Legislator Case Law & Legislation
1315/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for insufficient reasoning on knowledge of defense rights.

Case Number 1315/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a bank's notice of objection. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the bank's knowledge of the debtor's defense rights prior to the debt transfer. The court found the appellate court's reasoning inadequate and insufficient to establish the bank's knowledge of the specific defense rights at the time of acquisition.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 1, 19; Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 580 παρ. 3: When an appellate court fails to provide sufficient reasoning regarding a party's knowledge of defense rights at the time of debt transfer, the decision must be quashed and remanded for retrial.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning knowledge of defense rights debt transfer notice of objection quashing of decision remand for retrial appellate procedure

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 19
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 580 παρ. 3
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 495 παρ. 4
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 191 παρ. 2
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1315 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1315/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…….", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία-Μιχαήλ Μαρκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/2/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκε με την από 24/4/2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2014 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/1/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 21/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και πέμπτου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 76/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 4-9-2013 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 298/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-2-2012 ανακοπή της τελευταίας κατά της υπ' αριθμ. 9/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.

Σημειώνεται εδώ ότι η περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης ένσταση, που προβάλλει η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως ειδικής διαδόχου της Τράπεζας …, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Συγκεκριμένα, τόσο στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και στην αναιρεσιβαλλομένη γίνεται σαφής αναφορά του γεγονότος αυτού.

Είναι χαρακτηριστικό δε ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη στις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου προτάσεις της, παραδεκτά επισκοπούμενες (ΚΠολΔ 561 § 2), αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα έχει καταστεί ειδική διάδοχος της Τράπεζας …. δυνάμει της από 26-3-2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού του Υποκαταστήματος της τελευταίας στην Ελλάδα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνο αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τη διάταξη αυτή, που εκφράζει το αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή, σαφώς συνάγεται, ότι, κατ' εξαίρεση μόνο, επιτρέπεται η προβολή τέτοιων ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής, αφενός τελούσε εν γνώσει της υπάρξεως των ως άνω ενστάσεων κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ως άνω ενστάσεων και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία, χωρίς τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, δεν θα επιτυγχανόταν.

Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.

Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης, Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση της ή να επιστρέψει αυτή στον εκδότη της μετά την εκπλήρωση ορισμένων όρων από την υφιστάμενη μεταξύ τους βασική έννομη σχέση.

Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του Ν.Δ. 17.7/13.8,1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχύραση των τίτλων δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και, κατά συνέπεια, δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ,), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται, όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία, υπό την εκδοχή αυτή, αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.

Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους, (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές, κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ. Περαιτέρω, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.

Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασιν", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το Ν. 5960/1933, δεδομένου, ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1317/2017, ΑΠ 353/2015)

Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα, εξέδωσε, στα πλαίσια συνεργασίας της με την εταιρία "…..Α.Β.Ε.Ε.", ως προκαταβολή εργολαβικής αμοιβής, στη …, σε διαταγή της εταιρίας "….Α.Β.Ε.Ε.", τις υπ' αριθμ.

α) …597-6, ποσού 20.000,00 €, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-06-2010, β) …596-8, ποσού 20.000,00 €, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-07-2010, γ) .600-0, ποσού 28.700,00 €, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-08-2010, δ) 3610-7, ποσού 19.950,00 €, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-10-2010 και ε) 611-5, ποσού 19.900,00 €, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-11-2010, μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές της ΕΤΕ.

Λόγω καθυστερήσεων στην εξέλιξη της σύμβασης έργου οι ανωτέρω επιταγές αντικαταστάθηκαν, εν τέλει, με την υπ' αριθμό ..3-1, επίσης μεταχρονολογημένη, επιταγή, ποσού 98.550,00 €, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-11-2011, πληρωτέα από τη Συνεταιριστική Τράπεζα …, με χρέωση του υπ' αριθμ. ….75001-8 λογαριασμού της ανακόπτουσας.

Επειδή η σύμβαση έργου δεν εξελίχθηκε ομαλά, ενόψει ότι η λήπτρια της επιταγής, εταιρία με την επωνυμία "….. Α.Β.Ε.Ε.", δεν εκτέλεσε το έργο, η ανακόπτουσα ανακάλεσε την επιταγή αυτή, έχοντας επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό της. Την επιταγή αυτή, όμως, μεταβίβασε η παραπάνω λήπτριά της, στις 12-09-2011, στην πρώτη από τις καθ' ων τράπεζα, με οπισθογράφηση, ως αξία σε ενέχυρο, στο πλαίσιο μεταξύ τους σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, στη συνέχεια δε η τελευταία την εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή, στις 22-11-2011, στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε, λόγω της προηγηθείσας ανάκλησης της και σφραγίστηκε.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθ' ης, κατά το χρόνο κτήσης της επίδικης επιταγής (12-09-2011) γνώριζε, ήδη, την οικονομική κατάσταση της λήπτριας εταιρίας και είχε πλήρη εικόνα του προβλήματος ρευστότητας που αυτή αντιμετώπιζε. Ειδικότερα, η λήπτρια εταιρία, η οποία, για τις ανάγκες της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, διατηρεί εγκαταστάσεις τόσο στα …..

όσο και στη …., παρουσίασε, ήδη, από τις αρχές του έτους 2010, έλλειψη ταμειακής ρευστότητας, για την κάλυψη των άμεσων ληξιπρόθεσμων οφειλών της, οφειλόμενη στην οικονομική κρίση, που έπληξε, ιδιαίτερα, τον κλάδο των κατασκευών και των οικοδομών, στον οποίο η ίδια δραστηριοποιούνταν, με αποτέλεσμα να ζητήσει την υπαγωγή της στην προβλεπόμενη από το άρθρο 99 ΠτΚ διαδικασία συνδιαλλαγής, με την υπ' αριθμ.

κατάθεσης 14/ΕΠ/27-5-2010 αίτησή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/2011 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που διέταξε το άνοιγμα της εν λόγω διαδικασίας. Τελικά, μετά τις διαπραγματεύσεις της λήπτριας εταιρίας με τους πιστωτές της, μεταξύ των οποίων και η καθ' ης, υπογράφηκε, στις 23-5-2011, μεταξύ τους, η συμφωνία συνδιαλλαγής, στην οποία εμπεριέχεται, μεταξύ των υπολοίπων και η, σύγχρονη, επιμέρους συμφωνία της οφειλέτριας (λήπτριας της ένδικης επιταγής) με την πιστώτρια (πρώτη εφεσίβλητη-καθ' ης η ανακοπή), για τη ρύθμιση οφειλών, συνολικού ύψους 5.371.211,82 €, την οποία, μάλιστα, υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος του καταστήματος της τελευταίας, στο …….

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραπάνω συμφωνίας, η ως άνω λήπτρια της επίδικης επιταγής είχε, στις 21-3-2011, ληξιπρόθεσμη οφειλή προς την καθ' ης τράπεζα, αφενός μεν, ποσού 4.174.073,42 €, από ομολογιακό δάνειο, αφετέρου δε, ποσού 1.197.138,40 €, από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Η παραπάνω συμφωνία συνδιαλλαγής επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 12/22-11-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία κηρύχθηκε και το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών και σημειώθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.

Από τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι η καθ' ης, ήδη, από τις αρχές του έτους 2010, γνώριζε τη φθίνουσα οικονομική πορεία της λήπτριας εταιρίας και τη, συνακόλουθη, μείωση της πιστοληπτικής της ικανότητας, τουλάχιστον από τις 21-3-2011, οπότε, είχε ήδη, σε βάρος της τελευταίας, τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, που συμπεριλήφθηκαν στην προαναφερόμενη συμφωνία συνδιαλλαγής.

Παρ' όλα αυτά, απέκτησε την επίδικη επιταγή, με οπισθογράφηση, από τη λήπτρια εταιρία, στις 12-09-2011, ήτοι, μετά και από τη συμφωνία που η ίδια, στα πλαίσια-,της διαδικασίας συνδιαλλαγής υπέγραψε με τη λήπτρια. Η καθ' ης, όμως, παρά το γεγονός ότι γνώριζε όλα τα ανωτέρω, σχετικά με την οικονομική πορεία της λήπτριας εταιρίας, απέκτησε την επίδικη επιταγή, χωρίς να ζητήσει, όχι πρόσθετες εγγυήσεις λόγω της οικονομικής κατάστασης της λήπτριας, αλλά ούτε καν την τήρηση των ελάχιστων εγγυήσεων, που προβλέπονται για τις εν λόγω τραπεζικές συναλλαγές και :συγκεκριμένα, χωρίς να ενεργήσει έλεγχο σχετικά με την αιτία έκδοσης και εν συνεχεία μεταβίβασης της επίδικης επιταγής, αν, δηλαδή, είχαν υπάρξει αντίστοιχες συναλλαγές μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας εταιρίας, έλεγχο που ενεργούν όλες οι τράπεζες, απαιτώντας την προσκομιδή σχετικών παραστατικών και μάλιστα, για αφερέγγυες εταιρίες, όπως, κατά τα παραπάνω, ήταν η πιστούχος της.

Ενόψει των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η καθ' ης γνώριζε, κατά το χρόνο κτήσης της επίδικης επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτήν θα ματαιωνόταν η προβολή των ενστάσεων του ανακόπτοντος εκδότη, κατά της λήπτριας εταιρίας "….. Α.Β.Ε.Ε.". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί, όπως ειπώθηκε, η από 23-2-2012 ανακοπή της τελευταίας κατά της υπ' αριθμ. 9/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, δέχθηκε την ανακοπή της και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933. Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης και μόνον ότι "....η καθής, κατά το χρόνο κτήσης της επίδικης επιταγής (12-09-2011) γνώριζε, ήδη, την οικονομική κατάσταση της λήπτριας εταιρίας και είχε πλήρη εικόνα του προβλήματος ρευστότητας που αυτή αντιμετώπιζε...", ότι "...μετά τις διαπραγματεύσεις της λήπτριας εταιρίας με τους πιστωτές της, μεταξύ των οποίων και η καθ' ης, υπογράφηκε, στις 23-5-2011, μεταξύ τους, η συμφωνία συνδιαλλαγής, στην οποία εμπεριέχεται, μεταξύ των υπολοίπων και η, σύγχρονη, επιμέρους συμφωνία της οφειλέτριας (λήπτριας της ένδικης επιταγής) με την πιστώτρια (πρώτη εφεσίβλητη-καθ' ης η ανακοπή), για τη ρύθμιση οφειλών, συνολικού ύψους 5.371.211,82 €, την οποία, μάλιστα, υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος του καταστήματος της τελευταίας, στο …......", ότι "...η καθ' ης, ήδη, από τις αρχές του έτους 2010, γνώριζε τη φθίνουσα οικονομική πορεία της λήπτριας εταιρίας και τη, συνακόλουθη, μείωση της πιστοληπτικής της ικανότητας, τουλάχιστον από τις 21-3-2011, οπότε, είχε ήδη, σε βάρος της τελευταίας, τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, που συμπεριλήφθηκαν στην προαναφερόμενη συμφωνία συνδιαλλαγής..." και ότι "...η καθ' ης, όμως, παρά το γεγονός ότι γνώριζε όλα τα ανωτέρω, σχετικά με την οικονομική πορεία της λήπτριας εταιρίας, απέκτησε την επίδικη επιταγή, χωρίς να ζητήσει, όχι πρόσθετες εγγυήσεις λόγω της οικονομικής κατάστασης της λήπτριας, αλλά ούτε καν την τήρηση των ελάχιστων εγγυήσεων, που προβλέπονται για τις εν λόγω τραπεζικές συναλλαγές και :συγκεκριμένα, χωρίς να ενεργήσει έλεγχο σχετικά με την αιτία έκδοσης και εν συνεχεία μεταβίβασης της επίδικης επιταγής, αν, δηλαδή, είχαν υπάρξει αντίστοιχες συναλλαγές μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας εταιρίας, έλεγχο που ενεργούν όλες οι τράπεζες, απαιτώντας την προσκομιδή σχετικών παραστατικών και μάλιστα, για αφερέγγυες εταιρίες, όπως, κατά τα παραπάνω, ήταν η πιστούχος της...".

Επί πλέον, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τον ουσιώδη επίδραση ασκούντα στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης - ανακόπτουσας περί του ότι η αναιρεσείουσα - καθής η ανακοπή γνώριζε κατά το χρόνο κτήσης της επίμαχης επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτήν θα ματαιωνόταν η προβολή ενστάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας "…… Α.Β.Ε.Ε.", στην οποία είχε μεταβιβαστεί από εκείνη η επιταγή.

Ειδικότερα, οι προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκείς, καθόσον δεν αρκούσε η παράλειψη της αναιρεσείουσας να "...ζητήσει όχι πρόσθετες εγγυήσεις λόγω της οικονομικής κατάστασης της λήπτριας, αλλά ούτε καν την τήρηση των ελάχιστων εγγυήσεων, που προβλέπονται για τις εν λόγω τραπεζικές συναλλαγές και :συγκεκριμένα, χωρίς να ενεργήσει έλεγχο σχετικά με την αιτία έκδοσης και εν συνεχεία μεταβίβασης της επίδικης επιταγής, αν, δηλαδή, είχαν υπάρξει αντίστοιχες συναλλαγές μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας εταιρίας, έλεγχο που ενεργούν όλες οι τράπεζες, απαιτώντας την προσκομιδή σχετικών παραστατικών και μάλιστα, για αφερέγγυες εταιρίες, όπως, κατά τα παραπάνω, ήταν η πιστούχος της....", προκειμένου να επιβεβαιωθεί η γνώση της για τη δυνατότητα προβολής ενστάσεων, καθόσον η παράλειψη αυτή ήταν δυνατόν να οφείλεται σε αμέλεια και όχι μόνο σε δόλο, αλλά έπρεπε να παρατεθούν συγκεκριμένα περιστατικά, με βάση τα οποία θα προέκυπτε γνώση της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο κτήσης της επίμαχης επιταγής, σχετικά με το ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτήν θα ματαιωνόταν η προβολή ενστάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας "…..

Α.Β.Ε.Ε.", στην οποία είχε μεταβιβαστεί από εκείνη η επιταγή. Ενόψει αυτών, οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι) και 19 (ο πρώτος λόγος) ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατόπιν τούτων, συνδυαστικά λαμβανομένων υπόψη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά της έξοδα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 76/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ