Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal grounds and insufficient factual specification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding unjust enrichment claims. The appellant argued the lower court failed to specify loan details and amounts, violating procedural law, while the appellee maintained the court's findings were legally sufficient. The court ruled that the appellate court correctly identified the case without needing further factual elaboration, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 904 of the Civil Code: An appeal based on quantitative vagueness is inadmissible if the lower court's decision is sufficiently specific and legally sound without requiring further factual elaboration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1315 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1315/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην…, και εκπροσωπείται νόμιμα ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΥΠΟΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΦΑΓΕΙΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καλέ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1140/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 517/2007 μη οριστική και 7024/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 25-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ιδρύετω δε ο αναιρετικός αυτός λόγος και στην περίπτωση της ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 904 εδ. α’ ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β’ της ίδιας διατάξεως, περ. α’ , η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης η οποία επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από τον λήπτη και η οποία δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη, για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, η οποία θεμελιώνεται επ’ αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Όσον αφορά την αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού, στοιχεία αυτής αποτελούν η παροχή, η αιτία για την οποία έγινε, καθώς και η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέστηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη.
Ειδικότερα, για την αναζήτηση αχρεώστητης παροχής απαιτείται επίκληση της καταβολής, της αιτίας για την οποία αυτή έγινε, καθώς και ότι η αιτία αυτή ήταν ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία εκθέτει στην αγωγή της, ότι δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή δανειακών συμβάσεων, που κατάρτισε με την εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-1982 έως 3-1-1985, έλαβε από αυτήν πέντε (5) μεσομακροπρόθεσμα βιοτεχνικά δάνεια συνολικού ύψους 59.916.000 δραχμών και δύο (2) βραχυπρόθεσμα βιοτεχνικά δάνεια, συνολικού ύψους 21.400.000 δραχμών.
Ότι τα δάνεια αυτά χορηγήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής της, ότι δηλαδή χορηγήθηκαν για βιοτεχνική επένδυση και υπήγοντο στους όρους και στις ρυθμίσεις της υπ’ αρ. 197/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής κατ στις ευεργετικές διατάξεις του Ν.1262/1982, ως προς την διάρκεια αποπληρωμής τους, την καταβολή των οφειλόμενων σε ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, τον υπολογισμό του επιτοκίου, τον χρόνο έναρξης καταβολής της πρώτης δόσης, την περίοδο χάριτος, την επιδότηση του επιτοκίου.
Ότι τα εν λόγω δάνεια εξυπηρετήθηκαν με συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και των αυξητικών αυτών συμβάσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει, ότι η εναγομένη παρανόμως και αυθαιρέτως υπολόγισε τους εκάστοτε τόκους, τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών, τον χρόνο έναρξης πληρωμής των δανείων και την προβλεπόμενη περίοδο χάριτος, όχι βάσει των όρων και των προϋποθέσεων της Α.Ν.Ε. 197/1978 και των ευεργετικών διατάξεων του Ν. 1262/1982, όπως θα έπρεπε, οι οποίες περιέχουν σαφώς ευνοϊκότερους όρους για τους δανειολήπτες, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή της, αλλά ότι αντιμετώπισε τις δανειακές αυτές συμβάσεις ως συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, παραβιάζοντας τους ως άνω κανόνες αναγκαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να έχει εισπράξει επιπλέον ποσά από τόκους συμβατικούς, τόκους δόσεων λήξεων, τόκους ενήμερων οφειλών και τόκους υπερημερίας, καθώς και από ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών (ΕΦΤΕ), συνολικού ύψους 176.460.595 δραχμών, ήτοι 517.857 ευρώ, τα οποία (ποσά) αναλυτικά παραθέτει στην αγωγή της, με λεπτομερή αναφορά των επί μέρους ποσών που η εναγομένη εδικαιούτο να εισπράξει κατά τα ανωτέρω και αυτών που τελικά εισέπραξε.
Ισχυρίζεται δε η ενάγουσα ότι η εναγομένη εισέπραξε αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία το παραπάνω ποσό, διότι η συμφωνία περί υπολογισμού των τόκων και της επιβολής ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών (ΕΦΤΕ), του χρόνου έναρξης πληρωμής των δανείων και της προβλεπόμενης περιόδου χάριτος, που έλαβε χώρα μεταξύ τους, δυνάμει των ως άνω συμβάσεων αλληλόχρεων λογαριασμών, είναι άκυρη, αφενός μεν διότι αντιβαίνει σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και συγκεκριμένα στις διατάξεις της ΑΝΕ 197/1978 και στις ευεργετικές διατάξεις του ν, 1262/1982, αφετέρου δε, διότι η εναγομένη κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμφωνίας εκμεταλλεύθηκε την επείγουσα και αδήριτη ανάγκη της να εξεύρει κεφάλαια για την λειτουργία της επιχείρησης της και πέτυχε έτσι να συνομολογήσει για τον εαυτό της περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς τη παροχή, επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό συμπεριφορά αντίθετη και προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΧ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή.
Με βάση δε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και τον περαιτέρω ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η εναγομένη με την είσπραξη του ως άνω αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της, ζητεί, όπως περιόρισε με τις προτάσεις της το αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει νομιμοτόκως το ως άνω ποσόν των 517.857 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον ειδικότερα γίνεται αναφορά κατά τρόπον σαφή και ορισμένο των δανειακών συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, των χρηματικών ποσών που χορηγήθηκαν στην ενάγουσα, δυνάμει των συμβάσεων αυτών, καθώς και των όρων και των προϋποθέσεων βάσει των οποίων χορηγήθηκαν τα εν λόγω δάνεια μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος που αφορά δάνειο ποσού 1.250.000 δραχμών, το οποίο σαφώς εκτίθεται στην αγωγή ότι χορηγήθηκε ως βιοτεχνικό και ότι θα εξοφλείτο μέσα σε 7 χρόνια από την πρώτη χορήγηση, σε ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις με καταβλητέα την πρώτη δόση ποσού 96.000 δραχμών την 23-2-1985 απορριπτόμενης της περί του αντιθέτου αιτιάσεως της αναιρεσείουσας.
Ρητά επίσης αναφέρεται στην αγωγή ο χρόνος εκταμίευσης κάθε δανείου, δεν ήταν δε αναγκαία για το ορισμένο της εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ένδικης αγωγής η εξειδίκευση του συνολικού ποσού της επιδοτήσεως των δανείων όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα. Περαιτέρω, γίνεται εκτενής προσδιορισμός του ποσού, το οποίο η ενάγουσα επικαλείται ότι η εναγόμενη εισέπραξε αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία και ειδικότερα επισυνάπτονται αναλυτικές καταστάσεις με λεπτομερή αναφορά, αφ’ ενός μεν των επιμέρους ποσών, που η εναγόμενη εδικαιούτο να εισπράξει από τόκους συμβατικούς, τόκους δόσεων λήξεων, τόκους ενήμερων οφειλών και τόκους υπερημερίας, καθώς και για ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε.), σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΑΝΕ 197/1978, στις διατάξεις της οποίας υπήγοντο τα δάνεια που επικαλείται (η ενάγουσα) ότι έλαβε "ως βιοτεχνικά", καθώς και σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 1262/1982, αφ’ ετέρου δε, των επιμέρους ποσών που τελικά εισέπραξε, προβαίνουσα η ίδια (εναγόμενη) σε παράνομους και αυθαίρετους υπολογισμούς.
Επίσης, γίνεται εκτενής προσδιορισμός του τρόπου, με τον οποίο η ενάγουσα επικαλείται ότι η εναγομένη προέβη στους ανωτέρω αυθαίρετους και παράνομους υπολογισμούς, και ειδικότερα γίνεται αναφορά του ποσοστού των τόκων που πέτυχε η εναγόμενη να συνομολογηθεί, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, και του ποσοστού των επενδυτικών επιτοκίων που ίσχυαν για τα βιοτεχνικά δάνεια, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και του τρόπου υπολογισμού τόκων συμβατικών, τόκων δόσεων λήξεων, τόκων ενήμερων οφειλών και τόκων υπερημερίας.
Τέλος δεν ήταν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, η αναφορά συγκεκριμένου δανείου και λογαριασμού στα οποία έπρεπε να πιστωθεί το ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο εισέπραξε η αναιρεσίβλητη από το ΥΠΕΘΟ και απέδωσε στην αναιρεσείουσα, όπως επίσης αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε, ομοίως την αγωγή ορισμένη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7024/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ