1315/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Legislator headnote
AI generated1315/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 21/3/2016, έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1315 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1315/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ... ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Νοτάρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/10/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 21/3/2016, έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Στο άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών Περιορισμένης ευθύνης" ορίζεται ότι "... Έκαστος εταίρος μετέχει της εταιρείας μόνον δια μίας μερίδος συμμετοχής και δια πλειόνων δε εταιρικών μεριδίων, αποτελούντων την μερίδα συμμετοχής του, αν η εισφορά αυτού είναι πολλαπλασία του κατά το καταστατικόν ελαχίστου ποσού της μερίδος συμμετοχής", στο δε άρθρο 12 του νόμου αυτού ότι : 1.
Έκαστος εταίρος έχει δικαίωμα μιας τουλάχιστον ψήφου εν τη συνελεύσει. Εάν έχη πλείονα εταιρικά μερίδια ο αριθμός των ψήφων είναι ανάλογος του αριθμού αυτών και 2. Το δικαίωμα ψήφου δεν δύναται να ασκηθή υπό του εταίρου προκειμένου περί λήψεως αποφάσεων αναφερομένων εις την απαλλαγήν αυτού από της ευθύνης ή εις την έγερσιν αγωγής κατ’ αυτού κατά την διάταξιν του άρθρου 14 παρ. 2 του παρόντος νόμου.
Επίσης, στο άρθρο 13 του παραπάνω νόμου ορίζεται ότι: " Μη ορίζοντος άλλως του παρόντος νόμου αι αποφάσεις της συνελεύσεως λαμβάνονται διά πλειονοψηφίας πλέον του ημίσεος του όλου αριθμού των εταίρων, εκπροσωπούντων πλέον του ημίσεος του όλου εταιρικού κεφαλαίου, ενώ κατά το άρθρο 14 του νόμου αυτού ότι: "1 Η συνέλευσις των εταίρων είναι το ανώτατον όργανον της εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζη επί πάσης εταιρικής υποθέσεως των αποφάσεων αυτής υποχρεουσών και απόντας ή διαφωνούντος εταίρους. 2.
Η συνέλευσις των εταίρων είναι μόνη αρμόδια να αποφασίζη: α) ... δ) Περί εγέρσεως αγωγής κατά των οργάνων της εταιρείας ή των κατ’ ιδίαν εταίρων δι’ αξιώσεις της εταιρείας κατ’ αυτών επί αποζημιώσει απορρέουσας εκ πράξεων ή παραλείψεων κατά την σύστασιν ή κατά την λειτουργείαν της εταιρείας. ...". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η συνέλευση των εταίρων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, οι δε αποφάσεις της, που λαμβάνονται διά πλειονοψηφίας πλέον του ημίσεος του όλου αριθμού των εταίρων, εκπροσωπούντων πλέον του ημίσεος του όλου εταιρικού κεφαλαίου είναι υποχρεωτικές και για τους απόντες ή διαφωνούντες εταίρους.
Για τη λήψη δε απόφασης σχετικά με την έγερση ή μη αγωγής εναντίον εταίρου, απαγορεύεται στον εταίρο αυτόν η συμμετοχή του στην ψηφοφορία και στην άσκηση του δικαιώματος ψήφου. Σε περίπτωση όμως, όπου είναι δύο τα μέλη της εταιρείας και καθένα απ’ αυτά έχει ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο 50%, δεν μπορεί να αξιωθεί η τήρηση της πιο πάνω διάταξης, που προβλέπει την χορήγηση άδειας της Γενικής Συνέλευσης για την άσκηση αγωγής εναντίον του ενός εταίρου.
Και αυτό διότι θα ήταν άσκοπη η εκ μέρους του ενός εταίρου, εκπροσωπούντος το 50%, προσφυγή στη Γενική Συνέλευση, αφού εκεί ο μεν εταίρος, ο φερόμενος ως υπόχρεος σε αποζημίωση, που εκπροσωπούσε το 50% του εταιρικού κεφαλαίου δεν είχε δικαίωμα ψήφου, από δε την συμμετοχή και ψήφο του άλλου εταίρου, που εκπροσωπούσε το υπόλοιπο 50% του εταιρικού κεφαλαίου, δεν θα μπορούσε να σχηματιστεί η απαιτούμενη από τον νόμο πλειοψηφία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, αιτιάται το Εφετείο για την μη απόρριψη ως απαράδεκτης της ένδικης αγωγής, καθόσον αυτή ασκήθηκε εναντίον του χωρίς να έχει ληφθεί σχετική απόφαση από τη γενική συνέλευση των εταίρων της αναιρεσίβλητης ΕΠΕ, της οποίας η ίδια (αναιρεσείουσα) ήταν η μία εκ των δύο εταίρων-μελών της.
II) Επί του θέματος αυτού το Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: " Στην προκείμενη περίπτωση με την ... αγωγή της η ενάγουσα Ε.Π.Ε. (αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη Α.Ε. (αναιρεσείουσα), που ετύγχανε εταίρος αυτής (ενάγουσας) παραβίασε υπαίτια την εταιρική υποχρέωση πίστης που υπείχε έναντι αυτής (ενάγουσας) και της προξένησε, έτσι, θετική περιουσιακή ζημία ύψους 150.000 ευρώ υπό τις συνθήκες που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή.
Κατόπιν αυτών ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ ως αποζημίωση για την παραπάνω θετική περιουσιακή ζημία νομιμοτόκως κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Επομένως, με την υπό δίκη αγωγή της ενάγουσας Ε.Π.Ε. ζητήθηκε η επιδίκαση (καταψήφιση) αξιώσεώς της προς αποζημίωση κατά της εναγόμενης και εταίρου της (Α.Ε.), που απέρρεε από πράξεις και παραλείψεις της τελευταίας κατά τη λειτουργία της ενάγουσας Ε.Π.Ε., που γεννήθηκε δηλαδή από την παράβαση εκ μέρους της εναγόμενης της εκ του νόμου και του καταστατικού εταιρικής της υποχρέωσης πίστης έναντι της ενάγουσας Ε.Π.Ε.
Για την έγερση της ένδικης αγωγής αυτής δεν ελήφθη, πράγματι, σχετική απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της ενάγουσας Ε.Π.Ε. Εντούτοις, η ενάγουσα ήταν διμελής Ε.Π.Ε. με εταίρους αφενός μεν την Α. Χ., της οποίας η μερίδα συμμετοχής και τα εταιρικά μερίδια ανέρχονταν σε ποσοστό 50% του εταιρικού κεφαλαίου, αφετέρου δε την εναγόμενη Α.Ε., της οποίας η μερίδα συμμετοχής και τα εταιρικά μερίδια ανέρχονταν, επίσης, σε ποσοστό 50% του εταιρικού κεφαλαίου.
Για την άσκηση, επομένως, της ως άνω αγωγής αποζημιώσεως από την ως άνω διμελή ΕΠΕ και ενάγουσα κατά της εναγόμενης εταίρου της Α.Ε. δεν απαιτούνταν ως όρος του παραδεκτού της αγωγής αυτής η λήψη σχετικής αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων. Και αυτό γιατί μια τέτοια απόφαση ήταν αδύνατη ενόψει του αποκλεισμού της (φερόμενης ως) υπόχρεου σε αποζημίωση και ήδη εναγόμενης εταίρου Α.Ε.
από το δικαίωμα ψήφου στη συνέλευση αυτή κατ’ άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 3190/1955 (όρος 8 του καταστατικού της ήδη ενάγουσας Ε.Π.Ε.) και της αδυναμίας της εναπομείνασας εταίρου Α. Χ. που εκπροσωπεί το 50% μόνον του εταιρικού κεφαλαίου να σχηματίσει την ... πλειοψηφία του άρθρου 13 του Ν. 3190/1955 (όρου 9 του καταστατικού της ενάγουσας Ε.Π.Ε.), δηλαδή πλειοψηφία πάνω από το μισό του όλου αριθμού των εταίρων (προσωπική ή αριθμητική πλειοψηφία), οι οποίοι (συγχρόνως) εκπροσωπούν πάνω από το μισό του όλου εταιρικού κεφαλαίου (κεφαλαιουχική πλειοψηφία).
Το δε άρθρο 14 παρ. 2 στ. δ’ του Ν. 3190/1955 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση ... Επομένως, για την άσκηση της ένδικης αγωγής αποζημιώσεως από την ενάγουσα ως άνω διμελή Ε.Π.Ε. κατά της εναγόμενης εταίρου της Α.Ε. δεν απαιτούνταν ως όρος του παραδεκτού της αγωγής αυτής η λήψη σχετικής αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων.
Κατ’ ακολουθίαν, η ένδικη υπ’ αρ. εκθ. καταθ. .../2.8.2010 αγωγή ήταν παραδεκτή και έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, παρόλο που δεν ελήφθη σχετική απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της ενάγουσας ως άνω διμελούς Ε.Π.Ε. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της ως άνω αγωγής για τον ανωτέρω λόγο, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως η εκκαλούσα (εναγόμενη), κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δεν εκήρυξε το απαράδεκτο της ως άνω αγωγής για τον ανωτέρω λόγο.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης της εναγόμενης, με τον οποίον επαναφέρεται η ως άνω ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως (νομικά) αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει, δηλαδή, τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό, ότι η εναντίον της ασκηθείσα αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω μη προηγηθείσης σχετικής απόφασης της γενικής συνέλευσης των εταίρων της αναιρεσίβλητης ΕΠΕ, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
με το να μην κηρύξει απαράδεκτο. Και αυτό διότι, όπως προεκτέθηκε, η τήρηση της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 δ’ του Ν. 3190/1955 περί χορήγησης άδειας της Γενικής Συνέλευσης για την άσκηση αγωγής εναντίον του ενός εταίρου θα ήταν άνευ αντικειμένου, εφόσον πρόκειται για διμελή εταιρεία, στην οποία καθένας από τους δύο εταίρους εκπροσωπεί το 50% του εταιρικού κεφαλαίου, οπότε και με δεδομένο, ότι η αναιρεσείουσα, που εκπροσωπούσε το 50% του εταιρικού κεφαλαίου δεν είχε δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση, δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει η απαιτούμενη πλειοψηφία από την άλλη εταίρο, η οποία εκπροσωπούσε το υπόλοιπο 50% του εταιρικού κεφαλαίου, δηλαδή πλειοψηφία πάνω από το μισό του όλου αριθμού των εταίρων (προσωπική ή αριθμητική πλειοψηφία), οι οποίοι (συγχρόνως) εκπροσωπούν πάνω από το μισό του όλου εταιρικού κεφαλαίου.
Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται το Εφετείο για παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η εφαρμογή του προϋποθέτει παραβίαση ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου διατάξεων, όπως στην υπό κρίση περίπτωση.
Ill) Κατά τη διάταξη του άρθρου 747 ΑΚ, "ο εταίρος δεν δικαιούται να ενεργεί για δικό του ή ξένο λογαριασμό πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρίας". Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στην ΕΠΕ, είναι απόρροια της υποχρέωσης πίστης των εταίρων, η οποία έχει διττό περιεχόμενο, αφενός δημιουργεί υποχρέωση στους εταίρους έναντι της εταιρείας όπως πράττουν οτιδήποτε για την εκπλήρωση του εταιρικού της σκοπού, αφετέρου δε απαγορεύει στους εταίρους όπως παρεμποδίζουν την υλοποίηση του σκοπού της εταιρείας.
Από δε το σύνολο των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης εταιρίας και, κυρίως από τον σκοπό που αυτή πραγματικά επιδιώκει, κρίνεται το "ποιες" πράξεις απαγορεύονται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει. Η διάταξη αυτή, όπως άλλωστε προκύπτει και από τη διατύπωσή της, εφαρμόζεται αν υπάρχει υποχρέωση προς αποζημίωση, ανεξάρτητα αν ο λόγος είναι αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής ή αδικοπραξία.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αιτιάται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 747 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200, 288 και 281 ΑΚ, με το να δεχθεί, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ η εκτιθέμενη στην αγωγή συμπεριφορά της (αναιρεσείουσας), και αληθής υποτιθέμενη, δεν εντάσσονταν στην υποχρέωση πίστης, που είχε έναντι της αναιρεσίβλητης ως εταίρος της, διότι αφορούσε δραστηριότητές της εκτός του εταιρικού σκοπού.
Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, παραπονείται για την απόρριψη του ισχυρισμού της εκ του άρθρου 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης, ισχυριζόμενη αφενός εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 300 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 288 και 281 ΑΚ, αφετέρου δε έλλειψη νόμιμης βάσης, ως περιέχουσας της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
IV) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) αποτελεί νόμιμα συνεστημένη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (εφεξής Ε.Π.Ε.), ... υπό την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ", ... και με αρχικούς εταίρους την Κ.
συζ. Κ. Ρ., Μ. χήρα Σ. Μ. και την Α. Χ.. Εν συνεχεία, όμως, ... η ανωτέρω εταιρεία κατέστη διμελής Ε.Π.Ε., καθώς η Μ. χα Σ. Μ. εξήλθε αυτής, μεταβιβάζοντας το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της στην Α. Χ.. Εν συνεχεία, ...πραγματοποιήθηκε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της εφεσίβλητης (ενάγουσας), στο οποίο συμμετείχαν οι εταίροι αυτής Α.
Χ. και Κ. Ρ. κατά ποσοστό 50%. Η Κ. Ρ. με την ...9.2000 πράξη της Συμβολαιογράφου Δύμης Π. Χ. μεταβίβασε το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της στην εκκαλούσα (εναγομένη - ήδη αναιρεσείουσα) Ανώνυμη Εταιρεία (εφεξής Α.Ε.), διευθύνουσα σύμβουλος της οποίας είναι η ίδια και πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου ο Κ.
Ρ.. Με την τελευταία δε τροποποίηση του καταστατικού της, ... η εφεσίβλητη (ενάγουσα) Ε.Π.Ε. φέρει πλέον την επωνυμία "... ... ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "... ... Ε.Π.Ε." και έχει εταιρικό κεφάλαιο 30.000 ευρώ διαιρούμενο σε 1.000 εταιρικά μερίδια, αξίας 30 ευρώ εκάστου, στο οποίο η καθεμία εκ των ως άνω δύο εταίρων, δηλαδή η Α.
Χ. αφενός και η εκκαλούσα (εναγόμενη) Α.Ε. αφετέρου, συμμετέχει με ποσοστό 50%. Να σημειωθεί ότι με τον όρο 14 του καταστατικού της εφεσίβλητης (ενάγουσας - ήδη αναιρεσίβλητης) Ε.Π.Ε. επεκτάθηκε νομίμως και εγκύρως (άρθρο 20 παρ. 2 Ν. 3190/1955) η απαγόρευση διενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων και στους ως άνω εταίρους της εφεσίβλητης Ε.Π.Ε. (ήδη αναιρεσείουσας), γεγονός που αναδεικνύει έντονο τον προσωποπαγή χαρακτήρα αυτής.
Σκοπός δε αυτής, όπως αναγράφεται στον όρο 2 του καταστατικού της, είναι η ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση τεχνικών και επαγγελματικών σχολών και ινστιτούτων κάθε ειδικότητας και τύπου, που επιτρέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και ιδιαίτερα επαγγελματικών σχολών, τεχνικών και επαγγελματικών Λυκείων και κάθε φύσεως επαγγελματικού ή τεχνικού εκπαιδευτηρίου ή ινστιτούτου επαγγελματικής κατάρτισης (ΙΕΚ).
Επομένως, αντικείμενο της δραστηριότητας της εφεσίβλητης, σύμφωνα με το καταστατικό της, είναι ο χώρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πλην όμως οι εταίροι της εφεσίβλητης (ενάγουσας) Ε.Π.Ε., δηλαδή η Α. Χ. αφενός και η εκκαλούσα (εναγόμενη) Α.Ε. αφετέρου, εκδήλωσαν, στις μεταξύ τους σχέσεις και στις σχέσεις τους προς την εφεσίβλητη, την πρόθεση να επεκτείνουν την εταιρική δραστηριότητα αυτής και στον τομέα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με την ίδρυση και εκμετάλλευση αντίστοιχων σχολικών μονάδων, καθώς θεωρούσαν αμφότεροι ότι οι ανάγκες της αγοράς της Πάτρας και εν γένει του Νομού Αχαΐας στο χώρο της εκπαίδευσης ευνοούσαν τότε μια τέτοια δραστηριοποίηση.
Η πρόθεση τους αυτή αποδεικνύεται από το ότι το 1998 η Α. Χ., εταίρος, διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εφεσίβλητης (ενάγουσας) Ε.Π.Ε. αφενός και η Κ. Ρ., διευθύνουσα σύμβουλος της εκκαλούσας (εναγόμενης) Α.Ε. αφετέρου, συνέστησαν ... την εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." και με εταιρικό σκοπό την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση εκπαιδευτικών μονάδων μεταλυκειακής εν γένει και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία εν συνεχεία, κατόπιν τροποποίησης καταστατικού της ...
μετονομάστηκε σε "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ... ... Ε.Π.Ε.", σκοπός δε αυτής ήταν πλέον η δραστηριοποίησή της στο χώρο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας ιδιωτικής εκπαίδευσης με την ίδρυση και εκμετάλλευση νηπιαγωγείων, δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων. Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος στο τόμο ... και υπ’ αύξοντα ...
των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών .../27.9.2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Ζ. - Τ. σε συνδυασμό με την .../20.12.2006 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος της ίδιας ως άνω συμβ/φου, η εφεσίβλητη (ενάγουσα) Ε.Π.Ε. απέκτησε λόγω αγοράς την κυριότητα ενός ακινήτου κείμενου στο Μιντιλόγλι Αχαΐας, συνολικής έκτασης 34 στρεμμάτων, αντί του τιμήματος των 980.000 ευρώ.
Η αγορά του ως άνω ακινήτου από την εφεσίβλητη (ενάγουσα) Ε.Π.Ε. αποσκοπούσε στην ανέγερση σχολικού συγκροτήματος νηπιαγωγείου, δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου, στο πλαίσιο της κοινής απόφασης αμφοτέρων των ως άνω εταίρων αυτής για επέκταση του αντικειμένου της εταιρικής δραστηριότητάς της και στο χώρο της ιδιωτικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Το ότι η εφεσίβλητη (ενάγουσα) προέβη στην αγορά του ανωτέρω ακινήτου στο πλαίσιο κοινής απόφασης των εταίρων της, προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς, δεδομένου ότι πρόκειται για διμελή Ε.Π.Ε., δεν θα ήταν δυνατό να καταβληθεί ως τίμημα της πώλησης ένα τόσο μεγάλο ποσό (980.000 ευρώ) χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και των δύο εταίρων.
Σημειωτέον δε ότι η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) για την ως άνω αγορά συνήψε με την Τράπεζα ... Α.Ε. την .../28.11.2006, σύμβαση δανείου ύψους 600.000 ευρώ με χρόνο αποπληρωμής έως το 2021, προς εξασφάλιση της οποίας ενεγράφη προσημείωση υποθήκης στο ανωτέρω ακίνητο, γεγονός που επίσης συνηγορεί υπέρ του ότι αποτελούσε κοινή πρόθεση των εταίρων της εφεσίβλητης η ανέγερση του σχολικού συγκροτήματος.
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, η εκκαλούσα (εναγόμενη - ήδη αναιρεσείουσα) επέλεξε την εταιρεία που θα αναλάμβανε την εκπόνηση των μελετών και την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Συγκεκριμένα στις 21.11.2006 πραγματοποιήθηκε συνάντηση ανάμεσα στους Κ. Ρ. και Κ. Ρ. (διευθύνουσα σύμβουλο και πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εκκαλούσας αντίστοιχα) και στους μελετητές της εταιρείας "...
Α.Ε." Π. Σ. και Χ. Κ., προκειμένου να ανατεθεί στην τελευταία η εκπόνηση των σχετικών μελετών ανέγερσης του ως άνω συγκροτήματος και η έκδοση της οικοδομικής άδειας. Το ως άνω δε από 21.11.2006 πρακτικό σύσκεψης υπογράφεται από πλευράς κυρίου του έργου από τον Κ. Ρ. Η ανωτέρω δε εταιρεία, η οποία ανέλαβε εν τέλει τη μελέτη του έργου της ανέγερσης του ως άνω σχολικού συγκροτήματος και την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ενημέρωνε για τα ανακύπτοντα θέματα αμφότερες τις εταίρους της εφεσίβλητης (ενάγουσας), καθώς κοινοποιούσε σε εκάστη εξ αυτών τα σχετικά έγγραφα.
Ειδικότερα, η ανωτέρω εταιρεία συμβούλων έργων "... Α.Ε." κοινοποίησε στην Κ. Ρ. και Α. Χ. στις 11.12.2006 σχέδιο της σύμβασης παροχής υπηρεσιών με παράρτημα παραδοτέων, στις 5.2.... έγγραφο γνωστοποίησης διαφόρων στοιχείων (σχετ. με το τοπογραφικό διάγραμμα, βεβαίωση του δασαρχείου κ.λπ.), στις 22.5.... το σχέδιο της διακήρυξης για τη δημοπράτηση του έργου και στις 12.6....
σχέδιο γενικής συγγραφής υποχρεώσεων του έργου. Για τις παρεχόμενες προς αυτήν υπηρεσίες η εφεσίβλητη (ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη) κατέβαλε στην "... το συνολικό ποσό των 238.000 ευρώ ... Επίσης, η εκκαλούσα (εναγόμενη - ήδη αναιρεσείουσα), προκειμένου να επιβεβαιώσει την επιτυχία του επιχειρηματικού σχεδίου της ανέγερσης του σχολικού συγκροτήματος σε σχέση με τις συνθήκες "αγοράς" της πόλης των Πατρών στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ανέθεσε στην εταιρεία "...
A.E." με έδρα την … να επιμεληθεί ως χρηματοοικονομικός σύμβουλος την προετοιμασία του επιχειρηματικού σχεδίου του σχολικού συγκροτήματος. Το ανωτέρω δε σχέδιο θα αφορούσε στην περίοδο 2008 έως 2014 και θα χρησιμοποιούνταν για την παροχή χρηματοδότησης του έργου. Το πόρισμα δε της ως άνω ανάλυσης ήταν ιδιαιτέρως ευνοϊκό, καθώς προέβλεπε αυξημένα κέρδη για την εφεσίβλητη (ενάγουσα), ανερχόμενα, εφόσον αυτή επέλεγε το σύστημα του ...
σε σχέση με το οικόπεδο τις κτηριακές εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό του σχολείου, ήδη κατά την πρώτη πενταετία στο ποσό των 9.000.000 ευρώ περίπου. Περαιτέρω, με το .../14.3.2008 καταστατικό συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Δύμης Π. Χ. ιδρύθηκε η Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε." με έδρα το Μιντιλόγλι Αχαΐας ... σκοπός δε της ως άνω εταιρείας, μέτοχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας ήταν ο Γ. Σ., σύζυγος της Α. Χ. και η Κ. Ρ., ήταν η απόκτηση κατά κυριότητα, νομή και κατοχή είτε με αγορά είτε με μίσθωση είτε με leasing, πάσης φύσεως ακινήτων και η εν γένει εκμετάλλευση αυτών με τη μέθοδο της αντιπαροχής, μίσθωσης-υπεκμίσθωσης αυτών, καθώς και η μεταβίβασή τους.
Στην ουσία, όμως, η ως άνω εταιρεία, όπως προκύπτει από τη μεταγενέστερη από 8.7.2008 πρόταση χρηματοδότησης της ... LEASING, στην οποία αναφέρεται ότι το έργο θα κατασκευαστεί για λογαριασμό της "... Α.Ε.", συστήθηκε προκειμένου με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης που θα συνήπτε με την τελευταία, να αγοράσει το ακίνητο από την εφεσίβλητη (ενάγουσα) και εν συνεχεία να το εκμισθώσει με εκχώρηση των μισθωμάτων στην ανωτέρω εταιρεία leasing θυγατρική της ομώνυμης τράπεζας.
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αιτήσεως της εκκαλούσας (εναγόμενης) η εταιρεία ... LEASING υπέβαλε πρόταση χρηματοδότησης του έργου θέτοντας συγκεκριμένους όρους, η οποία και κοινοποιήθηκε στην Κ. Ρ.. Ειδικότερα, στην ως άνω πρόταση καθοριζόταν η διάρκεια της σύμβασης της χρηματοδοτικής μίσθωσης σε 18 έτη με μηνιαίο μίσθωμα το οποίο θα ανερχόταν από το πέμπτο έτος της μίσθωσης και έπειτα σε 71.011,09 ευρώ, ζητούσε δε ως εξασφάλιση προσωπικές εγγυήσεις του Γ.
Σ. και Κ. Ρ., letter of comfort από την εκκαλούσα (εναγόμενη), εκχώρηση μελλοντικών ενοικίων και, τέλος, αποδεδειγμένη ιδία συμμετοχή ύψους 2.000.000 ευρώ στην κατασκευή του σχολικού κτηρίου. Ενόψει δε του ότι η ανωτέρω πρόταση χρηματοδότησης θεωρήθηκε συμφέρουσα από τους εταίρους της εφεσίβλητης (ενάγουσας) και προκειμένου να καταρτιστεί (υπογραφεί) η σύμβαση έργου και να αρχίσει η εκτέλεση αυτού, στις 24.7.2008 συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση το διοικητικό συμβούλιο της εκκαλούσας (εναγόμενης), το οποίο, όπως προκύπτει από το ταυθήμερο (από 24.7.2008) πρακτικό του, ομοφώνως και παμψηφεί αποφάσισε η νόμιμη εκπρόσωπος αυτής (εκκαλούσας) Κ.
Ρ. να παραστεί στην έκτακτη γενική συνέλευση εταίρων της εφεσίβλητης (ενάγουσας) με θέμα τη λήψη απόφασης για την ίδρυση ιδιωτικού σχολείου προσχολικής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Πάτρα και να ψηφίσει υπέρ της έγκρισης υπογραφής από την εφεσίβλητη της σχετικής εργολαβικής σύμβασης με την Ανώνυμη Εταιρεία υπό την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "....", υπό τους όρους και τις συμφωνίες που είχαν ήδη (όπως αναγράφεται ρητώς στο ως άνω πρακτικό) ελεγχθεί και εγκριθεί από αυτήν (εκκαλούσα). Επιπλέον, σύμφωνα με το ως άνω πρακτικό η εκκαλούσα διά της νομίμου εκπροσώπου της Κ. Ρ. θα παρείχε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα προς τη διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπο της εφεσίβλητης Α.
Χ. να την εκπροσωπήσει κατά την υπογραφή της εργολαβικής σύμβασης. Επισημαίνεται δε ότι με το ανωτέρω πρακτικό η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) ενέκρινε τη σύναψη και υπογραφή της σύμβασης έργου και δη με συγκεκριμένη εργολαβική εταιρεία χωρίς να θέτει όρους, οι οποίοι να ανάγονται πλην άλλων και στο θέμα της χρηματοδότησης του έργου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 8.8.2008 καταρτίστηκε και υπεγράφη ανάμεσα στην εφεσίβλητη (ενάγουσα), νομίμως εκπροσωπούμενη από την Α. Χ., αφενός και στην Ανώνυμη Εταιρεία υπό την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "...." αφετέρου, η σύμβαση έργου για την ανέγερση του σχολικού συγκροτήματος στο Μιντιλόγλι Αχαΐας, συμφωνηθείσης της εργολαβικής αμοιβής (εργολαβικού ανταλλάγματος), κατ’ αποκοπή και για το σύνολο του έργου, στο χρηματικό ποσό των 7.750.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19%.
Συμφωνήθηκε δε ως χρόνος έναρξης των εργασιών η 18.8.2008 και χρόνος παράδοσης του έργου ο Μάιος του 2009, ενώ για την καλή εκτέλεση του έργου εκδόθηκε υπέρ της εφεσίβλητης (ενάγουσας) εγγυητική επιστολή της τράπεζας Αττικής ποσού 1.162.500 ευρώ. Στην ανωτέρω σύμβαση εργολαβίας και συγκεκριμένα στον όρο 27 παρ. 2 αυτής προβλέφθηκε συμβατικά ότι η εφεσίβλητη (ενάγουσα) εργοδότρια δικαιούται να υπαναχωρήσει από αυτή έως και τις 5.9.2008, υπό την προϋπόθεση, κατά την παρ. 3 του ίδιου όρου της σύμβασης, της καταβολής στην εργολάβο (ανάδοχο του έργου) εταιρεία "...." έως και τις 15.10.2008 του κόστους των εργασιών που έως τότε θα είχαν εκτελεστεί.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα (εναγόμενη), στα μέσα Αυγούστου του 2008 και ενώ οι εργασίες εκτέλεσης του έργου είχαν αρχίσει, εξέφρασε αντιρρήσεις ως προς τη σκοπιμότητα εκτέλεσης αυτού, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς την αλλαγή της θέσης της. Διαβλέποντας δε τον κίνδυνο η τυχόν αναιτιολόγητη υπαναχώρηση της εφεσίβλητης (ενάγουσας) από την εργολαβική σύμβαση να έχει ως συνέπεια να αξιώσει η εργολάβος (ανάδοχος του έργου) εταιρεία "...." μεγαλύτερη αποζημίωση από το προβλεπόμενο στη σύμβαση ποσό των 50.000 ευρώ, έκρινε ότι ο λόγος της υπαναχώρησης θα έπρεπε να ανάγεται στη χρηματοδότηση του έργου και συγκεκριμένα στη δήθεν μη έγκριση των όρων χρηματοδότησης που έθετε η εταιρεία ...
LEASING, θυγατρική της ομώνυμης τράπεζας, με την ως άνω από 8.7.2008 πρότασή της. Το τελευταίο δε αποδεικνύεται από την από 26.8.2008 επιστολή του Δικηγόρου Αθηνών Ν. Μ. προς την Α. Χ., στην οποία ο ανωτέρω Δικηγόρος, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Κ. Ρ., ο οποίος σημειωτέον, όπως προκύπτει από το από 23.2.2008 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e mail) με θέμα το αρχικό σχέδιο εργολαβικού σε συνδυασμό με τα από 2.3.2008, 2.4.2008, 17.4.2008, 18.7.2008 και 21.7.2008 μηνύματα, που απεστάλησαν από τον ίδιο προς την Α.
Χ. είχε αναλάβει την κατάρτιση του κειμένου εργολαβικής σύμβασης, προέβη σε νομική εκτίμηση πιθανής υπαναχώρησης της εφεσίβλητης (ενάγουσας) από τη σύμβαση έργου και των τυχόν συνεπειών αυτής. Ειδικότερα, στην ανωτέρω επιστολή αναφέρεται ότι σε περίπτωση αδικαιολόγητης άσκησης εκ μέρους της εφεσίβλητης (ενάγουσας) του προβλεπόμενου στη σύμβαση (διαπλαστικού) δικαιώματος υπαναχώρησης υφίσταται ο κίνδυνος, εάν θεωρηθεί ότι πληροί τους όρους της ευθύνης εκ των διαπραγματεύσεων, η εργολάβος εταιρεία να αξιώσει αποζημίωση μεγαλύτερη του ποσού των 50.000 ευρώ, ανερχόμενη ακόμα και στο ποσό των 700.000 ευρώ, ήτοι ανάλογο του προσδοκώμενου από αυτή κέρδους από την εργολαβική σύμβαση.
Αναφέρει δε ότι, προκειμένου να αποκλειστεί η περίπτωση θεμελίωσης μιας τέτοιας ευθύνης της εφεσίβλητης (ενάγουσας), ο λόγος της υπαναχώρησης θα έπρεπε να ανάγεται σε ανυπαίτια απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, συνδεόμενος πρωτίστως με τη χρηματοδότηση της εταιρείας. Εν συνεχεία, η εκκαλούσα (εναγόμενη) με την από 4.9.2008 επιστολή της Κ.
Ρ., διευθύνουσας συμβούλου της, προς την Α. Χ., διαχειρίστρια της εφεσίβλητης (ενάγουσας), η οποία εστάλη στην τελευταία με τηλεομοιοτυπία στις 5.9.2008, την καλούσε, δηλώνοντας την οριστική άρνησή της να συμμετάσχει στο επιχειρηματικό σχέδιο της ανέγερσης του σχολικού συγκροτήματος, να υπαναχωρήσει από την εργολαβική σύμβαση ασκώντας εμπροθέσμως το σχετικό (συμβατικό διαπλαστικό) δικαίωμα υπαναχώρησης.
Επιπλέον, η εκκαλούσα (εναγόμενη) με την από 10.9.2008 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία προς την εφεσίβλητη (ενάγουσα), την Α. Χ. και την εργολάβο εταιρεία καλούσε την εφεσίβλητη να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση έργου, αναφέροντας ότι σε συνάντηση που είχαν οι εκπρόσωποι της με τον εκπρόσωπο της εργολάβου εταιρείας "....", πριν από τις 5.9.2008, είχαν συμφωνήσει στο να λυθεί η εργολαβική σύμβαση με καταβολή στην τελευταία του ποσού των 150.000 ευρώ, το οποίο η εκκαλούσα με την ως άνω δήλωσή της ρητώς αναλάμβανε να καταβάλει η ίδια.
Ενόψει δε της οριστικής άρνησης της εκκαλούσας (εναγόμενης) να συμμετάσχει στο όλο εγχείρημα και με δεδομένο ότι βάσει των όρων που είχε θέσει η εταιρεία ... LEASING για τη χρηματοδότηση του έργου ήταν αναγκαία η σύμπραξη της εκκαλούσας και επιπλέον προσωπικά της Κ. Ρ., στις 15.9.2008 η εφεσίβλητη (ενάγουσα) συμφώνησε με την εργολάβο (ανάδοχο του έργου) εταιρεία υπό την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "...." τη λύση της σύμβασης έργου καταβάλλοντας σε αυτήν ως αποζημίωση το ποσό των 150.000 ευρώ ... Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η εκκαλούσα (εναγόμενη) Α.Ε. με το να υπαναχωρήσει από το επιχειρηματικό σχέδιο ανέγερσης του σχολικού συγκροτήματος, αρνούμενη να συμπράξει στη χρηματοδότηση αυτού βάσει των όρων που είχαν τεθεί από την εταιρεία ...
LEASING παραβίασε από υπαιτιότητά της (δηλαδή από υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων της ... την εκ του νόμου ... και του καταστατικού εταιρική υποχρέωση πίστης που υπείχε έναντι της εφεσίβλητης (ενάγουσας) Ε.Π.Ε. (εταίρος της οποίας ετύγχανε) και, έτσι, προξένησε στην τελευταία θετική περιουσιακή ζημία ύψους 150.000 ευρώ, η οποία έγκειται στο ποσό που η εφεσίβλητη κατέβαλε ως εργοδότρια, στην εργολάβο (ανάδοχο του έργου) εταιρεία "...
λόγω λύσης της υφιστάμενης μεταξύ τους σύμβασης έργου. Η συμπεριφορά αυτή της εκκαλούσας (εναγόμενης), η οποία ήταν αναίτια και άκαιρη και ερχόταν σε αντίθετη με τα στοιχεία της συνεργασίας και εμπιστοσύνης που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον εταιρικό δεσμό για την προώθηση του πραγματικά επιδιωκόμενου εταιρικού σκοπού, συνιστά παραβίαση της προϋφιστάμενης εταιρικής υποχρέωσης πίστης που υπείχε τούτη κατά το νόμο και το καταστατικό έναντι της εφεσίβλητης (ενάγουσας) διμελούς Ε.Π.Ε., κατά την οποία όφειλε να παραλείπει πράξεις αντικείμενες στα εταιρικά συμφέροντα και δη πράξεις που προκαλούσαν ζημία στην εφεσίβλητη Ε.Π.Ε.
Την παραπάνω εταιρική υποχρέωση πίστεως που τη βάρυνε έναντι της εφεσίβλητης (ενάγουσας) Ε.Π.Ε. η εκκαλούσα (εναγόμενη) Α.Ε. την παραβίασε από υπαιτιότητά της και δη τουλάχιστον από ελαφρά συγκεκριμένη αμέλειά της (δηλαδή των νομίμων εκπροσώπων της ..., αφού δεν κατέβαλε την προσοχή και περίσκεψη που όφειλε κατά το άρθρο 746 ΑΚ να καταβάλει, δεν κατέβαλε δηλαδή την (έστω κατώτερη του μέσου συνετού συναλλασσόμενου του κύκλου της) προσοχή και περίσκεψη που μπορούσε να επιδείξει και που συνήθως επεδείκνυε στις δικές της υποθέσεις.
Το αντίθετο δεν απέδειξε η (επιφορτισμένη με το οικείο βάρος αποδείξεως) εκκαλούσα (εναγόμενη) ... Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας και εναγόμενης ότι δεν είχε αναλάβει έναντι της εφεσίβλητης και ενάγουσας Ε.Π.Ε. καμία οικονομικής φύσεως δέσμευση σχετικά με τη χρηματοδότηση του έργου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και, ως τέτοιος, έπρεπε να απορριφθεί.
Ειδικότερα, η εκκαλούσα και εναγόμενη εξαρχής είχε επιδείξει ενδιαφέρον για την υλοποίηση του έργου γνωρίζοντας εξαρχής ότι ως εταίρος διμελούς Ε.Π.Ε. με μερίδα συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο ανερχόμενη σε ποσοστό 50% αυτού, θα επιβαρυνόταν με το κόστος υλοποίησης του έργου. Η πρόθεση δε των εταίρων της εφεσίβλητης (ενάγουσας) διμελούς Ε.Π.Ε.
να επεκτείνουν το αντικείμενο της εταιρικής δραστηριότητας της τελευταίας και στο χώρο της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η κοινή απόφασή τους να υπαγάγουν και αυτόν στον πραγματικά επιδιωκόμενο σκοπό της εφεσίβλητης κατά την αναγόμενη στις μεταξύ τους σχέσεις και στις σχέσεις τους με την Ε.Π.Ε.
συμφωνία τους, αποδεικνύεται από το ότι η εφεσίβλητη (ενάγουσα) το 2006 προέβη στην αγορά ενός ακινήτου καταβάλλοντος ως τίμημα το ποσό των 980.000 ευρώ, για μέρος του οποίου και συγκεκριμένα για το ποσό των 600.000 ευρώ συνήψε δάνειο με την τράπεζα ... Α.Ε. Κατά τα διδάγματα δε της κοινής πείρας και λογικής εφεσίβλητη δεν θα αναλάμβανε τέτοιου ύψους οικονομικές υποχρεώσεις εάν δεν ήταν ήδη ειλημμένη η απόφαση των εταίρων αυτής για την ανέγερση του σχολικού συγκροτήματος.
Επιπλέον, από το ότι η εταιρεία "... Α.Ε.", που ανέλαβε την εκπόνηση των μελετών και την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθώς και η εταιρεία "... A.E.", η οποία ως χρηματοοικονομική σύμβουλος εκπόνησε το επιχειρηματικό σχέδιο για τα έτη 2008-2014 και με την οποία συνεβλήθη η ίδια η εκκαλούσα (εναγόμενη) ως εντολέας της, επιλέχθηκαν από την εκκαλούσα, αποδεικνύεται το ενεργό ενδιαφέρον της τελευταίας για την υλοποίηση του εγχειρήματος της ανέγερσης του σχολικού συγκροτήματος.
Όπως δε ισχυρίζεται η εφεσίβλητη (ενάγουσα) και δεν αμφισβητεί ειδικά η εκκαλούσα (εναγόμενη), το κόστος μελέτης της εταιρείας "... A.E." ανήλθε στο ποσό των 100.000 ευρώ και με την καταβολή αυτού επιβαρύνθηκε η εκκαλούσα ως αντισυμβαλλόμενη αυτής. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η εκκαλούσα (εναγόμενη) δεν είχε θέσει θέμα χρηματοδότησης του έργου αποδεικνύεται και από το ότι με το από 24.7.2008 πρακτικό του διοικητικού της συμβουλίου παρείχε ομοφώνως εξουσιοδότηση προς την διευθύνουσα σύμβουλο, αντιπρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου και νόμιμη εκπρόσωπο αυτής Κ.
Ρ. να παραστεί στη γενική συνέλευση της εφεσίβλητης (ενάγουσας) και να ψηφίσει υπέρ της σύναψης της εργολαβικής σύμβασης, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη χρηματοδότηση, του έργου. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι στις 24.7.2008 η εκκαλούσα (εναγόμενη) είχε ήδη λάβει γνώση της από 8.7.2008 πρότασης χρηματοδότησης της εταιρείας ...
LEASING και των όρων που έθετε αυτή και, ως εκ τούτου, εάν δεν συμφωνούσε με το ότι η χρηματοδότηση του έργου δεν θα γινόταν πλήρως από την τελευταία, αλλά θα επιβαρυνόταν και η ίδια οικονομικά, δεν θα εξουσιοδοτούσε την Κ. Ρ. να συναινέσει ανεπιφύλακτα στη συνέλευση των εταίρων της εφεσίβλητης (ενάγουσας) για την υπογραφή της εργολαβικής σύμβασης.
Επίσης, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας και εναγόμενης ότι διά του προέδρου της Κ. Ρ. και της διευθύνουσας συμβούλου της Κ. Ρ. κατέβαλε προσπάθειες μετατροπής των όρων της προταθείσας αρχικής χρηματοδότησης είναι ουσιαστικά αβάσιμος και, ως τέτοιος, έπρεπε να απορριφθεί, αφού δεν αποδείχθηκε, καθώς δεν προσκομίζεται κάποιο σχετικό έγγραφο εκ του οποίου να προκύπτουν διαπραγματεύσεις με την εταιρεία ...
LEASING. To ότι η εκκαλούσα δεν διαπραγματευόταν τη μεταβολή των όρων χρηματοδότησης αποδεικνύεται και από την από 12.9.2008 έγγραφη δήλωση του τρίτου στην προκείμενη πολιτική δίκη Ν. Γ., νόμιμου εκπρόσωπου της εργολάβου εταιρείας "...." προς την εφεσίβλητη (ενάγουσα), η οποία απέκτησε με την αυθημερόν (στις 12.9.2008) θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της από το Β’ Α.Τ.
Πατρών βεβαία χρονολογία και δη εκείνην της 12.9.2008 ... Στην προαναφερόμενη από 12.9.2008 έγγραφη δήλωσή του ο ανωτέρω Ν. Γ. αναφέρει ότι περί τα τέλη Αυγούστου του 2008 πραγματοποίησε συναντήσεις με τον Κ. Ρ., κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, προκειμένου να συζητήσουν το ενδεχόμενο της υπαναχώρησης της εφεσίβλητης (ενάγουσας) από την εργολαβική σύμβαση.
Αναφέρεται δε στη δήλωση αυτή ότι λόγος ματαίωσης του έργου ήταν το ότι η εκκαλούσα (εναγόμενη) δεν επιθυμούσε να συμπράξει στην υλοποίηση της κατασκευής του έργου, χωρίς να γίνεται ουδεμία αναφορά στη χρηματοδότηση του έργου και στους όρους αυτής. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το θέμα της χρηματοδότησης του έργου δεν υφίστατο πραγματικά αλλά προτάθηκε αρχικά από την εκκαλούσα (εναγόμενη) ως τρόπος του να αποφύγει η εφεσίβλητη (ενάγουσα) να καταβάλει μεγαλύτερη του ποσού 50.000 ευρώ αποζημίωση προς την εργολάβο εταιρεία.
Κατά τα διδάγματα δε της κοινής πείρας και λογικής η εργολάβος εταιρεία, εάν δεν είχε σαφώς ορισθεί το θέμα της χρηματοδότησης του έργου και της αποδοχής από τους εταίρους των όρων της από 8.7.2008 πρότασης χρηματοδότησης της ... LEASING, δεν θα προέβαινε στις 8.8.2008 στην κατάρτιση της εργολαβικής σύμβασης. Επομένως, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας και εναγόμενης ότι το κατά τον όρο 27 παρ. 2 της εργολαβικής σύμβασης δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης αφορούσε στη χρηματοδότηση του έργου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και, ως τέτοιος, έπρεπε να απορριφθεί.
Επίσης, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας και εναγόμενης ότι διαχειρίστρια αυτής Κ. Ρ. τον Αύγουστο του 2008 άρχισε να πληροφορείται για την επερχόμενη οικονομική κρίση, η οποία ήταν ήδη εμφανής σε διάφορους οικονομικούς κύκλους, γεγονός που καθιστούσε το όλο επιχειρηματικό σχέδιο της εφεσίβλητης (ενάγουσας) επισφαλές είναι ουσιαστικά αβάσιμος και, ως τέτοιος, έπρεπε να απορριφθεί, καθώς στην ως άνω από 10.9.2008 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία-πρόσκληση προς την εφεσίβλητη και την εργολάβο εταιρεία δεν αναφέρει ανάλογο ισχυρισμό προκειμένου να δικαιολογήσει την άρνησή της να συμπράξει στην υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου.
Επίσης, η εκ του άρθρου 300 ΑΚ ... ένσταση συνυπαιτιότητας της εφεσίβλητης και ενάγουσας Ε.Π.Ε. (δηλαδή της νόμιμης εκπροσώπου της ... ως προς την επαύξηση της ζημίας της, ως προς την καταβολή δηλαδή από αυτή του επιπλέον ποσού των 100.000 ευρώ εκ του συμβατικώς προβλεπόμενου στην ανωτέρω εργολαβική σύμβαση ποσού των 50.000 ευρώ, καθώς δεν υπαναχώρησε από την τελευταία έως και τις 5.9.2008, την οποία (ένσταση) προέβαλε πρωτοδίκως η εκκαλούσα και εναγόμενη και την οποία επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της έφεσής της είναι ουσιαστικά αβάσιμη και, ως τέτοια, έπρεπε να απορριφθεί.
Και αυτό γιατί αποδείχθηκε ότι η ίδια η εκκαλούσα (εναγόμενη) είχε συμφωνήσει με την εργολάβο εταιρεία, ήδη πριν από τις 5.9.2008, να λυθεί η εργολαβική σύμβαση με την καταβολή του ποσού των 150.000 ευρώ, το οποίο με την ως άνω από 10.9.2008 εξώδικη δήλωσή της δεσμεύτηκε η ίδια να καταβάλει. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας και εναγόμενης ότι δεν παραβίασε την υποχρέωση πίστης που υπείχε ως εταίρος της εφεσίβλητης και ενάγουσας έναντι αυτής γιατί καταστατικός σκοπός της τελευταίας ήταν η δραστηριοποίηση στο χώρο της τριτοβάθμιας και όχι της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι ουσιαστικά αβάσιμος και, ως τέτοιος, έπρεπε να απορριφθεί, καθώς, όπως αποδείχθηκε, η εκκαλούσα δεσμεύτηκε έναντι της εφεσίβλητης για την ανέγερση του σχολικού συγκροτήματος ως επενδυτικό σχέδιο αυτής, χωρίς να προβάλει οιανδήποτε αντίρρηση σε σχέση με το, σύμφωνα με το καταστατικό, αντικείμενο δραστηριότητάς της.
Επίσης, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας και εναγόμενης ότι δεν παραβίασε την υποχρέωση πίστης που υπείχε έναντι της εφεσίβλητης και ενάγουσας ως εταίρος της και για το λόγο ότι η εφεσίβλητη με την ανέγερση του σχολικού συγκροτήματος ενεργούσε όχι προς όφελος της ιδίας αλλά της εταιρείας "... Α.Ε." είναι ουσιαστικά αβάσιμος και, ως τέτοιος, έπρεπε να απορριφθεί, καθώς, όπως προκύπτει από την από 8.7.2008 πρόταση χρηματοδότησης της ...
LEASING, όπου αναφέρεται ότι το σχολικό κτήριο θα ανεγερθεί για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας "... Α.Ε." και από την εργολαβική σύμβαση, όπου στην παρ. 2 του προοιμίου αυτής αναφέρεται ότι η λειτουργία του ιδιωτικού σχολείου θα γινόταν είτε από την ίδια την εφεσίβλητη είτε από έτερο τρίτο φορέα, αυτή γνώρισε το ενδεχόμενο να μεταβιβαστεί στην τελευταία το σχολικό συγκρότημα και παρ’ όλα αυτά συμφώνησε στην εκτέλεση του έργου χωρίς να προβάλει σχετικές αντιρρήσεις.
Επομένως, γεννήθηκε, πράγματι, η απαίτηση της εφεσίβλητης (ενάγουσας) κατά της εκκαλούσας (εναγόμενης) για αποζημίωση ποσού 150.000 ευρώ λόγω της υπαίτιας παραβάσεως της εταιρικής υποχρέωσης πίστεως που υπείχε η δεύτερη έναντι της πρώτης και που προξένησε σε αυτήν ισόποση θετική περιουσιακή ζημία ... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και έβδομος λόγοι του κύριου δικογράφου της κρινόμενης ...
εφέσεως της εναγόμενης, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της εφέσεως αυτής ... Περαιτέρω, όμως, τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά υπάγονται κατά την κρίση του παρόντος (δευτεροβάθμιου) Δικαστηρίου μόνον στις διατάξεις των άρθρων 747 (αναλογικώς εφαρμοζόμενο), 200, 288, 330 επ. και 746 ΑΚ (συνδ. 297 εδ.
α’ , 298 εδ. α’ περ. α’ ΑΚ) και στοιχειοθετούν ευθύνη της εκκαλούσας (εναγόμενης) έναντι της εφεσίβλητης (ενάγουσας) προς αποζημίωση από προϋφιστάμενη ενοχή με βάση την ίδια την εταιρική σύμβαση".
V) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του άρθρου 747 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200, 288 και 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Ειδικότερα, εφόσον δέχθηκε, ότι σκοπός της αναιρεσείουσας ΕΠΕ ήταν η επέκταση της δραστηριότητάς της και στους τομείς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι για την προώθηση του σκοπού αυτού αγοράστηκε από την αναιρεσίβλητη το ακίνητο στο Μιντιλόγλι Αχαΐας και στη συνέχεια συνήφθη η σύμβαση με την εργολαβική εταιρεία "....", καθώς και ότι η αναιρεσείουσα, ως εταίρος της αναιρεσίβλητης ΕΠΕ, ενέκρινε τη σύναψη της παραπάνω σύμβασης έργου με την ως άνω εργολαβική εταιρεία, που αφορούσε την ανέγερση του σχολικού συγκροτήματος, εγκρίνοντας έτσι (η αναιρεσείουσα) και την δραστηριοποίηση της αναιρεσίβλητης και στους τομείς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς μάλιστα να θέσει οποιουσδήποτε όρους, ειδικά για το ζήτημα της εν μέρει χρηματοδότησης από αυτή του έργου, η αναίτια στη συνέχεια υπαναχώρηση της αναιρεσείουσας από το επιχειρηματικό σχέδιο της ανέγερσης του σχολικού συγκροτήματος και η άρνησή της να συμπράξει στη χρηματοδότηση αυτού ήταν αντίθετη με το πνεύμα συνεργασίας και εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπουν τον εταιρικό δεσμό ώστε να είναι δυνατή η επίτευξη και προώθηση του επιδιωκόμενου εταιρικού σκοπού.
Η συμπεριφορά δε αυτή της αναιρεσείουσας αποτελούσε παραβίαση της εταιρικής υποχρέωσης πίστης που είχε κατά το νόμο έναντι της αναιρεσίβλητης διμελούς Ε.Π.Ε., δεδομένου ότι ήταν αντίθετη στο εταιρικό συμφέρον και είχε ως συνέπεια την πρόκληση από υπαιτιότητά της περιουσιακής ζημίας στην αναιρεσίβλητη εταιρεία ποσού 150.000 ευρώ, όσο δηλαδή η τελευταία κατέβαλε ως εργοδότρια, στην εργολάβο εταιρεία "...
ΑΕ" λόγω λύσης της υφιστάμενης μεταξύ τους σύμβασης έργου, κατόπιν της άρνησης της αναιρεσείουσας χρηματοδότησης αυτού εν μέρει και της υπαναχώρησής της από την εκτέλεση του έργου.
Συνεπώς, το Δικαστήριο ορθά δέχθηκε, ότι η εκτιθέμενη στην αγωγή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αποτελούσε παραβίαση της υποχρέωσης πίστης, που είχε έναντι της αναιρεσίβλητης ως εταίρος της, διότι αφορούσε πράξεις της αντίθετες του εταιρικού σκοπού, που ήταν η επέκταση των δραστηριοτήτων της αναιρεσίβλητης ΕΠΕ και στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έστω και δεν υπήρξε σχετική τροποποίηση του καταστατικού, δεδομένου ότι αυτό είχε αποφασιστεί και εγκριθεί από τους δύο εταίρους της διμελούς αναιρεσίβλητης ΕΠΕ και είχαν ήδη επακολουθήσει πράξεις για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού (όπως αγορά ακινήτου, σύναψη εργολαβικής σύμβασης για ανέγερση σχολικού συγκροτήματος) και ήταν γνωστό ότι η αλλαγή του επιχειρηματικού σχεδίου (υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου), θα είχε επιπτώσεις στα συμφέροντα της εταιρείας (όπως αποζημίωση της εργολάβου εταιρείας).
Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα, γι’ αυτό και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, υπό τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του άρθρου 300 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 288 και 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ύπαρξης συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης ως προς την επαύξηση της ζημίας της (αναιρεσίβλητης) για το καταβληθέν από αυτή επί πλέον ποσό των 100.000 ευρώ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Την κρίση του δε αυτή το Εφετείο στηρίζει κυρίως στο γεγονός, ότι η αναιρεσείουσα ήταν εκείνη, η οποία, ήδη, πριν από τις 5.9.2008, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένου λόγου, ζητούσε από την αναιρεσίβλητη να υπαναχωρήσει της εργολαβικής σύμβασης, αρνούμενη, να χρηματοδοτήσει εν μέρει το έργο, όπως είχε αρχικά συμφωνήσει, και να λυθεί η εργολαβική σύμβαση με την καταβολή του ποσού των 150.000 ευρώ, το οποίο μάλιστα ποσό με την από 10.9.2008 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία προς την αναιρεσίβλητη, την Α.
Χ. και την εργολάβο εταιρεία ρητώς αναλάμβανε να καταβάλει η ίδια. Επίσης, σύμφωνα με την απόφαση η αναιρεσείουσα ζήτησε οριστικά από την αναιρεσίβλητη να υπαναχωρήσει της εργολαβικής σύμβασης, με την από 4-9-2008 επιστολή της, η οποία εστάλη στην τελευταία την 5-9-2008. Το ότι δε στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται δεκτό, ότι η αναιρεσείουσα δεσμεύτηκε να καταβάλει το παραπάνω ποσό με την από 10-9-2008 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία, η οποία είναι μεταγενέστερη της 5-9-2008, ημερομηνία μέχρι την οποία η αναιρεσείουσα δικαιούτο να υπαναχωρήσει της εργολαβικής σύμβασης με την καταβολή μόνο ποσού 50.000 ευρώ και των μέχρι τότε γενομένων εξόδων, δεν δημιουργεί κάποια αντίφαση, καθόσον, σύμφωνα με την απόφαση, στην αμέσως παραπάνω εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία της, η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι σε συνάντηση που είχαν οι εκπρόσωποι της με τον εκπρόσωπο της εργολάβου εταιρείας "....", πριν από τις 5.9.2008, είχαν συμφωνήσει στο να λυθεί η εργολαβική σύμβαση με καταβολή στην τελευταία του ποσού των 150.000 ευρώ.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης.
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 29-10-15 και με αρθμ. καταθ. ...2015] αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προς αναίρεση της 240/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου