Legislator Case Law & Legislation
1315/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment for failure to apply statute of limitations due to lack of legal basis.

Case Number 1315/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court failed to apply the statute of limitations because the defendant had not exercised rights for a long period. The court found the first ground valid but rejected the second, which required a substantive review of the court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if a substantive law rule was violated due to non-application or erroneous application, but not if the appeal presupposes a substantive judgment without sufficient reasoning on a decisive issue.

Keywords

AI generated
statute of limitations appeal admissibility substantive law violation lack of legal basis Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Principles of the Supreme Court 7/2006
General Principles of the Supreme Court 42005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1315 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1315/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Τσουμάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Σ. χήρας Δ.-Σ.-Ν. Σ. 2) Δ. Σ. του Δ.-Σ.-Ν., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευάγγελου Σπινέλλη.3) Ε. Σ. του Δ.-Σ.-Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και 4) Ί. Σ. του Δ.-Σ.-Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου, που κατέθεσε προτάσεις. Όλοι οι ανωτέρω συνεχίζουν τη δίκη, υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, λόγω βίαιης διακοπής της, λόγω θανάτου την 23-9-2018, του αρχικώς αναιρεσίβλητου Δ.-Σ.-Ν. Σ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-2011,31-3-2011 και 18-6-2008 αγωγές του αρχικώς αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 172/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1608/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 42005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικά ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικό περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 125/2011). Περαιτέρω, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Έτσι, το δικαστήριο της ουσίας, για να έχει επαρκείς αιτιολογίες που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ πρέπει να εξειδικεύει με την παραδοχή αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών τον τρόπο, με τον οποίο ο ενάγων που αξιώνει μισθούς υπερημερίας απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να φροντίσει για ανεύρεση εργασίας, προσδιορίζοντας συγκεκριμένους εργοδότες, στους οποίους θα ήταν δυνατόν να εργασθεί, παρέχοντας όμοια ή ανάλογη εργασία, πράγμα που με την θέλησή του απέφυγε να πράξει αδικαιολόγητα και κακόβουλα, καθώς και τα ποσά τα οποία θα κέρδιζε από την εργασία αυτή.

Εν προκειμένω, κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 10.10.2017 η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε και κατετέθη στο ακροατήριο η από 17.9.2018 γραπτή δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του ενάγοντος που συνέβη την 23.9.2017, καθώς και δήλωση συνέχισης αυτής από τους νόμιμους κληρονόμους του (σύζυγο και τέκνα αυτού), όπως τούτο προκύπτει από την από 25.9.2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε η ληξίαρχος του Δήμου .... και το από 4.10.2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου .... Με την από 14.2.2018 δε κλήση των ως άνω νομίμων κληρονόμων του ενάγοντος και δήλωση περί συνεχίσεως της παρούσης δίκης από αυτούς νομίμως επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ορίσθηκε νέα ημερομηνία συζητήσεως αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (άρθρ. 286, 287, 290 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση:

Α) Με την πρώτη από 27-11-2011 (αύξ. αριθμ. Καταθ. 212144/513/2011) κρινόμενη αγωγή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι την 1-3-1965 κατήρτισε με την τότε Ελληνική Εταιρεία Υδάτων σύμβαση έμμισθης εντολής, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του ως δικηγόρου στην προαναφερομένη και η τελευταία να του καταβάλλει για τις υπηρεσίες του μηνιαία πάγια αντιμισθία και ότι στην έννομη θέση της άνω εταιρείας υπεισήλθε η εναγόμενη μετά την συγχώνευση στις 23.8.1980 της άνω εταιρείας και του Οργανισμού Αποχετεύσεως Πρωτευούσης δυνάμει του ν. 1068/1980.

Ότι με την ιδιότητα του αυτή δικαιούται το κίνητρο απόδοσης το οποίο θεσπίστηκε από τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2470/1997, κατ' εξουσιοδότηση του οποίου εκδόθηκε η με αρ. 2022210/3-4-1997 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με την οποία χορηγήθηκε αυτό στους δικηγόρους με έμμισθη εντολή και το οποίο η εναγομένη χορηγεί σε όλους τους δικηγόρους που συνδέονται μαζί της με σύμβαση έμμισθης εντολής, πλην του ιδίου (ενάγοντος), κατά παράβαση της ως άνω ΚΥΑ και επικουρικά της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Ότι την 4-7-2005 η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ αυτής και του ιδίου (ενάγοντος) σύμβαση έμμισθης εντολής χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος. Ότι με τη με αρ. 3312/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής από την απόφαση 190/2011 του Αρείου Πάγου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης του με την εναγομένη, καθώς και ότι του οφείλονται μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 4-7-2005 μέχρι 31-12-2005.

Ότι μετά την ως άνω απόφαση επανήλθε στην εναγομένη και της πρόσφερε πραγματικά τις νομικές και δικηγορικές του υπηρεσίες μέχρι την 17-10-2011, που παραιτήθηκε. Ότι με την με αρ. 6946/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη λόγω παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση αίτησης αναίρεσης αναγνωρίστηκε το δικαίωμα αυτού (ενάγοντος) να λαμβάνει από την 1-1-1999 και εφεξής το ως άνω κίνητρο απόδοσης όπως εκάστοτε καθορίζεται.

Ότι υπάρχει νόμιμος λόγος και με ισχύ δεδικασμένου από την απόφαση 6046/2009 του Εφετείου Αθηνών να του καταβληθεί το επίδικο επίδομα και για το μετά την 1-11-2006 χρόνο, που αφορούσε η από 22- 11-2006 προγενέστερη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η τελευταία απόφαση, και μέχρι την 17-10-2011. Ότι το επίδικο κίνητρο απόδοσης για το επίδικο διάστημα από 1-11-2006 μέχρι 17-10-2011 που παραιτήθηκε καθορίστηκε στα 150 ευρώ μηνιαίως (ν. 3205/2003, αρ. 12 παρ. 1 περ.

α) και επομένως του οφείλονται για το εν λόγω χρονικό διάστημα 58.5 μηνιαία επιδόματα κινήτρου απόδοσης (4χ12+10'/2 μήνες έως την 17-10-2011, συν τα επιδόματα Χριστουγέννων ετών 2006 έως 2010 καθώς και Πάσχα και αδείας ετών 2006 έως 2011 δηλ. 150χ11) ήτοι συνολικά 69,5 χ 150=10.425 ευρώ. Ότι περαιτέρω η εναγομένη μετά την καταγγελία της σύμβασης του την 4-7-2005 έπαυσε να του καταβάλλει ως είχε υποχρέωση τα ποσά ασφαλιστικών εισφορών του στα ΤΝ, ΤΠΔΑ και ΚΕΑΔ.

Ότι αυτός (ενάγων) κατά τα έτη 2006 - 2011 κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων για ασφαλιστικές εισφορές στα ως άνω ταμεία το συνολικό ποσό των 16.954,54 ευρώ, όπως αναλυτικά εκθέτει στην αγωγή και διορθώνει κατά το περιεχόμενο με τις προτάσεις. Ότι το ως άνω ποσό όφειλε να του καταβάλλει η εναγομένη κατά μεν τα 2/3 σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 37 παρ. 1 του ν.2145/1993, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά δε το υπόλοιπο 1/3 σύμφωνα με την απόφαση 5450 της 9-2- 1988 του Δ.Σ της.

Με βάση αυτό το ιστορικό και για τις παραπάνω αιτίες ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει α) το ποσό των 10.425 ευρώ, νομιμότοκα από το τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο κατέστη απαιτητό κάθε επιμέρους ποσό, β) το ποσό των 16.954,54 ευρώ. νομιμότοκα από του τέλους κάθε έτους κατά το οποίο καθίστατο απαιτητό κάθε επιμέρους ετήσιο ποσό και συνολικά το ποσό των 27.379,54 ευρώ, νομιμότοκα ως άνω, άλλως νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Β) Με τη δεύτερη από 31-3-2011 (αύξ. αριθμ. Καταθ. 57101/163/2011) κρινόμενη αγωγή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι την 1-3-1965 κατήρτισε με την τότε Ελληνική Εταιρεία Υδάτων σύμβαση έμμισθης εντολής, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του, ως δικηγόρου στην προαναφερομένη και η τελευταία να του καταβάλλει για τις υπηρεσίες του μηνιαία πάγια αντιμισθία και ότι στην έννομη θέση της άνω εταιρείας υπεισήλθε η εναγόμενη μετά την συγχώνευση στις 23.8.1980 της άνω εταιρείας και του Οργανισμού Αποχετεύσεως Πρωτευούσης δυνάμει του ν. 1068/1980.

Ότι από 24-8-1990 παρείχε στην εναγομένη και υπηρεσίες Νομικού Συμβούλου. Ότι την 4-7-2005, που η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ αυτής και του ιδίου (ενάγοντος) σύμβαση έμμισθης εντολής καταχρηστικά και χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος, η πάγια μηνιαία αμοιβή του ανερχόταν στο ποσό των 3.755,31 ευρώ το μήνα. Ότι με τη με αρ. 3312/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής από την απόφαση 190/2011 του Αρείου Πάγου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης του με την εναγομένη, καθώς και ότι του οφείλονται μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 4-7-2005 μέχρι 31-12- 2005.

Ότι μετά την ως άνω απόφαση επανήλθε στην εναγομένη και τις πρόσφερε πραγματικά τις νομικές και δικηγορικές του υπηρεσίες μέχρι την 17-10-2011 που παραιτήθηκε. Ότι η εναγομένη με βάση το δεδικασμένο από την απόφαση με αρ. 3312/2008 του Εφετείου Αθηνών του οφείλει την καταβολή των αποδοχών του υπερημερίας όπως περιορίστηκε με τις προτάσεις από της 1-11-2008 μέχρι της 16-2-2011 ήτοι 3.755,31 ευρώ μηνιαίως χ 27,5 μήνες= 103.327,02 ευρώ, τα οποία αρνείται η εναγομένη να του καταβάλει παρότι έχει οχληθεί προς τούτο.

Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 103.327,02 ευρώ, νομιμότοκα από την πρώτη εκάστου μηνός μέχρι την εξόφληση.

Γ) Με τη τρίτη από 18-6-2008 (αύξ. αριθμ. Καταθ. 121021/284/2008) κρινόμενη αγωγή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι την 1-3-1965 κατήρτισε με την τότε Ελληνική Εταιρεία Υδάτων σύμβαση έμμισθης εντολής, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του, ως δικηγόρου στην προαναφερομένη και η τελευταία να του καταβάλλει για τις υπηρεσίες του μηνιαία πάγια αντιμισθία και ότι στην έννομη θέση της άνω εταιρείας υπεισήλθε η εναγόμενη μετά την συγχώνευση στις 23.8.1980 της άνω εταιρείας και του Οργανισμού Αποχετεύσεως Πρωτευούσης δυνάμει του ν. 1068/1980.

Ότι από 24-8-1990 παρείχε στην εναγομένη και υπηρεσίες Νομικού Συμβούλου. Ότι την 4-7-2005, που η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ αυτής και του ιδίου (ενάγοντος) σύμβαση έμμισθης εντολής καταχρηστικά και χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος, η πάγια μηνιαία αμοιβή του ανερχόταν στο ποσό των 3.755,31 ευρώ το μήνα. Ότι με τη με αρ. 3312/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής από την απόφαση 190/2011 του Αρείου Πάγου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης του με την εναγομένη, καθώς και ότι του οφείλονται μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 4-7-2005 μέχρι 31-12- 2005.

Ότι μετά την ως άνω απόφαση επανήλθε στην εναγομένη και της πρόσφερε πραγματικά τις νομικές και δικηγορικές του υπηρεσίες μέχρι την 17- 10-2011 που παραιτήθηκε. Ότι η εναγομένη με βάση το δεδικασμένο από την απόφαση με αρ. 3312/2008 του Εφετείου Αθηνών του οφείλει την καταβολή αποδοχών του υπερημερίας, όπως περιορίστηκε με τις προτάσεις ενόψει καταβολής από μέρους της εναγομένης ποσού 22.531,86 ευρώ για το διάστημα από Ιουλίου 2005 μέχρι 31-12-2005, από της 1-1-2006 μέχρι της 31-10-2008 ήτοι 3.755,31 ευρώ μηνιαίως χ 34 μήνες= 127.680,54 ευρώ, συν τις 2 μηνιαίες αντιμισθίες για δώρα Χριστουγέννων των ετών 2006 και 2007 ανερχόμενα στο ποσό των 7.510,62 ευρώ (ήτοι 3.755,31 ευρώ χ 2), καθώς και 3 αντιμισθίες για δώρα Πάσχα και επιδόματα αδείας των ετών 2006, 2007 και 2008 ανερχόμενες στο ποσό των 11.265,93 ευρώ (ήτοι 3.755,31 ευρώ χ 3) και συνολικά του οφείλει η εναγομένη το ποσό των 146.457,10 ευρώ, τα οποία αρνείται η τελευταία να του καταβάλει παρότι έχει οχληθεί προς τούτο.

Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, με απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής από 250 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσης της, το συνολικό ποσό των 146.457.10 ευρώ, νομιμότοκα από την πρώτη εκάστου μηνός μέχρι την εξόφληση, επικουρικά δε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλλει το ποσό των 12.058,80 ευρώ, ως νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας (υπόλοιπο) και μέχρι την καταβολή πλήρους της νόμιμης αποζημίωσης καταγγελίας να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλλει το ως άνω ποσό για αμοιβή του για το παραπάνω χρονικό διάστημα και να καταδικασθεί αυτή στη δικαστική του δαπάνη.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 172/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε ως αόριστες και μη νόμιμες την προβληθείσες ενστάσεις εκ του άρθρου 281 ΑΚ της εναγομένης, περαιτέρω δέχθηκε τις συνεκδικασθείσες κρινόμενες αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες και Α) ως προς την πρώτη από 27-11-2011 (αύξ.

αριθμ. Καταθ. 212144/513/2011) κρινόμενη αγωγή υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα: α) το ποσό των 10.425 ευρώ, νομιμότοκα από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο κατέστη απαιτητό κάθε επιμέρους ποσό, β) το ποσό των 16.954.54 ευρώ, νομιμότοκα από του τέλους κάθε έτους κατά το οποίο καθίστατο απαιτητό κάθε επιμέρους ετήσιο ποσό και συνολικά το ποσό των 27.379,54 ευρώ, νομιμότοκα ως άνω, Β) ως προς την δεύτερη από 31-3-2011 και με αριθμό κατάθεσης 57101/163/2011 κρινόμενη αγωγή υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 103.327,02 ευρώ, νομιμότοκα από την τελευταία ημέρα του μηνός, που αφορά κάθε μισθός υπερημερίας μέχρι την εξόφληση και Γ) ως προς τη τρίτη από 18-6- 2008 και με αριθμό κατάθεσης 121021/284/2008 αγωγή υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 146.457.10 ευρώ, νομιμότοκα από την τελευταία ημέρα του μηνός, που αφορά κάθε μισθός υπερημερίας μέχρι την εξόφληση.

Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση επί της οποίας εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 1608/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση αυτή κατ' ουσίαν.

Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα:

"Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς τη πρώτη αγωγή από 27.11.2011 (αυξ. αριθμ. Καταθ. 212144/513/2011) κρινόμενη αγωγή, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, πρότεινε, παραδεκτά, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος. Ο παραπάνω όμως ισχυρισμός, ο οποίος προτάθηκε μόνο με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον η εναγομένη, στη προφορική δήλωσή της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν εκθέτει κανένα πραγματικό περιστατικό που να θεμελιώνει το κανόνα δικαίου του ΑΚ 281.

Ως προς τη δεύτερη από 31-3-2011 (αύξ. αριθμ. Καταθ. 57101/163/2011) και τρίτη από 18-6-2008 (αύξ. αριθμ. Καταθ. 121021/284/2008) κρινόμενες αγωγές, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, πρότεινε παραδεκτά τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όσο και με τις από 21-11-2012 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, την οποία επαναφέρει νόμιμα στην παρούσα δίκη με το μοναδικό λόγο έφεσής της, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλέστηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ότι ο ενάγων από το έτος 1989 λάμβανε σύνταξη από το Δημόσιο ως ομότιμος καθηγητής Α.Ε.Ι. και μάλιστα ελάμβανε σύνταξη κατά το πολύ υπέρτερη του λαμβανομένου μισθού του. Ότι το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά του, ιδίως σε σχέση με την ηλικία του και την ασφαλιστική και συνταξιοδοτική κατάσταση του της δημιούργησε την πεποίθηση και βεβαιότητα ότι θα αποχωρούσε οικειοθελώς της θέσεως που κατείχε στην Νομική Υπηρεσία της με την συμπλήρωση 40 ετών παροχής εκ μέρους του υπηρεσιών σε αυτήν, πλην όμως δεν παραιτήθηκε αναγκάζοντας έτσι την ίδια να καταγγείλει την σύμβαση του για να ανανεώσει το προσωπικό της και να αυξήσει την απόδοση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Ότι της είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ως επιστήμων με ιδιαίτερο κύρος και ανάλογη αξιοπρέπεια δεν θα αξίωνε καμία μισθολογική παροχή μετά την καταγγελία της συμβάσεως του, αφού ο ίδιος που λάμβανε και σύνταξη καθηγητού Α.Ε.Ι θα είχε στο εξής ελεύθερο χρόνο να τον αξιοποιήσει ως δικηγόρος επωφελέστερα.

Ότι ο ενάγων προτίμησε να εισπράττει και την σύνταξη του Δημοσίου και τον μισθό του μαζί με τις λοιπές αποδοχές του παραμένοντας στη θέση του και μετά την συνταξιοδότηση του, γεγονός που δεν συνάδει ούτε με τον νόμο ούτε με την αντικειμενική καλή πίστη ούτε με τα συναλλακτικά ήθη και έτσι προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εμμίσθου εντολής.

Ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως του και την αποδέσμευσή του από κάθε υποχρέωση του έναντι της εξοικονόμησε και είχε διαθέσιμο όλο τον επαγγελματικό του χρόνο και την δυνατότητα να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου και να απασχοληθεί στο Δικηγορικό Γραφείο του με την ανάληψη και τον χειρισμό δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων τις οποίες υπό την πολυετή επαγγελματική εμπειρία του και ιδίως υπό την ιδιότητα του ως ομότιμου καθηγητή Νομικής Σχολής με ανάλογη φήμη ήταν πολύ εύκολο να προσελκύσει και να του αποφέρουν εισοδήματα πολλαπλάσια του μισθού που λάμβανε.

Ότι εντούτοις απέφυγε να κάνει κάτι τέτοιο εμμένοντας στην διεκδίκηση και μισθών υπερημερίας και κανονικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο καθυστερημένα από υπαιτιότητα του επέστρεψε στην υπηρεσία της μόνο και μόνο για να συνταξιοδοτηθεί εν συνεχεία και ως δικηγόρος. Ότι έτσι της προξενείται αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθής ζημία λαμβανομένου υπόψη ότι ήδη πλήρωνε αντιμισθία στον αντικαταστάτη του εν γνώσει του ενάγοντος ότι και ο ίδιος δεν θα μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί λόγω γήρατος στις υποχρεώσεις του έναντι της.

Με τέτοιο όμως, περιεχόμενο η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος συνιστά νόμιμη ενάσκηση δικαιώματος, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον η εναγομένη δεν επικαλείται επιπρόσθετα ιδιαίτερα περιστατικά ότι με την έως τότε συμπεριφορά του ενάγοντος αυτός απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να ανεύρει άλλη εργασία και την υπέρτερη ωφέλεια που θα αποκόμιζε, ούτε άλλα ιδιαίτερα περιστατικά για τα οποία της δημιουργήθηκε και μάλιστα εύλογα η πεποίθηση ότι δεν θ' ασκήσει το δικαίωμα του αυτό..........

Επομένως η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν είναι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ." Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την ως άνω νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση της εναγομένης και αποτελούσα τον μοναδικό λόγο εφέσεως κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα, ιδίως εν όψει της μη παραθέσεως όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που ετέθησαν υπ' όψιν της με τον προαναφερθέντα λόγο έφεσης και κατέληξε τελικά στην κρίση ότι εν προκειμένω η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος με τις ένδικες αγωγές συνιστά νόμιμη ενάσκηση δικαιώματος, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος που θέτει η διάταξη του άρθρου 281ΑΚ.

Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσης δίκης και ιδίως την από 30-1-2014 έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 172/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την διατύπωση του δικανικού συλλογισμού του επί του ανωτέρω ζητήματος και συγκεκριμένα με την ελάσσονα πρόταση αυτού δεν έλαβε υπόψη του, αφού ουδόλως τους παραθέτει και συνεπώς δεν προβαίνει σε αξιολόγηση και απόρριψη αυτών, ισχυρισμούς της εναγομένης σχετικά με την συμπεριφορά του ενάγοντος και παραλείψεις αυτού, οι οποίες προκάλεσαν την συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων ευρισκόμενες σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια και τις οποίες εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη και αξιολόγησε ενδεχομένως να κατέληγε σε διαφορετική κρίση και αντίθετο συμπέρασμα.

Ειδικότερα, κατά την διακρίβωση των πράξεων με τις οποίες ο δικαιούχος εν προκειμένω άσκησε το επίδικο δικαίωμα του, δεν εξετάσθηκε το γεγονός εάν ο ενάγων μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3312/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, η οποία τον συνέδεε με την εναγομένη, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου σ' αυτήν, εάν προσκλήθηκε από αυτόν να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και σε περίπτωση αρνήσεώς της εάν την όχλησε με οποιονδήποτε τρόπο (εγγράφως κ.λ.π.) (άρθρα 350 επ.

ΑΚ). Τούτο δε ενόψει των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας ότι ουδέποτε ο ενάγων μετά την έκδοση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης και μέχρι την 17.2.2011 προέβη σε ενάσκηση των δικαιωμάτων του, όχλησε δε σχετικώς εγγράφως την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, ολίγους μόνον μήνες προ της συνταξιοδοτήσεως του ως δικηγόρου σε ηλικία 80 ετών.

Επίσης η προσβαλλόμενη δεν ερεύνησε παρότι προτάθηκε γιατί ο ενάγων - αναιρεσίβλητος εμφάνισε συστηματικά αδρανή συμπεριφορά επί σημαντικό χρονικό διάστημα (σειρά ετών) σχετικά με την ενάσκηση των οικονομικών και λοιπών δικαιωμάτων του από την κατά τα άνω αναβίωση της σχέσης έμμισθης εντολής που τον συνέδεε με την εναγομένη, αν και ως δικηγόρος και διατελέσας καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία απεχώρησε λόγω συμπληρώσεως του συνταγματικώς οριζομένου ορίου ηλικίας το έτος 1998, συνταξιοδοτούμενος έκτοτε, γνώριζε πολύ καλά τα σχετικά δικαιώματα του ως προς την ενάσκηση των οικονομικών απαιτήσεων του έναντι της εναγομένης.

Και τούτο διότι ναι μεν μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρόνο δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, πλην όμως εν προκειμένω έπρεπε να κριθεί η ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος σε συνδυασμό με την συνδρομή επιπλέον των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων που διαμορφώθηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση και οι οποίοι εκτίθενται στην νομίμως προταθείσα ένσταση.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος. Ο λόγος δε με τον οποίο αποδίδονται πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή παρέμβαση χωρίς να εισέλθει στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής, όπως εν προκειμένω.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 απρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183, 191 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1608/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε την αναιρεθείσα απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία δαπάνη ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ