ότι με την παραδοχή αυτή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου, ο οποίος δεν αναφέρει ότι η διαλυτική αίρεση συνίσταται στο ότι "δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί τελικά είτε η εξώδικη είτε η δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής", αλλά αναφέρει ότι "δεν επιτευχθεί τελικά είτε εξώδικη είτε δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής".
Ότι, επίσης, ο ίδιος όρος δεν αναφέρεται σε "δικαστική διευθέτηση των ζητημάτων αυτών με τη διαδικασία του Ν. 1562/1985", αλλά σε "δικαστική διευθέτηση", χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε νομικές βάσεις δικαστικής διευθέτησης και δη αυτές του Ν. 1562/1985. Με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης και με την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι με την παραπάνω παραμόρφωση του προσυμφώνου ως προς τον όρο της διαλυτικής αίρεσης, η προσβαλλόμενη έκρινε περαιτέρω ότι με τη δήλωσή του ότι "δεν επιθυμεί πλέον να ασκηθεί από κοινού από τους διαδίκους αγωγή με βάση τις διατάξεις του Ν. 1562/1985", πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, με αποτέλεσμα να κριθεί εσφαλμένως από το Εφετείο ότι τα ανωτέρω περιστατικά της δήλωσής του υπάγονται στον κανόνα δικαίου του άρθρου 202 ΑΚ, στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ο λόγος, όμως αυτός και κατά τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του προσυμφώνου ως προς την τεθείσα διαλυτική αίρεση στη συμφωνία της αντιπαροχής, της οποίας καθόλου δεν παραμόρφωσε και δεν αλλοίωσε το περιεχόμενό της με την παράθεση της φράσης "στην περίπτωση που...
δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί τελικά..." αντί αυτής του προσυμφώνου "στην περίπτωση που... δεν θα επιτευχθεί τελικά...". Ορθά, επίσης, το Εφετείο ανέγνωσε το περιεχόμενο του προσυμφώνου ως προς την εν λόγω διαλυτική αίρεση και δεν το παραμόρφωσε, αναφέροντας στην απόφασή του σχετικά με τη δικαστική διευθέτηση των ζητημάτων της αντιπαροχής το Ν. 1562/1985, παρόλο που στο προσύμφωνο γίνεται λόγος για δικαστική διευθέτηση των ζητημάτων της αντιπαροχής, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε νομικές βάσεις.
Και τούτο διότι, η αναφορά στο προσύμφωνο για την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ούτε δικαστική διευθέτηση των ζητημάτων της αντιπαροχής, δεν μπορεί να αφορά σε τίποτε άλλο, παρά μόνο στο Ν. 1562/1985 "περί οικοδόμησης συνιδιόκτητων ακινήτων", δεδομένου ότι μόνο αυτός ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα οικοδόμησης ακινήτου με το σύστημα της αντιπαροχής, στην περίπτωση που δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των συγκυρίων του ακινήτου για την οικοδόμηση και τη ζητήσουν συγκύριοι τουλάχιστον κατά 65 εκατοστά του ακινήτου από το αρμόδιο δικαστήριο.
Τέτοιο δε ποσοστό συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου είχε κατ' αρχήν μόνος του ο αναιρεσείων και μετά την πώληση των 111/1000 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου από τον τελευταίο στην αναιρεσίβλητη, και οι δύο διάδικοι. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο μετά την κατά τα ανωτέρω ορθή ανάγνωση του προσυμφώνου ως προς την τεθείσα διαλυτική αίρεση, δέχθηκε στη συνέχεια ότι πληρώθηκε η εν λόγω αίρεση μετά την πιο πάνω αναφερόμενη δήλωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, ορθά υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 202 ΑΚ, παρά τα όσα αντίθετα και γι' αυτό αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών σχετικά με την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης που δέχθηκε το Εφετείο, να περιληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή και σαφής κρίση και παραδοχή ότι το γεγονός που αποτελούσε περιεχόμενο της διαλυτικής αίρεσης, η μη δηλαδή επίτευξη της δικαστικής διευθέτησης των θεμάτων της αντιπαροχής, κατέστη βέβαιο ότι δεν θα επέλθει, όπως διατείνεται, με την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων με το τρίτο σκέλος του αυτού ως άνω τρίτου πρόσθετου αναιρετικού λόγου.
Όπως δεν ήταν αναγκαίο να εκφερθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε κρίση ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δηλαδή το Μάιο του 2009, είχε παρέλθει κάποιος εύλογος χρόνος εντός του οποίου έπρεπε να επιτευχθεί η δικαστική διευθέτηση, όπως επίσης διατείνεται με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων. Και τούτο διότι, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Αποδείχθηκε ακόμη, ότι τελικά το Μάιο του έτους 2009 ο εναγόμενος δήλωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ.
Α. ότι δεν επιθυμεί πλέον να ασκηθεί από κοινού από τους διαδίκους αγωγή με βάση τις διατάξεις του Ν. 1562/1985", συνιστά πλήρη αιτιολογία της απόφασης ως προς τη μη επίτευξη της δικαστικής διευθέτησης των θεμάτων της αντιπαροχής, ενόψει της σαφούς και με το συγκεκριμένο περιεχόμενο δήλωσης του αναιρεσείοντος, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και της εντεύθεν παραδοχής της ότι με τη δήλωση αυτή πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία συμφωνήθηκε η αντιπαροχή.
Με το τέταρτο σκέλος του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, ενόψει των όσων εξέθεσε με το δικόγραφο της έφεσής του ενώπιον του Εφετείου και συγκεκριμένα ότι στην πραγματικότητα η αναιρεσίβλητη μετέβαλε τους σχεδιασμούς και τη βούλησή της λόγω οικονομικών προβλημάτων και αποφάσισε να μην προβεί στην ανέγερση της πολυκατοικίας.
Ότι, επίσης, είναι προφανές ότι η διαλυτική αίρεση ουδέποτε πληρώθηκε, καθώς ενώ η αναιρεσίβλητη θα μπορούσε να προβεί στην άσκηση αγωγής του Ν. 1562/1985 έστω και πλαγιαστικά, ως δανείστρια της συμφωνηθείσας εκ μέρους του άσκησης της αξίωσης εκ του νόμου αυτού, δεν το έπραξε, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ίδια μετέβαλε γνώμη λόγω των οικονομικών προβλημάτων της, όπως το γεγονός αυτό αποδεικνύει περαιτέρω και τη μη πλήρωση της αίρεσης.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττετε η αναιρετικά ανέλεγκτη για την ουσία πραγματικών γεγονότων κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε δε περίπτωση, η δεύτερη από τις ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέα και ως αβάσιμη, δεδομένου ότι από το περιεχόμενο της διαλυτικής αίρεσης, όπως αυτό εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι η πλήρωση αυτής δεν εξαρτήθηκε από δικονομικές ή άλλες δυνατότητες της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης.
Με το πέμπτο σκέλος του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας, καθώς, όπως ισχυρίζεται, η κρίση της προσβαλλόμενης ότι, λόγω της ανωτέρω δήλωσής του προς το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, αντιφάσκει με την παραδοχή της ότι ο ίδιος ζήτησε και έλαβε το φάκελο της υπόθεσης από το δικηγόρο Ι.
Φ., στον οποίο κατά την προσβαλλόμενη οι διάδικοι είχαν αναθέσει από κοινού την άσκηση αγωγής του Ν. 1562/1985, με σκοπό να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται στην απόφαση το ακριβές χρονικό σημείο στο οποίο έλαβε το φάκελο της υπόθεσης, αν δηλαδή αυτό έλαβε χώρα πριν ή μετά το Μάιο του 2009.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο αναιρεσείων ζήτησε και έλαβε το φάκελο της υπόθεσης από το δικηγόρο Ι. Φ., στον οποίο οι διάδικοι είχαν δώσει από κοινού την εντολή για την άσκηση της αγωγής του Ν. 1562/1985, με σκοπό να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή, στη συνέχεια, της απόφασης ότι "...τελικά το Μάιο του έτους 2009 ο εναγόμενος δήλωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Γ.
Α. ότι δεν επιθυμεί πλέον να ασκηθεί από κοινού από τους διαδίκους αγωγή με βάση τις διατάξεις του Ν. 1562/1985". Και τούτο διότι, η πρώτη παραδοχή δεν αναιρεί και δεν αποκλείει τη δεύτερη, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το γεγονός της πρώτης αυτής παραδοχής, όπως προκύπτει από την κατάστρωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της απόφασης, προηγείται χρονικά του γεγονότος της δεύτερης, με περαιτέρω αποτέλεσμα να προκύπτει σαφέστατα από τις αιτιολογίες αυτές ότι ο αναιρεσείων ζήτησε και έλαβε το φάκελο της υπόθεσης από τον πιο πάνω δικηγόρο πριν το Μάιο του έτους 2009.
Κατά το άρθρο 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, δηλαδή, παρά την μη ρητή αναφορά της ή, ακόμη, και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ115/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 875/2017, ΑΠ 1543/2004).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 683/2010) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και, επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 617/2019, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, 1093/2011, 1665/2014).
Εν προκειμένω, με το έβδομο και τελευταίο σκέλος του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 202 ΑΚ. Ότι ειδικότερα, δέχθηκε πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης με την ανωτέρω δήλωσή του προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης το Μάιο του 2009, λαμβάνοντας υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία εκτός του κειμένου της σύμβασης και χρησιμοποιώντας επιχειρήματα, χωρίς όμως να ερευνήσει και να παραθέσει στις σκέψεις της συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δηλαδή το Μάιο του 2009, ήταν πράγματι δυνατή η άσκηση αγωγής με βάση τις διατάξεις του Ν. 1562/1985 και ιδίως αν πράγματι είχαν συνταχθεί, έστω και σε σχέδιο, τα ανωτέρω απαιτούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1562/1985 έγγραφα και μάλιστα εάν τα διαλαμβανόμενα σε αυτά αντιστοιχούσαν στη συμφωνία τους που περιλαμβανόταν στο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο προσυμφώνου εργολαβικού που είχαν καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη, ώστε να είναι δυνατή με βάση αυτά η από κοινού άσκηση της αγωγής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το Εφετείο, α) είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της συμφωνίας της αντιπαροχής, στην οποία τέθηκε η διαλυτική αίρεση, μολονότι δέχθηκε ότι η συμφωνία αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του, β) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010).
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο ότι, υπό την ανωτέρω αιτίαση, ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 400 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες, μεταξύ άλλων, οι δικηγόροι για πραγματικά γεγονότα, που τους εμπιστεύθηκαν ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος, που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 403 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι που αποκλείουν την εξέταση μάρτυρα κατ' άρθρο 400 ΚΠολΔ, πρέπει να προτείνονται από το διάδικο πριν ορκιστεί, αν δε προτείνονται μετά την όρκισή του είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (ΑΠ 2114/2017, ΑΠ 95/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.
β` του ίδιου Κώδικα, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται , προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία έχουν δοθεί (ΑΠ 343/2000, ΑΠ 700/1997).
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι και οι μάρτυρες που βεβαιώνουν ένορκα, εξαιρούνται, όταν συντρέχει σχετικός λόγος από το άρθρο 400 παρ. 1 ΚΠολΔ, η δε πρόταση για τον αποκλεισμό τους από τον αντίδικο του προτείνοντος την εξέταση αυτών πρέπει να γίνεται και στην περίπτωση αυτή πριν από την όρκιση (ΑΠ 1867/2011).
Περαιτέρω, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης για μη κήρυξη απαράδεκτης ή άκυρης της κατάθεσης μάρτυρα, για τον οποίο συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού κατά το άρθρο 400 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τηρήθηκαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις για το παραδεκτό της προβολής του λόγου μη εξέτασης του μάρτυρα (ΑΠ 95/2008).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς έλαβε υπόψη της και εκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο για τη θεμελίωση της κρίσης της για την εικονικότητα του προσυμφώνου και για την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, μεταξύ των άλλων, και την υπ' αριθμ.4400/16-10-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.
Φ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Βενετίας Γιαννακοπούλου. Ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ο δικηγόρος του στην όλη υπόθεση της συναλλακτικής του σχέσης με την αναιρεσίβλητη και ο οποίος έδωσε την ένορκη βεβαίωση αφού είχε ήδη απολέσει, λόγω συνταξιοδότησης, την ιδιότητα του δικηγόρου και ότι συνεπώς αυτός ήταν εξαιρετέος κατά το άρθρο 400 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, αν ο αναιρεσείων πρότεινε την ένσταση αποκλεισμού της εξέτασης του ως άνω μάρτυρα πριν την όρκισή του. Από τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 32/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον αυτόν ως άνω πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι την ανωτέρω αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Ι. Φ.υ έλαβε υπόψη της και η πρωτόδικη απόφαση και ότι την κρίση της αυτή προσέβαλε ενώπιον του Εφετείου με τον αναφερόμενο λόγο έφεσης.
Ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο λόγος αυτός της έφεσής του με την αιτιολογία ότι από την ένορκη βεβαίωση προκύπτει ότι ο ίδιος δεν πρότεινε τις αντιρρήσεις του για την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του πριν την όρκισή του, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 423 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ότι η κρίση αυτή του Εφετείου είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη που εφαρμόστηκε για την απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσής του, δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού η διάταξη αυτή ισχύει και εφαρμόζεται για ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται μετά την 1-1-2016, ενώ η συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση λήφθηκε στις 16-10-2015.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος έφεσης του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμος με τις ακόλουθες αιτιολογίες: ?Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης, ο ως άνω εκκαλών-εναγόμενος δεν πρότεινε τις αντιρρήσεις του (ήτοι το λόγο εξαίρεσης) για την εξέταση του προαναφερόμενου ενόρκως βεβαιούντος (σημειώνεται ότι οι όροι και περιορισμοί που ισχύουν για τους μάρτυρες ισχύουν και για τους ενόρκως βεβαιούντες κατ' άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠολΔ) ενώπιον της συμβολαιογράφου όπου δόθηκε η ένορκη βεβαίωση (σημειώνεται ότι ο εναγόμενος είχε κληθεί να παραστεί κατά τη συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση), πριν από την όρκιση αυτού..., ενώ επίσης ο εκκαλών-εναγόμενος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις προτάσεις του σ' αυτό, δεν προέβαλε τις αντιρρήσεις του για τη λήψη υπόψη της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζητώντας να λάβει τούτο απόφαση επί της εγκαίρως προβληθείσας (πριν την όρκιση του βεβαιούντος) ένστασης εξαίρεσης?.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ορθώς μεν κατ` αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, απορρίπτοντας το πιο πάνω λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, η αιτιολογία όμως με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος αυτός είναι εσφαλμένη. Και τούτο διότι, η κρίση του Εφετείου ότι οι όροι και οι περιορισμοί, που ισχύουν για τους μάρτυρες, ισχύουν και για τους ενόρκως βεβαιούντες και ότι επομένως, η ένσταση αποκλεισμού του παραπάνω μάρτυρα έπρεπε να προταθεί πριν την ένορκη βεβαίωσή του, δεν στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 423 παρ. 1 ΚΠολΔ, την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μνημονεύει, αλλά στις προσήκουσες διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 2, 339, 400 παρ. 1 και 403 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν τόσο κατά το χρόνο που δόθηκε η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πριν δηλαδή την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015, ο οποίος ισχύει από 1-1-2016 και με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του οποίου προστέθηκε το πιο πάνω άρθρο 423 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο ως άνω πέμπτος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, ανεξάρτητα της αοριστίας του, αφού δεν μνημονεύει ποια συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίασε το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 423 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει ν` απορριφθεί, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 578 ΚΠολΔ.
Με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, με την επίκληση της παραβίασης του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 117.400 ευρώ επειδή πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, έκρινε περαιτέρω ότι ?Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση αποδείχθηκε ότι πλουσιότερος κατέστη ο εναγόμενος κατά το ποσό των 117.400 ευρώ, το οποίο πρέπει να αποδώσει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την 1-6-2009, αφού το Μάιο του έτους 2009 είχε πλέον καταστεί γνωστό στα συμβαλλόμενα μέρη ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση του προσυμφώνου και ότι, συνεπώς, έπρεπε να επιστραφεί η παροχή αυτή στην ενάγουσα (άρθρ. 912 εδ.
β' ΑΚ)?. Ότι με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της οφειλής τόκων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, καθώς η αναιρεσίβλητη στην αγωγή της ουδόλως αναφέρει ότι το Μάιο του 2009 είχε πλέον καταστεί γνωστό στα συμβαλλόμενα μέρη ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση του προσυμφώνου και ότι, συνεπώς, έπρεπε να επιστραφεί η παροχή αυτή στην ενάγουσα.
Ότι, αντιθέτως, με την αγωγή της η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί ο ίδιος να της καταβάλει το ποσό των 117.400 ευρώ εντόκως από το χρόνο λύσης του προσυμφώνου το Μάιο του 2009, άλλως τον Ιούνιο του 2009, άλλως από την επίδοση της αγωγής, χωρίς καμία άλλη αναφορά περί της γνώσης του ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση και δη το Μάιο του 2009.
Με το δεύτερο δε σκέλος του ίδιου ως άνω πρόσθετου λόγου και υπό την επίκληση της παραβίασης του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της καταβολής τόκων από το Μάιο του 2009, καθώς επαναλαμβάνει το κείμενο της διάταξης του άρθρου 912 εδ.
β' ΑΚ, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η γνώση του περί πληρώσεως της διαλυτικής αίρεσης και εντεύθεν της υποχρέωσής του προς καταβολή τόκων. Ωστόσο, ο πρόσθετος αυτός αναιρετικός λόγος, και κατά τα δύο σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, με την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, πλήττει ουσιαστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τις αποδείξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και σύμφωνα με το σχετικό της αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Β. Επί της από 18-6-2020 αίτησης αναίρεσης: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή του, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Η αοριστία δε του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 459/2018, ΑΠ 901/2010).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός της ότι ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) προέβη σε εκ προθέσεως ψευδείς δηλώσεις προς αυτήν ότι θα εξασφαλίσει τη συναίνεση των θυγατέρων του για την αντιπαροχή, ούτε αποδείχθηκε ότι εξ αρχής αυτός δεν είχε πρόθεση να συνεργαστεί με την ίδια για να ολοκληρωθεί η πολυκατοικία, ενώ δέχθηκε ότι η μη σύμπραξη του εναγομένου στην άσκηση αγωγής αποτελεί αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης απορρέουσα από το συναφθέν προσύμφωνο και όχι αδικοπραξία κατ' άρθρο 914 ΑΚ.
Ότι επίσης πληττόμενη απόφαση δέχθηκε μεταξύ των άλλων: 1) ότι η εικονική αναφορά του τιμήματος του ποσού των 293.000 ευρώ στο προσύμφωνο έγινε μετά από απαίτηση του αντιδίκου, ενώ η πραγματική βούληση των μερών ήταν ότι το τίμημα αυτό ανέρχεται σε 175.611 ευρώ, 2) ότι η ίδια προέβη στην αγορά των 111/000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου ενόψει της ανέγερσης της αντιπαροχής και 3) ότι η ίδια προέβη σε σειρά ενεργειών για να μπορέσει να καταστεί δυνατή η δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, καθώς και να μπορέσει να καταστεί οικοδομήσιμο το ακίνητο, δεδομένου ότι ανέκυψε έναν πολεοδομικό ζήτημα - τις οποίες ενέργειες αναλυτικά εκθέτει στο φύλλο 15 αυτής - και δη μεταξύ άλλων πρόσληψη μηχανικού, υποβολή αιτήσεων και παραστάσεων το Δήμο Πειραιά και στο Δημοτικό Συμβούλιο κλπ.
Ότι λόγω των ανωτέρω περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο, η μη σύμπραξη του αντιδίκου στην άσκηση της εν λόγω αγωγής δεν αποτελεί μόνο αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, αλλά αντίκειται και στα χρηστά ήθη και αποτελεί σαφώς αδικοπραξία κατ' άρθρο 914 ΑΚ, διάταξη την οποία έπρεπε να εφαρμόσει υπό την παραδοχή των ανωτέρω περιστατικών.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, παρά μόνο αποσπασματικά και μάλιστα υπό την εκδοχή της αναιρεσείουσας, όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις του νόμου.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την εκτίμηση των πραγμάτων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι:
α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Εξάλλου, πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή αποφυγή μείωσης του ενεργητικού της, που συντελείται στην τελευταία αυτή περίπτωση με την αποφυγή δαπανών στις οποίες θα έπρεπε να προβεί ή θα είχε προβεί ο υπόχρεος, εξοικονομώντας έτσι τις σχετικές δαπάνες.
Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία (Ολ ΑΠ 4/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 728/2019).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, καθώς περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι ενώ δέχθηκε ότι οι μελέτες του μηχανικού Χ. επέλυσαν το πολεοδομικό ζήτημα που είχε εμφανιστεί με το ακίνητο και ότι εγκρίθηκε από το Δήμο Πειραιά η διαμόρφωση του κοινοχρήστου χώρου έμπροσθεν του ακινήτου, δέχθηκε στη συνέχεια ότι οι μελέτες αυτές δεν ωφέλησαν τον αναιρεσίβλητο και απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής της περί καταβολής του ποσού των 18.900 ευρώ στο οποίο ανήλθε η αμοιβή του μηχανικού και το οποίο αίτημα στηριζόταν στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, τα ακόλουθα: ?Στη συνέχεια, αφού διαπιστώθηκε και από τον ίδιο τον Γ. Α. (νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας) ότι δεν υπήρχε πεδίο συνεννόησης με τις θυγατέρες του εναγομένου, κατέστη αναγκαία η άσκηση αγωγής κατά τις διατάξεις του Ν. 1562/1985 "περί οικοδόμησης συνιδιόκτητων ακινήτων", καθώς και η κατάρτιση, ενόψει της αγωγής αυτής, φακέλου αρχιτεκτονικής μελέτης της οικοδομής.
Η μελέτη αυτή ήταν αναγκαία αφενός γιατί έπρεπε να μεσολαβήσει η διαδικασία υποβολής φακέλου στο Δήμο Πειραιώς, αφού ανέκυψε ένα πολεοδομική ζήτημα που έπρεπε να επιλυθεί (ήτοι η έγκριση από το Δήμο Πειραιά της διαμόρφωσης του κοινόχρηστου χώρου έμπροσθεν του εν λόγω ακινήτου) και αφετέρου γιατί έπρεπε να κατατεθεί πλήρης φάκελος (με τις απαραίτητες τεχνικές μελέτες και σχεδιαγράμματα) στο αρμόδιο δικαστήριο που θα εκδίκαζε την υπόθεση, κατ' άρθρο 4 του ως άνω Ν. 1562/1985.
Η τεχνική αυτή εργασία, κατόπιν ανάθεσης από την ενάγουσα, έγινε, κατά το χρονικό διάστημα 2006-2008, από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Κ. Χ., ο οποίος προέβη στις εξής ενέργειες: α) αποτύπωση και μελέτη του ανωτέρω ακινήτου για σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος το έτος 2006, β) σύνταξη τεχνικής έκθεσης με συνημμένα σχέδια για κατάθεση φακέλου στο αρμόδιο γραφείο του Δήμου Πειραιά το έτος 2007, για έγκριση προσπέλασης προς το οικόπεδο για είσοδο σε θέσεις στάθμευσης, γ) κατάθεση ανανεωμένου φακέλου με νέα έκθεση και νέα σχέδια για έγκριση για τον ως άνω λόγο και στο ίδιο γραφείο του Δήμου Πειραιά το έτος 2008 και δ) σύνταξη πλήρους φακέλου αρχιτεκτονικής μελέτης για υποβολή σε δικαστήριο το έτος 2008.
Επίσης, εντός του έτους 2008 επιλύθηκε και το σχετιζόμενο με το Δήμο Πειραιά πολεοδομικό ζήτημα που είχε εμφανιστεί και συγκεκριμένα η Επιτροπή Σχεδίου Πόλης του ως άνω Δήμου με το υπ' αριθμ. 36/21-4-2008 πρακτικό της συναίνεσε με τη διαμόρφωση του κοινόχρηστου χώρου έμπροσθεν του ανωτέρω ακινήτου επί της ..., ενώ το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Πειραιά με την υπ' αριθμ. 429/1-8-2008 απόφασή του ενέκρινε τη διαμόρφωση του κοινόχρηστου χώρου έμπροσθεν του ακινήτου αυτού?.
Δέχθηκε δε στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα ακόλουθα: ?Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενες από την ενάγουσα μελέτες του μηχανικού Κ. Χ., για τις οποίες η σχετική δαπάνη της ανήλθε, όπως ισχυρίζεται, στο ποσό των 18.900 ευρώ, έχουν ωφελήσει τον εναγόμενο και, συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έχει καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος κατά το ποσό αυτό?.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας, που στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες και κατέστησε έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του αδικαιολογήτου πλουτισμού του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να παραβιάσει εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αρχικά δέχεται ότι προκειμένου να επιλυθεί το πολεοδομικό ζήτημα που ανέκυψε με τη διαμόρφωση του κοινόχρηστου χώρου έμπροσθεν του ακινήτου, για το οποίο συμφωνήθηκε η αντιπαροχή, η ενάγουσα ανέθεσε στον αρχιτέκτονα μηχανικό Κ. Χ. το σχετικό έργο, ο οποίος προέβη στις αναφερόμενες μελέτες, με αποτέλεσμα να εγκριθεί τελικά από το Δήμο Πειραιά η προτεινόμενη διαμόρφωση του κοινοχρήστου αυτού χώρου, εντελώς αντιφατικά δέχεται στη συνέχεια ότι οι εργασίες αυτές του εν λόγω μηχανικού, για τις οποίες η ενάγουσα δαπάνησε, όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή της, το ποσό των 18.900 ευρώ, δεν έχουν ωφελήσει τον εναγόμενο και ότι επομένως δεν τίθεται θέμα αδικαιολογήτου πλουτισμού του τελευταίου.
Με άλλα λόγια, ενώ η απόφαση δέχεται ότι επιλύθηκε με δαπάνες της ενάγουσας το πολεοδομικό ζήτημα της διαμόρφωσης του κοινοχρήστου χώρου έμπροσθεν του ακινήτου του εναγομένου και ότι, επομένως, το ακίνητο αυτό μπορούσε πλέον να αξιοποιηθεί οικοδομικά, δέχεται στη συνέχεια ότι οι εργασίες αυτές του μηχανικού με τις οποίες αξιοποιήθηκε το ακίνητο του εναγομένου, δεν ωφέλησαν τον τελευταίο.
Από τις αντιφατικές αυτές αιτιολογίες αποδυναμώνεται η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για τη μη υπαγωγή του σχετικού αιτήματος της ενάγουσας στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα του αδικαιολογήτου πλουτισμού του εναγομένου.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 204 ΑΚ, "Όποιος έχει δικαίωμα που εξαρτάται από αίρεση, μπορεί, αν πληρώθηκε η αίρεση, να ζητήσει αποζημίωση από τον άλλο εφόσον κατά τη διάρκεια της αβεβαιότητας ματαίωσε ή έβλαψε υπαίτια το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση".
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς, όπως ισχυρίζεται, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 204 ΑΚ και δεν το εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως μη νόμιμο το επικουρικό αίτημα της αγωγής της για την καταβολή του ποσού των 18.900 ευρώ, το οποίο δαπάνησε για την αμοιβή του αρχιτέκτονα μηχανικού και το οποίο δικαιούται κατά την ως άνω διάταξη, επειδή ματαιώθηκε η άσκηση του υπό αίρεση δικαιώματός της από την υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 18-12-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι η τελευταία ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι με το .../2004 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο συμφωνήθηκε με τον εναγόμενο, ο οποίος ήταν κύριος σε ποσοστό 836/1000 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου, η ανάθεση σ' αυτήν της ανέγερσης οικοδομής στο εν λόγω ακίνητο με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ότι από το ποσοστό των 836/1000 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, που ανήκε στον εναγόμενο, συμφωνήθηκε ότι αυτός θα μεταβίβαζε με οριστικό συμβόλαιο πώλησης σ' αυτήν (ενάγουσα) ποσοστό συγκυριότητας 111/1000 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, γεγονός που έλαβε χώρα με το .../2005 οριστικό συμβόλαιο πώλησης. Ότι, επίσης, συμφωνήθηκε με το ανωτέρω προσύμφωνο ότι σε περίπτωση αντιρρήσεων εκ μέρους των δύο θυγατέρων του εναγομένου, οι οποίες ήταν συγκύριες του ακινήτου κατά το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ως προς τη συμφωνία αυτή της αντιπαροχής, οι διάδικοι, ως συγκύριοι του ακινήτου, θα ασκούσαν από κοινού αγωγή κατά των θυγατέρων του εναγομένου στο αρμόδιο δικαστήριο για την εφαρμογή των οριζομένων στο Ν. 1562/1985 και ότι στο ίδιο προσύμφωνο τέθηκε διαλυτική αίρεση, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο οι συγκύριες θυγατέρες του εναγομένου δεν συναινούσαν στα θέματα της αντιπαροχής και δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί τελικά είτε η εξώδικη είτε η δικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, τότε η σύμβαση για την αντιπαροχή θα λυθεί αυτοδικαίως.
Ότι οι θυγατέρες του εναγομένου δεν συναίνεσαν τελικά στην αντιπαροχή και καθώς αποφάσισαν με τον εναγόμενο να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να τους επιτραπεί δικαστικά η οικοδόμηση του ακινήτου με το σύστημα της αντιπαροχής σύμφωνα με το Ν. 1562/1985, διαπιστώθηκε από το μηχανικό του ότι το ακίνητο δεν μπορούσε να οικοδομηθεί λόγω πρασιάς του Δήμου Πειραιά, που υπήρχε έμπροσθεν του ακινήτου.
Ότι ανέθεσε στο μηχανικό της Κ. Χ. τη σύνταξη τεχνικής μελέτης και σχεδίων, σύμφωνα με τις υποδείξεις των υπηρεσιών του Δήμου, για τη διευθέτηση του ζητήματος, ο οποίος προέβη στις αναφερόμενες ειδικότερα στην αγωγή εργασίες, έναντι αμοιβής από την ίδια ποσού 18.900 ευρώ και ότι τελικά με απόφαση των αρμοδίων συμβουλίων του Δήμου εγκρίθηκε η τεχνική έκθεση του μηχανικού.
Ότι το Μάιο του 2009, ο εναγόμενος της δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να προστρέξουν από κοινού στο Ν. 1562/1985 και ότι δεν μπορεί να επέλθει δικαστική ή εξωδικαστική διευθέτηση των θεμάτων της αντιπαροχής, με αποτέλεσμα να επέλθει η λύση της μεταξύ τους συμφωνίας για την αντιπαροχή με βάση τη συμφωνηθείσα διαλυτική αίρεση.
Με αυτά τα δεδομένα και όσον αφορά ειδικότερα την αμοιβή του ανωτέρω μηχανικού της ποσού 18.900 ευρώ, η ενάγουσα ζήτησε με το επικουρικό αίτημα της αγωγής της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό αυτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 204 ΑΚ ως αποζημίωση, καθώς, όπως ισχυρίστηκε, αυτός υπαιτίως προκάλεσε την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης και εντεύθεν τη ματαίωση του δικαιώματός της για την ανέγερση της οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.
Υπό τα περιστατικά αυτά, το επικουρικό αυτό αίτημα της αγωγής δεν είναι νόμιμο, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 204 ΑΚ προϋποθέτει για την εφαρμογή της δικαίωμα που εξαρτάται από αίρεση, το οποίο ματαιώθηκε. Τέτοια, όμως, αίρεση τέθηκε μόνο στη συμφωνία της αντιπαροχής των διαδίκων, στην οποία δεν περιλαμβάνεται και η διευθέτηση του ανωτέρω πολεοδομικού ζητήματος που προέκυψε για το ακίνητο, ούτε άλλωστε η ενάγουσα ισχυρίζεται κάτι τέτοιο με την αγωγή της και το οποίο ζήτημα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ανέλαβε να διευθετήσει η ενάγουσα με δική της πρωτοβουλία και έξοδα.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το ανωτέρω επικουρικό αίτημα της αγωγής επειδή δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε με την αγωγή της και στα οποία θεμελιωνόταν η αξίωσή της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως αόριστο το σχετικό αίτημα της αγωγής της για την επιδίκαση του ποσού των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και συνεπώς ως απαράδεκτος για τους εξής ειδικότερα λόγους: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, η αναιρεσείουσα εταιρεία στήριξε επικουρικά το αίτημα της αγωγής της για την καταβολή τόσο του ποσού των 117.400 ευρώ, όσο και του ποσού των 18.900 ευρώ στις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος της εκ μέρους του εναγομένου.
Ζήτησε δε με την αγωγή της να της επιδικαστεί το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής ως αόριστο. Στη συνέχεια δε, απέρριψε την αγωγή κατά την ανωτέρω επικουρική της βάση περί αδικοπραξίας του εναγομένου, καθώς, σύμφωνα με τις σχετικές παραδοχές της, δεν αποδείχθηκε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τελευταίου, την οποία επικαλέστηκε η ενάγουσα με την αγωγή της.
Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πλήττονται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς το κεφάλαιό της αυτό. Επομένως, και δεδομένου ότι η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προϋποθέτει την τέλεση αδικοπραξίας, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 8, όπως θεωρεί η αναιρεσείουσα) από την προσβαλλόμενη απόφαση, καθίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να στερείται νόμιμης βάσης. Ότι ειδικότερα, ενώ η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η ίδια προέβη στην αγορά των 111/1000 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου ενόψει της ανέγερσης της οικοδομής στο ακίνητο με το σύστημα της αντιπαροχής και ότι δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος των 175.611 ευρώ για την αγορά αυτή, έκρινε στη συνέχεια ότι δεν τίθεται ζήτημα αδικαιολογήτου πλουτισμού του αναιρεσιβλήτου κατά το ποσό των 85.611 ευρώ και απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: ?Στη συνέχεια, μετά τη σύνταξη και υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το με αριθμό .../22-3-2005 οριστικό συμβόλαιο πώλησης του συμφωνηθέντος ποσοστού συγκυριότητας (ήτοι 111/1000 εξ αδιαιρέτου) επί του εν λόγω ακινήτου ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Βενετίας Γιαννακοπούλου, με το οποίο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε το ανωτέρω ποσοστό συγκυριότητας προς την ενάγουσα εταιρεία αντί τιμήματος 42.317,06 ευρώ, όπως αναγράφεται στο εν λόγω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και όχι 175.611 ευρώ, όπως είχε προσυμφωνηθεί στην πραγματικότητα, το οποίο (42.317,06 ευρώ) καταβλήθηκε σε μετρητά από την ενάγουσα στον εναγόμενο ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου...?.
Δέχθηκε δε στη συνέχεια το Εφετείο με την απόφασή του ότι ?Περαιτέρω, παρά την αναγραφή του ποσού των 42.317,06 ευρώ ως τιμήματος στο με αριθμό .../2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την πώληση και μεταβίβαση του ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας (111/1000) εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου, καταβλήθηκε από την αγοράστρια ενάγουσα στον πωλητή εναγόμενο ως τίμημα το ποσό των 175.611 ευρώ, όπως αυτό αποδείχθηκε, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, και από την ένορκη βεβαίωση του Ι.
Φ.υ. Το συμφωνηθέν δε αυτό τίμημα (το οποίο και καταβλήθηκε) ανταποκρίνεται στην εμπορική αξία του ποσοστού συγκυριότητας που αγόρασε η ενάγουσα.
Συνεπώς, δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος για την πώληση του ανωτέρω ποσοστού και της εμπορικής (αληθινής) αξίας του πωληθέντος αυτού ποσοστού του ακινήτου, με συνέπεια...., να μην τίθεται ζήτημα αδικαιολογήτου πλουτισμού του εναγομένου κατά το ποσό των 85.611 ευρώ, το οποίο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αντιστοιχεί στη διαφορά ανάμεσα στο καταβληθέν τίμημα για την αγορά του εν λόγω ποσοστού συγκυριότητας ακινήτου (ήτοι 175.611 ευρώ) και στην εμπορική αξία του πωληθέντος ακινήτου (ήτοι 90.000 ευρώ)?.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής περί καταβολής του ποσού των 85.611 ευρώ με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως μέρος του αφανούς τιμήματος πώλησης που υπερβαίνει την εμπορική αξία του πωληθέντος ακινήτου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεχόμενο ότι δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος των 175.611 ευρώ για την πώληση στην ενάγουσα του ποσοστού των 111/1000 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και της εμπορικής αξίας του ποσοστού αυτού, σε αντίθεση με όσα είχε ισχυριστεί η ενάγουσα με την αγωγή της και συγκεκριμένα ότι η εμπορική αξία του ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας ανερχόταν στο ποσό των 90.000 ευρώ και ότι επομένως ο εναγόμενος είχε καταστεί πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της κατά το ποσό των (175.611 - 90.000 =) 85.611 ευρώ.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σε κάθε δε περίπτωση, ο πέμπτος αυτός λόγος είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα με την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει ουσιαστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί της αποδείξεις κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω, εφόσον γίνεται δεκτός ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, η κρινόμενη από 18-6-2020 αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 160/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό της αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 26-7-2019 και 18-6-2020 αιτήσεις και τους από 10-8-2020 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 160/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Απορρίπτει την από 26-7-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-8-2020 πρόσθετους λόγους του Ι. Κ.. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Δέχεται την από 18-6-2020 αίτηση της εταιρείας "..." για αναίρεση της 160/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 160/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το μέρος της που αναφέρεται ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ