Legislator Case Law & Legislation
1315/2016 AI generated

1315/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1315/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαΐτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1315/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση".

Keywords

AI generated
identity documents fraudulent use of cheque cards counterfeiting official revenue stamps forfeiture of crime proceeds misuse of permits and plates means of payment
AI generated
2583/2008
Αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Υπάρχει αιτιολογία της αποφάσεως όταν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία καθενός εγγράφου, χωριστά. Παραδεκτή η άσκηση της ποινικής διώξεως, εάν η έγκληση υποβλήθηκε από τον δικηγόρο που διορίστηκε από τη μία και όχι από τις δύο παθούσες, διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ( άρθρο 118 παρ. 3 ΠΚ). Απορρίπτει την αναίρεση.
1587/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
2101/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
539/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
250/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1315 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1315/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαΐτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Γ. του Λ., κατοίκου ... και προσωρινώς …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2227/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Κ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 324/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1. εδ. α του Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο , τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον εντός έτους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται : α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με τον δράστη, κυριότητα όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη.

Ιδιοποίηση (στο έγκλημα της υπεξαιρέσεως, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενεργείας ή παραλείψεως, η οποία εμφαίνει την θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του, όπως με την άρνηση αποδόσεως του πράγματος στον ιδιοκτήμονα, χρόνος δε τελέσεως του εγκλήματος, που κρίνεται αναιρετικώς ανελέγκτως, είναι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του Π.Κ., ο χρόνος της τοιαύτης ενεργείας, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίον ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος (Α.Π. 711/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως.

Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του αυτού άρθρου του Π.Κ., μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του Νόμου 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000) ΕΥΡΩ και ήδη 120.000 ΕΥΡΩ (το ποσό των 120.000 ΕΥΡΩ ορίσθηκε με την παρ. 1β του άρθρου 25 του Νόμου 4055/2012).

Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ και ήδη 30.000 ΕΥΡΩ (το ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ ορίσθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του αυτού ως άνω Νόμου 4055/2012).

Για την στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στην συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.

Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποίαν επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως για την θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίον ενέχει αυτή καθ’ εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης (Α.Π. 804/2014, Α.Π. 64/2014, Α.Π. 667/2010, Α.Π. 576/2010).

Επίσης, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο πρόσωπο παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.

Ως "γεγονότα" νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζομένη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.

Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή ο τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποίαν ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος (Α.Π. 804/2014).

Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι "κατ’ εξακολούθηση έγκλημα" είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της, προς εκτέλεσή τους, αποφάσεως (Α.Π. 274/2014).

Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ., τότε μόνον θα υπήρχαν περισσότερες πράξεις που, αν συνδέονταν και με ταυτότητα αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούσαν κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια, για τον παθόντα, πράξη ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (Α.Π. 787/2014).

Εξάλλου δε, μεταξύ της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης υφίσταται αληθής συρροή, δεδομένου ότι καθένα από αυτά τα εγκλήματα είναι αυτοτελές, εφόσον η αντικειμενική του υπόσταση στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης (Α.Π. 804/2014, Α.Π. 1855/2001).

Ωσαύτως από τις διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1 και 386 παρ. 1 του Π.Κ. κάθε μία από τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται σ’ αυτές (υπεξαιρέσεως και απάτης) απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και συνεπώς, αν ο δράστης τους είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο αυτών εγκλημάτων, εφόσον καθένα από αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού αντικειμένου (Α.Π. 440/2009, Α.Π. 1485/2003).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχείο Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.

Α.Π. 1/2005, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχείο Ε του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.

Α.Π. 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ’ αριθμ. 2.227/2016 προσβαλλομένης αποφάσεώς του, μετά την παράθεση των προαναφερομένων νομικών σκέψεων και μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

Ειδικότερα "Από την αποδεικτική διαδικασία, ήτοι από τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο και από την όλη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε με πρόθεση τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στους κάτωθι αναφερομένους τόπους και χρόνους, τέλεσε τις κάτωθι αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές, της ελευθερίας, ποινές, ήτοι : 1) Ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα (ολικά) πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του.

Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, στις 21-08-2008, ενώ περιήλθαν στην κατοχή του τρεις (3) πιστωτικές κάρτες, ιδιοκτησίας της πολιτικώς ενάγουσας Α. Κ. του Ι., και δη η με αριθμό ... κάρτα της Αγροτικής Τράπεζας, η με αριθμό ... κάρτα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και η με αριθμό ... κάρτα της ALPHA BANK, αυτός (κατηγορούμενος) δεν επέστρεψε τις ως άνω πιστωτικές κάρτες στην κάτοχό τους, ως όφειλε, παρά την επίμονη αναζήτησή τους από αυτήν, αλλά αρνήθηκε να το πράξει, ιδιοποιούμενος αυτές και ενσωματώνοντάς τες οριστικά στην περιουσία του. 2) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στην ...

Μεσσηνίας, κατά το χρονικό διάστημα από 23-08-2008 έως 26-08-2008, κατήρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, για γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, και εν συνεχεία έκανε χρήση αυτών των εγγράφων. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και στους ανωτέρω χρόνους, έθεσε επανειλημμένως μια συμβολική υπογραφή σε αποδείξεις καταστημάτων, χωρίς τη συναίνεση της ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσας, από τα οποία (καταστήματα) αυτός (κατηγορούμενος) αγόρασε είδη και δέχθηκε υπηρεσίες, χρεώνοντας τις ανωτέρω πιστωτικές κάρτες της πολιτικώς ενάγουσας, κάνοντας τοιουτοτρόπως χρήση αυτών. 3) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων.

Συγκεκριμένα, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 23-08-2008 έως 26-08-2008 παρέστησε ψευδώς στους υπευθύνους και υπαλλήλους διαφόρων καταστημάτων ότι ήταν νόμιμος κάτοχος των ανωτέρω πιστωτικών καρτών και ότι είχε το δικαίωμα να προβεί στη χρήση αυτών, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στην πόλη που τις χρησιμοποίησε (...) είναι ο ίδιος γνωστός, διότι, εκτός του ότι είναι ο τόπος καταγωγής του, ασκεί εκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, ενώ ακόμη και στο ξενοδοχείο, στο οποίο έγιναν κάποιες από τις χρεώσεις, είναι συνιδιοκτήτης.

Με τον τρόπο αυτόν τους έπεισε να δεχθούν να γίνει η πληρωμή των πραγμάτων, που ο ίδιος αγόρασε, με μοναδικό σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος το παράνομο περιουσιακό όφελος των 6.794,35 ΕΥΡΩ με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσας, που συνίσταται στην υποχρέωση καταβολής εκ μέρους της του ποσού αυτού και μάλιστα εντόκως, ήτοι του των 7.499,67 ΕΥΡΩ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα υπέγραψαν το από 03-02-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος αναλάμβανε να καταβάλει στην πολιτικώς ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 7.400 ΕΥΡΩ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της για τη ζημία που αυτή υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις του, καταληκτική δε ημερομηνία συμφωνήθηκε η 11-5-2015.

Εις εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας του, η πληρεξούσια δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας εισέπραξε μόλις την 5-10-2015 το χρηματικό ποσό των 600 ΕΥΡΩ καθώς και το σώμα μιας επιταγής ποσού 1.500 ΕΥΡΩ με ημερομηνία έκδοσης αυτής την 05-10-2015, η οποία δεν είχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό του εκδότη της. Έκτοτε, ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη καταβολή με αποτέλεσμα τη μεγάλη οικονομική ζημία της πολιτικώς ενάγουσας.

Κατά τη σημερινή δικάσιμο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου προσκόμισε ένα αντίγραφο μεταφοράς χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό του ποσού 1.350 ΕΥΡΩ, τα οποία φέρονται κατατεθειμένα από τον κατηγορούμενο με σκοπό το δικαστικό συμβιβασμό του με την πολιτικώς ενάγουσα. Όμως το ποσό του ανωτέρω εμβάσματος δεν δόθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα, ούτε καν δηλώθηκε εάν θα καταβληθεί έναντι της ανωτέρω συμφωνίας του ή προς εξόφληση αυτής.

Κατόπιν όλως των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσκόμιση του ανωτέρω αντιγράφου είναι όλως προσχηματική, ο δε κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν προέβη σε καμία πράξη έμπρακτης μετάνοιας είτε σε κάποια ενέργεια προκειμένου να άρει τις συνέπειες των πράξεών του παρά μόνο όψιμα και προσχηματικά προέβη στην υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού και στην καταβολή του ποσού των 600 ΕΥΡΩ, δημιουργώντας αβάσιμες ελπίδες στην πολιτικώς ενάγουσα ότι θα αποκαταστήσει τη ζημία που της προκάλεσε.

Επομένως, το αίτημα για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2δ’ του Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Π. Γ. του Λ., κάτοικο ... Γερμανίας, κατά πιστή μεταφορά, του ότι " Στους κάτωθι αναφερομένους τόπους και χρόνους, τέλεσε τις κάτωθι αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, ήτοι : 1) Ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα (ολικά) κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του.

Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, στις 21-08-2008, ενώ περιήλθαν στην κατοχή του τρεις (3) πιστωτικές κάρτες, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, Α. Κ. του Ι., και δη η με αριθμό ... κάρτα της Αγροτικής Τράπεζας, η με αριθμό ... κάρτα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και η με αριθμό ... κάρτα της ALPHA BANK, αυτός (κατηγορούμενος) δεν επέστρεψε τις ως άνω πιστωτικές κάρτες στην κάτοχό τους - εγκαλούσα, ως όφειλε, παρά την επίμονη αναζήτησή τους από αυτήν, αλλά αρνήθηκε να το πράξει, ιδιοποιούμενος αυτές και ενσωματώνοντάς τες οριστικά στην περιουσία του. 2) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, στην ...

Μεσσηνίας, κατά το χρονικό διάστημα από 23-08-2008 έως 26-08-2008, κατήρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους, για γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, και εν συνεχεία έκανε χρήση αυτών των εγγράφων. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και στους ανωτέρω χρόνους, έθεσε επανειλημμένως μια συμβολική υπογραφή σε αποδείξεις καταστημάτων, χωρίς τη συναίνεση της ανωτέρω εγκαλούσας, από τα οποία (καταστήματα) αυτός (κατηγορούμενος) αγόρασε είδη και δέχθηκε υπηρεσίες, χρεώνοντας τις ανωτέρω πιστωτικές κάρτες της εγκαλούσας, κάνοντας τοιουτοτρόπως χρήση αυτών. 3) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον να πράξει με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων.

Συγκεκριμένα, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 23-08-2008 ως 26-08-2008, παρέστησε ψευδώς στους υπευθύνους και υπαλλήλους διαφόρων καταστημάτων, ότι ήταν νόμιμος κάτοχος των ανωτέρω πιστωτικών καρτών και ότι είχε το δικαίωμα να προβεί στην χρήση αυτών, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στην πόλη που τις χρησιμοποίησε (...) είναι ο ίδιος γνωστός, διότι, εκτός του ότι είναι ο τόπος καταγωγής του, ασκεί εκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, ενώ ακόμη και στο ξενοδοχείο, στο οποίο έγιναν κάποιες από τις χρεώσεις, είναι συνιδιοκτήτης.

Με τον τρόπο αυτόν τους έπεισε να δεχθούν να γίνει η πληρωμή των πραγμάτων, που ο ίδιος αγόρασε, με μοναδικό σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος το παράνομο περιουσιακό όφελος των 6.794,35 ΕΥΡΩ με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της ανωτέρω εγκαλούσας, που συνίσταται στην υποχρέωση καταβολής εκ μέρους της του ποσού αυτού και μάλιστα εντόκως, ήτοι του ποσού 7.499,67 ΕΥΡΩ".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένη και ειδική και επαρκή αιτιολογία, ως προς τα εγκλήματα της υπεξαιρέσεως και της απάτης κατ’ εξακολούθηση [υφισταμένης - κατά τα προεκτεθέντα - αληθούς συρροής μεταξύ αυτών (Α.Π. 14/2014, Α.Π. 1855/2001)], αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1α και 375 παρ. 1α του Π.Κ.

τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση και προσδιορίζονται χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά οι εξής κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση της καταδικαστικής για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως και την απάτης κατ’ εξακολούθηση κρίσεως του δικαστηρίου παραδοχές και ειδικότερα:

Καθ’ όσον αφορά την πράξη της υπεξαιρέσεως, διαλαμβάνεται η παραδοχή ότι παρανόμως, ήτοι χωρίς να έχει προς τούτο νόμιμο δικαίωμα, ιδιοποιήθηκε, ενσωματώνοντας αυτές στην περιουσία του, τις ανωτέρω πιστωτικές κάρτες της παθούσης Α. Κ. του Ι., ιδιοκτήτριας και νομίμου κατόχου αυτών, οι οποίες είχαν περιέλθει στην κατοχή του, αρνούμενος να τις επιστρέψει σε αυτήν όταν η τελευταία εζήτησε τούτο παρ’ αυτού.

Στην παραδοχή δ’ αυτή εμπεριέχεται και εκείνη (παραδοχή), ότι την πράξη του αυτή ο αναιρεσείων τέλεσε εκ δόλου, συνισταμένου στην υπ’ αυτού θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω συνθήκες τελέσεως του και που αναφέρονται σ1 αυτήν.

Περαιτέρω, καθ’ όσον αφορά την πράξη της απάτης, για την οποίαν επίσης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, διαλαμβάνονται οι εξής παραδοχές: α) ότι με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ο κατηγορούμενος αυτός, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, επανειλημμένως παρέστησε ψευδώς σε υπευθύνους και υπαλλήλους καταστημάτων της πόλεως της ...ς, ότι ήταν νόμιμος κάτοχος και δικαιούχος των εν λόγω πιστωτικών καρτών, β) ότι το περιστατικό αυτό ήταν ψευδές, το δε αληθές, που εγνώριζε, ήταν ότι ο νόμιμος κάτοχος τούτων ήταν η ανωτέρω παθούσα Α.

Κ. του Ι., γ) ότι με την τοιαύτη εν γνώσει του ψευδή παράσταση έπεισε τους ανωτέρω υπευθύνους και υπαλλήλους καταστημάτων να προβούν στην πώληση προς αυτόν πραγμάτων και υπηρεσιών και την εξόφληση του τιμήματος αυτών με χρέωση των καρτών τούτων της ως άνω ιδιοκτήτριας αυτών και δ) ότι ενήργησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο έχοντας σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό το παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην αποφυγή πληρωμής εξ ιδίων του εξ 6.794,35 ευρώ συνολικού τιμήματος των εν λόγω αγορασθέντων και εκ τούτου ισόποση μείωση της περιουσίας του, με αντίστοιχη ζημία, μετά των αναλογούντων τόκων, της ως άνω παθούσης ιδιοκτήτριας των καρτών ύψους 7.499,67 ευρώ.

Αιτιολογούνται δε επαρκώς τόσον η γνώση του ψευδούς της παραστάσεως ότι οι εν λόγω κάρτες ανήκαν σε αυτόν και ως εκ τούτου δικαιούται να κάνει χρήση τους, όσον και ο σκοπός του να προσπορίσει στον εαυτό του το ανωτέρω όφελος, που δεν εδικαιούτο από νόμιμη αιτία και επί ζημία της παθούσης, ως, εκ των ανωτέρω παραδοχών του δικαστηρίου, συναγομένου, ότι τούτων ο ίδιος είχε ιδίαν γνώση και αντίληψη του αληθούς αυτών και παρά τούτο ενήργησε προκειμένου να αποκομίσει επί ζημία της παθούσης το ανωτέρω παράνομο περιουσιακό όφελος.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ αναιρετικούς λόγους της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμες.

Περαιτέρω, καθ’ όσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για την οποίαν επίσης κατεδικάσθη ο αναιρεσείων σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την, κατά τα προεκτεθέντα, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στέρησε δε αυτήν (απόφαση του) νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνεται, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της, η ταυτότητα των πλαστών εγγράφων αποδείξεων αγοράς, τις οποίες ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέγραψε θέτοντας κατ’ απομίμηση την υπογραφή της ως άνω παθούσης, χωρίς την συναίνεση της, ούτε ο τρόπος χρήσεως τους, με αποτέλεσμα έτσι να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, με την οποίαν πλήττεται ως προς το κεφάλαιο της αυτό η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι βάσιμοι και συνεπώς ως προς την αξιόποινη αυτή πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και την επιβληθείσα γι’ αυτήν ποινή, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί, κατά το μέρος αυτό η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2.227/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, κατά το μέρος που αφορά την κήρυξη ενόχου του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και την καταδίκη αυτού, για την πράξη αυτή, στην ποινή της φυλακίσεως των οκτώ (8) μηνών .

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντεθησόμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ’ αριθμ. 2 από 18-2-2016 αίτηση του Π. Γ. του Λ., κατοίκου ... και προσωρινώς ...ς, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2.227/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ